Share

Φώτης  Γαλανόπουλος Παιδιά των θαλασσών Παιδιά των θαλασσών Βαπτισμένοι, στο ράντισμα των θυσάνων. Μεγαλωμένοι στην αγκαλιά των ανέμων, στο νανούρισμα των κυμάτων, στον παιχνιδότοπο των υφάλων. Αλμύρα στο αλάτι της ζωής.

Share

Νύχτα εκ προμελέτης
Ημέρα εν βρασμώ ψυχής
Φως υπό ομηρεία σιωπών

Share

Αυτός δεν είναι ο φιλάνθρωπος που νόμιζε τόσο καιρό πείθοντας τον εαυτό του με μπούρδες , αλλά ο στυγνός επιχειρηματίας , αυτός που εκμεταλλευόταν ότι πολύτιμο μπορούσε να προσφέρει η γη τους, αυτός που τους είχε καταδικάσει στην φτώχεια την πείνα και την απελπισία, αυτός που τους πουλούσε τα όπλα για να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο βουτηγμένοι στην παράνοια ενός κόσμου που δεν αρμόζει στον άνθρωπο.

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας , βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.
Στον κόσμο του.

Share

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;»

Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί.

Share

A little further from the light cast by the lamp there begins another world, an unknown world – who has ever gone there? who has every returned from there? – and then there are nights – ah! how many adventures there are dreams, so many that you life becomes insignificant (and hence dangerous) -

Share

ΜΠΟΝΕΓΚΙΛΑ (BONEGILLA) «Ma perche non mi vuoi? Guarda che bello ragazzo che sono! Vieni! Assomogli cosi tanto con la mia mama!» Ο Άρης σήκωσε το κεφάλι και σε λίγο, όπως το περίμενε, πέρασε από μπροστά του η στρουμπουλή Ιταλίδα μεταφράστρια με μικρά βιαστικά βήματα. Από πίσω της ο νεοφερμένος συμπατριώτης της που την κατεδίωκε εδώ και μια βδομάδα. «Sposami! Ho intenzioni serie! Dai! Di’ qualcosa!”» Ο Άρης στερέωσε το πηγούνι του στο περβάζι και χάζεψε την σκηνή. Απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια του «μπλόκ» είχαν βγει και τους κοιτούσαν. Όσοι καταλάβαιναν την πολιορκία του νεαρού Ιταλού, γελούσαν πειράζοντάς τον ενώ όσοι δεν καταλάβαιναν, χάζευαν απλώς. «Την έχει τρελάνει την κοπέλα» είπε διασκεδάζοντας η Ρούλα. Εκείνη την ώρα μπάλωνε μια λευκή φανέλα του άντρα της και το στρατιωτικό κρεβάτι έτριζε με κάθε της κίνηση.

Share

Ο ζωγράφος Φώτης Γαλανόπουλος, δημιουργεί εντρυφώντας στη διερεύνηση του ασυνείδητου και την απελευθέρωση της φαντασίας που διέπουν την τάση του σουρεαλισμού. Τα έργα του αποτυπώνουν μέσα από πολυσύνθετες εικόνες, την αναλογία της ζωής και του πνεύματος, σ’ αυτό το άπειρο που ο άνθρωπος αποκαλεί σύμπαν, ενώ εκτίθενται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στις αίθουσες Τέχνης του κόσμου, από τη Αθήνα και τη Βαρκελώνη, έως την Νέα Υόρκη και την Κύπρο. Ο ίδιος λέει: “Εάν μπορούσα να δώσω έναν τίτλο σε όλους μου τους πίνακες θα ήταν <<Στοπ-καρέ ονείρου>> Dream-frame. Όπως στην ονειρική μας κατάσταση, έχουμε την αίσθηση ότι τα πάντα βρίσκονται εκεί τριγύρω μας, κρυμμένα πίσω από τα γνώριμα φόντα του εαυτού μας , έτσι και οι πίνακές βουτηγμένοι μέσα σε ένα ονειρικό φόντο τον οποίο ο καθένας μας βλέπει τελείως διαφορετικά, κρύβουν τα μυστικά εκείνα, τους γρίφους, και τα σύμβολα που επιβάλει η λογική της εξήγηση ενός ονείρου. Όνειρο και [...]

Share

Τ…α χελιδόνια φέρνουνε την άνοιξη.
Χελιδόνι μικρό,
μέσα στην ομορφιά της ζωής ταξίδεψες κι εσύ,
ένας γλυκός σαλπιγκτής της αγάπης,
που χάθηκε μέσα στα συντρίμμια της θύελλας.

Μεγάλο και δύσκολο το ταξίδι,
μυριάδες εμπόδια να ξεπηδούν από παντού.
Στην κάθε σου απόπειρα να δραπετεύσεις
απ’ τον στενό κλοιό που σε περιβάλλει,
σε σημαδεύει κι ένα φαρμακερό βέλος,
απ’ τη σαΐτα του πολεμόχαρου Άρη

Share

«Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας, βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.

Share

Snow
snowflakes lingering
on a strand where pebbles chime
the wind smothers me

Water
water gushes clear
in mid summer parched brooks
heart-shaped leaves wasted