Share

Γενάρχη εσύ της ύπαρξης και ρυθμιστή της φύσης,
που στο ρυθμό σου πάλλονται οι οντότητες του χώρου,
πρόβαλε πίσω απ’ τα βουνά να ιδούμε τη μορφή σου
και να λουστούμε ολόκορμοι στην κόκκινη φωτιά σου.

Share

Στην προκυμαία
Σάββατο δείλι, γύρω στην έξι
στο δρόμο ούτε ψυχή, και έχει βρέξει.
Φουρτούνα η θάλασσα, αγριεμένο κύμα,
καράβια στέλνουνε κινδύνου σήμα…

Share

Απ’ την παλέτα των χρωμάτων πιο βαρύ
λέω πως είναι το βαθύ χρώμα της λύπης.
Σκεπάζει το μπλαβί των ταξιδιών
τα κίτρινα νομίσματα της μέρας
τα πράσινα χαλιά των σιωπών
τις κόκκινες παντιέρες στα μπαλκόνια.

Share

τα βράδια θαρρώ πως μια καλή νεράιδα
δραπετεύει ακόμα
από χαμένο παραμύθι μας
και στέλνει άμαξα με όνειρα λευκά
να ντύσουνε πριγκιπικά την ορφανή πατρίδα
μα εκείνη για χορό
δεν προλαβαίνει να ντυθεί
είναι πολλές στη μνήμη οι στάχτες
στα χρυσοπράσινα τα μπαλωμένα ρούχα
παλεύει ολημερίς να τις τινάξει
μα εκείνες πάντα επιστρέφουν
στα ανυπεράσπιστά της πρόσωπα

Share

τα σπίτια μας ήτανε κάποτε φωλιές
για των ονείρων το φτερούγισμα
αετοράχες γίνονταν την άνοιξη
για τα ψηλώματα της περηφάνιας μας
ήτανε κι αγκαλιές
να έρθει τα βράδια να χωθεί μέσα ο κάματος
και το πρωί όλοι οι έρωτες
φόραγαν χέρια
τεράστια ζεστά χέρια
να σπρώξουνε τις ώρες

Share

‘Mum! Look! A spider! Kill it!’ Belly still working on my web, I goggle down at the small boy’s pink finger pointing at me like a huge, wriggling worm. Oh, no, I think. I’ ve been spinning this web in a corner of the kitchen ceiling for ages and this little bugger here wants to wipe it out in a flash and, worse, do me in. Why do humans loathe us so much? We never do any harm.

Share

Στην Άτιμη Σκέψη

Εσύ με βασάνισες
Όσο τίποτα σ’ αυτή τη ματαιότητα…
Κι εγώ γι’ αντάλλαγμα
Μαζί μου θα σε πάρω.

Share

άπιαστη και μακρινή
σαν τα βασιλικά ελάφια
βόσκεις αμέριμνη στους κήπους
από τα βόλια των ανθρώπων.
Πάντα ωραία
πάντα δοξαστική
πάντα ολόφωτη

Share

Στους Δρόμους

Αν και συνέχεια σας καταπατούμε
Απορώ πώς δεν μας απεχθάνεστε,
Απορώ γιατί μας βγάζετε στον προορισμό μας,
Απορώ πώς γνωρίζετε τον προορισμό μας…

Share

Στο δεξί χέρι μου

Του είπα να μη γράψει άλλα
Μα δεν άκουσε.
Του είπα να με παρακούσει
και με άκουσε.

Share

Now the secret hour of our voice
empties the skies and
the morning bread
into our hands

now we forget the crosses
and the serene courtyard
and the decree
of the Delphic Cybil

Share

Μες στην ομίχλη φαίνεται ο επόμενος σταθμός μας
καθώς μόνοι βαδίζουμε σ’ ένα μακρύ ταξίδι
και περιπέτειες άγνωστες που έχει φυλαγμένες
προσμένουμε να ζήσουμε με αγωνία και ελπίδα.