Share

Κάποτε
σαν η ζωή με κρατά σε αναμονή
κι ακούω τη μουσική να παίζει
στης νύχτας την αντίπερα όχθη
έρχεται στις μύτες της σιωπής
και μου μιλάει το ολόγιομο φεγγάρι

Share

Ήρθε φθινόπωρο,
οδεύουμε προς το χειμώνα.
Τα μάρμαρα,
σκεπασμένα με τη στάχτη των καμένων σπιτιών μας
βυθίζονται όλο και πιο πολύ στη γη.

Share

Λίγα λουλούδια σήμερα σου έστειλα μητέρα
ο κήπος είναι νοερός, τα άνθη απ’ την καρδιά,
τα φρόντιζα πολύ καιρό γι’ αυτή εδώ τη μέρα
σκεπτόμενος την όψη σου και τα ροζέ γυαλιά.

Κόκκινα, μωβ και κίτρινα, θυμίζουν τ’ όνομά σου
άσπρες γαρδένιες κι άρωμα που έστειλα για σένα
να τα μυρίζεις κει που βρίσκεσαι μακριά μου
και να μου στείλεις μιαν ευχή που βρίσκομαι στα ξένα.

Share

Τραγούδια και παινάδια
όλα χωρούν στα ψέματα
κι όλα χωρούν στον πόνο
κι εκείθε το παράπονο
το παραπονεμένο:
πώς τάχα τα κατάφερα
μέσα σε δίχτυ σκάλωσα
μοιράδι τύχης άτυχης,
πώς Θέ μου παραδέρνω!

Share

Τα βράδυα,
Σαν χαμηλώνουνε τα φώτα
Και τα πουλιά κουρνιάζουν πιο βαθιά
στης μοναξιάς τους τη φωλιά
Η σκέψη δραπετεύει ορμώντας
στου μυαλού τα μονοπάτια

Share

Από αιώνες το ξέρεις:
πως οι αιτίες
δικαιολογίες για χάρη σου
είναι
καλέ μου φίλε!
Και δε φτάνει το τέρμα
σε μια επιχείρηση…
Τι θα ωφελούσε;

Share

Οι δρόμοι μας μοιάζανε κάποτε με πράσινα φίδια
σε ονειροκρίτη που τους χρήζει με την εύνοια της τύχης
καθώς ξετύλιγαν μέσα στα μάτια μας
τις άλλες τέσσερις αισθήσεις
Και τις ρουφούσαν
Και τις κατάπιναν
Κι έμεναν μόνο
τα τεράστια εκείνα μάτια
να αγναντεύουν όλο τον κίνδυνο
προς ένα άγνωστο κόσμο πίσω από τον λόφο.

Share

Ζούσαμε στο Αρκάτζι (Αργάκι), λίγο έξω από τη Μόρφου. Το πιο όμορφο σπίτι το είχε ο πάππους μου γιατί ήταν μες στες λεμονιές. Ετρέχναμε , εβγαίναμε πάνω στα δέντρα κι εκρέμουμασταν ανάποδα ,σαν τα λεμόνια. Βλέπω τον θαρρείς με το μακρύ μουστάκι και το ψάθενο καππέλο να ποτίζει. Εκαθίζαμε στον ίσκιο κι ετάιζε μας κατσικίσιο τυρί και ψωμί . Έδειχνε μας να φτιάχνουμε στεφάνια με τους αθθούς της λεμονιάς.

Share

Μια γοργόνα λιάζεται
Στον βράχο, στην ακτή,
Με τα ξανθά μαλλιά
Λυτά να ανεμίζουν

Να ξημερώσει βιάζεται
στου γαλανού τα βάθη να κρυφτεί
μην της πάρουν τη λαλιά
οι άνεμοι που ορίζουν
τις ζωές των αστεριών,
των νεράιδων, των νυμφών.

Share

My friend Rena called yesterday,
She said,” It’s summer and I’m going away.”
I asked, “Do you think that’s right.
We won’t see each other for a fortnight?”
She responded, “I’m going to Skopelos.”
I queried, “Do you think that’s ophelos?
There, there are thousands of trees
But no breeze.

Share

Spring sometimes visits us in Melbourne,
in midwinter
while pansies cannot tell the difference,
so it seems;
fountain waters flow unabated
of rocky spills.

Share

Το ποίημα είναι του μεγάλου μας ποιητή Ζαχαρία Παπαντωνίου – εντάξει το έχουμε «πειράξει» ελαφρά- και υπάρχει στην ύλη των αναγνωστικών των δημοτικών σχολείων. Εγώ όμως είμαι βέβαιος ότι όταν το έγραψε δεν είχε στο νου του τα δημοτικά σχολεία, αλλά στόχευε να προκαλέσει, συμβολικά δημόσια σχόλια της εποχής του. Έλα, όμως, που αυτά τα δημόσια σχόλια ισχύουν και σήμερα πιο πολύ παρά ποτέ!