Η Ελληνικότητα στην Ομογενειακή Λογοτεχνία των Αντιπόδων: Σταθερές και Μεταβλητές

Share

Καθηγητής Γιώργος Καναράκης
– Charles Sturt University
Αυστραλία

 

1. Εισαγωγή

Η εθνική ή εθνοτική ταυτότητα ενός λαού, που οπωσδήποτε απεικονίζεται στην προσωπική του εικόνα και σ’ αυτήν που προβάλλει στους άλλους, ως γνωστό βασίζεται σταθερά πάνω σε κοινές πολιτισμικές παραδόσεις, στη γλωσσική ομοιογένεια, πολλές φορές στη θρησκεία, καθώς επίσης σε κοινές αξίες, θέσεις και χαρακτηριστικούς τύπους κοινωνικής συμπεριφοράς.

Εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν είναι απόλυτα. Παραδείγματος χάρη, στην περίπτωση της ελληνικότητας ή ελληνικής ταυτότητας η γλωσσική ομοιογένεια που συνήθως θεωρείται ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά, ακόμη και αυτό, δε θα πρέπει να εκλαμβάνεται τόσο περιοριστικά ώστε να αποκλείει την απόδοση του χαρακτηρισμού του «Έλληνα» σ’ εκείνα τα άτομα της διασποράς που κατέχουν μεν άλλα στοιχεία ελληνικότητας αλλά όχι αυτό το συγκεκριμένο.

Επίσης, η κοινή πολιτισμική παράδοση, ενώ αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ταυτότητας του Έλληνα και, ταυτόχρονα, ενισχύει τη διαχρονική της έννοια, χρειάζεται να τη δούμε όχι ως ένα απλό χαρακτηριστικό αλλά ως μια ιδιότητα που ποικίλλει ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο.

Τελικά, παρόλο που υπάρχουν ποικίλοι βαθμοί και πλευρές της ελληνικότητας (Καναράκης, 2003: 118, σημ. 4), όπως άλλωστε και κάθε εθνικότητας, και συνεπώς δεν είναι ούτε ομοειδής ούτε στατική αλλά περιλαμβάνει γεωγραφικές παραλλαγές και ποικιλίες, και αναδιαμορφώνεται συνεχώς στην πορεία του χρόνου, αναντίρρητα τη διακρίνει μια ιδιαιτερότητα και ένας κεντρικός πυρήνας κοινών βιωματικών στοιχείων.

 

2. Αυστραλία

Το φαινόμενο της ελληνικότητας στην Αυστραλία που παράλληλα αντανακλά κοινωνική πραγματικότητα, τεκμηριώνεται καθαρά, μεταξύ άλλων, και στη λογοτεχνική δημιουργία τόσο των πρώτης γενιάς Ελλήνων μεταναστών συγγραφέων που συνθέτουν τα έργα τους στην Ελληνική όσο και των λοιπών ελληνογενών ατόμων που γράφουν στην Αγγλική.

Η ελληνικότητα στη λογοτεχνία αυτή, αδιακρίτως της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι λογοτέχνες, φαίνεται να αντικατοπτρίζει: α) την αντίληψη που έχουν οι ίδιοι οι λογοτέχνες για τη δική τους ελληνικότητα, β) την αντίληψη των λοιπών Ελλήνων στην παροικία ή αυτής της ίδιας της ελληνικής παροικίας ως σύνολο, και γ) την «ιδανική» ελληνικότητα (αναμφίβολα εμπνευσμένη από εθνικιστικές αποτιμήσεις και τάσεις διδακτισμού), και μάλιστα κατά τρόπο είτε συγχρονικό (απεικονίζοντας μια ορισμένη χρονική στιγμή, περίοδο κ.λπ.) είτε διαχρονικό (δηλαδή συνταιριάζοντας διαφορετικές ιστορικές στιγμές, περιόδους κ.λπ. στο ίδιο λογοτέχνημα).

Γενικά, η ελληνικότητα μπορεί να εντοπισθεί βασικά στα εξής πεδία: ιστορικοκοινωνικά και άλλα θέματα, φυσικό περιβάλλον, δομή (μορφή, ύφος) και γλώσσα, μάλιστα δε σε διάφορες όψεις κάθε μιας από τις περιπτώσεις αυτές.

Θεματικά, το ελληνικό στοιχείο εμφανίζεται σε λογοτεχνήματα κυρίως ιστορικής, πατριωτικής, πολιτικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής φύσης, μολονότι η γραμμή του λογοτέχνη σε ένα θέμα είναι συχνά έντονα επηρεασμένη από το χρόνο μετανάστευσης και εγκατάστασής του στην Αυστραλία, από την κοινωνική του προέλευση κ.ά.

Ιστορικά θέματα που αποκαλύπτουν ελληνικότητα απαντώνται σε έργα αναφερόμενα στις διάφορες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, ενώ ο τρόπος απεικόνισης μεταβάλλεται ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίοδο που ένα λογοτέχνημα είναι τοποθετημένο. ‘Ετσι, λ.χ., στο πεζογραφικό χρονικό του Αλέκου Αγγελίδη 0ι ένοχοι της συμφοράς: Η ιστορία καταθέτει (1980), η ελληνικότητα εμφανίζεται έντονη υπό μορφή βαθιάς θλίψης και πένθους για το χαμό της Βασιλεύουσας ως το τελευταίο οχυρό του Ελληνισμού και της Ελληνορθοδοξίας, ενώ, ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλά άλλα έργα (κυρίως ποιήματα) που, με αιτία, λ.χ., την τραγωδία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, αντηχούν οργή και γίνονται κραυγή για τιμωρία των αδίκων.

Παράλληλα, τα πατριωτικά θέματα αν και ολιγαριθμότερα, αλλά όμοια σε ένταση και συναίσθημα με τα ιστορικά, παρουσιάζουν μια διαχρονικότητα (πάλι από την αρχαιότητα έως σήμερα) που κυμαίνεται από την αφοσίωση και το εγκώμιο για την Ελλάδα ως την ένθερμη υποστήριξη σε καιρούς εθνικών κρίσεων.

Στενά σχετιζόμενα με τα πατριωτικά είναι τα πολιτικά θέματα που απεικονίζουν ελληνικότητα. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, αυτά αναφέρονται μόνο σε νεότερα πολιτικά γεγονότα και καταστάσεις της Ελλάδας. Τα περισσότερα είναι έργα με αντιχουντική θεματογραφία, μολονότι η ελληνική ταυτότητα του συγγραφέα αντικατοπτρίζεται και σε μερικά έργα πολιτικής ιδεολογίας, κυρίως σάτιρες. Πρόκειται για έργα που αναφέρονται σε θέματα πατριωτικά ή πολιτικά και έχουν την ικανότητα να δρουν παρακινητικά πάνω στους αναγνώστες προς δράση σε ζητήματα σχετικά με την Ελλάδα, όπως, λ.χ., τα έντονα πατριωτικά, και συχνά πολύ συναισθηματικά, ποιήματα που δημοσιεύθηκαν στον ελληνικό Τύπο της Αυστραλίας την εποχή των διαδηλώσεων για το μακεδονικό ζήτημα.

Ένα άλλο θέμα είναι το θρησκευτικό. Ποσοτικά έχουμε ένα αρκετά ευμέγεθες σώμα θρησκευτικής ποίησης, γραμμένης τόσο από λαϊκούς όσο και από κληρικούς. Μάλιστα σε αρκετά έργα του σώματος αυτού που εκφράζουν ελληνορθοδοξία (συχνά θεωρούμενη βασικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής συνείδησης), η ελληνικότητα προβάλλει με ευκρίνεια.

Από όλα τα θέματα που απεικονίζουν ελληνικότητα, το κοινωνικό, λόγω του πολύπλευρου φάσματός του, αλλά και των τριών κύριων σημείων αναφοράς του (Ελλάδα – Κύπρος, ελληνική παροικία, Αυστραλία), είναι το ευρύτερο και ποικιλομορφότερο.

Η Ελλάδα αποτελεί σημείο αναφοράς για τα λογοτεχνικά έργα που αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στο παραδοσιακό πλέον και πολυδιάστατο θέμα της ξενιτειάς: στη λαχτάρα για τη γενέθλια γη, στο χωρισμό από αγαπημένα πρόσωπα, στο οδυσειακό όνειρο της επιστροφής, στην αποξένωση στο νέο τόπο, στο φόβο της απόρριψης από τη νέα κοινωνία, στην πιεστική πρόκληση της ενσωμάτωσης κ.λπ. Εντούτοις συχνά πρόκειται για μια Ελλάδα εξιδανικευμένη, όπως παρατηρεί και η αγγλόγλωσση λογοτέχνιδα Katherine Kizilos στο ταξιδιωτικό της The Olive Grove: Travels in Greece (1997: 15):

«…ο πατέρας μου έκανε την Ελλάδα και τις αναμνήσεις του από το πατρικό του, έτσι όπως ήταν, ένα είδος θρησκείας. Γιατί αυτά ήταν ακριβώς που θυμόταν: το τζάκι, τον τόπο που γεννήθηκε, τα βουνά του χωριού του, τους ελαιώνες, τα ήσυχα νερά του κορινθιακού κόλπου. Ένας αγιασμένος και όμορφος τόπος και πραγματικά έτσι είναι. Αλλά η μνήμη και η φαντασία πάνε χέρι-χέρι. Δεν θυμάμαι τον Άγγελο να μιλούσε για την πατρίδα του που άφησε κι έφυγε, τη χώρα της φτώχιας και του πολέμου».

Αντίστοιχα, η ελληνική ομογένεια της Αυστραλίας παρουσιάζεται με πολύ δυναμισμό, ιδιαίτερα ως κοινωνικός τόπος όπου η ελληνικότητα βρίσκει έκφραση, και οι ελληνικές αξίες, παραδόσεις κ.λπ. κρατιούνται ψηλά.

Τέλος η Αυστραλία, προσφέρει ποικιλία θεμάτων, με ένα πολύ ενδιαφέρον στο πλατύ κοινό, την ελληνική οικογένεια σ’ ένα ξένο κοινωνικό περιβάλλον. Πολλά έργα διαγράφουν την αγωνία που δοκιμάζουν τα παιδιά καθώς ζουν διχασμένα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες και έρχονται σε σύγκρουση με τους γονείς τους σε θέματα, όπως ο γάμος, η κοινωνική ελευθερία κ.λπ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα στην περίπτωση αυτή είναι τα θεατρικά έργα Η ταυτότητα του Γιάννη Βασιλακάκου ([1982]), Παραλίγο διαζύγιο του Γιώργου Καζούρη (1985: 444-450 και 1987: 334-340) ή και το αγγλόγλωσσο έργο The Foreign Born του Ανάργυρου Φατσέα (1985: 547-552 και 1987: 414-418 [Αποσπάσματα]).

Μολονότι η ελληνικότητα στα λογοτεχνικά κείμενα εμφανίζεται με τρόπο συγχρονικό, δεν αποτελεί ασυνήθιστο φαινόμενο η διαχρονική προσέγγιση, όπου ο συγγραφέας επιτυγχάνει μια αρμονική σύνθεση παρελθόντος και παρόντος. Την τεχνική αυτή χρησιμοποιεί δεξιότεχνα η θεατρική συγγραφέας Σοφία Ράλλη-Καθαρείου στο δραματικό της έργο Ιφιγένεια κάτω από τον Τροπικό του Αιγόκερω (αδημοσίευτο) και Τράνζιτο (1989). Στο πρώτο έργο η συγγραφέας χρησιμοποιεί το θέμα του αρχαίου μύθου της Ιφιγένειας, και συνδέοντάς το με τη σύγχρονη Ιφιγένεια – τη μετανάστρια στην Αυστραλία – προσκομίζει μια νέα κοινωνική προέκταση στο τραγικό γεγονός της αντίληψης της προσωπικής θυσίας, το ηθικό δίλημμα μεταξύ συναισθήματος και καθήκοντος. Για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, η Καθαρείου ενισχύει ακόμη περισσότερο την ελληνικότητα του έργου, με ταυτόχρονη χρήση δομικών θεατρικών στοιχείων, όπως την ενσωμάτωση χορικών μερών και ρυθμικής κίνησης που δανείζεται από το αρχαιοελληνικό δράμα, συνδυασμένα με νεοελληνικό παραδοσιακό χορό. Στο δεύτερο θεατρικό έργο ενώ και αυτού το κεντρικό θέμα έχει σχέση με Έλληνες μετανάστες που ταξιδεύουν για την Αυστραλία στοιβαγμένοι μέσα σ’ ένα τροποποιημένο φορτηγό πλοίο, η συγγραφέας μας κρατάει σ’ επαφή με την ελληνική αρχαιότητα κάνοντας, μέσω των σύγχρονων ηρώων της, συχνούς συσχετισμούς με την Αντιγόνη, την Πανδώρα και τον Τειρεσία, ενώ ταυτόχρονα δένει έντεχνα το όλο έργο με γυναικείο χορό.

Μετά τη θεματική, το δεύτερο πεδίο είναι το φυσικό περιβάλλον που τοποθετείται το λογοτέχνημα. Εδώ, συνήθως το περιβάλλον είναι η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αυστραλία. Χωρίς να ισχυρίζομαι πως όλα τα λογοτεχνικά έργα που τοποθετούνται στο φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας ή της Κύπρου οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν την ελληνική ταυτότητα του συγγραφέα τους, εντούτοις το λογοτεχνικά ξαναζωνταμένο από έναν ικανό συγγραφέα ελλαδίτικο ή κυπριακό φυσικό περιβάλλον, συχνά φανερώνει τη νοσταλγία ή την υπερηφάνεια του λογοτέχνη του ίδιου για την πατρίδα του, τουλάχιστον τόσο έντεχνα και πειστικά όσο μπορεί να αποτυπωθεί και σε κάθε άλλο ελληνικό θέμα.

Από την άλλη πλευρά, ένα λογοτέχνημα τοποθετημένο στην Αυστραλία, είναι φυσικό να μην απεικονίζει ελληνικότητα μέσα από το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή του. Ωστόσο, μπορεί να διαφαίνεται η ελληνικότητα, και ταυτόχρονα να ενισχύεται στο νου του Έλληνα αναγνώστη, όχι όμως μέσω συσχετισμού αλλά μέσω αντίθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η Αυστραλία γίνεται η ετερότητα, το «άλλο», διεγείροντας την ελληνικότητα κατά τρόπο έντονα αντιπαραβολικό που τοποθετεί το αυστραλιανό φυσικό περιβάλλον σε μειονεκτική θέση προς το αντίστοιχο ελληνικό, προκαλώντας έτσι και πάλι νοσταλγία και βαθιά συναισθηματική προσήλωση στη μακρινή ελληνική γενέθλια γη.

Τα πεδία τρίτο και τέταρτο περιλαμβάνουν τη δομή (μορφή, ύφος) και τη γλώσσα, αντίστοιχα, όσον αφορά ελληνόγλωσσες λογοτεχνικές εργασίες. Ανάλογα κείμενα φέρνουν στο νου τον τρόπο λογοτεχνικής γραφής γνωστών συγγραφέων των Ελληνικών Γραμμάτων, οι οποίοι έχουν γίνει μέρος της λογοτεχνικής παράδοσης του έθνους, του πολιτισμού του και, συνεπώς, της ελληνικής του φυσιογνωμίας.

Αρκετοί Έλληνες λογοτέχνες της Αυστραλίας έχουν κάνει χρήση όχι μόνο των μορφών και των υφών που απαντά κανείς στη νεοελληνική λογοτεχνία αλλά και στην αρχαία και την βυζαντινή. Παραδείγματος χάρη, όσον αφορά τη μορφή, ο Κύπριος Θεόδωρος Ξενοφού προσδίδει ένα πνεύμα ηρωικό στο έργο του Ηλιόλουστα σκοτάδια (1989) που αναφέρεται στο πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και στην επακολουθήσασα τουρκική εισβολή στην Κύπρο χρησιμοποιώντας την ποιητική μορφή των ομηρικών επών στη σύνθεση 7.220 στίχων, φυσικά όχι με το αρχαίο δακτυλικό εξάμετρο αλλά με τον εξίσου δυναμικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο της δημοτικής μας ποίησης. Παρόμοια, αισθανόμαστε μια πνοή ελληνικότητας όταν διαβάζουμε, λ.χ., λογοτεχνήματα Ελλήνων της Αυστραλίας γραμμένα στο διδακτικό ύφος του Αισώπου ή στο σατιρικό του Γεωργίου Σουρή και του Ανδρέα Λασκαράτου.

Αλλά από το τρίτο και τέταρτο πεδίο, σ’ εκείνο που η ελληνικότητα εκπηγάζει εντυπωσιακά και πειστικά, είναι αυτό της γλώσσας, και μάλιστα στη χρήση ελληνικών διαλέκτων (Μακεδονικής, Κρητικής, Ποντιακής, Κυπριακής κ.ά.), ιδιαίτερα από λογοτέχνες που προέρχονται από ανάλογες περιοχές.

Αναφορικά τώρα με τα έργα ελληνογενών συγγραφέων, που σχεδόν πάντοτε γράφουν στην Αγγλική, παρατηρείται πως η ελληνικότητα εμφανίζεται στα έργα τους, όχι όπως συνέβη στην προηγούμενη κατηγορία συγγραφέων οι οποίοι μεγάλωσαν μέσα στο κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον της Ελλάδας αλλά ως ελληνικότητα κάτω από τη συνεχή επίδραση του κοινωνικοπολιτισμικού περιβάλλοντος της Αυστραλίας. Βέβαια, τούτο είναι ευνόητο αφού η ζωή και η προσωπικότητά τους σχηματοποιήθηκαν σ’ αυτή τη χώρα. Παρόμοια, τα έργα τους αντικαθρεπτίζουν ελληνικότητα αλλά από συναισθηματικής πλευράς, με έναν πιο συγκρατημένο τρόπο σε σύγκριση με τον συχνά πολύ συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο των λογοτεχνών της πρώτης κατηγορίας.

Από τα τέσσερα παραπάνω πεδία, εξέταση των έργων των ελληνογενών συγγραφέων δείχνει πως το θεματικό πεδίο (και μέσα σ’ αυτό η κοινωνική όψη) είναι εκείνο όπου η ελληνικότητα αναδύεται κατά τον πιο ικανοποιητικό τρόπο. Μελέτη των θεμάτων της κοινωνικής αυτής όψης αποκαλύπτει πως επικεντρώνονται περισσότερο στην έννοια των Ελλήνων μέσα στο αυστραλιανό κοινωνικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη έμφαση στα ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν τα ελληνόπουλα τα μεγαλωμένα στην Αυστραλία. Βέβαια, το πώς η Ελλάδα ή η Κύπρος, καθώς και η ελληνικότητα, απεικονίζονται στα έργα των συγγραφέων αυτών συνδέεται άμεσα με το βαθμό ελληνικής ταυτότητας που διακρίνει τους ίδιους, και με το πόσο Έλληνες αισθάνονται πως είναι.

Από την άποψη αυτή, συγκρίνοντας τα έργα των αυστραλογεννημένων (με πατέρα Έλληνα), βραβευμένων αγγλόγλωσσων λογοτεχνών Timoshenko Aslanides και Τony Maniaty, βρίσκουμε πως ενώ τα έργα του πρώτου εμφανίζουν μια κάποια επίδραση από την Ελλάδα, αλλά όχι ιδιαίτερες όψεις ελληνικότητας, τα έργα του δεύτερου είναι αρκετά αντίθετα. Παραδείγματος χάρη, για το μυθιστόρημά του Smyrna (1989) ο Maniaty παρατηρεί πως αποτελεί «μια άκρως θεμελιώδη διερεύνηση του θέματος της ελληνικότητας» (1994: [2]). Επίσης, ο ίδιος γράφει σχετικά: «Αισθάνομαι Έλληνας; Ναι, αλλά και Αυστραλός. (Άλλο μπέρδεμα: Έχω πιο καθαρή ιδέα για το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας παρά για το τι σημαίνει να είσαι Αυστραλός…)» (1994: [1]), ενώ, από την άλλη πλευρά, ο Αslanides, σε συνέντευξή του στην ελληνική εφημερίδα του Σύδνεϋ Ο Κόσμος, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Θεωρώ τον εαυτό μου Αυστραλό, όχι Έλληνα. …Ταυτίζω τον εαυτό μου με την Αυστραλία που είναι ο τόπος που γεννήθηκα, μολονότι διατηρώ την υπερηφάνειά μου για την ελληνική καταγωγή μου, έστω και αν το ενδιαφέρον μου για ελληνικά πράγματα περιορίζεται τώρα κυρίως σε αρχαίους Έλληνες ποιητές, όπως ο Πίνδαρος» (27 Μαρτίου 1990: 13).

Τέλος, τρίτης γενιάς ελληνογενείς λογοτέχνες της Αυστραλίας είναι αριθμητικά ακόμη ελάχιστοι. Όμως στα περισσότερα από τα λίγα λογοτεχνήματα της κατηγορίας αυτής, η ελληνικότητα εμφανίζεται σημαντικά υποτονισμένη. Καμιά φορά τα έργα αυτά φανερώνουν κάποια ελληνική επίδραση (αναφορές σε ελληνικά πράγματα ή στο φυσικό περιβάλλον) αλλά, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων δεν παρατηρούνται σαφείς όψεις της ελληνικότητας του συγγραφέα.

 

3. Νέα Ζηλανδία

Αναφορικά με τη Νέα Ζηλανδία, παρόλο που αξιοπρόσεκτη ελληνική μετανάστευση στη χώρα αυτή παρατηρήθηκε μόλις από το 1951 (ιδιαίτερα το 1951-52 και 1961-66) και το ελληνικό στοιχείο σήμερα δεν ξεπερνάει τα 3.500 άτομα, εντούτοις έχει δημιουργηθεί ένα αξιόλογο σώμα λογοτεχνικών εργασιών (ποιητικών και πεζογραφικών, ελληνόγλωσσων και αγγλόγλωσσων). Μάλιστα σε πολλές από αυτές η ελληνικότητα αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό, τόσο στην επιλογή των θεμάτων και του φυσικού περιβάλλοντος (Ελλάδα, Κύπρος) όσο και στη δομή (μορφή, ύφος) και τη γλώσσα, όπως άλλωστε βλέπουμε να συμβαίνει και στα έργα των συνελλήνων λογοτεχνών της Αυστραλίας και των λοιπών χωρών της διασποράς.

Μολαταύτα στα έργα αυτά εντοπίζονται και περιπτώσεις ελληνικότητας που συνδέονται άμεσα με την ιδιαίτερη κοινωνική, περιβαλλοντική, ακόμη και γλωσσική πραγματικότητα της Νέας Ζηλανδίας. Παραδείγματος χάρη, ενώ αρκετοί πρώτης γενιάς μετανάστες λογοτέχνες, καθώς και ελληνογενείς, ατενίζουν την Ελλάδα και την Κύπρο ως πηγές έμπνευσης για πατριωτικά, ιστορικά, μυθολογικά και άλλα θέματα ή συνθέτουν ποιήματα μιμούμενοι δομικά σχήματα έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως τον δεκαπεντασύλλαβο της λαϊκής μας ποιητικής παράδοσης, σε άλλες περιπτώσεις η ελληνικότητα συνυπάρχει με τις βιωματικές εμπειρίες των λογοτεχνών μας που απέκτησαν ζώντας μέσα στη νεοζηλανδική κοινωνία. Λόγω χώρου θα περιοριστώ σε τρία μόνο, αλλά ενδεικτικά παραδείγματα: ένα πεζογραφικό, ένα ποιητικό και σε μία ανθολογία ποίησης και πεζού λόγου.

Στα παιδικά διηγήματα της Κεφαλονίτισσας Ντίνας Βιάτου το στοιχείο της ελληνικότητας δεν έρχεται σε σύγκρουση με την νεοζηλανδική κουλτούρα αλλά, αντίθετα, σμίγει εποικοδομητικά με αυτήν. Στο αγγλόγλωσσο διήγημά της “Dimitris Lunch”, λ.χ., η συγγραφέας δείχνει πώς διαφορετικά πολιτισμικά πρότυπα (η ταυτότητα του Έλληνα και του Νεοζηλανδού) μπορούν να συνδυαστούν και να συνυπάρξουν αρμονικά.

Αντίστοιχα, σε ένα γεμάτο τρυφερότητα αγγλόγλωσσο ποίημά της η κυπριακής καταγωγής αλλά γεννημένη στη Νέα Ζηλανδία Athena Gabriel ενσωματώνει λέξεις και φράσεις ελληνικές, καθώς και των αυτόχθονων Μάορι, γεγονός που υποδηλώνει τη σύμμετρη και απρόσκοπτη συμβίωση των πολιτισμικών επιδράσεων των δύο αυτών πηγών πάνω στη ζωή και το έργο της. Χαρακτηριστικός είναι ακόμη και ο τίτλος του ποιήματος («Kia Kaha Kypro Mou» [Να είσαι δυνατή, Κύπρο μου]), καθώς και ο τρόπος που καταλήγει η όλη ποιητική σύνθεση:

Tu tangata [Στάσου αγέρωχη] (Μάορι)

Kia kaha [Να είσαι δυνατή] (Μάορι)

Kypro mou [Κύπρο μου]

 

Το ποίημα αυτό της Gabriel απέσπασε το 1999 το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό της ΑΧΕΠΑ Νέας Ζηλανδίας, ενώ το 2001 περιελήφθηκε στην ποιητική και πεζογραφική ανθολογία Weeping Island: A Collection of Cypriot Literature της Τίνας Αδαμίδου-Καλλή που εκδόθηκε στη Λευκωσία.

Τέλος, ενδεικτική είναι και η αγγλόγλωσση εικονογραφημένη ανθολογία ποίησης και πεζού λόγου Events, Greece, 1967-1974 του πολυγράφου και πολυβραβευμένου ποιητή και πεζογράφου Michael Harlow (Χαραλαμπόπουλου) που περιλαμβάνει κείμενα αντιστασιακού περιεχομένου Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών. Παρόλο που ο Harlow δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά στο Κονέκτικατ των ΗΠΑ από πατέρα Έλληνα αλλά από μητέρα Αμερικανοουκρανή, η ελληνικότητά του αποκαλύπτεται ατόφια στα έργα του, όπως στην παραπάνω ανθολογία του που δημοσιεύθηκε το 1974 στην Αθήνα και η οποία στην ουσία εκφράζει την αγάπη του για την Ελλάδα του πατέρα του και των προγόνων του αλλά, ταυτόχρονα, και την προσωπική του κραυγή διαμαρτυρίας και αγανάκτησης για την άθλια πολιτική της κατάσταση στην οποία περιέπεσε κατά την περίοδο της δικτατορίας.

 

4. Συμπέρασμα

Σύμφωνα με τα διαχρονικά κειμενικά δεδομένα η ελληνικότητα δεν αποτελεί μόνο μέρος της ταυτότητας των λογοτεχνών μας (Ελλήνων και ελληνογενών) στους Αντίποδες αλλά πως, επιπλέον αρθρώνεται και στα έργα τους, και μάλιστα κατά ποικίλους τρόπους. Βέβαια εκείνο που έχει συμβάλει ενθαρρυντικά είναι και η κοινωνική αντίληψη του πολυπολιτισμού που απολαμβάνει τόσο η Αυστραλία όσο και η Νέα Ζηλανδία ήδη εδώ και αρκετά χρόνια. Είναι γεγονός πως η ιδεολογία του πολυπολιτισμού αναγνωρίζει αφενός τη διατήρηση της πολυπολιτισμικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς των μεταναστών και αφετέρου την έκφραση της εθνοτικής τους ταυτότητας μέσω πολιτισμικών διαύλων, συμπεριλαμβανομένης και της λογοτεχνίας, η οποία στην περίπτωση αυτή, επί δεκααετίες τώρα, έχει δημιουργήσει ένα εκτεταμένο και δυναμικό σώμα έργων στα οποία απεικονίζονται ποικίλες όψεις ελληνικότητας άξιες προσοχής και μελέτης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγγελίδης, Αλέκος, Οι ένοχοι της συμφοράς: Η ιστορία καταθέτει, Μελβούρνη, 1980.

Adamidou-Kallis, Tina, Weeping Island: A Collection of Cypriot Literature, Nicosia: Cypriots Friendship Association, 2001.

Βασιλακάκος, Γιάννης, Η ταυτότητα, Αθήνα: Γούτεμπεργκ [1982].

Harlow, Michael, Events, Greece, 1967-1974, Athens: Anglo-Hellenic Publishing, 1974.

Καζούρης, Γιώργος, Παραλίγο διαζύγιο, στο Γιώργος Καναράκης, Η λογοτεχνική παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία, (Σειρά: «Μελετήματα» αρ. 1), Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, 1985, σ. 444-450 και στου ίδιου Greek Voices in Australia: A Tradition of Prose, Poetry and Drama, Sydney: Australian Νational University Press, 1987, σ. 334-340.

Καναράκης, Γιώργος, Όψεις της λογοτεχνίας των Ελλήνων της Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, Αθήνα: Εκδ. Γρηγόρη, 2003.

Kizilos, Katherine, The Olive Grove: Travels in Greece, Melbourne: Lonely Planet Publications, 1997.

Maniaty, Tony, Smyrna, Ringwood, Vic.: Penguin, 1989.

Maniaty, Tony, “Bound, Unbound, Learning” 1994 [αδημοσίευτο δοκίμιο].

Messaris, Joan, “Timoshenko Aslanides: An Australian Poet with a Greek Heart”, Ο Κόσμος, 27 Μαρτίου 1990, σ. 13 [Συνέντευξη του Timoshenko Aslanides].

Ράλλη-Καθαρείου, Σοφία, Ιφιγένεια κάτω από τον Τροπικό του Αιγόκερω [Αδημοσίευτο].

Ράλλη-Καθαρείου, Σοφία, Τράνζιτο, Αθήνα, 1989.

Ξενοφού, Θεόδωρος, Ηλιόλουστα σκοτάδια, Αδελαΐδα: Elikia Books, 1989.

Φατσέας, Ανάγυρος, The Foreign Born, στο Γιώργος Καναράκης, 1985, σ. 547-552 και στου ίδιου, 1987, σ. 414-418 [Αποσπάσματα].

© Καθηγητής Γιώργος Καναράκης
– Charles Sturt University
Αυστραλία

One Reply to “Η Ελληνικότητα στην Ομογενειακή Λογοτεχνία των Αντιπόδων: Σταθερές και Μεταβλητές”

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *