16. Ανθολογία Σονέτου

Share
του Γιάννη Λιάσκου

Στην αρχή πρωτοδιάβασα και πρωτοθαύμασα του Αντρέα του Τριανταφυλλόπουλου. Πραγματικός τεχνίτης του είδους, αποφάνθηκα πολλές φορές, για να συνεχίσω με μερικά θαυμάσια δομημένα του αλησμόνητου Σάββα Ζουμή.

Στη συνέχεια προσπάθησα να σκαρώσω και δικά μου. Άτεχνα και με παραβίαση των κανόνων τους τα πρώτα μου, για να μπω στο πνεύμα τους και να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά, αργότερα, σ’ αυτά. Κατόπιν άρχισα να «στρατολογώ» πιστούς, πρώτα τον Βαγγέλη τον Μύρωνα και το Γιάννη τον Κατσαρά οι οποίοι επέδειξαν ιδιαίτερο ταλέντο και έδωσαν αξιόλογα δείγματα του είδους, για να ακολουθήσουν ο Γιάννης Εσκιτζής και, τώρα τελευταία, ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος.

Από κει και πέρα άρχισε να ανοίγει ο δρόμος και να διευρύνεται ο κύκλος αυτών που το καλλιεργούν συστηματικά σήμερα εδώ στην παροικία μας. Η Λούλα Παπαζώη, άνοιξε τον χορό, για την γυναικεία εκπροσώπηση, για να εμφανιστούν κατόπιν, η Καίτη Παύλου, η Ιωάννα Λιακάκου, η Λίτσα Γκόγκα και η Αθηνά Γκινάκη-Ζαφειροπούλου.

Ο λόγος για το σονέτο, το ιδιόμορφο αλλά και πανέμορφο αυτό ποιητικό είδος που σύμφωνα με τον καθηγητή Γιώργο Καναράκη «φαντάζει ως συνεχής πρόκληση στη δεξιοτεχνία του ποιητή».

Έτσι, δέκα γνωστοί Έλληνες λογοτέχνες και λογοτέχνιδες της Μελβούρνης παρουσιάζουν σήμερα μια σειρά σονέτων τους μέσα από μια μικρή «Ανθολογία Σονέτου» που φιλοδοξεί να γίνει σειρά, αφού κάθε χρόνο θα προστίθεται κι ένας καινούργιος τόμος.

Μέσα στις πολλές και ποικίλες εκδόσεις που κοσμούν τις λογοτεχνικές ανησυχίες της παροικίας μας, όπως ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αφηγήματα, ιστορικές αυτοβιογραφίες, θα έχουμε να επιδείξουμε, τώρα, και μάλιστα συγκεντρωτικά, την προσφορά μας σε ένα κλασικό και λυρικό είδος ποίησης, όπως είναι το σονέτο.

Και είναι, πραγματικά, εντυπωσιακός ο πλούτος θεμάτων και ύφους που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή. Ο λυρισμός, το συναίσθημα, η ζωντάνια σκηνών και περιστατικών, αλλά και η παραστατικότητά τους ξεχειλίζουν και ξετυλίγονται με τη μορφή παραμυθιού. Είναι αυτή η εσωτερικότητα που χαρακτηρίζει το σονέτο, και που δίνει και το στίγμα της «Ανθολογίας», που διαχέεται σε λυρική έκφραση και επιβάλλεται χάρη στη γοητευτική σύσταση ενός ιδιαίτερα επιμελημένου στοιχείου: της μουσικής διάθεσης.

Στα σονέτα της Αθηνάς Γκινάκη-Ζαφειροπούλου η θύμηση και η νοσταλγία αλλοτινών εποχών κυριαρχούν και δίνουν με δραματική έξαρση, αφηγήσεις ειδυλλιακές του τόπου της, με τις χαρές, τις λύπες, τους ενθουσιασμούς και τις απογοητεύσεις των ανθρώπων της διπλανής πόρτας.

Ο Γιάννης Εσκιτζής με έντονες πινελιές, ζεστή γλώσσα, δύναμη περιγραφής και ζωντάνια κατορθώνει, δια μέσου της τέχνης, να μας πλησιάσει και να μας εξοικειώσει με όλες τις ανησυχίες και τους κοινωνικούς του προβληματισμούς που απορρέουν από την πεζή πραγματικότητα.

Η Λίτσα Γκόγκα σκιαγραφεί ρεαλιστικά και με κριτική διάθεση τη ζωή, την ερμηνεύει όπως είναι, με τις ασχήμιες, τους φόβους, τις αδυναμίες της για να πορευτεί κι αυτή με τη σειρά της σε χρόνια περασμένα που κουβαλούν όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα που συνθέτουν τη νιότη της.

Ο Σάββας Ζουμής, ευαίσθητος δέκτης των σημάτων που εκπέμπονται γύρω μας, συλλαμβάνει την αγωνία, την πίκρα, την αγανάκτηση του απλού ανθρώπου για όλα αυτά που τον συνθλίβουν καθημερινά, και τα μετατρέπει σε δριμύ κατηγορώ ενάντια στους κάθε λογής ηγήτορες.

Από κοντά κι η Ιωάννα Λιακάκου, έμμετρα και λυρικά αυτή τη φορά, συνεχίζει να καυτηριάζει, να καταγγέλει όλα τα κακώς κείμενα της εποχής μας, χωρίς, όμως, να πάψει να ονειροπολεί και να ταξιδεύει, όπως θέλει, κι όπου θέλει, μες στον άνεμο «κάποιες ώρες του ονείρου μυστικές».

Η Λούλα Παπαζώη υμνεί και τραγουδάει τη ζωή, την πλάση, τις χρωματίζει με ήλιο και φως, μ’ ουράνια χρώματα, έτσι όπως ξεπηδούν μέσα από την πλούσια παλέτα της ευγενικής ψυχής της, και ντύνει με γιορτινές φορεσιές το πένθιμο πρόσωπο του γκρίζου κι άχαρου κόσμου μας.

Ο Βαγγέλης ο Μύρων, στοχαστικός όσο ποτέ άλλοτε, καθοδηγητής και συμβουλάτορας, μα και ασύγκριτος γλωσσοπλάστης αποκρυπτογραφεί το θαύμα της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από ποταμούς λυρισμού και σοφίας, με αποφθέγματα και φράσεις μνημειώδεις.

Η Καίτη Παύλου, με εντιμότητα και ειλικρίνεια, αγωνιά για το αβέβαιο μέλλον του δύσμοιρου πλανήτη μας, αλλά και προσδοκά την ειρηνική συνύπαρξη και συμβίωση των λαών με στίχους και εικόνες που αντικατοπτρίζουν τη βαθύτατη ανησυχία της για τον αλόγιστο υλιστικό περίγυρό της.

Ο Αντρέας Τριανταφυλλόπουλος, τέλος, αυτός ο αιώνιος «Αργοναύτης του Νότου», με «νόστου αρώματα» γεμίζει νου και καρδιές, ενώ στους στίχους του θα βρούμε διάχυτη τη μελαγχολία και την ομορφιά, τον πόνο και τη συμπόνια, την ομορφιά της ψυχής και τη λαχτάρα της ζωής.

Η «Ανθολογία Σονέτου» αποτυπώνει, συμπερασματικά, τα συναισθήματα των δημιουργών της.

του Γιάννη Λιάσκου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *