Το Αγκάθι

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σαν  φτάσαμε στο Πόρτο,
ήρθε ο ατζέντες βιαστικός,
γράμματα από την πατρίδα
φώναξε ο γραμματικός.

Παρέλυσαν  τα πάντα,
οι ναύτες, ο λοστρόμος,
οι θερμαστές, οι λιπαντές,
καθαριστές, μαγείροι.

Όλοι αυτοί συνάχθηκαν,
Για γράμματα απ’ το σπίτι.

Έτρεξε και ο μάγειρας
να πάρει το δικό του,
στην κάμαρή του κλείστηκε,
κι έκανε το σταυρό του.

Μια φωτογραφία,
νεαρής  γυναίκας,
με αφιέρωση,
ένα παντοτινό αντίο,
έχω βαρεθεί, να σε περιμένω.

Σαν σουρούπωσε,
κάναμε παρέα.
Στου λιμανιού τα καταγώγια,
έπινε για να ξεχάσει,
γυναίκες μας πλησίασαν,
τις έκανε όλες πέρα.

Ξάφνου πετάχτηκε όρθιος,
φάνηκε μία που έμοιαζε
εκείνης,
τρελάθηκε ο άνθρωπος,
την φώναξε κοντά του.

Χωρίς να καταλάβει,
Είχε πέσει θύμα.
Η μορφή της άλλης,
ένα αιώνιο στίγμα,
της καρδιάς του αγκάθι.

© Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *