Share

Δώρο άδωρο,
αν ο δότης δεν είναι

Share

Breeze laughed amid his limping footsteps nature’s unforgiving mistake struggled out of the sea eyes full of kindness irises of a saint a brave man’s graceful stature in his unbalanced steps the balance of the Universe searched for justice pain of the different in vain danced in the expression of the man who limped out of the light waves

Share

“Επίγνωση” είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;

Share

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο.

Share

Amongst this emptiness setting a gloom
amid rose thorns and leaves now fallen
a pink and white flower in a bloom
has filled the air with buoyant pollen.

Share

Βλέμμα,
ρυάκι στου ήλιου την πρώιμη ακτίνα,
ατενίζει,
τον χρόνο στην πολύχρωμη καρέκλα του
να παίζει με το άπειρο.

Share

Τρανός μου άθλος
η φορά που μπόρεσα

Share

Φώτης  Γαλανόπουλος Παιδιά των θαλασσών Παιδιά των θαλασσών Βαπτισμένοι, στο ράντισμα των θυσάνων. Μεγαλωμένοι στην αγκαλιά των ανέμων, στο νανούρισμα των κυμάτων, στον παιχνιδότοπο των υφάλων. Αλμύρα στο αλάτι της ζωής.

Share

Νύχτα εκ προμελέτης
Ημέρα εν βρασμώ ψυχής
Φως υπό ομηρεία σιωπών

Share

Αυτός δεν είναι ο φιλάνθρωπος που νόμιζε τόσο καιρό πείθοντας τον εαυτό του με μπούρδες , αλλά ο στυγνός επιχειρηματίας , αυτός που εκμεταλλευόταν ότι πολύτιμο μπορούσε να προσφέρει η γη τους, αυτός που τους είχε καταδικάσει στην φτώχεια την πείνα και την απελπισία, αυτός που τους πουλούσε τα όπλα για να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο βουτηγμένοι στην παράνοια ενός κόσμου που δεν αρμόζει στον άνθρωπο.

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας , βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.
Στον κόσμο του.

Share

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;»

Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί.