Share

Τα βράδυα,
Σαν χαμηλώνουνε τα φώτα
Και τα πουλιά κουρνιάζουν πιο βαθιά
στης μοναξιάς τους τη φωλιά
Η σκέψη δραπετεύει ορμώντας
στου μυαλού τα μονοπάτια

Share

Από αιώνες το ξέρεις:
πως οι αιτίες
δικαιολογίες για χάρη σου
είναι
καλέ μου φίλε!
Και δε φτάνει το τέρμα
σε μια επιχείρηση…
Τι θα ωφελούσε;

Share

Οι δρόμοι μας μοιάζανε κάποτε με πράσινα φίδια
σε ονειροκρίτη που τους χρήζει με την εύνοια της τύχης
καθώς ξετύλιγαν μέσα στα μάτια μας
τις άλλες τέσσερις αισθήσεις
Και τις ρουφούσαν
Και τις κατάπιναν
Κι έμεναν μόνο
τα τεράστια εκείνα μάτια
να αγναντεύουν όλο τον κίνδυνο
προς ένα άγνωστο κόσμο πίσω από τον λόφο.

Share

Ζούσαμε στο Αρκάτζι (Αργάκι), λίγο έξω από τη Μόρφου. Το πιο όμορφο σπίτι το είχε ο πάππους μου γιατί ήταν μες στες λεμονιές. Ετρέχναμε , εβγαίναμε πάνω στα δέντρα κι εκρέμουμασταν ανάποδα ,σαν τα λεμόνια. Βλέπω τον θαρρείς με το μακρύ μουστάκι και το ψάθενο καππέλο να ποτίζει. Εκαθίζαμε στον ίσκιο κι ετάιζε μας κατσικίσιο τυρί και ψωμί . Έδειχνε μας να φτιάχνουμε στεφάνια με τους αθθούς της λεμονιάς.

Share

Μια γοργόνα λιάζεται
Στον βράχο, στην ακτή,
Με τα ξανθά μαλλιά
Λυτά να ανεμίζουν

Να ξημερώσει βιάζεται
στου γαλανού τα βάθη να κρυφτεί
μην της πάρουν τη λαλιά
οι άνεμοι που ορίζουν
τις ζωές των αστεριών,
των νεράιδων, των νυμφών.

Share

My friend Rena called yesterday,
She said,” It’s summer and I’m going away.”
I asked, “Do you think that’s right.
We won’t see each other for a fortnight?”
She responded, “I’m going to Skopelos.”
I queried, “Do you think that’s ophelos?
There, there are thousands of trees
But no breeze.

Share

Spring sometimes visits us in Melbourne,
in midwinter
while pansies cannot tell the difference,
so it seems;
fountain waters flow unabated
of rocky spills.

Share

Το ποίημα είναι του μεγάλου μας ποιητή Ζαχαρία Παπαντωνίου – εντάξει το έχουμε «πειράξει» ελαφρά- και υπάρχει στην ύλη των αναγνωστικών των δημοτικών σχολείων. Εγώ όμως είμαι βέβαιος ότι όταν το έγραψε δεν είχε στο νου του τα δημοτικά σχολεία, αλλά στόχευε να προκαλέσει, συμβολικά δημόσια σχόλια της εποχής του. Έλα, όμως, που αυτά τα δημόσια σχόλια ισχύουν και σήμερα πιο πολύ παρά ποτέ!

Share

Δε θα μιλήσω για πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί από ποιητές, ‘μεγάλους’, ‘μικρούς’, ‘διάσημους’ και αντίθετα. Για ποιο λόγο άλλωστε; Όσοι ασχολούμαστε με τα τοιαύτα, τα γνωρίζουμε και δε θα ήταν φρόνιμο να τα επαναλαμβάνουμε.

Εμείς, οι νεότεροι ποιητές, και δη οι εκτός του ελλαδικού χώρου, Έλληνες, οι ζώντες δηλαδή εντός μιας από τις μικρές ελληνικές εστίες –μακρόθεν ‘της Μητρός Ελλάδας’, όπως μερικοί επιμένουν να επαναλαμβάνουν και με σεβασμό να τηρούν την παράδοση- έχουμε να τραγουδήσουμε άλλα τραγούδια, τα δικά μας. Αυτά αναμφισβήτητα είναι συνονθύλευμα αισθημάτων, ανθρώπου εν πρώτοις, Έλληνα δεύτερον και εκτός της Εστίας του τρίτον.

Share

Ράγισε μέσα μου ο χρόνος… δε θέλω πια να τον μετρώ!
Βγαίνω ξυπόλυτη στις ρίμες, στα σοκάκια ,
στα σκαλοπάτια των χρωμάτων,
στις αλάνες συλλαβών,
μόνο να γράφω θέλω, να γελάω και ν’αγαπώ.
Ναι, ν’ αγαπώ ….

Share

Είκοσι Ιούλη, μέρα φοβερή,
Άδοξη ώρα που ‘γινες χολή,
Κλεμμένη εικόνα, σπασμένο γυαλί,
Κόσμος ακόμα σκληρός σαν καρφί.

Είκοσι Ιούλη, μέρα τρομερή,
Μισή ψυχή, μισή φωλιά η γη,
Δίχως τον άντρα, χαμένο παιδί,
Είκοσι πίκρες θωρεί σκυθρωπή.

Share

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη   Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας, Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες. Σε άκουσα να τη σμιλεύεις Με τις κορφάδες των ονείρων σου Στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη, Μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη. Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης Να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα, Αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων. Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου Μέθεξη ουράνιας στόχασης, Συνειρμό ακτίνων ζωής, Εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου. Ατενίζω την αγάπη μας Βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι Ν’ αρμενίζει στο πέλαο. Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.