Share

Νύχτωσε Σφαλίσανε γοργά οι πόρτες ν΄ αφήσουνε απ’ έξω ένα παράξενο φεγγάρι που κρεμάστηκε λεπίδι στο ξωπόρτι τους Και το πρωί ήρθε μια Λύπη γραμμένη σε λευκό πανό Τα γράμματα έσταζαν πάθη και ιδρώτα αγωνίας Τόση εφίδρωση για ένα κρύο μέλλον Τόση επίκληση για το αναπόδραστο σε μια Γεθσημανή για τους θνητούς

Share

Όμως και σήμερα πιστεύω τα παρόμοια. Τα σπίτια μοιάζουν με τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Γιατί σπίτια και άνθρωποι, άψυχα και έμψυχα, συμμετέχουν στις χαρές και στις λύπες. Χαρούμενοι άνθρωποι, χαρούμενα σπίτια…

Share

-«Καημένε, Ιωσήφ!
Τίποτα δεν θα είχε συμβεί,
αν δεν συνέβαινε
αυτό που σου συνέβη!
Αυτή η φράση είναι
ολόκληρη η ζωή σου,
από παιδί μέχρι πάντοτε.
Γιατί τους πίστεψες.

Share

Τα λόγια παραδόθηκαν στο κρύο.
Τα πλοία στην ομίχλη των καιρών.
Τα λάβαρα κρυφτήκανε στην άβυσσο του χρόνου.
Υπάρχει σωτηρία είχες πει.
Ένας βοριάς
που θα ‘λυνε τα μάγια.

Share

Μέρος 2ο ©Πιπίνα Δ. Έλλη (P.D.Elles) Από το βιβλίο …και ο θεός έπλασε τον άντρα…(2006) Για την αφεντιά μου, πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις μου για τις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδιαίτερη σημασία είχε και το εσωτερικό του όποιου σπιτιού. Αυτό, από μόνο του, κι όταν ακόμη δεν είχα τρόπους να γνωρίζω τους ανθρώπους που το μεταμόρφωναν σε «ζεστή οικογενειακή γωνιά» ή και κάτι άλλο λιγότερο εύφημο, τουλάχιστον τους ζωγράφιζε και υπογράμμιζε τον τρόπο με τον οποίο το έκαναν «κουμάντο». Η λέξη αυτή δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται. Πιστέψτε με. Κουμάντο σημαίνει ικανότητα, που ενώ υποτίθεται ότι αιτείται η παρουσία της παντού και πάντα, η απουσία της σημειώνεται περισσότερο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς, κι έχει σα συνέπεια επικίνδυνες επιπτώσεις. Παρατηρώντας και σημειώνοντάς το έξω και λιγότερο το μέσα διαισθανόμουν αρχικά και συχνά, το διαπίστωνα τελικά, αν ήταν άνθρωποι καλοβαλμένοι, ήσυχοι νοικοκυραίοι, σχολαστικοί ή αργοί και τσαπατσούληδες… Αν ήταν φανατισμένοι με […]

Share

Για τη γυναίκα στη ζωή μας. Τη μητέρα, τη σύζυγο, την αδερφή, την ξαδέρφη, την κόρη, τη γιαγιά. Αυτή που έχει προσφέρει τα πάντα στην ιερή της οικογένεια, στο ένδοξό μας έθνος, στην ύπαρξή και στο αδιαίρετο του συνόλου μας.

Share

Σκεφτόμουν με δέος συχνά, πόσα εκατομμύρια χρόνια πήρε τον άνθρωπο -αρσενικόν ή θηλυκόν- ν’ αλλάξει κι από κυνηγός ζώων να γίνει κυνηγός της όποιας νομισματικής μονάδας, στερημένος τον καθαρό αέρα και την ελευθερία κινήσεων. Τώρα, όλα έχουν μπει σε λούκι και ο φουκαράς ο άνθρωπος –φαινομενικά κολλημένος- τραβάει με καταπληκτική ταχύτητα κατά το χαμό.

Share

Λίγες μονάχα σταγόνες έφερε η βροχή
έτσι για να αποδείξει στην έρημη γη
πως χωρίς αυτήν τίποτα δεν γίνεται
κι ο πόνος θα συνεχίζει να υπάρχει
έστω κι αν μια θάλασσα το κύμα της ξεβράζει
φέρνοντας στο βλέμμα του ανθρώπου μια ομορφιά,
έστω κι αν μια αγκαλιά μοσχοβολάει άνθη
και ένα όνειρο σε πάει και σε φέρνει

Share

Οι θάλασσες όλο κι απομακρύνονται
κι έφτασαν οι ώρες που καρτερώ
ένα όνειρο ανήλιαγο πάνω στο κύμα
ή ένα ξεφτισμένο γράμμα με κατάρτι μια αλήθεια,
μια φωνή από το άπειρο στολισμένη με ελπίδα
σημάδι του χρόνου που πέρασε και δεν άφησε ναυάγια.

Share

Στο πανάρχαιο
και πρώτο θέατρο
του Δωδωναίου Διός
οι μαντείες σχετίζονται
με το ανέμισμα των φύλλων
της φηγού!
Και ο τραγωδός λαλεί
στη γλώσσα των πουλιών
που αέναα
με την πτήση τους
της γης τη φλούδα
ματιάζουνε από ψηλά!
Η μάσκα του στοχεύει
στην ένταση του κενού
που δημιουργείται πίσω της
και ανήκει σε αυτόν
στον ‘υποκριτή’
στον τραγωδό.

Share

Είκοσι χρόνια σε αγγίζω με τα γυάλινά μου δάχτυλα
Κρύα η έλλειψη αυτή του αίματος
Μένω εικόνα παγωμένη σ΄ένα διάλογο σιωπής

Βίοι παράλληλοι, ανεξερεύνητοι όσο η ανθρώπινη μοίρα
οριοθετούνται εν τέλει απ΄το αναπόδραστο
Και το παράθυρο ανάμεσά μας αποξηραμένη άνοιξη
που δεν ανθίζει καλημέρες και ευχές

Share

Ως άνθρωποι του γραπτού λόγου θέλουμε να πιστεύουμε ότι μας διέπει η λογική. Η λογική αυτή προστάζει να μην πιστεύουμε σε ψήγματα της φαντασίας, της προκατάληψης, της μαντείας ή του αορίστου. Είναι όμως ευχής έργο το ότι καταφέραμε να συνδράμουμε σε μια προσπάθεια επίκλησης ενδιαφερόντων που μας αντιπροσωπεύει, εφόσον όλοι αγαπήσαμε και όλοι αγαπηθήκαμε κάποτε.