Share

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων. Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το χαμό.

Share

Λίγες μονάχα σταγόνες έφερε η βροχή
έτσι για να αποδείξει στην έρημη γη
πως χωρίς αυτήν τίποτα δεν γίνεται
κι ο πόνος θα συνεχίζει να υπάρχει
έστω κι αν μια θάλασσα το κύμα της ξεβράζει
φέρνοντας στο βλέμμα του ανθρώπου μια ομορφιά,
έστω κι αν μια αγκαλιά μοσχοβολάει άνθη
και ένα όνειρο σε πάει και σε φέρνει

Share

Οι θάλασσες όλο κι απομακρύνονται
κι έφτασαν οι ώρες που καρτερώ
ένα όνειρο ανήλιαγο πάνω στο κύμα
ή ένα ξεφτισμένο γράμμα με κατάρτι μια αλήθεια,
μια φωνή από το άπειρο στολισμένη με ελπίδα
σημάδι του χρόνου που πέρασε και δεν άφησε ναυάγια.

Share

Στο πανάρχαιο
και πρώτο θέατρο
του Δωδωναίου Διός
οι μαντείες σχετίζονται
με το ανέμισμα των φύλλων
της φηγού!
Και ο τραγωδός λαλεί
στη γλώσσα των πουλιών
που αέναα
με την πτήση τους
της γης τη φλούδα
ματιάζουνε από ψηλά!
Η μάσκα του στοχεύει
στην ένταση του κενού
που δημιουργείται πίσω της
και ανήκει σε αυτόν
στον ‘υποκριτή’
στον τραγωδό.

Share

Είκοσι χρόνια σε αγγίζω με τα γυάλινά μου δάχτυλα
Κρύα η έλλειψη αυτή του αίματος
Μένω εικόνα παγωμένη σ΄ένα διάλογο σιωπής

Βίοι παράλληλοι, ανεξερεύνητοι όσο η ανθρώπινη μοίρα
οριοθετούνται εν τέλει απ΄το αναπόδραστο
Και το παράθυρο ανάμεσά μας αποξηραμένη άνοιξη
που δεν ανθίζει καλημέρες και ευχές

Share

Ως άνθρωποι του γραπτού λόγου θέλουμε να πιστεύουμε ότι μας διέπει η λογική. Η λογική αυτή προστάζει να μην πιστεύουμε σε ψήγματα της φαντασίας, της προκατάληψης, της μαντείας ή του αορίστου. Είναι όμως ευχής έργο το ότι καταφέραμε να συνδράμουμε σε μια προσπάθεια επίκλησης ενδιαφερόντων που μας αντιπροσωπεύει, εφόσον όλοι αγαπήσαμε και όλοι αγαπηθήκαμε κάποτε.

Share

Χαράζει η μέρα και πίσω από τα βουνά
ορμά το άρμα του πάλαι ασυμβίβαστου
Απόλλωνα.
Εξαϋλώνοντας τα νοητά σκοτάδια
και τα άλλα, της απουσίας του,
αναρριχάται ακάθεκτος,
συγκρατώντας την παμφάγα δύναμή του
στο περίγραμμά της
και την συμβολή του στην ύπαρξη ζωής.
Το διττό χαμόγελό του
-τόσο φωτεινό όσο και η πυρκαγιά
του λίθινου αυχένα-
πυρπολεί ανελέητα.
Ανατέλλει, και η λατρευτή πολιτεία
εμβαπτίζεται στην φλόγα του.

Share

Το ταξίδι άρχιζε στον τελευταίο σταθμό
Το τέρμα ήτανε μια υπενθύμιση του Λίγου
Αν και το φως από τον ήλιο πενιχρό
οι σάρκες λιώνανε
αφήνοντας τα οστά σε θέα κοινή
σαν απολίθωμα μιας ύπαρξης

Share

The Greek who arrived in a boat
wished he had arrived in a plane
or with a little bit of cash at least;
he had no choice but to arrive in a boat
he had to take a month off his life over the waves.

Share

Χάραζε. Η ώρα είχε ξεπεράσει τις πέντε και μισή. Από το ανοιχτό παράθυρο του στούντιο, έμπαινε δροσερό το καλοκαιρινό αεράκι του Αυγούστου. Ο Κούρος είχε ξυπνήσει απότομα, πάνω στο όνειρο. Ένιωσε λέει να πέφτει… Τώρα, ύστερα από τον «γλυτωμό», κοίταζε με μάτια μισόκλειστα, θολά από τον ύπνο, τον ουρανό, που στο χάραμα ταίριαζε μέσα στη μαυριδερή ορθογώνια κορνίζα του παραθύρου.

Share

Ήρθες με ντύσιμο ανοιξιάτικο,
προτού οι κρύες μέρες του χειμώνα τελειώσουνε καλά καλά
μήνυμα φωτεινό να φέρεις.

Τα φύλλα στα δέντρα κρατούσαν τη δροσιά της νύχτας απαλά,
οι πρώτοι ανθοί έσκαγαν με ροζομπλέ αποχρώσεις
σκορπώντας μηνύματα ευφροσύνης.

Share

Όντως ανταμώσαμε
στην άκρη του φιλήματος του πάρκου όπως λες.

Όντως κρατήσαμε σφιχτά τα χέρια κάποια μέρα,
ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να μας βρει
χωμένους κάτω απ’ τα πλατύφυλλα τα δέντρα.