Νίκος Καζαντζάκης: Μια παγκόσμια αγωνία για το μέλλον

Share

Ομιλία που έγινε από τον γράφοντα στις 4 Νοεμβρίου 2007,
εορτάζοντας τα 50 χρόνια από το θάνατο
του Νίκου Καζαντζάκη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ότι αναφερθεί σήμερα και σ’ αυτή την ομιλία είναι προσωπική μου γνώμη και δεν αποτελεί θεωρία ή πεποίθηση κανενός από προηγούμενους μελετητές του έργου ή της προσωπικότητάς του Νίκου Καζαντζάκη. Η ομιλία αυτή αναλύει μερικές από τις αναφορές και καταλήγει σε συμπεράσματα που βγαίνουν από τα έργα του «Αναφορά στο Γκρέκο» και «Ασκητική» χρησιμοποιώντας τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα.

Από δική μου πεποίθηση, αναγνωρίζω ως μεγάλους τους ανθρώπους που κατά τη διάρκεια της ζωής τους ξεπερνούν τα όρια, αν αυτά είναι θεωρητικά ή πρακτικά ενώ δημιουργούν καινοτομίες, προσφέρουν κάτι σ’ αυτό τον κόσμο το οποίο κανένας άλλος δεν μπόρεσε στο παρελθόν να προσφέρει.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ένας άνθρωπος που ξεσκέπασε την υποκρισία της χριστιανικής εκκλησίας, ξερίζωσε πρακτικά κατεστημένα και έθεσε τα θεμέλια για περισσότερη εξερεύνηση σε θεωρητικά δεδομένα από μεταγενέστερους ομοϊδεάτες του. Τώρα για την ποιότητα της λογοτεχνίας του δυσκολεύομαι να απαντήσω κι εξηγώ πιο κάτω το γιατί.

Η ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στην Κρήτη το Φεβρουάριο 1883 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στη Γερμανία κατάκοιτος στο κρεβάτι (δεν είναι εξακριβωμένη η αρρώστια παρ’ όλες τις φήμες που κυκλοφορούν). Υπήρξε ένας από τους συγγραφείς της Ελλάδας. Υπήρξε δημοσιογράφος, διετέλεσε φιλολογικός σύμβουλος της ΟΥΝΕΣΚΟ αντιπρόσωπος της Ελλάδας και λογοτέχνης.

Ανακοίνωση σε εφημερίδα για το θάνατο του Καζαντζάκη

Σήμερα κι αν ανοίξουμε τα κιτάπια της ιστορίας, αυτής που γνωρίζουμε κι αυτής που μας έχουν επιτρέψει να δούμε εκείνοι που την ελέγχουν, δεν είναι δυνατόν, όσο κι αν προσπαθήσουμε όποια τεχνικά μέσα κι αν χρησιμοποιήσουμε, ν’ αποδώσουμε την πολυμορφία της δημιουργίας αυτού του μεγάλου δημιουργού.

Ενός ανθρώπου ο οποίος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο εξωτερικό, και τον οποίο πίκραναν μερικοί Έλληνες, σε τέτοιο βαθμό που τον ανάγκασαν να φτάσει στο σημείο να λέει πως θέλει ν’ αλλαξοπιστήσει και να δείχνει πως θα προτιμούσε να είχε γεννηθεί Εβραίος.

Σήμερα, 50 χρόνια μετά το θάνατό του, ας δώσουμε ένα φόρο τιμής σ’ ένα πρόσωπο που άλλαξε τη ροή της ζωής για πολλούς συνανθρώπους του. Ειδικά εκείνους που τον μελέτησαν γιατί ο λόγος του ήταν τολμηρός, ηχητικός, αδίστακτος, και για πολλούς αβάστακτος. Ο Καζαντζάκης δεν έλαβε από την νεοελληνική λογοτεχνία πολλά παρά του ότι προσέφερε με την οξυδέρκεια που τον χαρακτήριζε.

Άνοιξε τις πόρτες σε ιδέες παράκαιρες με την εποχή του, μίλησε για δεδομένα όσο κανείς στο παρελθόν συνάδελφός του. Βέβαια δεν έδωσε λύσεις στα προβλήματα που δέρνουν ακατάπαυστα την ανθρωπότητα, παρ’ όλο που αναζήτησε λύσεις, δεν έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα παρ’ όλο που θέσπισε το προκαταρκτικό πεδίο εξόρμησης του ατόμου προς το γνώθι σ’ αυτόν.

Δήλωσε τη δυσαρέσκειά του για τον ελληνισμό παρ’ όλο που έγραψε σχεδόν όλα τα έργα του στην ελληνική. Παρ’ όλο που γνώρισε από κοντά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό έμεινε απρόσμενα σχεδόν ανέπαφος απ’ αυτόν. Κι αυτό καθ’ αυτό το γεγονός αντιτίθεται στις καλοπροαίρετες υπόνοιες μερικών που τον θεωρούν μεγάλο πατριώτη.

Πολλοί επιστήμονες, λογοτέχνες, και απλοί αναγνώστες προσπάθησαν να τον καταλάβουν κι ελάχιστοι το πέτυχαν. Στην πράξη τον κατάλαβαν πιότερο μόνον εκείνοι που γνώρισαν την προσωπική του ζωή ατόφια, αφιλτράριστη και μέσα από νέα στοιχεία που συνεχώς βγαίνουν στην επιφάνεια για την προσωπικότητά του. Το σθένος και η ευρύτητα των περιπετειών του, των συναναστροφών του με τους γύρω, των ταξιδιών και απογοητεύσεών του, των επιστολών που έστειλε και έλαβε δια μέσου των χρόνων, τον χαρακτηρίζουν αναμφίβολα.

Το ν’ αγαπήσεις ή ν’ απορρίψεις κάποιον του οποίου μόνον ένα ή δυο βιβλία διάβασες ίσως θεωρείται λογικό, το να συνεχίσεις όμως να τον αγαπάς έστω κι αν διάβασες ή έμαθες πολλά από τον απρόσεκτο και άτσαλο βίο του, παραμένοντας πιστός θαυμαστής του ακόμη αποτελεί ευγένεια ή βλακεία.

Το να εξερευνήσεις επίσης κάποιον χρησιμοποιώντας κατασκευασμένα κριτήρια από πολιτικούς, θεσμοθέτες ή κληρικούς δεν είναι δυνατόν ποτέ να φτάσεις στην αλήθεια. Δεν αντιλαμβάνεται κανείς τον Καζαντζάκη φορώντας κοινωνικές, εθνικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές μάσκες. Δεν αντιλαμβάνεται κανείς το μήνυμά του με κατεστημένα και προκαθορισμένα πλαίσια του επιστητού και αναμενόμενου. Για μια ενημερωμένη γνώμη χρειάζεται κανείς όχι μόνον να διαβάσει το έργο αλλά και να το μελετήσει επίπονα.

Ας επικεντρώσουμε, όμως, στο σημείο αυτό την προσοχή μας σε μερικές προσωπικές του κατακτήσεις, αυτές μέσα από τις οποίες εκφραζόταν ως δημιουργός. Αυτές που με την επαφή που είχε μαζί τους έδειχνε τον πραγματικό του χαρακτήρα σαν ένας έμπορος μιας ευρύτερης προσωπικότητας από το μέσο Έλληνα πολίτη της εποχής αλλά που κατά τον ίδιο τρόπο αυτός ο χαρακτήρας των συγγραμμάτων του ήταν εντελώς αντίθετος με τον πραγματικό του.

Ας αρχίσουμε με τον έρωτα με γυναίκες της ζωής του, με τον έρωτα για τη συγγραφή και τη λογοτεχνία, τον έρωτα με την αναζήτηση των απαντήσεων στις θρησκείες και μέσου αυτών την αναζήτηση της αθανασίας και τελικά τον έρωτα με τον ίδιο του τον εαυτό.

Είναι γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους πως οι ήρωες του Καζαντζάκη ξεκινούν από έναν εσωτερικό του αγώνα για την καταπάτηση της ανεξερεύνητης εμπιστοσύνης στο κατεστημένο όπου αυτή κι αν βρίσκεται, και μεταπηδούν από το εσωτερικό του κόσμο κυρίως στον κοινωνικό και λιγότερο στον εθνικό… πράγμα το οποίο είναι ξένο και για πολλούς άλλους συναδέλφους του.

Στα περισσότερα βιβλία του ο Καζαντζάκης συνδέει το θείο δράμα με το ανθρώπινο, το κοινωνικό με το εθνικό. Συνδέει το άδικο με το δίκαιο, το κακό με το καλό, δείχνοντας πως γι’ αυτόν δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ όλων των ανωτέρω. Συνάμα δίνει θηλυκή υπόσταση στην καρδιά η οποία πιστεύει έχει ανάγκη από παρηγοριά, ενώ δίνει αρσενική υπόσταση στο νου που τον αποκαλεί «τετραπέρατο σοφιστή, έτοιμο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της καρδιάς». Είναι αυτός ο παραλληλισμός απλά μια σύγκριση ή είναι κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιώδες;

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Από την αντίσταση πολλών Ελλήνων στην απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας, έως την ενάντια στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας και επιλεγμένων συμπατριωτών του στην Κρήτη, φάνηκε εξ’ αρχής ότι δεν συμβάδιζε με τα εποχιακά πιστεύω του ελληνικού λαού, ήταν πάντα ένα ανυπάκουο τέκνο. Με τα ταξίδια του στο εξωτερικό έδειχνε την τάση να βρίσκεται περισσότερο εκτός Ελλάδας, ταυτισμένη με την αντιδραστική επιρρέπειά του στην αναζήτηση της αλήθειας σε εξω-ελληνικούς πολιτισμούς, θεωρίες και θεολογίες.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ – σ. 234 Ιερουσαλήμ

Όταν έμεινα μόνος κι έκλεισα τα μάτια… Τι απόμεινε από το Άγιον Όρος; Από τις τόσες συγκινήσεις και χαρές, από τα τόσα ρωτήματα που μας τυράννησαν, το φίλο μου κι εμένα, τι καταστάλαξε; Τι πήγα ζητώντας στο Άγιον Όρος και τι βρήκα;… κι οι παλιές αυτές πληγές που για κάμποσα χρόνια είχαν κλείσει, άνοιξαν πάλι στο Άγιον Όρος, οι δυο μεταφυσικές αγωνίες – από πού ερχόμαστε και πού πάμε;

Τι πήγαινε η ψυχή ζητώντας στο Άγιον Όρος και δεν το βρήκε;

Παντού ζητούσε μανιακά την επανάσταση. Δεν ήθελε να ζήσει κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες, δεν συμβιβαζόταν με τις θεωρίες της εποχής περί θρησκείας, ή μεροληπτικής δικαιοσύνης. Σ’ ένα σημείο της Ασκητικής έγραψε:

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο,
καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο,
το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Διέτρεφε προσωπικές κι επαναστατικές ιδέες για τις διάφορες θρησκείες, όπως το Χριστιανισμό, το Βουδισμό, και τον Ιουδαϊσμό και προσθέτουμε σ’ αυτές τον κομμουνισμό και φασισμό σαν ιδεολογίες. Ήταν άραγε ένας διορατικός δημιουργός ή ένας «μέγας αλήτης»; Ότι και από τα δυο αυτά να ήταν, πρέπει εδώ να του δείξουμε το ανάλογο σέβας.

Ο Καζαντζάκης μεταπηδούσε από τη μια θρησκεία στην άλλη με μεγάλη ευκολία δίχως να φαίνεται ν’ αποδέχεται στην πράξη καμία απ’ αυτές. Με μια εξαίρεση ότι αγαπώντας την Ραχήλ Μινκ έδειξε την αδυναμία του χαρακτήρα του υπονοώντας ότι θα προτιμούσε να είχε γεννηθεί Εβραίος. Συνεπώς ποιος μπορεί να τον αποκαλέσει Έλληνα πατριώτη; Αλλά δεν χρειάζεται κανείς να είναι Έλληνας πατριώτης για να είναι αξιόλογη η προσφορά του στην ανθρωπότητα. Πίστεψε όμως πως από μόνος του και με τη βοήθεια του Σικελιανού θα δημιουργούσε θρησκεία απαλλαγμένη από την επιβάρυνση της εξάρτησης και υπόταξης σε μια απρόσιτη, ακατανόητη γι’ αυτόν δύναμη. Παραδειγματίστηκε από τον Άγιο Φραγκίσκο και στο έργο του «Ασκητική» κι έγραψε –

«Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις ιδέες σου κι ακολούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης.»

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ

Βερολίνο Μια Οβραία (στην πράξη τη Ραχήλ) σ. 353

Ο Βούδας έσβησε πολλές δίψες μέσα μου μα δεν μπόρεσε να σβήσει τη δίψα να δω όσο περισσότερη μπορώ γης και θάλασσα…
Φάντασμα είναι ο κόσμος, έλεγα, δροσουλίτες είναι οι άνθρωποι, εφήμερα παιδιά της δροσούλας- σηκώθηκε ο μαύρος ήλιος, ο Βούδας, και λιώνουν.

Συνάμα σε μερικές περιπτώσεις ταύτιζε τον εαυτό του με τον Χριστό. Έφτασε στο σημείο να δείχνει την επιθυμία να γίνει μαραγκός για ν’ ακολουθήσει τα βήματα του Χριστού. Αισθανόταν πως ο άνθρωπος μέσα από μια σωστή κατ’ αυτόν θρησκεία θα βρει λύσεις σ’ όλα του τα προβλήματα.

Δύο πράγματα θα επισημάνω σ’ αυτό το σημείο, πρώτα το ότι αγάπησε περισσότερο τον Ιουδαϊσμό παρά τον Χριστιανισμό. Το λέει αυτό πίσω από τις λέξεις σε πολλά σημεία των βιβλίων του, ειδικότερα στην «Αναφορά στον Γκρέκο» που αν διαβάσει κανείς πρώτα για τη ζωή του και μετά αυτό το έργο ίσως το λάβει σαν μια προπαγάνδα υπέρ των Εβραίων.

Έδειχνε πάντα μια ακαταμάχητη τάση να ξεχωρίσει το σώμα και το πνεύμα παρ’ όλο που είχε μεγάλες δυσκολίες να το κάνει πράξη ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΓΚΡΕΚΟ

σ. 25 Οι πρόγονοι

… Πώς να μπορέσω να συνταιριάξω τους δυο τούτους στρατευόμενους μέσα μου προγόνους, τη φωτιά και το χώμα… Ένιωθα πως αυτό ήταν το χρέος μου, το μοναδικό, να φιλιώσω τ’ αφίλιωτα…

Ένας δημοσιογράφος από την εφ. Καθημερινή κάποτε ρώτησε τον Πάτροκλο Σταύρου (το θετό υιό της Ελένης) –

Ήταν τελικά θεήλατος; Είχε τη θεότητα μέσα του ή την πολεμούσε, γιατί έγραφε «…Ο Χριστός πάντοτε με κυνηγούσε σε όλη μου τη ζωή, πάντοτε με κυνηγούσε…»

(Πηγή: Δημήτριος Ιατρόπουλος, Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 62, λόγου χάριν, σελίδα 83)

«Ο Θεός μου δεν είναι πανάγαθος. Είναι γιομάτος σκληρότητα, άγρια δικαιοσύνη, και ξεδιαλέγει, ανήλεα το καλύτερο. Δε σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι’ αρετές και ιδέες. Όλα ετούτα τ’ αγαπάει μία στιγμή, τα συντρίβει αιώνια και διαβαίνει. Είναι μία δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα. Τα αγαπάει, τ’ αγαπάει και τ’ αφανίζει. Κι αν πούμε: ο Θεός είναι ένας άνεμος ερωτικός που συντρίβει τα κορμιά για να περάσει, κι αναθυμηθούμε πως πάντα μέσα στο αίμα και στα δάκρυα, ανήλεα εξαφανίζοντας τ’ άτομα, δουλεύει ο έρωτας, τότε λίγο πιότερο προσεγγίζουμε το φοβερό του πρόσωπο». Να γιατί με κυνηγήσανε. Γιατί αυτός ο θεός ο δικός μου, είναι πολύ πιο κοντά εις τον Δία απ’ ότι στους δικούς τους ψευτοθεούς. Γιατί ο Θεός μου, είναι ερωτικός θεός, Έλληνας και μάλιστα αρχαίος!»

Στο βιβλίο του «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» κάτω από τον τίτλο «ΤΟ ΟΡΑΜΑ» γράφει:

Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται,
Στροβιλίζεται και μια στιγμή, όσο βαστάει κάθε ζωή,
Σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.
Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο Κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμεις. Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά
Ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοπορεί το ανέβασμα.
Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία…

ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Ο Καζαντζάκης ήταν ένας στρατευόμενος του έρωτα. Κι όταν μιλάμε για έρωτα δεν εννοώ μόνο το σαρκικό, αλλά και τον πνευματικό. Στα πάντα με τα οποία καταπιανόταν έδινε όλο του τον εαυτό, δίχως να υπολογίζει ούτε τις επιπτώσεις, και σχεδόν πάντα δεν συμφωνούσε με τις ιδεολογίες τις οποίες καταπιανόταν…

Στην ασκητική γράφει:

Ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα.
Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δε σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος.

Ένα σημαντικό σημείο του έρωτά του με το θήλυ ήταν ότι δεν αγάπησε παθητικά καμία Ελληνίδα. Με τη Γαλάτεια αφού παντρεύτηκε δεν φαίνεται να έκανε έρωτα μαζί της. Με την Ελένη που τον υπηρέτησε μέχρι την τελευταία του πνοή το ίδιο. Η Λαμπρίδη κάποτε έγραψε ότι έκαναν έρωτα μια φορά στους έξι μήνες όσο γνωριζόταν.

Η Έλσα Λανγκ που ήταν παντρεμένη και του έστελνε ερωτικά γράμματα έγραφε πως τον ποθούσε. Η φίλη της Ραχήλ Μινκ που ποτέ δεν σταμάτησε να του γράφει, ακόμη και μετά το θάνατό του και η κομουνίστρια Ίτκα Χόροβιτζ που του γράφει πως ακόμη διατηρεί πολύ από τον ρομαντισμό και μυστικισμό του, καθώς και η Εβραία Λέχα Λέβιν από το Βερολίνο, είχε ελάχιστες σωματικές σχέσεις μαζί τους. Παρ’ όλο που σε όλες μετέδιδε έναν γλυκύτατο και δεσμευτικό ερωτικό λόγο.

Ήταν το ίδιο ορμητικός, διορατικός, ακραίος και επαναστατικός όπως στα γραπτά έτσι και στους έρωτές του. Ακόμη και με τις γυναίκες που αγάπησε παρ’ όλο που είχε δυσκολίες στην συνουσιακή επαφή μαζί τους για λόγους ασθένειας προς το τέλος της ζωής του. Ο πόθος όμως να ξεχωρίσει τις ανάγκες της σάρκας με αυτές του πνεύματος τον έφερνε συχνά αντιμέτωπο με τον εαυτό του, με τον εσωτερικό του κόσμο των ιδεών, με αποτέλεσμα να κλείνεται για μήνες μέσα στο δωμάτιό του γράφοντας και δίχως να έρχεται σε επαφή με κανέναν. Αυτό τον αγώνα της απαγκίστρωσης της σάρκας από το πνεύμα τον οποίο δεν κέρδισε τον έδωσε, τον έκανε θεσμό στη ζωή του αλλά τον έχασε.

Είπε κάποτε το γνωστότατο – «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», τη φράση την οποία κατά μεγάλη πιθανότητα έλαβε από τον Κύπριο κυνικό φιλόσοφο Δημώνακτα που έζησε το δεύτερο αιώνα μ.Χ. στην Αθήνα. Κατά το Δημώνακτα ελεύθερος είναι αυτός που δεν ελπίζει τίποτε και δεν φοβάται τίποτε. Ο Βεργίλιος επίσης δηλώνει κάτι παρόμοιο με άλλα λόγια: «Η μόνη ελπίδα που έχει ο άνθρωπος είναι να μην έχει καμιά…»

Στον έρωτα όμως τι συμβαίνει; Εξαιρείται δηλ. ο έρωτας από το ρητό αυτό; Γιατί ο Νίκος είχε αλλάξει τόσες γυναίκες στη ζωή του, ενώ με τις περισσότερες είχε ταυτόχρονες σχέσεις; Μήπως επειδή δεν μπορούσε ν’ αγαπήσει παρ’ όλο που τα γραπτά του έσπαζαν καρδιές από τον πόθο, την πλοκή και αδίστακτη συναρμονία των λέξεων που περιείχαν; Μήπως επειδή θεωρούσε τα πάντα στη ζωή ως μάταια; Παρόμοια ερωτήματα ανησυχούν τον κάθε επίδοξο μελετητή του. Οι απαντήσεις υπάρχουν μόνο στη μελέτη της προσωπικής ζωής του. Περισσότερο γιατί δεν γνωρίζουμε πόση λογοκρισία επιδέχεται το έργο του από εκείνους που το εξέδωσαν.

Κάρτα στη Ραχήλ με το γραφικό του χαρακτήρα… (φωτο: Μουσείο Καζαντζάκη, Κρήτη)

Υπάρχουν αμέτρητα γράμματα στις αγαπημένες του θηλυκές υπάρξεις, όπως αυτό που χρησιμοποιούμε εδώ για τη Ραχήλ, γραμμένο στα Γερμανικά (και θα το βρείτε στην ιστοσελίδα του Μουσείου Καζαντζάκη στο Ηράκλειο της Κρήτης) που λέει:

Πολυαγαπημένη,

Γιόρτασα τη 2η του Οκτώβρη διαβάζοντας τους ‘Ψαλμούς’ σας. Ποτέ δεν αισθάνθηκα και δεν έζησα τόσο βαθιά την τραγική και περήφανη ομορφιά τους. Αλλά δε θέλησα να σας γράψω γιατί αισθανόμουν πιο βαθιά από ποτέ την ακαταλληλότητα και την κενή οίηση των λέξεων. Δεν ξεχνώ ποτέ, αλλά σκέφτομαι κι υποφέρω με τον τρόπο μου, όπως μου το γράφετε με μια τόσο επώδυνη οξυδέρκεια και τρυφερότητα. Mε καταλαβαίνετε τόσο καλά που δεν χρειάζεται να μιλώ.

Πολυαγαπημένη Ραχήλ, δικός σας, για πάντα – Νίκος

Στην «Ασκητική» έγραψε –

Ο Έρωτας;

Πώς αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη του; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα ετούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.

Στο σημείο αυτό, με τη φράση “…να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο” κάτι πάει να πει, αλλά το κόβει. Δεν είμαι σίγουρος όμως αν το κόβει αυτός ή ο εκδότης του βιβλίου του. Ξέρουμε πιστεύω ποιος/α ήταν εκδότης των βιβλίων του. Άραγε τι συνολικά λογοκρίθηκε;

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Πολλοί δηλώνουν τον Καζαντζάκη σεξουαλικά ανίκανο, εφόσον είχε προβλήματα με τις σαρκικές επαφές του. Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Ο Νίκος είχε την ασθένεια του σώματος και διακατέχονταν από το φόβο του θανάτου που τον βασάνιζε και σαν αντίδραση έλεγε δεν τον φοβίζει τίποτα. Είχε την ελπίδα πως θα βρει την απάντηση σ’ ένα καλύτερο θρησκευτικό καθεστώς για τον άνθρωπο γι’ αυτό και δήλωνε πως στερείται ελπίδας. Ήταν στην πράξη σκλαβωμένος στους πόθους της προσωπικής σαρκικής του ανάγκης και ως θνητός δεν μπορούσε να διασπάσει αυτά τα δεσμά.

Κι εφόσον ο Καζαντζάκης ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αδυναμίες του θνητού και φιλάσθενου ανθρώπου έδωσε την εντολή αυτή η ρήση να γραφτεί πάνω στο τάφο του σαν εξιλέωση όχι σαν θρίαμβο, σαν δικαιολογία όχι σαν απόδειξη κάποιας νίκης. Δεν επιθυμούσε καθόλου να δεχτεί πως ο θάνατος θα ερχόταν γι’ αυτόν όπως ακριβώς και η ζωή, απρόσμενος.

Στο έργο του δεν τον ενδιέφερε αν προσβάλλει κανέναν ο Καζαντζάκης, παρ’ όλο που επιθυμούσε να δημιουργήσει τη δική του θρησκεία μιας ελεύθερης βούλησης. Επιθυμούσε να βοηθήσει τον άνθρωπο μεν αλλά πρώτα τον εαυτό του.

Πέρα από τις προσωπικές και ακατανόητες σκέψεις του, μια συγγραφική προσωπικότητα του βεληνεκούς του Καζαντζάκη δεν είχε την εκλογή να προσέξει μήπως προσβάλλει κανέναν μ’ αυτά που γράφει. Τον δικαιολογώ απόλυτα εδώ. Διότι σε τέτοια περίπτωση θα ενεργούσε με γνώμονα τα συμφέροντα του ενός και του άλλου, θα δημιουργούσε μεροληπτικά και το έργο του δεν θα είχε ποτέ ούτε ένα παραμικρό ίχνος αξίας.

Η πραγματική αξία του έργου αυτού μόνον τότε θα φανεί και μόνον τότε θα καταλάβει τον Καζαντζάκη ο αναγνώστης, όταν αποβάλλει τα συμφέροντα από πάνω του, όταν ξεχάσει προς στιγμή αυτά που διδάχτηκε και τον προσεγγίσει με ανοιχτό μυαλό και διάθεση, γυμνός ή γυμνή από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις. Διαφορετικά ο/η αναγνώστης κινδυνεύει να παρασυρθεί από το κατεστημένο, το εθνικό και θρησκευτικό, το κοινωνικό, ίσως και δογματικό.

Η κατάρα και συνάμα ευλογία ενός ανήσυχου συγγραφέα να ψάχνει αυτό το κάτι, αυτό το απρόσιτο και άπιαστο φανταστικό ιδεώδες, κι όσο το ψάχνει τόσο να γράφει. Όσο γράφει τόσο βυθίζεται στις απορίες και στις ανησυχίες του και γεμίζει τη ζωή του ερωτηματικά.

Όσο γράφει, τόσο πιο πολύ ν’ απομακρύνεται από το ρεαλισμό, κι όσο απομακρύνεται από το ρεαλισμό τόσο πιο πολύ ζυγώνει το πνεύμα κι αλαφρώνει το είναι του από τα εγκόσμια δεινά όλων των θνητών.

Στα έργα του Καζαντζάκη δεν βρίσκουμε απαντήσεις. Γιατί δεν υπάρχουν απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που θέτει. Μια μόνη μικρή αισιοδοξία μας προσφέρει κι αυτή έρχεται από τον προσωπικό, ιδιότυπο μηδενισμό του.

Εντρύφησε στον Πλάτωνα, στον Δάντη, στον Νίτσε, στον Γκαίτε, στον Δαρβίνο… Ο κατάλογος, ατελείωτος. Περισσότερο τον επηρέασε ο Νίτσε. Μαζί με τον Παντελή Πρεβελάκη που μετέφρασε Ευριπίδη, τον Γιάννη Γρυπάρη που μετέφρασε Αισχύλο, αυτός μετέφρασε Όμηρο (μαζί με τον Κακριδή). Κανείς όμως απ’ όλους αυτούς δεν τον επηρέασε τόσο, όσο ο Νίτσε.

Ο Καζαντζάκης γράφει (Αναφορά στο Γκρέκο)–

Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης μου• θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στον σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν. Ο Νίτσε μ’ έμαθε να δυσπιστώ σε κάθε αισιόδοξη θεωρία.

«Στη ζωή του πολλά ήταν σκηνοθετημένα, στημένα, το ίδιο και το έργο του» μας λέει η δημοσιογράφος κ. Die Welt από τη Γερμανία αμέσως μετά το θάνατό του και συνεχίζει – «δεν γνωρίζουμε αν διαβάζεται από κανέναν ο Καζαντζάκης σήμερα…». Τι ειρωνεία αφού εκατομμύρια κόσμου έκτοτε τον μελέτησαν, ακόμη κι εγώ που τον διάβασα και μάτωσα στο βωμό της πένας του μαζί του.

Θα ήθελα να τελειώσω με τις εξής παρατηρήσεις –

  • Ο Καζαντζάκης στο έργο του αναζήτησε – Την απελευθέρωση του θεού από τον άνθρωπο.
  • Ο Καζαντζάκης στην πράξη – Αναζήτησε παντού το θεό στην γύρεψη των απαντήσεων για τις αδυναμίες του ανθρώπου
  • Ο Καζαντζάκης στο έργο του αναζήτησε – Την απελευθέρωση του έρωτα από τα δεσμά της σάρκας και της ύλης
  • Ο Καζαντζάκης στην πράξη και στη ζωή του – Νικήθηκε από τη σάρκα και την ηδονή του έρωτα.
  • Ο Καζαντζάκης στο έργο του αναζήτησε – Την ισοπέδωση κάθε ανθρώπινης αισιοδοξίας
  • Ο Καζαντζάκης στην πράξη και στη ζωή του – Μέχρι τέλους αισιοδοξούσε για την αναγνώριση και επιβράβευση του έργου του από τον κόσμο και τον ελληνισμό. Αλλιώς δεν θα συνέχιζε να γράφει μέχρι τέλους. Ο ελληνισμός από την άλλη ακόμη και σήμερα διστάζει να του ανταποδώσει την προσφορά στα γράμματα. Παρ’ όλο που αρχικά κηρύχτηκε έτος Καζαντζάκη το 2007 …
  • Ο Καζαντζάκης στο έργο του αναζήτησε – Την απελευθέρωση του θανάτου από το φόβο του ανθρώπου –
  • Ο Καζαντζάκης στην πράξη και στη ζωή του – Φοβήθηκε το θάνατο όσο δεν φοβήθηκε τίποτε άλλο
  • Ο Καζαντζάκης στο έργο του κύρηξε – Την απελευθέρωση του ανθρώπου από την ελπίδα
  • Ο Καζαντζάκης στη ζωή του – Δεσμεύτηκε με την ελπίδα να ζήσει για πάντα (νοερά ίσως το κατάφερε…)

Το προσωπικό μου παράπονο από όλο αυτό τον κυκεώνα της δημιουργίας είναι ότι δεν ύμνησε τον μικρό και ασήμαντο όσο θάπρεπε. Δεν αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στον απλό και αβοήθητο άνθρωπο όπου επικεντρώνεται, κατά την ταπεινή μου γνώμη, όλη η ομορφιά της ανθρωπότητας κι όποιος αυτό το αντιλαμβάνεται ζει μια πιο ελεύθερη, πιο αποσπασμένη ζωή. Παρ’ όλο που ο Νίκος αναδύθηκε από αυτή την απλότητα, τη συναρμοσμένη με την ιδιοφυΐα του έργου του, δεν πήρε χαμπάρι το ότι μέσα από την απλότητα πηγάζει η πληρότητα και εμφανίζεται ολόγυμνο και ανεπηρέαστο το καλό και ωραίο.

Ο Ρένος Αποστολίδης, ο μεγάλος σύγχρονος κριτικός της Ελλάδας τον αποκάλεσε “ατάλαντο”. Δεν ξέρω αν συμφωνώ μαζί με το Ρένο σ’ αυτό το σημείο απλά και μόνο διότι ένας ατάλαντος δεν είναι δυνατόν να έχει τόσο μεγάλη δημιουργικότητα.

Προς το τέλος του με τρεις λέξεις καθόρισε ολόκληρο τον κύκλο της ζωής του –

Με θεωρούν λόγιο, διανοούμενο, γραφιά
….
Θαρρώ είμαι παρά τούτο, μια απροσκύνητη ψυχή

και

Θα ήθελα να τελειώσω τη θητεία μου στο μελάνι, αλλιώς η ψυχή μου είναι χαμένη

Ό,τι πολυτιμότερο έχω δεν είναι η τέχνη μα η παγκόσμια αγωνία για το μέλλον.

Ιάκωβος Γαριβάλδης
Copyright © 2007


Για τους  Γαλλομαθείς στη Γαλλική τηλεόραση

Αφού όμως παρουσιάσαμε αυτό την ομιλία στο πιο πάνω άρθρο ακούσαμε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτρη Λιαντίνη να αποκαλεί τον Ν. Καζαντζάκη “λογοκλόπο” γιατί αντέγραψε ολόκληρο ποίημα από την αρχαία Αίγυπτο που μιλάει για το θάνατο, παρουσιάζοντάς το ως δικό του. Ενώ ο κριτικός της Λογοτεχνίας Ρένος Αποστολίδης τον αποκαλεί “ατάλαντο” … Μεγάλες αυτές οι φράσεις που βαραίνουν τη μνήμη του Ν.Κ. ο οποίος αν και μεγάλος παραμυθάς που πρέπει να διαβάζεται από τους νέους, παραδίδεται στην αναξιοπρέπεια της Ελληνικής λογοτεχνίας ως ανίκανος να πείσει εν ζωή αλλά και μετά θάνατον.

Copyright secured by Digiprove © 2010

Garivaldis Iakovos

About Garivaldis Iakovos

Iakovos Garivaldis (founder of Diasporic Literature Spot) was born in Thessaloniki Greece, and arrived in Australia as a migrant. He has studied Computer Science and is a Certified IBM U2 Developer / Administrator.

He writes poetry (in both Greek and English) and in Australia was president of Hellenic Writer's Association of Australia between 1993 and 2004.

Published six books, as he founded the first bi-lingual literary website in 1997, organised the first book exhibition of the works of Greek-Australian writers, organised the first photographic exhibition of Greek-Australian writer portraits and was the first to research literature on the internet in the Diaspora.

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, έφτασε στην Αυστραλία το 1970 και υπηρέτησε σε πολλούς παροικιακούς οργανισμούς. Γράφει λογοτεχνία στην Ελληνική και Αγγλική από παιδική ηλικία.
Australia, Greek, Έρευνα, Ανάλυση, Μελέτη, Ομιλία, ΣχόλιοPermalink

2 Responses to Νίκος Καζαντζάκης: Μια παγκόσμια αγωνία για το μέλλον

  1. KRHTIKIA says:

    Beautiful article. N.K died from lemfoma-cancer. He was suffering from infected blood since 1922 and severe exzema. He was a frightened sparow. He hated the meak and weak. He beleived that he was GOD- very selfish, loner, δειλος, mentally ψυχοπαθης. Ελεγε παντα οτι ηταν μισος ΕΒΡΑΙΟΣ. Μισούσε την Ελλαδα οχι για την διαφωνια του με τον Χρτιανισμο, αλλα γιατι ηταν μεγαλομανης και Εβραιοφιλος, απιστευτα λαγνος..

    Εχασε το ΝΟΒΕΛ οχι μονο απο τους Ελληνες αλλα και απο την Βασιλισσα της Αγγλιας..

  2. 1 – Congratulations Iakove on your thought provoking contribution on Nikos Kazanzakis

    2 – ‘The Society of Greek Writers recommended that Kazantzakis and Angelos Sikelianos be awarded the Nobel Prize for Literature. In 1957, he lost the Prize to Albert Camus by one vote. Camus later said that Kazantzakis deserved the honour “a hundred times more” than himself.’
    From many sources in the www.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>