Share

Ήρθε στον χώρο που μαζεύαμε φάρμακα κι έφερε την μεγαλύτερη σακούλα. Κάθισε αντίκρυ κι άναψε τσιγάρο. ΄Άσσο πλακέ Παπαστράτο, ο παππούς καπνεργάτης το 36, ήξερε τα μέσα και τα έξω του καπνού. Σηκώθηκαν τα δακτυλίδια του καπνού, φανήκαν αμήχανες από πίσω οι δεκαετίες. Μιλήσαμε για πολλά. Καλλιτέχνης εμπλεκόμενη με τα εικαστικά και το θέατρο, χρόνια στο ΚΚΕ εσ. (πόσο άκομψο αυτό το εσ. όταν κι εσύ στηριζόσουν οικονομικά στον Τσαουσέσκου, Αμερικανοί ή Ανατολικοί ή Έλληνες, δύσκολα ανεξάρτητη από τοπικά ή υπερτοπικά συμφέροντα η πολιτική σκηνή…

Share

Πρώτη φορά διάβαζα ποίηση του Γιώργου Βέη και ομολογώ ότι με δυσκόλεψε πολύ. Βρέθηκα να περιφέρομαι ανάμεσα σε στίχους ρεαλιστικής δυνάμεως αλλά και σε στίχους υπαρξιακούς και μεταφυσικούς, κινούμενους μέσα σε καθαρά ιδεαλιστική αντίληψη πάσης εκφραζομένης πρακτικής δραστηριότητας. Βέβαια, αυτό συναντάται στην πορεία πολλών ποιητών, σπάνια όμως στην ίδια συλλογή. Σκέπτομαι αν ο Γιώργος Βέης είναι δισυπόστατος, έχει δηλαδή στιγμές συναισθηματικής και ιδεολογικής δισυποστασίας (ίσταται μετέωρος, όπως π.χ. ο γράφων), ή εάν πειραματίζεται συνειδητά επάνω στη μανιέρα του,

Share

Σαράντα γκρίζες σκέψεις
αποβραδίς στο προσκεφάλι μου
κάνουνε πως κοιμούνται
μα με τα μάτια κόκκινα
σαν φλόγες καημοί με καίνε

Σκληρές στιγμές γεννά ο χρόνος
σαν δεν τον χαϊδεύεις
σαν δε λειαίνεις τις αιχμές
που γίνονται ακίδες

Share

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν και τώρα μόνον οι αράχμες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η μοναξιά μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ το παιδί που υπήρ- ξαμε μ’ εκείνο τον τεράστιο λαιμοδέτη

Share

Ὁδηγητής τῶν ἑφτά βοδιῶν
πού λειβαδεύουν στό βιλαέτι τῆς ἔγνοιας σου
ἀθροίζεις τόν ἕωλο αἰῶνα.
Ἔχτισες τά σύνορα τοῦ ἀγῶνα σου
μέ τέσσερες σταγόνες παγωμένου ἱδρῶτα
σέ σχῆμα λάβαρου σταυροφόρων.
Ὦ Ἀλκάλουροψ,
πλοηγέ τοῦ γέλιου τῶν παιδιῶν
καί ἀλφαβητάρι τῶν γερόντων.

Share

Strategoula’s square jaw tightened as I pulled her messy, straw-blonde hair hard at the back, like plucking a dead chicken off its feathers. Her head bounced back and forth as if joined with her shoulders by bed springs. She reiterated by kicking me hard in the stomach and then I felt her pincers-firm grip on my left wrist.

Share

Konstantina Sozou-Kyrkou

You know what struck me the most when I saw you lying flat on the hospital bed? I realized I’d never seen you without your impeccable false teeth. You looked older, defenseless, robbed from authority. A catatonic man with cheeks sunken along the gums that framed a wide dark cave of a mouth, a forehead jutting out of the white pillow, wet wisps of hair drowning underneath.

Share

Ευρύκλεια: Εδώ, εγώ, που σε μεγάλωσα με το γάλα μου, δεν σ’ αναγνωρίζω. Μπερμπάντης κι αδιάφορος… ξεφυτρώνεις τώρα για να δεις πώς περνάμε; Είκοσι χρόνια, πώς νομίζεις ότι βολευτήκαμε ο Λαέρτης, η Πόπη, ο Τηλέμαχος ή κι ο γερο-Εύμαιος! Έτσι και τώρα… θα βολευτούμε χωρίς εσένα -αν τελικά είσαι ο Δυσσέας!- και για τα υπόλοιπα που δεν τα ξέρεις, να μη σε νοιάζει.

Share

Κατέφυγα σε μία πόλη άγνωστη, τεράστια και υπερσύγχρονη, μακριά απ’ την καταπίεση της μητρικής μου πόλης, που μου πλάκωνε την ψυχή με τα κάστρα και τους μύθους της. Περνώ τελείως απαρατήρητος. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει ότι τα παιδιά μου είναι μεγαλύτερα από μένα, λόγω άγχους και φόβου ζωής; Παιδιά που δε διαδηλώνουν ήσυχα, αλλά εκρήγνυνται σαν βεγγαλικά και καταστρέφουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Πολιτικοί που συνεισφέρουν μόνο στην πείνα του λαού και στο βόλεμα των «ημετέρων».

Share

Η έρημη παράγκα έστεκε μες στη σιωπή του κάμπου μοναχή κι ερειπωμένη, ένα στοιχειό της φύσης. Οι δυνατοί άνεμοι, που την λίκνιζαν πέρα δώθε, δεν κατάφεραν ακόμη να γκρεμίσουν ό,τι απέμεινε στη μνήμη σαν ανεκτίμητος θησαυρός. Όταν φυσούσε ο θαλασσινός, άκουγες τη βροντερή φωνή του μπάρμπα-Θόδωρου, πότε επιτακτική, πότε ενθαρρυντική να διαχέεται στο μεγαλύτερο μέρος του κάμπου, ιδιαίτερα στα κοντινά χωράφια του προσφυγικού συνοικισμού, όπου οι γεωργοί έπιαναν το χάραμα δουλειά. Ο μπάρμπα-Θόδωρος ακολουθούσε το μουλάρι του, που σκυμμένο πάνω απ’ τη σκληρή γη, έσερνε με απίστευτη δύναμη το αλέτρι, χαράζοντας μακρόστενες λουρίδες στο χώμα.

Share

Η κόρη η αθάνατη χαμογελά με δάκρυ!
Στου Σύμπαντος την άκρη! Αλυσσοδέματα!

Κήτους θυσία τραγική που κρύβει ικεσία!
Το όμορφα, τα θεία! Οργής μαντέματα!

Γελάς Απόλλωνα μορφή, μιας άλλης Οικουμένης!
Φωτός Οργή σημαίνεις! Και παραγγέλματα!

Περσέως ο Αστερισμός κρατά το θείο ξίφος!
Του κύματου ο ήχος! Και κονιορτήματα!

Κηφέως θλίψεις της φυγής, χαμού κόρης Αθώας!
Το Κήτος ωσάν βόας! Πνίγει τα κύματα!

Share

Athenas street looks abandoned, still, like a dusty street before a duel in a western. Shop windows dim, like the dirty spectacles of a myopic child; cardboard boxes scattered over shabby floors, like presents that have been left unwrapped; dust blanketing the window displays, like stale icing on a cake. On the pavements, in flaky flower stands, yucca leaves cower over brittle trunks, like rusty, weary swords.

The economic depression has gravely affected retail sales all over Greece. Chopped salaries mean less money to spend on consumer goods. How do all these redundant people earn a living now, I wonder. Something has to be done soon or lots of people will starve.