Η λέξη που αρχίζει από “Μ”

Share

Ιάκωβος Γαριβάλδης

Ήταν Αύγουστος στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα όταν άρχισε ένα ταξίδι κάποιων απροσδόκητων διακοπών που μ’ έφερε μια παράδοξη μοίρα.

Κατακαλόκαιρο, κι εμείς τέσσερα ανέμελα παιδιά με τη μητέρα, καταλήξαμε σ’ ένα γραφικό νησάκι, τόσο μικρό που μπορούσε κανείς να περπατήσει τη διάμετρό του σε μια ώρα. Ένα  νησάκι στημένο καταμεσής του πελάγου σαν σκηνικό κάποιας καλοστημένης παραγωγής όπου για πρώτη φορά και με τα δικά μου παιδιάστικα καμώματα, κατάλαβα τι σήμαινε για μένα η λέξη «μάνα»…

Μάνα… μια λέξη που ο πλάστης έβαλε σ’ αυτό το χώρο γιατί έπρεπε να δώσει ύλη στην αγάπη, έπρεπε να προσωποποιήσει την απεραντοσύνη της μακροθυμίας, έπρεπε να ζωγραφίσει την καλαισθησία, έπρεπε να δώσει σάρκα και οστά στην ευαισθησία.

Αν δεν ήτανε δημιουργός, εκείνος που έπλασε τη μάνα, τότε ήταν ένας τέλειος γλύπτης. Διαφορετικά πώς είναι δυνατόν να της έδινε ένα τόσο ελαφρύ χέρι και συνάμα τόσο ανθεκτικό στη λάτρα της επιβίωσης. Η στοργή της ένας κήπος γεμάτος χάρη, ελπίδα και όνειρα!

Αυτή ήταν κι η δική μου μητέρα, η μικρόσωμη εκείνη ύπαρξη με τα σγουρά μαλλιά με το σπιθοβόλο μα και συμπαθητικό βλέμμα που σε καθήλωνε με την πρώτη ματιά. Πόσα δεν άκουσε για χάρη μου!


* * *


Μας είχε βάλει, θυμάμαι, στο υπεραστικό λεωφορείο βιαστικά τότε η μητέρα και μας κουβάλησε για έναν ολόκληρο ηλιοστάζοντα μήνα στην Αμμουλιανή.

Έτσι στα γρήγορα βρέθηκα μισοβουτηγμένος σε κάτι πρασινογάλανα νερά και κάτι προκλητικά κύματα που ακόμη τώρα μετά από τόσα χρόνια τα βλέπω μπροστά μου πεντακάθαρα. Βρέθηκα ανάμεσα στους σπάρους, στις ζαργάνες και στη μαρίδα που σπαρταρούσαν ολόφρεσκα στα κοφίνια των ψαράδων.  Βρέθηκα ανάμεσα στα ξεφωνητά του μόλου όταν τα καΐκια προσέγγιζαν αργά για να δεθούν στον κάβο.  Ανάμεσα στα γεροδεμένα κορμιά εκείνων των ηλιοκαμένων ανθρώπων που ξυπόλητοι και καθισμένοι κατάχαμα καθάριζαν τα δίχτυα ενώ το στόμα τους σφύριζε μ’ έναν παραδεισένιο ρυθμό που ερχόταν από άλλες εποχές.

Μα δεν μου έφτανε να βλέπω όλ’ αυτά· δεν μπορούσα να μείνω εκεί χάσκοντας την ομορφιά κάποιας τράτας ή τα τσιμπολογήματα των γλάρων. Ήταν κάποιες άλλες φορές, που κρατώντας την αναπνοή μου έμπηγα το κεφάλι στα ρηχά, και χάζευα την πηγαία χάρη στο κολύμπι των μικρόψαρων μέχρι που κόντευα να σκάσω. Ο πόθος μου, να ψάξω κάτω από την επιφάνεια, πέρα απ’ εκεί που έβλεπε το μάτι. Έτσι, στους πασίγνωστους τόπους του Αιγαίου, με τα γοργόπτερα στοιχειά του, έμαθα να κτυπώ και με το ψαροντούφεκο στο ξάφνισμα δροσιάς του αλμυρού νερού, ότι κι αν κουνιόταν.  Ενώ σε κάποιες απόμερες παραλίες είδα και πόσο θεϊκό στα νιάτα του είναι το γυναικείο σώμα βλέποντας την εικοσιπεντάχρονη γειτόνισσα να βουτάει απόρουχη σε κάποια παράμερη αμμουδιά που την περιτριγύριζε μια σειρά από θαλασσόδερτους, ξεπλυμένους κι εξ’ ίσου γυμνούς  βράχους.


* * *


Πήγαινα συχνά στην φωτόλουστη αποβάθρα, έτσι για να δω τα καΐκια να πηγαινοέρχονται στο λιμάνι, τα καΐκια που ρίχνοντας ή τραβώντας την άγκυρα, να λύνονται ή να δένονται σαν άλογα στο παχνί.

Φοβόμουν όμως τη βαθιά θάλασσα. Την έτρεμα και πολύ μάλιστα γιατί είχα ακούσει τόσους και τόσους που είχε πάρει στους υγρούς κι αβίαστους κόλπους της για πάντα. Ήθελα όμως τόσο πολύ να τη γνωρίσω. Γι’ αυτό κι έβαλα τα δυνατά μου να μάθω να επιπλέω βλέποντας και τους ντόπιους να πηδούν στο νερό εντελώς άφοβα, εκεί που καθώς φαινόταν το βάθος ήταν γύρω στα δέκα μέτρα δίπλα στην τσιμεντένια αποβάθρα.  Άλλωστε έπρεπε να φανώ αντάξιος του πατέρα που φημιζόταν για την δελφινένια ευχέρεια με την οποία έκανε τα μεγάλα μακροβούτια και τον έχαναν όλοι από τα γοργοκίνητα και ανήσυχα μάτια τους. Έπρεπε να μάθω κι εγώ σαν κι εκείνον και δεν ήθελα κανέναν να μου δείξει. Δεν είναι γενναίο να ζητάς να σου μάθουν άλλοι αυτό που μπορείς μόνος σου να μάθεις.

Έτσι ήρθε ακόμη μια ηλιοκαμένη μέρα, όταν ο ζέφυρος ήταν στα καλά του κι η ζωοδόχα και συνάμα αποπνίχτρα θάλασσα με φώναζε στην αγκαλιά της ήρεμα και ρυθμικά όπως κάθε πρωί σαν το βούισμα του αγέρα, σαν την ησυχία της απόλυτης νύχτας, σαν την ευγλωττία ενός πανέμορφου ζωγραφισμένου τοπίου. Τότε το πρόσωπό μου φάνηκε να κομπάζει καθώς ζύγιαζα το βάθος του νερού πριν κάνω το μεγάλο άλμα. Δεν άντεχα πλέον· το κύμα ήταν τόσο λείο και ρυθμικό που ο ήχος του θύμιζε φλοίσβο, ενώ το άπλετο φως που χρύσιζε καθώς αντανακλούσε στην κορυφή κάθε ολκού σε τραβούσε σαν μαγνήτης.  Φτάνουν τέλος πάντων τα τσαλαβουτήματα, σκέφτηκα.  Δεν ήθελα όμως κανείς να πάρει χαμπάρι ότι δεν ξέρω να κολυμπάω και βρήκα ένα λιγάκι απόμερο μέρος, αψηφώντας όλες μου τις φοβίες, να κάνω την απόπειρα.

Το νερό ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Αρκετά κρύο να σε δροσίσει από τη ζέστη του καλοκαιρινού ήλιου και αρκετά θερμό να με κάνει να μη θέλω να βγω ποτέ.  Ξάφνου, οι ήχοι της ζωής πνίγηκαν καθώς τ’ αυτιά μου ξεπέρασαν την επιφάνεια, ενώ τα μάτια μου ορθάνοιχτα και βλέποντας την απόσταση του βάθους, περιστρεφόταν ανήσυχα. Ας μπορούσα να μείνω εκεί και να μην έβγαινα ποτέ! Ας ήταν να με πάρει στις αιώνιες αγκάλες του αυτό το κύμα και να με νανούριζε σαν βρέφος! Ας ήταν η μυστηριώδης φύση να με άφηνε να κάνω αυτό που θέλω.

Σε λίγο όμως η κούραση εμφανίστηκε στον αγώνα να επιπλεύσω. Τα χέρια μου ανήμπορα να με κρατήσουν στην επιφάνεια, αφού άρχισα να χάνω τον ήλιο πάνω από το κεφάλι μου. Δεν άργησα να χάσω κι αυτή την ψυχραιμία μου όταν κατάλαβα ότι δεν ήταν σωστό αυτό που σκάρωσα.  Ποιος θα με έσωνε όμως τώρα αφού δεν ήταν κανείς τριγύρω;  Ποιος θ’ άκουγε τις απεγνωσμένες φωνές μου και θα ‘ρχόταν να με βγάλει.  Δεν είχα όμως άλλη εκλογή κι άρχισα να στριγκλίζω ‘βοήθεια!’ με όλη τη δύναμη που μου έμεινε και κάθε φορά που κατάφερνα να βγάλω στο στόμα μου πάνω από το νερό.  Τα άλλα παιδιά ευτυχώς άκουσαν τις απεγνωσμένες κραυγές μου κι έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Αντί όμως να με βοηθήσουν να βγω, χασκογελούσαν με τις απεγνωσμένες μου προσπάθειες να επιπλεύσω δίχως να κουνιούνται από τη θέση τους. Άκουγα κάποια χαχανητά που-και-που κάθε φορά που κοντοζύγωνα στην επιφάνεια.

Σε λίγο είχα αποκάμει, τα χέρια και τα πόδια μου δεν κουνιόταν πλέον κι άρχισα να βυθίζομαι…  Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από κει και πέρα.  Απ’ ότι έμαθα όμως αργότερα τα παιδιά όταν για λίγη ώρα δεν με είδαν να βγαίνω έπεσαν όλα μαζί να με σώσουν.  Εγώ βέβαια είχα πλέον χάσει τις αισθήσεις μου, ενώ το νερό που ήπια μάλλον ήταν η μισή θάλασσα.

Μ’ έβγαλαν έξω κι άρχισαν τα γιατροσόφια, ενώ ένας από δαύτους, που μέχρι εκείνη τη στιγμή χαριτολογούσε, έτρεξε να φωνάξει τη μάνα μου. Δεν μπορούσαν να με συνεφέρουν κι όταν κατέφτασε  η μάνα με τις φωνές μ’ άρπαξε κατατρομαγμένη στα χέρια της από φόβο ότι πνίγηκα. Με σήκωσε πάνω κι άρχισε να τρέχει, απ’ ότι μου είπαν αργότερα, δίχως να γνωρίζει για πού τραβούσε. Σκόνταψε, έπεσε, μάτωσε αλλά εμένα δε μ’ άφησε από τα χέρια της.  Χτύπησε την πόρτα κάποιας μαμής του χωριού αλλά δεν τη βρήκε μέσα. Ζήτησε βοήθεια από κάποιον περαστικό, αλλά αυτός το μόνο που έκανε είναι να της υποδείξει το σπίτι του γιατρού. Εκείνη τότε ακροποδίζοντας όδευε με απίθανο σθένος και δύναμη προς το σωτήρα μου. Φτάνοντας λαχανιασμένη στην πόρτα του γιατρού τον βρήκε να λείπει. Η έμπειρη γυναίκα του όμως είπε θα γυρίσει σε λίγο κι έτσι με ξάπλωσαν επάνω σ’ ένα κρεβάτι.  Σα να θυμάμαι το χέρι της πάνω στο μέτωπό μου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, ενώ η φρίκη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Δεν την έβλεπα, δεν την άκουγα, παρά θυμάμαι εκείνο το θεϊκό της χάδι, το γλυκό της φιλί στο μέτωπο, την ανάσα της τόσο κοντά μου, το δάκρυ της που κύλισε για να μου δώσει για μια φορά ζωή από τη δική της ζωή.

Ο γιατρός μόλις ήρθε άρχισε αμέσως τις προσπάθειες να με συνεφέρει. Σε λίγο είχε βγάλει όλο το υπόλοιπο νερό που κατάπια αλλά εγώ ήμουν ακόμη αναίσθητος. Η μάνα πάνω στην απόγνωση και το φόβο πιθανού χαμού ενός σπλάχνου της, δεν σταμάτησε να φωνάζει μπας και ανταποκριθώ.  Όταν αντιλήφθηκαν ότι τίποτα δεν γινόταν ο γιατρός τηλεφώνησε το ασθενοφόρο να με πάρουν στο πιο κοντινό νοσοκομείο. Η μάνα, βάζοντας μια μαύρη μαντίλα σφιχτά γύρω από το κεφάλι της ακολούθησε.  Έκανα ώρες πολλές να συνέλθω στο νοσοκομείο κι εκεί που μια στιγμή εκείνη καθόταν με το κεφάλι γερμένο στο κρεβάτι μου εγώ άνοιξα τα μάτια, «…σαν από θάμα» μου είπε, και φώναξα τ’ όνομά της.


* * *


Αυτό το συμβάν όχι μόνο μ’ έκανε να σέβομαι τη θάλασσα, όχι μόνο μ’ έκανε να προσέχω λίγο περισσότερο στη ζωή μου, αλλά και για κάποιο ανείπωτο λόγο να χάσω εντελώς το φόβο μου και να τον αντικαταστήσω μ’ εκείνο το δέος που σε θέλει να χάσκεις βαθιά μέσα στο κύμα όταν την αντικρίζεις. Η θάλασσα ήταν η μάνα όλων μας, αυτή που μας έχασε από την αγκαλιά της και κάθε τόσο έστελνε το κύμα να μας φωνάξει. Υποσχόταν πλούσια δώρα, ανείπωτα όμορφα δειλινά και μια ελπίδα που πήγαζε μέσα από την απέραντη ηρεμία όταν ησύχαζε.

Όταν τελικά έμαθα να κολυμπώ και ξεφοβήθηκα, αμέσως άρπαξα ένα παλιό ψαροτούφεκο που είδα κρυμμένο στης θείας το ντουλάπι και πήγα καμαρωτός να φέρω ψάρι από το βυθό. Όσο άντεχα κάτω από το νερό έψαχνα οτιδήποτε κουνιόταν να το κάνω στόχο. Πάλευα εκεί με τις ώρες στα γαλαζοπράσινα νερά του Αιγαίου. Τελικά έβγαινα με καμάρι έξω, με τη θάλασσα να τρέχει να φύγει σταγόνα σταγόνα από πάνω μου παίζοντας με τις ακτίνες του ήλιου και διαγράφοντας όλα τα χρώματα σε κάθε μια από αυτές τις σταγόνες. Εγώ όμως πού να καταλάβω αυτή την ομορφιά της αφού κρατώντας κανένα κάβουρα, ή κανένα σπάρο ανέβαινα την ανηφόρα προς το σπίτι. Μέχρι που μια μέρα κτύπησα ένα μεγάλο χταπόδι κι αυτό επειδή δεν σκοτώθηκε κόντεψε να με πάρει μαζί του τραβώντας το ψαροτούφεκο τρομαγμένο κι αφήνοντας μελάνι που θόλωσε τα πάντα γύρω… Δεν είπα στη θεία ότι χάθηκε το ψαροτούφεκο, οπότε απέφευγα τις πολλές κουβέντες για το γεγονός μέχρι που κι εγώ ο ίδιος το ξέχασα.

Μετά λίγες μέρες βλέπω το γείτονα, αυτόν που παίζαμε μαζί τα απογεύματα, να κρατάει το ψαροτούφεκο και ν’ ανεβαίνει την ανηφόρα προς το σπίτι του. Αμέσως έτρεξα και του είπα πως αυτό ήταν δικό μου κι ότι έπρεπε να το επιστρέψει γιατί «ο καλικάντζαρος θα του έτρωγε τη μούρη» αν δεν το κάνει. Εκείνος με πείσμα θέλησε να μου ξεφύγει αλλά ’γω δεν τον άφησα. Του ξαναζήτησα να μου το δώσει και σε λίγο ο καυγάς είχε αρχίσει για τα καλά. Εκείνος δεν με πίστευε από τη μια ενώ από την άλλη έλεγε, «και δικό σου να είναι εγώ το βρήκα στη θάλασσα». Να όμως που εγώ τώρα που βρέθηκε έπρεπε να το επιστρέψω στη θέση του…

Δεν κρατήθηκα, άρπαξα μια πέτρα και του την έφερα στο κεφάλι. Τον πήραν τα αίματα και παρατώντας το ψαροτούφεκο κατάχαμα έτρεξε κλαμένος στο σπίτι του. Το γραπώνω τότε κι εγώ και τρέχω να το βάλω στη θέση του, στο ντουλάπι της θείας, πριν με πάρουν χαμπάρι.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσα μια φασαρία έξω από το σπίτι, υψηλόφωνες ομιλίες, ή μάλλον αγριοφωνάρες που όλο κοντοζύγωναν. Τρέχω στο παράθυρο και τι να δω; Τον γείτονα που του έσπασα το κεφάλι τυλιγμένο μ’ ένα επίδεσμο να φέρνει μαζί του ολάκερο το σόι. Πρέπει να ήταν περί τα τριάντα άτομα, τουλάχιστον έτσι εγώ τα έβλεπα κι ένας μάλιστα κρατούσε κι ένα κομμάτι ξύλο.

Αμέσως τρέχω προς το πιο πίσω δωμάτιο και χώνω το κατατρομαγμένο μου εγώ κάτω από της μάνας το κρεβάτι. Νάσου και χτυπά η πόρτα με δύναμη σε λίγα δευτερόλεπτα. Ανοίγει ανήσυχη η μητέρα και άρχισε να ζητά εξηγήσεις. Ένας άντρας μέχρι εκεί πάνω, με γαλόνια και στολή που καθώς έλεγε ήταν αστυνομικός της λέει:

– Ξέρεις τι έγινε κυρά μου;

– Όχι. Απαντά απορημένη η μάνα μου.

– Πού είναι προκομμένος σου να σου πει;

– Δεν ξέρω τι έγινε το παιδί αλλά για να είσαστε εδώ εσείς τόσοι ενάντια σ’ ένα ανυπεράσπιστο ανήλικο σημαίνει πως κάτι ξέρετε που δεν το ξέρω εγώ. Γι’ αυτό πείτε μου τι συμβαίνει…

– Μήπως τον κρύβεις πουθενά, για να δω μέσα…

Και κάνει να σπρώξει την πόρτα όμως η μάνα μου που δεν είχε τη δύναμη της γυναίκας του χωριού αλλά έτριβε ρούχα στη σκάφη μέχρι που τα χέρια της έβγαζαν μπράτσα σαν τον Καρπόζηλο, του έφραξε το δρόμο κι αγριεύοντας του λέει:

– Άκουσ’ εδώ εσύ μαντράχαλε, δεν μ’ ενδιαφέρει αν με πιστεύεις ή όχι. Στο σπίτι όμως δεν θα μπεις, γιατί δεν θα σε αφήσω εγώ. Κάνε πίσω λοιπόν, κι αν δεν έχεις ένταλμα σύλληψης τράβα το δρόμο για το δικό σου σπίτι, πριν σου κλείσω την πόρτα κατάμουτρα! Διαφορετικά λέγε μου τι έγινε.

Ο άντρακλας δεν πίστευε στα μάτια του, μια μικροσκοπική γυναίκα να του μιλάει έτσι κι αφού της είπε πως εγώ προσπάθησα να σκοτώσω τον ανεψιό του με τις πέτρες για να του κλέψω το ψαροτούφεκο που ήταν δικό του.

– Για να δω τον ανεψιό σου κύριε Κώστα…

– Φέρνει τότε το παιδί εκείνος και του βγάζει τον επίδεσμο που όπως μου είπε η μάνα μου αργότερα φανέρωσε ένα καρούμπαλο σαν μπαλάκι του τένις.

Εκείνη σαν να μη συνέβαινε τίποτα, γυρίζει και τους λέει:

– Δεν ντρέπεστε ρε τόσοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά να θέλετε να δείρετε το γιο μου για μια λογομαχία που έγινε μεταξύ παιδιών; Αν ο γιος μου ήταν αυτός που την έτρωγε κατακούτελα, τι θα έπρεπε να κάνω εγώ, να φέρω τον άντρα μου και όλο μου το σόι από τη Θεσσαλονίκη για να βρούμε άκρη; Δεν καταλαβαίνετε ότι τα μικρά καμιά φορά παίζουν μαζί, καμιά φορά μαλώνουν και χτυπιούνται; Μήπως εσείς τι κάνατε στα νιάτα σας;  Άντε μαζέψτε τα από δω και δεν έχω τίποτα άλλο να σας πω. Με μια γρήγορη κίνηση η πόρτα έκανε μπαμ κι αυτοί όλοι γύρισαν κι έφυγαν με τις ίδιες αγριοφωνάρες που ήρθαν.

Εκείνο το βράδυ είχαμε βέβαια ανακρίσεις και συζήτηση πολύ, αλλά ότι κι αν έγινε εγώ το έβλεπα σαν σωτηρία της μάνας που αισθάνθηκε το χρέος να προστατέψει το παιδί της. Μου μήνυσε από δω και πέρα ποτέ πια να μην παίξω με το γείτονα, κι εγώ της το υποσχέθηκα.

Ποτέ δεν αμφισβήτησα στο μέλλον τη γνώμη και τη θέλησή της. Ποτέ ξανά δεν κράτησα σκυμμένο το κεφάλι.  Αλλά και ποτέ δεν χαριτολόγησα για τον σταθερό και δίχως όρους ρόλο της.  Συχνά μέχρι και σήμερα κάνω περιοδείες στους χώρους της μυρωμένης αίσθησης της αγάπης της. Της απέραντης αγάπης μιας ύπαρξης που αποτελεί το τελειότερο δημιούργημα της πλάσης. Κι ας φαίνεται αυτή η αγάπη χαμένη πολλές φορές σ’ ένα πέλαγος από καχυποψίες και κουτοπονηριές. Τη λάμψη της που θαμπώνει τους πιο άπιστους και δίνει ζωή σ’ αυτούς που επιθυμούν να επιζήσουν. Της αγάπης που προσπέρασε το δράμα της γέννας καταλήγοντας πιο έντονη μετά το μεγάλο πόνο. Της μόνης αγάπης που είναι αποτυπωμένη στην αιωνιότητα σαν ιερή ανεξίτηλη χαλκομανία. Μιας αγάπης που ενσαρκώνεται για να δείξει το απώτερο σημείο αρετής που μπορεί να φτάσει στο μεγαλείο του το ανθρώπινο γένος.

Ήτανε μέρες που ξεχνιόμουν. Ήτανε μέρες που δεν διαισθανόμουν τον κόπο και μόχθο της φροντίδας της γιατί όλα δούλευαν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Ήτανε μέρες που χανόμουν μέσα στις παιδικές μου σκέψεις. Εκείνες τις μέρες της ξεγνοιασιάς την αδικούσα.  Την αδικούσα όταν μετά την αίσθηση μιας ασταμάτητης μητρικής ευφορίας στην αγκαλιά της έτρεχα να φύγω για να συνεχίσω το παιχνίδι. Την αδικούσα όταν στη φούρια της να φροντίσει όλους, εγωιστικά κατέβαζα το κεφάλι δήθεν αδικημένος κι έτσι τραβούσα περισσότερο την προσοχή της. Μια ζωή τη θυμάμαι να κρατάει το βελόνι, έχοντας δεκάδες κλωστές κρεμασμένες πάνω της, με όλων των ειδών τα χρώματα και σε διάφορα μήκη· δεν σήκωνε κεφάλι, συμπληρώνοντας εκείνα που δεν κατάφερνε να βγάλει ο πατέρας. Τ’ αγγελικά χέρια της ότι κι αν έπιαναν το έκαναν χρυσάφι. Άναυδος μπρος στο μικροκαμωμένο κορμί της μ’ εκείνα τα σγουρά της μαλλιά και τα μαύρα της μάτια που δεν μ’ άφηναν να φύγω από κοντά τους ποτέ.

Αυτή ήταν η μητέρα.  Το στερνό ποτήρι κάθε ελπίδας. Η δίοδος του ανθρώπου προς την αιωνιότητα. Όταν λείπει φαίνεται τόσο άδειο εκείνο το κενό της οικογενειακής ολότητας. Όταν λείπει δεν υπάρχει οικογένεια.

Λυπάμαι αυτούς τους ελάχιστους που δεν γνώρισαν τη μάνα. Λυπάμαι εκείνους που την πλήγωσαν, την εγκατέλειψαν ή ακόμη και την αγνόησαν.  Αυτοί είναι οι χαμένοι. Αυτοί δεν γνώρισαν την τέλεια μορφή της που σήμερα τόσο μου λείπει εδώ στην ξενιτιά. Ένα χάδι αγάπης της δικής μου Μάνας…


© Ιάκωβος Γαριβάλδης

5 Replies to “Η λέξη που αρχίζει από “Μ””

  1. Πως τα καταφέρνεις και μας συγκινείς βαθιά πάντα!
    Υπάρχουν κομάτια που μπαίνουν κατ’ ευθείαν στην ψυχή μας! Σαν την ωραία διαχρονική ποίηση. Θέλεις να τα αποστηθίσεις για να νιώθεις αυτό το γλυκό συναίσθημα για τη Μάνα συνέχεια, πέρα από αυτό που νιώθει το κάθε παιδί, ο κάθε άνθρωπος.
    Είναι και επίκαιρο πάντα το θέμα πολύ δε περισσότερο τώρα που πλησιάζει η Υπαπαντή του Κυρίου, 2 Φεβρουαρίου, που κατά τη θρησκεία μας εορτάζεται η Μητέρα.
    Είναι ίσως ευκαιρία και έναυσμα για περισσότερες αναρτήσεις για τη Μάνα από τα αγαπητά μέλη μας.

  2. …Ιάκωβέ μου,
    το χάρηκα, από την αρχή μέχρι το τέλος…
    και περισσότερο που έμαθα μαζί σου και μια άγνωστη για μένα λέξη: “απόρουχη!!!”
    Δεν γνωρίζω αν είναι δική σου ή τοπική…
    εκείνο που γνώρισα, με μεγάλη συγκίνηση και σεβασμό, είναι η μάνα σου, “μικρή μεν το …δέμας…” μα δυνατή, τόσο που να μεγαλουργεί στη παιδική ψυχή!

    Να είσαι πάντα καλά και να τη θυμάσαι με Αγάπη,
    Σε χαιρετώ,
    ως και την οικογένειά σου,
    με … γρήγορες, “παγωμένες” ανάσες από τη χιονόπληκτη Νέα Υόρκη,

    Υιώτα Στρατή,
    “αστοριανή”

    Υγ.: Χαιρετισμούς και στην Ευαγγελία Π., με αγάπη, Υ. Σ.

  3. IAKOBE, OPWS LEEI KAI H GIOTA,TO XARHKA KAI EGW APO THN ARXH WS TO TELOS… TO DIABASA OLO ME TH MIA,DEN MPOROUSA NA TO AFHSW,HTHELA NA DW THN EXELIXH. TAXIDEPSA SE XRONIA PAIDIKA, STH ZESTH AGKALIA THS MANAS. OSFRAN8HKA THN AYRA THS THALASSAS . EBLEPA POLLES EIKONES NA ZWGRAFIZONTE STH SKEPSH MOU. TO DIASKEDASA KIOLAS POLY, O TROPOS POU TA GRAFEIS ME EKANAN NA GELASW POLLES FORES. POLY WRAIO!!EYXARISTW!!YPEROXO!!! KATAPLHKTIKO!!!!! AX! AYTH H MANA!! AN OLOI H ANTHRWPOTHTA EIXE THN AGAPH POU EXEI MIA MANA GIA TO PAIDI THS , THA ZOUSAME SE POLY KALYTERO KOSMO SHMERA, ME POLLH AGAPH!!! NA EISAI KALA IAKWBE KAI NA MAS TAXIDEYEIS, NA MAS KANEIS NA ANAPOLOUME ETSI ME TA OMORFA GRAFOMENA SOU….

  4. Αγαπητοί μου φίλοι,
    Σήμερα που θυμήθηκα τη μάνα μου χαίρομαι πολύ που ερέθισα και τη δική σας μνήμη να τη σκεφτείτε και να την αγκαλιάσετε με το βλέμμα της ψυχής σας. Είτε εκείνη ζει είτε όχι. Όμως για σκεφτείτε τι νόημα θα είχαν η πραγματική αγάπη και η στοργή δίχως τη μάνα να μας δώσει να τις καταλάβουμε.
    Η λέξη “απόρουχη” Γιώτα είναι δικής μου κατασκευής. Καμιά φορά έχω αυτό το μειονέκτημα, πάντα όμως φροντίζω να μην είναι δυσνόητες.
    Όλα αυτά που γράφω για το χαρακτήρα της δικής μου μάνας πιο πάνω είναι αληθινά. Είναι δυνατόν να μην τη σκέφτομαι με όλες αυτές τις αρετές της;
    Ιάκωβος

  5. Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες, τόσο για την επιλογή της Μάννας, ως θέμα γραφής, όσο και για το ωραίο γράψιμο του κ. Γαριβάλδη, που δείχνει ότι και στον πεζό του λόγο έχει εξ ίσου πολύ καλή πέννα. Πέρα από τα μηνύματα για τη Μάννα, κάποιες εικόνες και περιγραφές είναι τόσο ζωντανές και ποιητικές που νομίζεις ότι είσαι εκεί και τα ζεις ο ίδιος. Οι δε στιγμές αγωνίας του παιδιού που νιώθει να χάνεται η ανάσα του και η ζωή του, με έφερε και μένα σε ανάλογες στιγμές, που είχα περάσει, τότε που όταν αρχίζει ένα παιδί να κολυμπά νομίζει ότι έχει κατακτήσει όλους τους ωκεανούς, αλλά μόλις καταπιεί την αλμύρα της θάλασσας, διαπιστώνει πόσο μικρός κι αδύναμος είναι, μπρος στο μεγαλείο της και ότι μια αναπνοούλα ισοδυναμεί με… τη ζωή του ολάκερη.
    Πολύ όμορφο κείμενο. Η λέξη “απόρουχη” με εντυπωσίασε και εμένα. Ίσως δε την… κλέψω κιόλας, χωρίς να αναφέρω τον γλωσσοπλάστη. ( Αστειεύομαι φυσικά).
    Καλή και η ιδέα της Κας Πεχλιβανίδου να υπάρξουν και άλλες αναρτήσεις για τη Μάννα.
    Είναι άραγε τυχαίο που και το ημερολόγιο του 2011 του Συλλόγου Μυτιληναίων “Θεόφιλος” είναι αφιερωμένο στις μάννες και τους λέει: “ρήγισσες του Μόχθου, της Αξιοσύνης της Προσφοράς, σε ξύλο τριανταφυλλιάς θα σκαλίσω τα πάθη σας…” και τις παρομοιάζει με τη μάννα -γη: “Όσοι φύγαμε από τη γη που μας γέννησε, η νοσταλγία μάς παρασέρνει σε ταξίδια επιστροφής”. Αυτή η νοσταλγία της μάννας κάνει τον ποιητή Ν. Λαπαθιώτη να τελειώνει ένα ποίημά του για τη μάννα , σε αυτό το ημερολόγιο:”…Κι η γη εκείνη μόνο, Μάννα μου/κάτι για μένα έχει του παραδείσου/που, ως και τον ίδιο μου τον εαυτό αγαπώ/ γιατί ήτανε παιδί σου…”
    Άρις Αντάνης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *