74 υπό σκιάν

Share

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
(Εκδόσεις Ναυτίλος, 1998, Αυστραλία)

Από τη μακρινή Αυστραλία μας έρχεται ένας ούριος δημιουργικός άνεμος πολιτισμού. Η ελληνική παροικία της Αυστραλίας εξελίσσεται σ’ ένα αξιόλογο πνευματικό, πολιτιστικό, καλλιτεχνικό και επιχειρηματικό κέντρο του απόδημου ελληνισμού. Και επιβεβαίωση αποτελεί και η επικολυρική ποίηση «’74 υπό σκιάν» του Ιάκωβου Γαριβάλδη, Προέδρου του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας.

Η κυπριακή τραγωδία δεν άφησε ασυγκίνητο τον απόδημο ελληνισμό. Μούσα του ποιητή, το μεγαλείο της «ανυπόστατης» κυπριακής ψυχής. Αυτή θα χρησιμεύσει ως έμπνευση στον ποιητή για τη θεατή, αλλά και την αθέατη πλευρά του θεάτρου της εισβολής του Αττίλα.

Ω ανυπότακτη ψυχή της σκλαβωμένης γης μας
δόξας αστείρευτη πηγή και αθανάτου φήμης
έδαφος ερυθρόβρεχτο, σκιά ηρώων νέων
δώσε μου απ’ το κάλλος σου και το δικό σου πείσμα
γιατί οι μεγάλοι στόχοι μας θέλουν μεγάλες σκέψεις.

Και «ανυπότακτη ψυχή» δεν είναι παρά η ψυχή των ανώνυμων και μάλιστα εθελοντών στην απέλπιδα προάσπιση της αμόλυντης ιστορικά κυπριακής γης. Τα επιτελικά γραφεία αγνοούνται από τον ποιητή. Το ανοχύρωτο νησί της Αφροδίτης, χωρίς συμμάχους, με τριτοκοσμικές αντιλήψεις και θέσεις και χωρίς στρατιωτική προετοιμασία, αλλά με στρατιωτικά πραξικοπήματα Ελλάδας και Κύπρου, μόνο συναισθήματα οργισμένης θλίψης πλημμυρίζουν τον ποιητή.

Ένας ανώνυμος και απλός ελλαδίτης, παντρεμένος με κυπρία, που ζει στην Κύπρο, είναι ο κεντρικός ήρωας. Συμβολίζει στο πρόσωπό του την εθνική έξαρση και ενότητα των ελλαδιτών στην υπόθεση της Κύπρου:

Ήρθαμε για κατάταξη, δώστε μας οδηγίες
………………
είπ’ ο Μιχάλης νιώθοντας τη ζεστασιά που βρήκε,
αφήνοντας τα μέρη του ήρθε σε άλλους τόπους,
γρήγορα να επανδρωθεί και να επανορθώσει,
απλώνοντας το χέρι του στην πόρτα του θανάτου.

Η αμφισβήτηση της άδολης και αυθόρμητης προσφοράς του ελλαδίτη, απόηχος δυσπιστίας και καχυποψίας προς τους ελλαδίτες υποχωρεί μπροστά στην αδάμαστη θέλησή του να πολεμήσει τον εισβολέα στα ιερά χώματα της Κύπρου:

Εγώ που ήρθα ως εδώ, ήρθα γιατί το θέλω
πατρίδες δεν ξεγράφουμε σε τούτη τη γενιά μας

Οι εικόνες της φρίκης από τους εισβολείς του Αττίλα περιγράφονται με τρόπο απλό για ν’ αποδώσουν τη δραματικότητα των στρατιωτικών επιχειρήσεων:

Φτάνοντας είδε τραύματα που δεν τα βάζει ο νους του
ακούει λαλιές, ακούει φωνές, ακούει κραυγές και κρότους
έρχονται όλα από τη γη, όχι τον κάτω κόσμο
κι όλους αργά ή γρήγορα θέλουν να τους παστρέψουν.

Κατόπιν αρχίζει η υποχώρηση, η φυγή, η προσφυγιά και οι αγνοούμενοι σε ρεαλιστικές εικόνες. Στην εφιαλτική σκέψη της γυναίκας του αγνοούμενου άνδρα της πηγαινοέρχεται το οδυνηρό ερώτημα:

Μήνες η κάθε σκέψη της, όλο και πιο μακριά της
τον έπαιρνε, τον έχανε, τον πήγαινε στο μνήμα,
χωρίς αυτή πια να μπορεί να τονε συγκρατήσει
όπως κρατεί τη λευτεριά για φυλαχτό στο στρώμα.

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824 – 1879) θυμίζει η επικολυρική ποίηση του «’74 υπό σκιάν». Θυμίζει, αλλά είναι εντελώς διαφορετική. Δε συναντάμε εδώ το στόμφο, τη ρητορεία και τη χειμαρρώδη βιομηχανική λεξιθηρία του βάρδου της ελληνικής ποίησης, που συνέδεσε την επτανησιακή σχολή με την αθηναϊκή πάνω στην ανάσταση του γένους του ’21. Ούτε από την άποψη της μορφής της ομοιοκαταληξίας του δεκαπεντασύλλαβου ή μετρικά του τονισμού της τέταρτης συλλαβής και της τομής της έκτης. Ούτε ακόμη τη ρομαντική εξιδανίκευση των ηρώων, υπερβάλλοντας την ανθρώπινη φύση της μη συνύπαρξης του φόβου και της τόλμης.

Η μουσικότητα στην επικολυρική ποίηση του Ιάκωβου Γαριβάλδη βρίσκεται στον τονισμό των λέξεων του στίχου πάνω σε μουσική κλίμακα, που ενισχύει η ακριβής περιγραφή και η λιτή αφήγηση σε συνδυασμό με την ανατομία των ηρωικών πράξεων, την ανάδειξη των αξιών και τον ενοραματικό στοχασμό. Και ο λόγος ελληνικός, καθαρός, αμόλυντος και ανεπηρέαστος από την αγγλική γλώσσα της Αυστραλίας. Και μάλιστα παρεμβάλλεται στους διάλογους η γλυκόλαλη κυπριακή διάλεκτος.

Η «’74 υπό σκιάν» επικολυρική ποίηση αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό για την ελληνική παροικία της Αυστραλίας και γενικότερα του Απόδημου Ελληνισμού.

Γεράσιμος Καζάνας
Αθήνα

________________________________

Δρ Έρμα Βασιλείου, ποιήτρια, γλωσσολόγος
Μελβούρνη 1998, στην παρουσίαση του βιβλίου στη Μελβούρνη, Αυστραλία

… Μια εποχή όπου στην Κύπρο την ίδια, ο οικονομικός οργασμός δίνει, νομίζει κανείς, την εντύπωση «άνοιας» στα δεινά του πολέμου. Ένα παιδί της Θεσσαλονίκης,ο Ιάκωβος Γαριβάλδης, γράφει ένα έργο που αποτελεί πανάκριβο βάλσαμο για τον σημερινό απανταχού Έλληνα.
Λιτό με σιγανές νότες και χωρίς το καμουφλάζ της ευφορίας, ακόμα, μ’ ένα γλωσσικό φυσικό άρωμα που δε δείχνει ότι θα ξεθυμάνει εύκολα, το «’74 υπό σκιάν». δεν σπαράζει με την αφήγηση της ψυχή. Δεν είναι αυτός ο σκοπός του. Πρόκειται για ένα πεζοτράγουδο, γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, σε μια γλώσσα κατανοητή και ευχάριστη στην ανάγνωση.
Με  απλό αφηγηματικό τόνο, ο δημιουργός παρουσιάζει την περίπτωση αυτοθυσίας ενός Ελλαδίτη (Θεσσαλονικιού), παντρεμένου με Κύπρια, ενός οικογενειάρχη και πατέρα δύο παιδιών, που κατά την περίοδο της εισβολής στο νησί, πήγε να καταταχθεί στο στρατό.
Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Περνάει τη δική του τραυματική οδύνη, ο λεβέντης Μιχάλης, ο Θεσσαλονικιός και γράφει μια από τις σελίδες πολέμου που θα μπορούσαμε να είχαμε γνωρίσει μέσα από τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης.
Η ικανότητα του συγγραφέα να απομονώσει από τη γραφή του συγκινησιακά ξεπετάγματα προκαλούμενα και στον ίδιο, μια και κάλλιστα θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον ήρωα του βιβλίου του, που είναι ο ίδιος Θεσσαλονικιός και παντρεμένος με Κύπρια από τα κατεχόμενα – αλλά και στον αναγνώστη, τον διευκολύνει να καταθέσει την ιστορία του, μέσα από μια ήσυχη, χωρίς κομπορρημοσύνες προσέγγιση.
Ο Γαριβάλδης αναπτύσσει σταδιακά το στόχο του, μέσα από μια μεθοδολογία που αναβλύζει ένα ομηρικό τρόπο κατάθεσης.
Δώδεκα συνολικά χρόνια από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι της παρουσίασης αυτής χρειάστηκε ο ποιητής για να ολοκληρώσει το έργο του.
Ο Γαριβάλδης περίμενε πολύ για να ισορροπήσει αυτό που είναι και αυτό που γράφει. Είναι πολύ νωρίς να πει ο ίδιος ή ένας τρίτος, ότι έκτισε το έργο που ονειρεύεται. Η αλήθεια είναι όμως ότι έβαλε γερές βάσεις γι’ αυτό.
Η ανάμειξη του μη συμβατικού (ποιητικού) και συμβατικού λόγου για χάριν του θέματος, (με την παρουσία μάλιστα διαλόγων μεταξύ στρατιωτών), η ανάλαφρη παρουσία της κυπριακής διαλέκτου που ομορφαίνει, η δημιουργικότητα στη σύνθεση λέξεων, όπως  εθνοφόρες λύσεις, μέρες αποπληρώτρες, κακοτεχνήσαμε, φωτόσβελτα, θανατοκρατούσε, αλλά και η στοχαστική και βιβλικά ώριμη διάθεση του συγγραφέα για φιλοσόφηση.

______________________________________

Δρ Αλέκος Διαμαντής
Αδελαΐδα, 1998 στην παρουσίαση βιβλίου στη Νότια Αυστραλία 

…Το κρυσφήγετο (΄74 υπό σκιάν)
Τα 10 ποιήματα από το Φυγή δεύτερη έως το Σκιά στην Πόρτα αποτελούν τη δεύτερη ενότητα του πεζοτράγουδου. Σ’ αυτή ακούομε για τη φυγή του Μιχάλη στην Κερύνεια μετά τη μάχη στον Άη-Γιώργη, πως βρήκε καταφύγιο στην Κερύνεια και τελικά την επιστροφή του στο Πέλλαπαϊς και την ξανασυνάντηση με την οικογένειά του.
Η τελευταία συμμετοχή του Μιχάλη στην ένοπλη αντίσταση κατά των εισβολέων γίνεται στον Άη Γιώργη, όπου μαζί με άλλα στρατεύματα περιπλέκονται σε μια άνιση μάχη με τους Τούρκους. Ο Μιχάλης τρέχει από το παιδίο της μάχης για να σωθεί και η φυγή τον φέρνει τελικά στην πόλη της Τουρκοκρατημένης Κερύνειας, όπου αναγνωρίζει όλα τα γνωστά του κτίρια –
τις αποθήκες χαρουπιών, τις πιο ψηλές τριγύρω
και κατόπιν
Πιο πέρα αναγνώρησε την κλινική του Ξάνθου.
   Εκεί κοντά βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Στο ταβάνι πάνω από το μπάνιο υπάρχει μια μικρή πορτούλα που οδηγεί –
εκεί στο σέντε του σπιτιού, πατάρι ή σοφίτα
   και εκεί βρίσκει καταφύγιο. Πάνω αυτός, και κάτω Τούρκοι χωρίς να υποψιάζονται τίποτε, μένει εκεί για δυο μήνες και δεκατρείς μέρες (74 μέρες συνολικά). Εδώ ο ποιητής με μεγάλη εφευρετικότητα για το πώς ο Μιχάλης καταφέρνει να ζήσει μέσα σ’ αυτή την τρύπα, χωρίς να τον αντιληφθούν οι Τούρκοι συγκάτοικοί του, μας κάνει να ζήσουμε κι εμείς το άγχος του και την αγωνία του. Σ’ ένα από τα πιο δραματικά περιστατικά, ένας Τούρκος ανεβαίνει στη σοφίτα, από περιέργεια, αλλά δεν τον διακρίνει στο μισοσκόταδο κι έτσι την γλυτώνει. Όπως λέγει ο ποιητής σε δύο πολύ επιτυχημένους στοίχους –
Τη γλύτωσε, δε βρέθηκε μάτι εκείνη την ώρα
    να τον ξεσκάψει απ’ την γωνιά και να τον ξαναθάψει
Σ’ αυτά τα ποιήματα ο ποιητής μας μεταδίδει, μέσω του Μιχάλη, τον πόνο του γι’ αυτούς που αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους. Σαν παράδειγμα, όταν βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο εγκαταλελειμένο σπίτι ενός κουμπάρου του, σκέφτεται –
και χάθηκαν σα σύννεφο στης προσφυγιάς τα μέρη
   νομίζοντας πως θα στραφούν, ειρηνικά να ζήσουν…
 Αργότερα μας λέγει για την αγανάκτηση που αισθάνεται για τους βαρβάρους κατακτητές, όταν κρυμμένος στο κρυσφήγετό του σκέφτεται για το τι γίνεται στην Τουρκοκρατημένη Κερύνεια –
Δεν κτύπαγαν πριν να διαβούν της πόρτας το κατώφλι
   μον μια κλωτσιά και μπένανε, όλα δικά τους ήταν,
 δικά τους όλα και έτοιμα, χωρίς να τά ‘χουν κτίσει…
   Στα δυο του ποιήματα Σκοτοδίνη και Ιεροσυλία αυτά τα αισθήματα δίνονται με τον πιο μαστορευμένο τρόπο…

_____________________________________

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Πρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών Αυστραλίας
Μελβούρνη 1998

..Ο κάθε άνθρωπος, ή μάλλον, ο άνθρωπος που επιμένει να ξυπνά το πρωί και να μπερδεύεται στα πόδια μιας καινούργιας μέρας, όσο δεν το παίρνει απόφαση να μένει κλεισμένος στο καβούκι του, ή να κρατά στάση παθητικής ουδετερότητας αντίκρυ στο γύρω κόσμο, τον ίδιο κόσμο, που μέσα του και ο ίδιος περιφέρεται, έχει χρέος ν’ αγωνίζεται κόντρα στα στραβά και στ’ ανάποδα της κάθε εποχής. Περισσότερο χρέος έχουν οι ποιητές, λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες – με μικρά ή μεγάλα ονόματα – ν’ αγωνίζονται για ν’ αλλάξει η ζωή προς το καλύτερο για να γίνει η ανθρωπότητα – αυτή εδώ η απάνθρωπη ανθρωπότητα – όχι, βέβαια, παράδεισος, αλλά λιγότερο κόλαση.
Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Ιάκωβος Γαριβάλδης. Στο πεζοτράγουδό του «’74 υπό σκιάν», ο ποιητής συνθέτει έναν πίνακα λεβεντιάς του Έλληνα και τα σπάνια ιδανικά του. Συναισθήματα που πρέπει ο κάθε άνθρωπος να κουβαλά μέσα του.
Σχεδόν όλο το έργο αποτελεί κραυγή διαμαρτυρίας κατά του ισχυρότερου, που αν και το δίκιο δεν είναι με το μέρος του, εν τούτοις, επικρατεί, συντρίβοντας τους άλλους, τον άνθρωπο γενικά.
Μέσα σ’ αυτό το έργο ο συγγραφέας παρουσιάζει ρεαλιστικές εικόνες, που είναι γεμάτες ανθρωπιά και συγκινούν ιδιαίτερα. Η επιχειρηματολογία, με την οποία δημιουργεί στον αναγνώστη τον αποτροπιασμό για τον πόλεμο, δείχνει πως ο ποιητής έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί το λογοτεχνικό του ταλέντο για αντιπολεμικό κήρυγμα. Επίσης, τα φραστικά μέσα που χρησιμοποιεί, ανταποκρίνονται στα ευγενικά αισθήματα που εκφράζουν.
Πολλές φορές οι ερωτήσεις είναι καυτές και σε …τσουρουφλίζουν, ενώ οι απαντήσεις δίνονται μόνες τους, φυσικά και αβίαστα… Στους στίχους αυτούς φαίνεται η απλότητα, η επιγραμματικότητα των νοημάτων, αλλά και η μεγάλη αγάπη για την πατρίδα, που προκαλούν δέος. Επίσης, οι στίχοι αυτοί συμβολίζουν τη μεγαλοσύνη και την αγάπη του Έλληνα για τη λευτεριά της πατρίδας του.
Το ύφος είναι στρωτό, απλό και λιτό, με ζωντάνια και παραστατικότητα, χωρίς παραγεμίσματα. Είναι κρουστό, καλόδετο και καλοζυγισμένο, μας κεντρίζει την ψυχή και φουντώνει τους χυμούς της μέσα μας.
Ο ποιητής «κολυμπάει» μέσα σε μια καθαρότητα αίσθησης – όποιας χροιάς αίσθησης – που του γίνεται το ασφαλέστερο κριτήριο, ένα σπάνιο αισθητήριο. Ζυγίζει όλα τα πράγματα, τα γεγονότα, τις καταστάσεις, τα φερσίματα του κεντρικού ήρωα του Μιχάλη, καθώς και των γύρω του.
Εκφράζεται απλά, χωρίς φτιασίδια, κι έχει όψη άφοβη, λεύτερη και ο λόγος του είναι ζωντανός, ρωμαλέος, ιδιότυπος, πολλές φορές μαχητικός και αληθολόγος. Όλο το έργο βγαίνει σε μια αρμονία, σε μια πανέμορφη λαλιά του λαού μας, ενώ η κυπριακή τοπολαλιά, που παρουσιάζεται κάπου – κάπου, είναι πάρα πολύ πετυχημένη.
Ο Ιάκωβος Γαριβάλδης, πολλές φορές, κατορθώνει να δώσει, με ακρίβεια και μεγάλη ποιητική τέχνη, τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και διαθέσεις, που δημιουργεί ο πόλεμος, όχι μόνο στον κεντρικό ήρωα το Μιχάλη, αλλά και γενικά στον άνθρωπο.
Όταν μελετήσεις, με προσοχή, το «’74 υπό σκιάν», στο τέλος θα μείνεις σιωπηλός και ευλαβικός. Συμφωνείς με όλα όσα διάβασες. Συμφωνείς πως όλα όσα είναι γραμμένα στις σελίδες του, πως είναι ένα σάλπισμα πάλης και αγώνα για την πραγματοποίηση των πιο ευγενικών ανθρώπινων ιδανικών. Συμφωνείς πως ο ποιητής διατυπώνει την απόφαση της πάλης, της θυσίας που είναι επιταγή των αιώνων, αιώνιο αίτημα της ανθρωπότητας. Επιταγή ηρώων που έπεσαν για το δίκιο και τη λευτεριά.

_______________________________________

Αδριανός Καζάς,
Σύδνεϋ 1999

…Ο Τίτλος του βιβλίου είναι πολύ δυνατός και το εξώφυλλο όμορφο. Στη σύνολό της η δουλειά είναι μεγάλη κι επίπονη, όπως ταιριάζει στην οδυνηρή ιστορία που πραγματεύεται και που ατυχώς βρίσκεται στα μέσα της 3ης δεκαετίας.

Είμαστε λαός που θρηνούμε. Βγήκαμε από τον Παράδεισο στην αγριότητα των στοιχείων της φύσης, το νόμο της ζούγκλας και μας πειδεύει η θύμιση, μα πιο έντονα σκύζουν τα σωθικά μας όσα χάνουμε στις μέρες μας 1922, 1955, 1974…

…Απόλαυσα αυτό το βιβλίο. Ακολούθησα βήμα-βήμα τη σκέψη του συγγραφέα και κάθε λέξη που περιγράφει την εξέλιξη της ιστορίας του βιβλίου.

Δεν είμαι κριτικός…
Είναι όμως ένα μεγάλο έργο, τόσο σε βαρύτητα όσο και σε μήκος. Σαν ποίημα είναι πολύ μεγάλο. Μόνο ο Όμηρος κι ο Καζαντζάκης γράψανε μεγάλα ποιήματα. Οι τίτλοι δεν αλλάζουν τίποτα, η ουσιαστική συνέχεια είναι εμφανής.

Ο δεκαπεντασύλλαβος είναι πράγματι το πιο κατάλληλο εργαλείο σε ένα ποίημα σαν το «’74 υπό σκιάν».

Η επιλογή του συγγραφέα να υιοθετήσει την εξέλιξη του έργου βήμα βήμα με την εξέλιξη των συμβάντων, είναι κατά την γνώμη μου η πιο δύσκολη μέθοδος στην ποίηση, γιατί πολύ συχνά αναγκάζει να γίνουν αβαρίες για να χτιστεί η υποδομή της σημαντικής στιγμής.

Η ποίηση είναι από φύση της συνοπτική…

_______________________________________