Ο Κωσταντής

Share

Αλέκος Αγγελίδης

Από νωρίς τοιμάστηκε του Κωσταντή η μάνα,
να πάει φαΐ στο γιόκα της πέρα στο Μαυρονέρι.
Εκεί είχε τα πρόβατα, του κοπαδιού τη στάνη,
που ήταν η δέση του νερού ανάμεσα στα βράχια.
Παίρνει μισούρι πήλινο κι απ’ όξω σκαλισμένο,
με μπόλικα μπογιατιστά λουλούδια στολισμένο.
Ήταν βαθύ και όμορφο του Κωσταντή το πιάτο.
Απ’ όλα το καλύτερο πού ‘χε στο σπιτικό της.
Σ’ αυτό μικρόν τον τάιζε και ήτανε δικό του.
Το γέμισε ζεστό φαΐ, που άρεσε στο γιο της
και μέσα το σταυρόδεσε σε κάτασπρη πετσέτα,
μαζί με αχνιστό ψωμί, ζεστό-ζεστό απ’ το φούρνο.

Δίπλωσε και τα ρούχα του, τα ‘τοίμασε και κείνα
κι ανάλαφρα τα τύλιξε σε μια φαρδιά μαντήλα.
Από βραδίς τα έπλυνε, τα άπλωσε στον κήπο,
για να στεγνώσουν στη δροσιά, να μην τα κάψει ο ήλιος
και να μοσχομυρίσουνε απ’ της αυλής τα άνθη,
πού ‘χε φυτέψει ο Κωσταντής κι αυτή τα περετούσε.
Τα έσκαβε, τα πότιζε και τά ‘χε συντροφιά της.
Πιάνει γεμίζει το σταμνί κρύο νερό απ’ τη στάμνα,
να πιει ο γιος της στο μαντρί, τη δίψα του να σβήσει.

Μα, πριν να βγει απ’ την αυλή, πριν φύγει απ’ το σπίτι,
σε πέτρα παραπάτησε και σπάζει το λαγίνι.
Ζητά απ’ τη γειτόνισσα να πάρει το δικό της.
-Δεν τό ‘χω εδώ θεια-Χρίσταινα, της απαντά εκείνη.
Το πήρανε νωρίτερα με κρύο νερό στ’ αλώνι.
Μ’ αν θες καρτέρα δυο λεφτά, να πάω να στο φέρω.
-Πήγαινε, αν θέλεις Μαριγώ, να έχεις την ευχή μου
κι εγώ εδώ σε καρτερώ. Μα βιάσου. Μην αργήσεις.
Εκεί στης γέρικης μουριάς εκάθισε τη ρίζα
κι αφήκε δίπλα το φαΐ και παρακεί τα ρούχα
και στον κορμό ακούμπησε την πλάτη η κακομοίρα.
Ένα λεφτό δεν πέρασε και την επήρε ο ύπνος.
Ύπνος βαρύς, παράξενος, μ’ ονείρατα γιομάτος.

Είδε πως ήρθε από μακριά άγνωστος καβαλάρης.
Ψηλός, μαύρος, παράξενος, στα σκούρα φορεμένος.
Ξεπέζεψε απ’ τ’ άλογο και σίμωσε κοντά της.
-Έρχομαι, λέει, από μακριά και είμαι διψασμένος.
-Αν θες να πιεις κρύο νερό, του απαντά εκείνη,
περίμενε ένα λεφτό να φέρουν το λαγίνι.
Εδώ στην πέτρα σκόνταψα κι έσπασα το δικό μου.
Τώρα όπου νά ‘ναι έρχεται η Μαριγώ απ’ τ’ αλώνι . . .
Μα πες μου ξένε για πού πας, ποιο είναι τ’ όνομά σου;
-Για τ’ όνομά μου μη ρωτάς, της απαντά ο ξένος.
Με στέλνουνε προξενητή μακριά απ’ άλλα μέρη . . .
-Κόρες δε μ’ έδωσε ο Θεός, του λέει η γριούλα,
γι’ αυτό δεν περιμένω εγώ προξενητές στο σπίτι.
Κάτσε αν θες να πιεις νερό και άιντε στο καλό σου.
Σύρε που έχει κοπελιές. Εκεί σε περιμένουν.
-Τις κοπελιές μη σκέφτεσαι κι άσ’τες να περιμένουν.
Εγώ τρεις μέρες  περπατώ κι έρχομαι δω για σένα.
Φέρνω μεγάλη προξενιά για το μοναχογιό σου.
Του Κωσταντή μαθεύτηκε η λεβεντιά στη χώρα
και τον ζητούνε σώγαμπρο σ’ απέραντο τσιφλίκι.
-Ο Κωσταντής είναι μικρός για προξενιές ακόμα.
Κι ύστερ’ αν φύγει αυτός μακριά και πάει γαμπρός στα ξένα,
πού θα μ’ αφήσει μοναχή και έρημη εμένα;
-Αυτά κυρά μου που μου λες είναι λόγια χαμένα.
Τα προξενιά κλειστήκανε, παντρεύεται ο γιος σου.
Ράγισε η δόλια της καρδιά και είπε λυπημένα.
-Ο Κωσταντής πώς δέχτηκε έρημη ν’ απομείνω;
Αν θα μου φύγει μακριά, εγώ τι θ’ απογίνω;
Την πήρε το παράπονο και σκέπασε τα μάτια.
Μα όταν τα ξεσκέπασε, αντίκρισε με φρίκη
να τριγυρνά μες στην αυλή το άλογο του ξένου,
τα χόρτα να τσαλαπατά, να τρώει τα λουλούδια.

Όρμησε τότε η γριά, το άλογο να διώξει,
μ’ ακούστηκε του Κωσταντή η φωνή να την μαλώνει,
που είχε έρθει απ’ το μαντρί κι ήταν εκεί κοντά της.
-Μην το πειράζεις μάνα μου το άλογο του ξένου.
Σαν τι τα θες τα λούλουδα αφού εγώ θα φύρω;
Κι όρμησε μ’ ένα πήδημα κι ανέβηκε στη σέλα.
Δίπλα κι ο ξένος πήδησε και άρπαξε τα γκέμια
και τ’ άλογο οδήγησε προς της αυλής την πόρτα.

-Παιδί μου, λέει η μάνα του με δακρυσμένα μάτια,
εγώ σου έφερνα φαΐ. Έλα να φας πριν φύγεις.
Εδώ έχω τα ρούχα σου, πάρτα κι αυτά μαζί σου.
Εψές το βράδυ τά ‘πλυνα, τα ετοίμασα ν’ αλλάξεις.
-Κράτα μάνα μ’ το πιάτο μου, κράτα και τα σκουτιά μου,
αυτά να τά ‘χεις συντροφιά σαν μείνεις μοναχή σου.
Εκεί που πάω τώρα εγώ, ρούχα, φαΐ δε θέλω.
Πάω σε σπίτι ονομαστό, σ’ απέραντο τσιφλίκι.

Πήρε τα ρούχα η μάνα του, το σκαλιστό το πιάτο
κι έτρεξε έξω απ’ την αυλή τ’ άλογο να προλάβει,
στου Κωσταντή που έφευγε τα χέρια να τα δώσει.
Ο ξένος όμως θύμωσε και άρπαξε το πιάτο,
το πέταξε με δύναμη και τό ‘σπασε στην πέτρα.

Ο κρότος αντιβούισε φριχτός στ’ αυτά της μάνας
κι απότομα την ξύπνησε απ’ το βαρύ τον ύπνο.
Μόλις η δόλια ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια,
η ταραγμένη της καρδιά εγίνηκε κομμάτια.
Σπαραχτικά και πένθιμα χτυπούσε η καμπάνα.
Κι ήταν ο χτύπος της πικρός, φαρμάκι η φωνή της.

Πετάχτηκε η Χρίσταινα κι έτρεξε προς το δρόμο
να πάει στη γειτόνισσα να μάθει τι συμβαίνει.

Οι χωριανοί ανάστατοι τρέχανε προς το ρέμα,
να παν να δούνε το κακό που βρήκε το χωριό τους.
Την ώρα εκείνη γύριζε κι η Μαριγώ απ’ τ’ αλώνι
κι έφερνε στη θεια-Χρίσταινα το μικρολαγινάκι.

-Τι στέκεις έτσι Μαριγώ με το σταμνί στο χέρι;
φωνάζει ένας χωριανός που έτρεχε στο δρόμο.
Τρέξε να βρεις τη Χρίσταινα, κοντά της να καθίσεις.
Το Μαυρονέρι έσπασε, γκρεμίστηκε η δέση
και έπνιξε τον Κωσταντή μ’ όλο του το κοπάδι.
Δεν ήξερε ο καψερός ότι η γριά ήταν μέσα
εκεί στη ρίζα της μουριάς κι άκουσε τη φωνή του.

Έσκουξε η μάνα η άμοιρη και σπάραξε ο τόπος,
σαν ένιωσε κατάκαρδα του χάρου τη σαΐτα.
Πήρε τις στράτες κλαίγοντας, βαριά μοιρολογώντας.
Τα ρούχα είχε αγκαλιά και το φαΐ στα χέρια.
Τον Κωσταντή της φώναζε, τον πικροτραγουδούσε
-Παιδί μ’ το μαύρο τ’ όνειρο δεν ήταν αρραβώνας,
δεν ήταν γάμος και χαρά, όπως μου είπε ο ξένος.
Γύρνα παιδί μου να σε δω, έλα να σε φιλήσω.
Γύρνα παιδί μ’ και πάρε με και μένανε μαζί σου . . .

Τώρα η γριά η Χρίσταινα τρελή γυρνά στους δρόμους
και τραγουδά τον Κωσταντή, μοιρολογάει το γιο της.
Το σπίτι της ερήμαξε, χορτάριασε η αυλή της.
Τα λούλουδα αγρίεψαν και μπλέξανε σα δάσος
κι εκείνη στέκει, τα θωρρεί με βλέμμα παγωμένο
κι απλώνει στα κλωνάρια τους του Κωσταντή τα ρούχα,
για να στεγνώσουν γρήγορα, να μοσμομυριστούνε.
Θέλει να τά ‘χει έτοιμα όταν θα πέφτει ο ήλιος,
την ώρα που γυρίζουνε στις στάνες τα κοπάδια.
Τότε που θά ‘ρθει ο Κωσταντής για να πλυθεί, ν’ αλλάξει.

Όλη τη νύχτα καρτερεί το γιο της να γυρίσει.
Το πιάτο του κρατά ζεστό στης χόβολης την άκρη.
Μα ο Κωσταντής δεν έρχεται. Βουβή μένει η πόρτα.
Μόν’ σαν χαράξει η αυγή και αχνοφέξει η μέρα,
τότε τα ρούχα του όμορφα με προσοχή διπλώνει
και βγαίνει η δόλια στην αυλή, κει στης μουριάς τη ρίζα,
απ’ όπου ασταμάτητα τις στράτες αγναντεύει.
Κι αν δει στους δρόμους να περνά άγνωστος καβαλάρης,
τρέχει πίσω απ’ τ’ άλογο τα ρούχα να του δώσει.

Αλέκος Αγγελίδης

One Reply to “Ο Κωσταντής”

  1. Σα να είναι ένα από τα παλιά καλά δημοτικά τραγούδια . Πλήρες !

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *