Share

ΜΠΟΝΕΓΚΙΛΑ (BONEGILLA) «Ma perche non mi vuoi? Guarda che bello ragazzo che sono! Vieni! Assomogli cosi tanto con la mia mama!» Ο Άρης σήκωσε το κεφάλι και σε λίγο, όπως το περίμενε, πέρασε από μπροστά του η στρουμπουλή Ιταλίδα μεταφράστρια με μικρά βιαστικά βήματα. Από πίσω της ο νεοφερμένος συμπατριώτης της που την κατεδίωκε εδώ και μια βδομάδα. «Sposami! Ho intenzioni serie! Dai! Di’ qualcosa!”» Ο Άρης στερέωσε το πηγούνι του στο περβάζι και χάζεψε την σκηνή. Απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια του «μπλόκ» είχαν βγει και τους κοιτούσαν. Όσοι καταλάβαιναν την πολιορκία του νεαρού Ιταλού, γελούσαν πειράζοντάς τον ενώ όσοι δεν καταλάβαιναν, χάζευαν απλώς. «Την έχει τρελάνει την κοπέλα» είπε διασκεδάζοντας η Ρούλα. Εκείνη την ώρα μπάλωνε μια λευκή φανέλα του άντρα της και το στρατιωτικό κρεβάτι έτριζε με κάθε της κίνηση.

Share

Ο ζωγράφος Φώτης Γαλανόπουλος, δημιουργεί εντρυφώντας στη διερεύνηση του ασυνείδητου και την απελευθέρωση της φαντασίας που διέπουν την τάση του σουρεαλισμού. Τα έργα του αποτυπώνουν μέσα από πολυσύνθετες εικόνες, την αναλογία της ζωής και του πνεύματος, σ’ αυτό το άπειρο που ο άνθρωπος αποκαλεί σύμπαν, ενώ εκτίθενται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στις αίθουσες Τέχνης του κόσμου, από τη Αθήνα και τη Βαρκελώνη, έως την Νέα Υόρκη και την Κύπρο. Ο ίδιος λέει: “Εάν μπορούσα να δώσω έναν τίτλο σε όλους μου τους πίνακες θα ήταν <<Στοπ-καρέ ονείρου>> Dream-frame. Όπως στην ονειρική μας κατάσταση, έχουμε την αίσθηση ότι τα πάντα βρίσκονται εκεί τριγύρω μας, κρυμμένα πίσω από τα γνώριμα φόντα του εαυτού μας , έτσι και οι πίνακές βουτηγμένοι μέσα σε ένα ονειρικό φόντο τον οποίο ο καθένας μας βλέπει τελείως διαφορετικά, κρύβουν τα μυστικά εκείνα, τους γρίφους, και τα σύμβολα που επιβάλει η λογική της εξήγηση ενός ονείρου. Όνειρο και [...]

Share

Τ…α χελιδόνια φέρνουνε την άνοιξη.
Χελιδόνι μικρό,
μέσα στην ομορφιά της ζωής ταξίδεψες κι εσύ,
ένας γλυκός σαλπιγκτής της αγάπης,
που χάθηκε μέσα στα συντρίμμια της θύελλας.

Μεγάλο και δύσκολο το ταξίδι,
μυριάδες εμπόδια να ξεπηδούν από παντού.
Στην κάθε σου απόπειρα να δραπετεύσεις
απ’ τον στενό κλοιό που σε περιβάλλει,
σε σημαδεύει κι ένα φαρμακερό βέλος,
απ’ τη σαΐτα του πολεμόχαρου Άρη

Share

«Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας, βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.

Share

Snow
snowflakes lingering
on a strand where pebbles chime
the wind smothers me

Water
water gushes clear
in mid summer parched brooks
heart-shaped leaves wasted

Share

Δίψα φίλε μου
για εκείνο που σε καταστρέφει και σε αναδημιουργεί.
Δίψα για το ωραίο
που αγγέλους και δαίμονες χωράει στη σύστασή του.
Δίψα για το φως και το σκοτάδι
που φτιάχνουν μαζί τον πίνακα της ωριμότητας.
Δίψα για το πάθος που έλειψε,
για το πάθος που σε γέμισε
κι είτε σ’ έκανε να πετάξεις,
είτε να πέσεις.

Share

Σύντροφε μπλε
σύρε και παρηγόρησε,
στο απόδειπνο, των κοχυλιών την ερημία.
Λινό τ’απόβραδο
θα στρώσει το τραπέζι.
Στην ώχρα του φθινόπωρου
τα φύλλα θα πλαγιάσουν,
θα κάμουν πως βαρέθηκαν
των δένδρων την αιώρα!

Share

Φθινόπωρο στην Αλυκή,
στην αμμουδιά μονάχη περπατάς,
λατρεία μυστική μέσα στα χρώματα.

Χειμώνιασε την Κυριακή!
Τις συννεφιές στα χέρια σου κρατάς.
Είμαστε όλοι εκεί, λείπουν τα σώματα.

Share

Οι ακακίες άνθισαν στη γειτονιά μας
ίσως πολύ νωρίς, μάλλον πολύ νωρίς,
στα πεζοδρόμια στεγνώσαν οι σταγόνες
ενός χειμώνα που συνάχτηκε θαρρείς.

Share

Βερολίνο
Ιούλιος με ασυνήθιστες βλέψεις καλοκαιριού
Τριάντα βαθμοί υπό περίσκεψη
καθώς τα μάτια μου εστιάζουν στο βωμό
Ίριδες ντυμένες φλόγα
σαν χρόνων θυσίες στους θεούς
που έμειναν χωρίς αγάλματα
και εκδικούνται αόρατοι
μέσα μας σκάβοντας
φυτεύοντας ολονυχτίς τις μέρες
που ΄ναι σαν δέντρα δίχως τον καρπό

Share

Πλατύ ζεστό χαμόγελο
σε μαύρη πορσελάνινη κορνίζα
τριάντα μοίρες ακουμπισμένη
στην παγωμένη μαρμαρένια πλάκα.