Share

Tzoras jots down the date of the primary school students’ last excursion this year. A week before his son’s University entrance exams. He couldn’t possibly be absent from this critical moment in his son’s life.

He unlocks the top desk drawer and takes out a deck of cards with famous actresses on he’d bought on an educational trip to Thessaloniki. He counts them. Fifty one. One’s missing. Fingers move deep into the drawer, through grade books and the register, under the desk pad. Nowhere.

Share

Σ’ ανατολίτικο σκοπό χορεύοντας στο κύμα
Λικνίζεται το γέρικο σκαρί σου
Στα κόκκινα και τα μαβιά νερά που βάφονται σ το ηλιοβασίλεμα
Μαράζι εσύ νωχελικά θωπεύεις τη σκέψη μας στ’ αντίπερα των δικών μας βουνών
Των δικών μας ακρογιαλιών
Των δικών μας αυλών…

Share

Give children
as little as
a smile
and they will
smile
back at you.

Give them
your hand
and
they will
stretch out
to reach you.

Share

The bus is crammed; people jostle in the aisle, swinging hither and thither at the driver’s sudden brakes and swerves. A baby howls, an old lady flaps her fan against her flushed face.

Then the bus stops. It takes a while. An armed soldier gets off to inspect the road. Pitch dark. A roar is heard, a gunshot. The second soldier follows suit. He never comes back. The passengers stare out the window and at each other alert. Somebody knocks on the front door. The driver opens and a man, face distorted, reddish saliva dripping down his bloodied teeth – a zombie – bursts in, lunges at whomever he comes across, bites them hard on the neck. Screams and moans fill the bus. The ones that have been bitten become infected and maul the ones sitting next to them until everyone, except for the driver, runs amok, becomes a zombie.

Share

Απορία λοιπόν ήταν εκείνη
που με οδήγησε στον δριμύτατο χειμώνα.

Ψυχρές οι πνοές
κι ακόμη ψυχρότερα τα χνώτα
δεν άφηναν ίχνη πάνω στο γυαλί.
Άτηκτοι οι παγετώνες στο αμείλικτο φως
πιο αμείλικτοι από εκείνο.

Share

He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.

Share

A piece of my life, in a tight embrace
is my splendid land, my living place.
A westerly wind makes my spirits rise
for this earth, Athina’s paradise.

The sparkling water and shadowy cave
your mind and body will now enslave,
your very soul will be captured too
in the swirls of foam from a sea so blue.

Share

Φύλαξόν με Κύριε…
ότι είναι μέγα το ανόμημα!
Η ματαιότητα της μετριότητας
που μεθάει
ως ανάθημα στον εαυτό μας
ως δικαιοδοσία προσωπική.

Share

Χωρίς αμφιβολία, όταν η ποιητική γραφή χρησιμοποιείται για να αποδώσει σε πρόζα τοπία και ανθρώπους, το αποτέλεσμα, για ν’ αποβεί σπουδαίο, απαιτεί μεγάλο τεχνίτη. Ο ποιητής Γιώργος Βέης, δεινός χειριστής της μεταφορικής, αφαιρετικής γλώσσας και παλαίμαχος του είδους, συνεχίζει να εκδίδει μοναδικά βιβλία ποίησης, ενώ από το 1999, συμπληρώνει το έργο του με ταξιδιωτικά κείμενα -μαρτυρίες από την πολυετή διπλωματική του πορεία ανά τον κόσμο.

Share

Όπου κι αν το βλέμμα μου στην πολύπαθη γη μου απλώσω, μου μιλούν τα ιερά
των πραγμάτων τα ρήματα διαταγμένα σε βάθος γαλάζιων αιώνων.
Κι αν σιωπή με κερνούν των ανέμων οι σύγχρονοι γόνοι,
σαν ο νους πιθυμά ν’ αρμενίσει στα βάθη ολοφώτιστος
ξεναγός τον προσμένει των μνημείων ο Άχραντος Λόγος
και οι πάνδροσοι πόθοι της μνήμης
στο λιθάρι το διάφανο στο κροντήρι του πόντου
που η σιωπή κελαηδά με στεντόρεια αλήθεια
τ’ Αχιλλέα το όνειρο, του Ηρακλή, του Θησέα τη δόξα
της Αθήνας, της Σπάρτης και τ’ Αλέξανδρου εκείνο το μέγιστο βήμα
που τον ήλιο εγχάραξε στην καρδιά και στο σπέρμα της γης.

Share

Έλα μαζί
στο κάτασπρο επτάκορφο βουνό
Ψάξε κι εσύ να βρεις τις πιο θερμές φωλιές μας
Μέσα στα πυροφαγωμένα δέντρα του Γενάρη
τα χνάρια μας, τεκμήρια σκλαβιάς, δε σβήστηκαν.
Μερικές πατημασιές μας ξέφυγαν
έρχονται προς την κοσμόπολη,
πάνω στο χιόνι που φρέσκο μόλις έπεσε
κι απλώθηκε πέπλο πάνω στις ψυχές μας
μήπως ξεχάσουμε όλες μας τις παραδόσεις
μαθαίνοντας πάλι σαν μικρά παιδιά
τα πρώτα μας χαμένα βήματα.

Share

Σκλάβος σου

Κάθε υγρή παρουσία
έχει τις λάμιες της
τις σειρήνες της
τις νεράιδες της…
Αγαπημένη μου
εσύ ‘σαι ‘ολ’ αυτά
κι εγώ είμαι…
σκλάβος σου!