Share

Ράγισε μέσα μου ο χρόνος… δε θέλω πια να τον μετρώ!
Βγαίνω ξυπόλυτη στις ρίμες, στα σοκάκια ,
στα σκαλοπάτια των χρωμάτων,
στις αλάνες συλλαβών,
μόνο να γράφω θέλω, να γελάω και ν’αγαπώ.
Ναι, ν’ αγαπώ ….

Share

Είκοσι Ιούλη, μέρα φοβερή,
Άδοξη ώρα που ‘γινες χολή,
Κλεμμένη εικόνα, σπασμένο γυαλί,
Κόσμος ακόμα σκληρός σαν καρφί.

Είκοσι Ιούλη, μέρα τρομερή,
Μισή ψυχή, μισή φωλιά η γη,
Δίχως τον άντρα, χαμένο παιδί,
Είκοσι πίκρες θωρεί σκυθρωπή.

Share

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη   Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας, Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες. Σε άκουσα να τη σμιλεύεις Με τις κορφάδες των ονείρων σου Στη χρυσή παλίρροια των σταχυών του Αλωνάρη, Μ’ ένα παιδιάστικο μαγιάτικο χαμόγελο στα χείλη. Ένιωσα τον αθέρα της γλαυκής σου σκέψης Να τη μετουσιώνει σε άυλη ολκή προς το στερέωμα, Αργυρόλευκη αύρα χιονοσκέπαστων κυμάτων. Καθορώ τον αρραβώνα μου στο σώμα σου Μέθεξη ουράνιας στόχασης, Συνειρμό ακτίνων ζωής, Εκ πηγής μη αλωμένης, φωτός αιωνίου. Ατενίζω την αγάπη μας Βαρκούλα αυγουστιάτικο φεγγάρι Ν’ αρμενίζει στο πέλαο. Σε πέλαο γαλήνης και φωτός.

Share

«Να κρατάς μια άκρη από παλιό σου ρούχο
με τις κλωστές σαν μάτια να κρέμονται
να κοιτάνε προς τα κάτω τα βήματα
παραπατήματα διέλευσης του χρόνου
Μετά να ξαναβρίσκουν τον ρυθμό
και τη συνέχεια….»
είπε η γιαγιά και κοιμήθηκε
κουρασμένη απ΄ τη ζωή που δεν έζησε
Με τώρα το κατάλαβα
Αυτά τα μάτια κάποτε δεν υπακούουν
Γλιστράνε από το μέτωπο που τους ζωγράφισα
αγγίζουν πια το σώμα
βάζουν καινούρια χέρια, μαλακά

Share

Δεν ξεχνώ
Την ώρα που έσχισε το μαντάτο
Το θλιβερό εκείνο πρωινό
Κραυγή οργής για πραξικόπημα

Share

Αυτό που δεν θα μπορούσε να επιβιώσει με τίποτα σε εκείνο το άγριο παρθένο περιβάλλον είναι ο φόβος.

Ο τρομακτικός ανυπόμονος ποταμός που ο βρυχηθμός του ακουγόταν από χιλιόμετρα μακριά στην πραγματικότητα το παιδί μιας γαλήνιας πεντακάθαρης λίμνης, βγαίνοντας από την μήτρα της μια τοξότη γέφυρα, αποκτούσε κατευθείαν εκείνη την ορμή του νεογέννητου που μόνο η ζωή ξέρει να χαρίζει στους αγαπημένους της.
Το μεγάλο ταξίδι ισάξιο με αυτού ενός ανθρώπου μόλις είχε ξεκινήσει, και οι ομοιότητες πολλές.

Share

Μου οφείλεις μια επίσκεψη
Ξέρεις
Από αυτές που δεν γίνονται κατόπιν συνεννοήσεως
Που περνάς τάχα τυχαία
Βλέπεις φως μέσα στη νύχτα μου
Και μου χτυπάς επίμονα ένα κουδούνι
Ν’ ανοίξω ατημέλητη
Με ένα βλέμμα πανέμορφο από έκπληξη
Πιο όμορφο δεν σου΄δειξα ποτέ
Και να σου πω
Δεν σε περίμενα

Share

Shadows in their solace
can have a room
a sofa, or nothing!
Can have water
a piece of bread
or nothing!

They hang
their curiosity
over balconies
buildings
or gorges!
They are blasted
by “friendly bombs”!

Share

Όταν εσύ χαθείς, μέσα στο θάμπος της νυχτιάς
έν’ άλικο τριαντάφυλλο στο στήθος μου θ’ ανοίξει

Share

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί, υπουργός ασφαλείας της κυβέρνησης ΕΞΑΝΟΜ (Εξ Ανατολών Ορμώμενοι Μουσουλμάνοι) στεκόταν από ώρα τώρα μπροστά στα παράθυρα του γραφείου του συνοφρυωμένος. Με παγωμένο βλέμμα παρακολουθούσε το πλήθος που γέμιζε ασφυκτικά τους δρόμους γύρω από το υπουργείο του κι όλο μεγάλωνε και φούσκωνε, σαν ποτάμι έτοιμο να ξεχειλίσει. Πιο πολύ κι από τον τεράστιο όγκο τους τον ενοχλούσαν οι γαλανόλευκες σημαίες με τον μεγάλο σταυρό σε όλο το μήκος και το πλάτος τους. Τις κράδαιναν σαν ρομφαίες που αμφισβητούσαν τα ιερά και τα όσια της μουσουλμανικής πίστης την οποία είχε δουλέψει σκληρά να επιβάλει σ’ αυτή τη χώρα. Τον εξόργιζε και η χρονική στιγμή της διαδήλωσης. Το ημερολόγιο έδειχνε 11 Ιουνίου 2065 και διένυαν την κχιντ-­‐αλ-­‐ σαρκχιρ τη μικρή γιορτή τρεις μέρες πριν τη λήξη του ραμαζανιού.

Share

Άκου…
Δεν είναι ορατό
το πωλητήριο
υπάρχουν όμως…
κρυφοί αγοραστές!
Τυφλοί – κωφοί οι ιδιοκτήτες
οι αδιάφοροι υπηρέτες
του «εγκλήματος»,
οι καλούμενοι «εξέχοντες»
ή «άρχοντες του τόπου»!

Share

Οι κουρτίνες δεν αποκαλύπτουν…
Στο ξημέρωμά μας
κι από κοντά, μαζί μας
ο ξενιτεμός στην αοριστία
ανατέλλει.
Η ελπίδα γεννιέται ξανά
κάθε που ο ήλιος καλεί
για το ξημέρωμα.
Ακούραστη αναπηδά
και ως το καταμεσήμερο
ματώνει ή πεθαίνει,