Share

Τα λόγια συναρμονίζονται με τη μουσική και με τη φωνή της γυναίκας. Ο άντρας ακούει καπνίζοντας. Έχει περάσει το σπαραξικάρδιο στάδιο της ανακάλυψης ότι είναι ολομόναχος στον κόσμο. Κάποτε είχε σύντροφο και μπόλικη συντροφιά. Τώρα… αυτό το ρημάδι «το τώρα» είναι τόσο έρημο, όσο αυτός.

Share

We buried the last insect
in the ancestors mausoleum
stomach butterflies
bees of Eros
spiders of death.

Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Πεταλούδες στομάχου
μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.

Share

Eleni Alexiou My love the loom has been worn away. Widows suitors the child gathered yesterday and wandered “how long still?” I replied: “I count the years no more. The fingers have finished. After ten I do not know, I will get lost.

Share

Κι εκείνος ο αλλοδαπός εκ της ημεδαπής γεροπαππούς
ή και ημεδαπός εκ της αλλοδαπής- κι όλο τα μπερδεύω-
μου είχε αφήσει ένα κενό τεράστιο μες την ψυχή,
καθώς αναχωρούσα απ’ το νησί, εκεί στην προκυμαία.

Share

Εξομολογήθηκα σε χαρτί λευκό με στοιχεία μαύρα σε κύκλους και γραμμές περισσότερο κοφτερές από μαχαίρι και καρίνα πλοίου.

Share

Δεν έφταιξα όταν βυθίστηκα
μες τα γαλάζια μάτια σου,
μα έφταιξα όταν φοβήθηκα
πως θα πνιγώ μέσα σ’ αυτά.

Δεν έφταιξα που έχανα
τον κόσμο μες τα χείλη σου,
μα έφταιξα που νόμισα
πως έτσι θα’ ναι όλα τα φιλιά.

Share

Σαν βράχος που ατενίζει τις θάλασσες,
που δέχεται την μανία της φύσης των
που λάμπει στο φως της αλμύρας των
που ζει στην αγκαλιά των θεών των
που ξέρει τι είναι βράχος και τι θάλασσα,

Share

Στις ρωγμές του ονείρου ο χειμώνας μια βόλτα….
οι σταγόνες βροχής στων ματιών το παρ -μπριζ, ταξιδεύουν σα νότα,
στου ανέμου τη ράχη η αφή ζωντανή, ανασαίνει υγρή των δαχτύλων την άκρη.

Share

Γράφει από το πρωί
μεταφράζει
μετά γυρίζει πάλι στα δικά του
γέρνει πάνω στο χαρτί
όλος μια δύναμη αφανέρωτη
ξέρει ότι ο καλύτερος βιογράφος είναι ο θάνατος
αλλά δεν υποχωρεί, ψέλνει ευωδία
άνω βυθός των ακατάληπτων πραγμάτων

Share

Στέκεσαι θάλασσα απέναντί μου
στου ανοιχτού παραθύρου το φόντο.
Πότε θα’ ρθεις , με ρωτάς, Κωνσταντή μου
να ξανοιχτούμε παρέα στον Πόντο;

Στέλνεις αδιάκοπα κάτασπρα πλοία,
λάγνες σειρήνες στο παράθυρό μου.
Κρύβομαι πίσ’ απ’ ωραία βιβλία
και αντιστέκομαι στο οχυρό μου.

Share

Που να θυμάμαι πια…. πότε ήρθαν, τι έκαψαν, τι σκότωσαν. Και ποιος δίνει σημασία όταν η κάθε μέρα είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Νόμιζα ότι ήταν ‘τοπικό’ θέμα, είχα λάθος …Πρώτα εμείς ύστερα η Κύπρος! Δηλαδή η Ελλάδα!

Όλη η Ελλάδα! Μας είπαν κλέφτες, απατεώνες, κατέστρεψαν όνειρα, οικογένειες, οδήγησαν έντιμους, υπερήφανους ανθρώπους στον μαρασμό και στην αυτοκτονία, γιατί λέει ‘χρωστάμε’!!!!
Σε ποιους; Σε αυτούς;

Share

Στις ασπρισμένες Κυκλάδες
με την άνυδρη ζέστη
ακούμπησαν τα χρώματα της γης
ζωγραφίζοντας, στη ράχη των βουνών
με γαλάζιο φωτοστέφανο
μικρά ξωκλήσια.

Του άγουρου πόθου το κορμί
μελαχρινών κοριτσιών,
σπρώχνει στα βράχια τη θάλασσα
ανάβοντας, σκουριασμένους φαροδείχτες
με κρυφοκοιτάγματα και αλατιού σταγόνες.