Share

Άνθρωπε εαυτέ μου
που εσύ είσαι εγώ και εγώ εσύ,
Στο μονοπάτι με τις μαργαρίτες
μύρισα την ευωδιά της εικόνας σου
κι’ ένιωσα την ανάσα σου να ρουφά
από μέσα μου
την πορεία μου προς σε.
Σε συνάντησα στην πολύβουη ερημία
της ψυχής μου,
αγώι να κουβαλάς όνειρα.
Σε απάντησα στις μεγάλες πορείες
των χειλιών μας
προς το άπειρο.

Share

Ροδιές κατάφορτες λυγίζουν καθώς σείονται,
στημένες πίσω από τους πλεγμένους φράχτες,
φυλακίζονται στα μισοπεσμένα ψήγματα της μνήμης
θέλοντας να τις πνίξουν.
Οι λασπωμένοι δρόμοι ελίσσονται αδιάβατοι
σαν η νεροποντή φτάσει απρόσμενα,
δέκτες της μνήμης μιας μάνας
με βήμα γοργό να τους διαβαίνει.

Share

Το αγιάζι στην Ομόνοια ξυράφι
μα πιότερο κόβει η ερημιά του τοπίου
το άδειο που χάσκει πεινασμένο
η ενεδρεύουσα παντού απειλή.
Το ικρίωμα στημένο από νωρίς
καθώς το σούρουπο φάνηκε δειλά
με τους χαλκιάδες ν’ ακονίζουν τα μαχαίρια
σε κάθε απόμερη γωνιά.

Share

Ντυμένη απόψε η νυχτιά
με τ’ άμφια των άστρων!
Ένα ….Ξεχωριστό,
κάθεται πλάι στην καρδιά!
Ξαγρυπνά στα παραθύρια των ματιών,
μελώνει την μοναξιά…
Λες κι αρπάζει απο
την αιωνιότητα το Φως!

Share

Η Ελευθερία σήκωσε το κεφάλι,
απορημένη!
Περίμενε τόσον καιρό…
κανείς δεν την καλούσε!
Η Αρμονία την κοίταξε αδιάφορα
τυλιγμένη στ’ ολόλευκό της πέπλο.
Αιθεροβάμων, είχε επαναπαυθεί
στις δάφνες της!
Κουρασμένη η Ειρήνη
ύψωσε τ’ ανάστημά της
και κοίταξε ένα γύρω!

Share

That familiar,
deep redness of the sunset:
Is it the sunset or is it blood?
A question posed by the sun, or a slaughter?

Share

Not a deep feeling did we declare,
nor did we live a great love affair.
Wrong or right,
we only shared a night.

Share

It’s no longer there…
a “We’ve Moved” sign placed up high…
some things can’t be moved immediately or afterwards
such as the pages, folded at the edges, to be read less
than to be recollected,
such as the queue in front of the cash register
such as the backbones of saints
I search for the bookshop on Saint Andrew’s Street…
terribly ill by its absence
after all, this is where the hours passed
their hours with me, and the hours search insistently
for that which can’t be moved or migrated,
which oppresses and suspends generations…

Share

Διάβαζα για άλλη μια φορά  το  βιβλίο  του ζεύγους  Αγγελικής και Δημήτρη Ζαχαρόπουλου  « Ο Πύργος με τους Καλικάντζαρους». Και για μια ακόμα φορά διαπίστωσα πόσο ωραίο παραμύθι είναι. Και πόσο έξυπνα γραμμένο! Θα πρέπει,  τώρα τα Χριστούγεννα, να το προμηθευτούν όλοι και να το κάνουν δώρο στα παιδιά τους. (Βλ. Εξώφυλλο).
Καθώς λοιπόν  τέλειωνα κι αυτή την ανάγνωση,  σκέφτηκα ότι  ταιριάζει να διαβαστεί  και από μεγάλους, και θα έπρεπε να το προμηθευτούν κι αυτοί. Γιατί κι εγώ που το διάβασα 3-4 φορές, μεγάλος είμαι. Δεν είμαι κανένα παιδί! Είμαι πάνω από 40.  (Μπορεί και… 140, αλλά ποιος μετράει τώρα!). Και κει που σκεφτόμουνα ότι είναι και επίκαιρο, λέω μέσα μου: «Θα πρέπει να το συστήσω και σε άλλους φίλους, αλλά, αυτό θα το κάνω αργότερα, γιατί τώρα θέλω να δω τις ειδήσεις».

Share

Περπατώ στους λυπημένους δρόμους,
στη σιωπή των ρείθρων,
στην άγονη πλατεία των συναντήσεων.
Φάλτσοι αγώνες…
μετέωροι προορισμοί
κι ένας ανήφορος, σκοτάδι…
Χάσκουν οι ώρες, σε βιτρίνες άδειες,
σε κόκκινα ερωτηματικά,
σε μάτια κλειστά …
Σκοντάφτουν τα βήματα στην
άστεγη μοναξιά…

Share

Καθώς το θέμα διαπραγματεύεται τη θηλυκή παρουσία στα θεατρικά του Ν. Καζαντζάκη, είναι απαραίτητη η αναφορά στη γυναίκα, ως μονάδας του κοινωνικού συνόλου εν γένει, και σε άλλους συγγραφείς, των οποίων οι βίοι υπήρξαν παράλληλοι του βίου του Ν. Καζαντζάκη, και σε κάποιους από εκείνους των οποίων τα έργα μελέτησε ή μετάφρασε και που τον επηρέασαν.

Share

Πόσο βαθιά την πένα σου
βουτούσες στο μελάνι
κι οι λέξεις ήταν όμορφες
σαν βγαίνανε σεργιάνι.