Το παιδί και το …σκυλί!

Share

Κωνσταντίνος Νίγδελης

 

 

-Έλα, έλα, «χρυσούλη»!

Τσιμουδιά, μουγκαμάρα τρανή, ο «χρυσούλης».

-Μα… μα δεν έφαγες τίποτε, καλέ… Έλα, έλα…

Άκρα του τάφου σιωπή, ο «χρυσούλης», το καλό μου, αδιάφορος και πάλι, παρά τις εκκλήσεις και παρακλήσεις της ξανθιάς, με τα ολίγα κοιλιακά προγούλια κυρίας. Τίποτε.

-Καλέ! Τι θα γίνει με σένα, ε; Και επιτέλους θα θυμώσω… θύμωσα και δεν …δεν θα σε πάω βόλτα στο πάρκο το απόγευμα. Πάει, το πήρα απόφαση, σου κάμω όλα τα χατίρια και συ είσαι κακό, πολύ κακό παιδάκι. Αχάριστε, ε αχάριστε!

Ο αχάριστος, συγγνώμη ο «χρυσούλης», γύρισε το κεφαλάκι του. Την κοίταξε μάλλον αδιάφορα, ξύθηκε κομματάκι, χασμουρήθηκε και …και ξανακατέβασε την παμπόνηρη γκλάβα του.

-Καλά, καλά, θα δεις εσύ.

Μωρέ μπράβο, ούτε κιχ, ούτε μιλιά, πλήρης αδιαφορία, μήτε κούνημα ματιών, παρ’ όλες τις προσπάθειες  της ξανθιάς κυρίας να του δώσει έστω και μια μπουκίτσα, από τα καλούδια που’ χε στα γεμάτα μπιχλιμπίδια χεράκια της. Ολόζεστα σάντουιτς με ξεροψημένο γύρο που σκότωνε, τρέλανε, διέγειρε τους κοιλιακούς, στομαχικούς μυς…

Αυτός εκεί, στο δικό του το χαβά, ποιος να ξέρει τι συλλογιζότανε, ονειρευότανε, λιγουρευότανε… σε ποιες εικόνες ή με ποιες εικόνες παιδευότανε ο λογισμός του, το είναι του.

-Καλά, καλά,  θα δεις εσύ. Νουμεράκια, ε; Παιχνιδάκια θέλεις δικέ μου; Ε, να,  λοιπόν κι εγώ θα δείξω. Θα δώσω αυτό το ωραίο σάντουιτς,- το ’φερε μπροστά στη μυτούλα του- θα το δώσω σε κείνο το …γυφτάκι.

Καλέ, καλέ, ναι εσύ… για έλα εδώ!

Δυο δρασκελιές και ο σπόρος με κείνο το περίεργο χρώμα και την πανέξυπνη φατσούλα πλησίασε, μάλλον απορημένος παρά ξαφνιασμένος, έριξε μια γρήγορη ματιά στον «χρυσούλη» που συνέχιζε ο κόπανος το δικό του βιολί και αστραπιαία μετακίνησε το σπινθηροβόλο βλέμμα του στο αντικείμενο του πόθου του…

Του σαρκικού του εννοείται, μιας και η άδεια του κοιλιά από ενωρίς άρχιζε να διαμαρτύρεται έντονα, να κτυπιέται με τούτο το θέαμα, να ζητά επίμονα και επειγόντως οποιαδήποτε «κάλυψη».

Βέβαια, την ωραία ξανθιά κυρία με τα κοιλιακά προγούλια, τους δείκτες ευπορίας και τα πάμπολλα μπιχλιμπίδια στα χέρια να κρατά δυο υπέροχα, θρεπτικότατα και μοσχομυρίζοντα εδέσματα.

Γαμώτο ή μάλλον ευτυχώς, λουκούλλεια γεύματα που ο κόπανος, ο «χρυσούλης», να απαρνείται μετά βδελυγμίας. Μπορεί και να κρατούσε τις… γραμμές του. Ποιος να ξέρει… ποιος να ξέρει το γιατί. Ίσως ίσως να ήτανε και σκασμένος, μπαϊλντισμένος από τις πολλές, ποικίλες και ατελείωτες μάσες… αλλά και πάλι ποιος να ξέρει… αλλά…

-Καλέ, τι θέλεις;

Όχι, όχι, δεν την κοιτούσε στα μάτια, χαζός ήτανε… Η ματιά του εγκλωβίσθηκε στο αντικείμενο του ανείπωτου πόθου του και μάλλον τώρα πια ήτανε δύσκολο, έως και ακατόρθωτο να σταματήσει τον εαυτό του.

-Παιδί μου, θέλεις ένα;

Μα ω θεοί, τι ήτανε αυτό;

Κίνηση αστραπιαία με σπιρτάδα, σκέρτσο και περισσή γρηγοράδα, τόσο γρήγορη, κινηματογραφική, που ουδείς την αντελήφθη. Απλά το αριστερό χέρι της κυρίας  με την πλούσια ξανθιά κόμη, τα περιττά κοιλιακά προγούλια και τα πάμπολλα πολύτιμα  μπιχλιμπίδια βρέθηκε ξαφνικά άδειο, έτσι απλά.

Μα ας ξαναδούμε, σας παρακαλώ, τη σκηνή σε φλας μπακ και αργές κινήσεις…

-Καλέ, θέλεις ένα;

Η φατσούλα με το περίεργο χρώμα φωτίσθηκε, το βλέμμα άστραψε, οι ώμοι ανασηκώθηκαν ελαφρά, το αριστερό χέρι άφησε το βρομόξυλο που κρατούσε, το δεξί επιτέθηκε, συγγνώμη απλώθηκε μπροστά ως κόμπρα, συνοδευόμενο από το αριστερό… και τα δυο έπιασαν ταυτόχρονα το αντικείμενο και… Και αστραπιαία το ’φερε στο στόμα που ήδη είχε ανοίξει με μια σειρά κατάλευκων μικρών δοντιών και τη σαλιωμένη γλωσσίτσα να περιμένουν με έκδηλη αγωνία το αντικείμενο και… και ανοιγοκλείνοντας δυο τρεις φορές, εξαφάνισαν το προσφερμένο αγαθό, μαζί με το περιτύλιγμα, που μάλλον ήτανε νοστιμότατο και αυτό.

Ξανακοίταξε την κυρία, τα χέρια της που ’χαν και άλλα τινά αγαθά, αρκετά καλούδια για το «χρυσούλη» της, που ο μάγκας συνέχιζε αδιάφορος το χαβά  του…

Μούγκα… ατέλειωτη μούγκα… βαρεμάρα, χασμουρητό και βλέμμα πονηρό που ’λεγε και ξανάλεγε αλλά, φευ, ουδείς αντελήφθη… «μωρέ, παρατήστε με στην ησυχία μου κόπανοι… ε κόπανοι… ούτε να ξαποστάσει δεν μπορεί κανείς.»

Αλλά η κυρία εκεί.

Πικαρισμένη από τούτο το θέαμα, του αχάριστου μα και αδιάφορου «χρυσούλη» της, συνέχισε περισσότερο επιθετική πια, πιο έντονα, με φωνές και συγκεκαλυμμένες ή και απροκάλυπτες απειλές.

-Έτσι, ε, είδες που το ’λεγα; Το γυφτάκι ακούει και πειθαρχεί, ενώ εσύ… αλλά θα σε φτιάξω εγώ, τέρμα και τελεία θα…

-Καλέ;

-!!!

-Καλέ κυρά;

-Ναι…

-Καλέ, να χαρείς τα ζωντανά και τα πεθαμένα σου εσύ… ναι εσύ που ’σαι τόσο καλή μήπως, έτσι λέω, μπορείς να μου δώσεις και τ’ άλλο;

-!!!

-Εκείνο καλέ, το σάντουιτς, πεινάω και…

Το ’πε τόσο γλυκά, μα τόσο γλυκά και παράξενα ο μικρός κόπρος με το περίεργο χρώμα και το βρωμερό ντύσιμο, δασκαλεμένος ποιος ξέρει από ποιους και πότε…

Με κείνο το αθώο προσωπάκι και τα κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια του…

-Όχι, όχι… είπα όχι. Θέλω να τιμωρήσω τον Μπούμπη μου. Θέλω να δει τι έχασε, το κακό παιδί, να του γίνει μάθημα. Εσύ, αγόρι μου, έφαγες, τι άλλο θέλεις πια;

Και γυρνώντας προς τον «χρυσούλη» που με συγκρατημένη αδιαφορία παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα και ίσως ίσως σφόδρα ενοχλημένος γιατί του χάλασαν τη βολή του…

-Να, λοιπόν, για να δεις…

Και με περισσή μανία, φόρα δυνατή, εκσφενδονίζει και το έτερον αντικείμενο του γύφτικου πόθου, στο χώμα.

Μάλιστα, μπροστά στα αδιάφορα μάτια του «χρυσούλη» που και πάλι «νιετ», τίποτε, ο μπούφος, κίνηση καμιά. Μωρέ ο τύπος μπράβο…

σταθερότητα στις θέσεις του… μπράβο!

Μα με τον πιτσιρικά, τον γύφτο δηλαδή, να δίδει ένα σάλτο, μια δρασκελιά, ν’ αρπάζει το «θυσιασθέν αγαθόν», να το φυσά, ποιος να ξέρει το γιατί και να το σαβουρντά άμεσα και με βουλιμία στη στοματική κοιλότητα… Δυο μάσες και αυτό, μόνο, μα με ικανοποίηση έκδηλη, φανερή και χαρά μεγάλη.

Χμ… χέρια, πόδια, σώμα, μορφασμοί, ανείπωτη ηδονή, όλα ένα, όλα μαζί, ανάκατα…

-Είδες, παλιομπούμπη, είδες; Αχάριστο σκυλάκι…Το πήρα απόφαση, θα σε δώσω στους γύφτους για να μάθεις εσύ… να δεις τότε που θα με παρακαλάς, αχάριστε, ε αχάριστε….

Και ο Μπούμπης, ο χρυσούλης, ο καραμπουζουκλής ο σκύλος ο καλός….

Σηκώθηκε, επιτέλους, στα τέσσερα, έριξε τη ματιά του μεγαλόπρεπα, αριστερά πρώτα και μετά ολίγο δεξιά… έκανε δυο βηματάκια, κούνησε έτσι για να ξεμουδιάσει μάλλον την ουρά του και…και σωριάσθηκε φαρδύς πλατύς, το τεμπελόσκυλο και πάλι χάμω.

Αλλά κούνησε την ουρίτσα του… βέβαια, αυτό είναι αλήθεια. Μια δυο φορές, χαριτωμένα, για να δηλώσει μπροστά σε όλους την ευγνωμοσύνη του προς την κυρία του που… μα που συνέχιζε να διαμαρτύρεται σε άλλες κυρίες, ομοϊδεάτισσες, ξανθιές και καστανές, με ή χωρίς κοιλιακά προγούλια και δείκτες ευπορίας, με ή χωρίς μπιχλιμπίδια στα χέρια, αλλά πάντοτε συνοδευόμενες από χαριτωμένους κόπρους, για τα τεκταινόμενα.

Α, ναι και σε μια, ειδικά σ’ αυτήν, που τάιζε με τα λεπτά χεράκια, μπουκίτσα μπουκίτσα το χαριτωμένο σκυλάκι της, ράτσας κοπροντόκ…

Ω, μα ναι, βραστή γαλοπούλα για να μην και βάλει  μερικά γραμμάρια παραπάνω, ολίγο κασεράκι τύπου ένταμ, παρακαλώ, Ολλανδίας, κομμένο σε μικρές τετράγωνες φετούλες, για να μπορεί να τις μασά, χωρίς να ζορίζεται το χρυσούλι της και παραδίπλα νεράκι του θεούλη, εμφιαλωμένο…

Όλα κι’ όλα, τα πάντα στην τρίχα για τη σωστή διατροφή του παιδιού…συγγνώμη του σκύλου. Διότι πώς να το κάνουμε, ο κόπρος της, συγγνώμη το μωρό της, έτσι το ’λεγε, δεν είναι ό,τι κι ό,τι… Είναι από ράτσα διαλεχτή και το ’χει σαν παιδί..

Βέβαια… και με κείνο το ανθρωπόμορφο σκυλάκι σιμά της με το γαβ, γάβ και γαβ και με τη γλωσσίτσα του έξω, να αναμένει τις μπουκίτσες. Προς μεγάλη ζήλια, τρέλας, της ξανθιάς κυρίας που ’σκανε για τον δικό της, που συνέχιζε ο κόπανος αδιάφορος να χασμουριέται… Απλωμένος στα τέσσερα, λάθος, κεφάλι, σώμα, πόδια, ουρά, όλα μα όλα να ακουμπούν στη γη, τέλεια απόλαυση μιας άφατης ηδονής…

Και με τον μικρούλη γυφτάκο να περιμένει, όπως όλα τα πλάσματα τούτου του πλανήτη, στη γνώριμη δική του καταφυγή τα «λίαν απαραίτητα». Τροφή…τροφή…και μόνο λίγη τροφή…

Που και γι’ αυτό φρόντισε και συνεχίζει, η μάνα φύση, μα και οι φιλόζωες κυράδες που συμπονούν και φροντίζουν για όλα τα πλάσματα αυτού του ντουνιά… Ζώα μα και ανθρώπους… ανθρώπους και ζώα…

Όμορφα μικρά ή και μεγάλα σκυλάκια, μικρά με παράξενα χρώματα παιδάκια…

Φυσικά, φυσικότατα γιατί έτσι πρέπει, γιατί…

– Καλέ, συγγνώμη …μήπως θα μπορούσατε… μια και το σκυλάκι δεν το θέλει;


Κωνσταντίνος Νίγδελης
Εκπαιδευτικός- συγγραφέας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *