Παγωτό χωνάκι
Share

Κωνσταντίνος Νίγδελης

Και παγωτό χωνάκι, ο δικός σου. Από κείνα της μηχανής, που ο «μάστορης» με τ’ άσπρο μπλουζάκι και το καπέλο στο κεφάλι, παίρνει το έτοιμο τραγανό παρασκεύασμα, το τοποθετεί στο στόμιο της μηχανής, κατεβάζει με ελεγχόμενο ρυθμό το μοχλό και… και το αντικείμενο, εκείνο το παχύρρευστο άσπρο ή και καφέ- σοκολατί κατά προτίμηση προϊόν του γαστρικού πόθου εισέρχεται σιγά σιγά, ηδονικά, από τη βάση έως την κορυφή.

Ουφ !

Που το γεμίζει  μέχρι τα μπούνια… και βάλε, το φουλάρει χωρίς τσιγκουνιές με το παρασκεύασμα να σου προκαλεί θετικές ανακατωσούρες, στομαχικά υγρά, στοματικά σάλια και διακαείς επιθυμίες… για να το απολαύσεις.

Και ο δικός σου, ο πιτσιρικάς ντε, ο κόπρος του κερατά, από κείνους που ανεβοκατεβάζουν το σύμπαν για να γίνει το δικό τους, μετά από επιμονή και διαβολεμένη υπομονή, μπράβο του μπράβο του, κόντρα στις παραινέσεις και τις αρνήσεις της μάνας του και τις παλιοθεωρίες για λαιμά, κρυώματα και τα τοιαύτα… το πήρε και… και άρχισε τη στοματική και γλωσσική επαφή τρίτου τύπου… την απόλαυση.

Ναι, ναι, ο μπόμπος ο καλός, ο πονηρός πιτσιρικάς που ήτανε από κείνους που όταν τους δεις να θέλεις να τους …δαγκώσεις και να τους τσιμποζουλίσεις… μιας και ήτανε φουσκίτσα, κρεατωμένος από πάνω έως και κάτω, αλλά και ναζιάρης παρακαλώ.

Με το ριγέ κοντό παντελονάκι του, χωρίς φανελίτσα, αντράκι ε; και μ’ ένα καπελάκι να, τόσο δα μικρούλικο που μόλις και μετά βίας κάλυπτε τμήμα της όμορφης κεφάλας του.

Και καθόταν ο δικός σου στη σκιά, κάτω από την ομπρέλα, με τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν κατακούτελα και τη θερμοκρασία στο φουλ, τέρμα που λένε, να σπάει τα Φαρενάιτ, να λιώνει το σύμπαν. Αλλά για τούτονα ο μήνας είχε εννιά, διότι ως μπόμπος καλός και πονηρός συνάμα, το γλεντούσε δεόντως και πρεπόντως με το παγωτό χωνάκι. Που του το αγόρασε ο πάτερ φαμίλιας, γιος για, κόντρα στις προσταγές της μάνας, που ’θελε να γίνεται όλο το δικό της, μιας και ο  προστάτης αφέντης ήτανε τύποις και μόνο τύποις…

Α, ναι, το κρατούσε μάλιστα γερά και με τα δυο του χέρια… ποιος να ξέρει το γιατί… από φόβο μην και χαθεί, ίσως, από την αγωνία να το προφτάσει, να ρουφήξει ηδονικά το μεθυστικό του περιεχόμενο… εκεί στη γωνιά του.

Χε, χε, χε !

Στην αρχή, είναι αλήθεια, το είδε το πράγμα με ολίγο σκεπτικισμό.

Προφανώς δεν ήξερε, προβληματιζότανε από πού ν΄ αρχίσει το γλέντι της γλώσσας και του στόματος. Ενδεχόμενα να τον επηρέαζε και το χρώμα. Άσπρο, για σοκολατί; Ιδού η απορία… και γαμώτο από ό,τι θυμότανε και τα δυο είναι ωραία.

Αλλά  πάλι από κάτω ή από πάνω, από μπρος για από τα πλάγια που ήδη είχαν αρχίσει να χύνονται σιρόπια λιωμένα…

Και φαίνεται πως μετά από την σχετική περίσκεψη το πλαγιοκτύπησε αρκούντως. Το παγωτό χωνάκι… Έξω η γλώσσα, μέσα η γλώσσα με τμήμα του πολύτιμου παρασκευάσματος… έξω η γλώσσα, μέσα η γλώσσα, το ίδιο βιολί συνεχώς, αδιαλείπτως και με τέμπο… ανείπωτη ηδονική απόλαυση.

Και κάπου εκεί έβγαζε μερικές κραυγούλες, έτσι ακουγότανε, ικανοποίησης στοματολαρυγγικής που λένε, από το καταναλώμενο παρασκεύασμα και πότε πότε σταματούσε κιόλας….

Ξανακοίταζε το παγωτό χωνάκι, με άφατη ικανοποίηση, αλλά… αλλά πάλι κάτι σκεφτότανε, έξυνε τη μυτούλα του, έβαζε το δακτυλάκι εντός της ρινικής οπής και εξερχόμενο μετά  τινος ανθρωπίνου απορρίμματος το… έγλυφε και αυτό, όπως το παγωτό χωνάκι. Προφανώς για να δει τη διαφορά, τη νοστιμιά των παρασκευασμάτων του ανθρωπίνου σώματος, μα και των χεριών του.

Και φαίνεται πως και τα δυο ήτανε εξίσου καλά, νόστιμα και λιχουδιαστά γιατί… μα γιατί ο μπόμπος ο καλός συνέχιζε το ίδιο λακιρντί, αδιαφορώντας για τον ήλιο, την υπερβολική ζέστη και τους μεγάλους. Με τις τόσες έγνοιες.

Α, ναι, για το μόνο που γνοιάσθηκε ήτανε το φιλαράκι του το καλό, που καθότανε δίπλα του, τι δίπλα του δηλαδή, σχεδόν κολλητά του.

Ναι, ναι, ένας σκύλαρος, χωρίς λουρί και όνομα παρακαλώ…. Από κείνους τους καλοφτιαγμένους παιχνιδιάρηδες κατάμαυρους τριχωτούς τετράποδους φίλους, με τέλεια μουσούδα, αυτιά μεγάλα και γλώσσα περίπου τεράστια. Να τόση, μετά ή άνευ συγχωρήσεως. Που προφανώς από τη ζέστη το κακόμοιρο υπέφερε… έτσι, τουλάχιστον έδειχνε. Μα… ίσως, ίσως για το ή από το παγωτό χωνάκι του σπόρου. Που το ’βλεπε ο δόλιος και του τρέχανε τα σάλια.

Βέβαια, διότι αν και σκύλος, όλο και ήθελε να νιώσει κάτι από κείνο το ανθρώπινο παρασκεύασμα που ο πιτσιρικάς δίπλα του ενθυλάκωνε με τη γλώσσα που την έβγαζε και την έβαζε μέσα με αργές ηδονικές κινήσεις. Γιατί θυμότανε και το θυμότανε καλά, πως κάποτε είχε δοκιμάσει τέτοιο πράγμα και του άρεσε πολύ… πάρα πολύ.

Ίσως πάλι, βγάζοντας τη γεμάτη από σάλια γλωσσάρα, πίστευε πως και έτσι έπαιρνε κάτι από τη γεύση, πως το απολάμβανε και αυτός το κατιτίς…

Ο κακομοίρης, ο σκύλαρος,…

Έβλεπε τον μπόμπο μια και κοιτούσε το παγωτό χωνάκι από την άλλη, παρατηρούσε τις περίεργες κινήσεις με τις ρινικές  κοιλότητες και το αποτέλεσμα των εξορυκτικών  διεργασιών και όλο έλεγε και πίστευε και καρτερούσε μήπως, έτσι κατά λάθος, του κάτσει κάτι, μπας και απολαύσει λίγη χαρά, από το παγωτό χωνάκι

Ουφ! Μα !

Μα κάποια στιγμή, ναι ναι , σταμάτησε ο μπόμπος, γιατί άραγε, αναρωτήθηκε…

Τον είδε να τον κοιτά κατάματα και του γάβγισε σιγανά, σχεδόν υπόκωφα, ψόφια… έτσι με την μπάσα φωνή του μπας και, μήπως, βρε παιδιά, λίγο φιλότιμο βρέεε!

Ω μα και βέβαια!

Φαίνεται, ω θεέ των σκύλων, φαίνεται πως ο αγαπητότατος μπόμπος μας, ο φίλος ο καλός, ο καραμπουζουκλής, ταρακουνήθηκε. Σηκώθηκε στα ποδαράκια του, πέταξε με το ’να χέρι το καπέλο, κοίταξε το παγωτό χωνάκι που ’τανε μισό ή και κάτι λιγότερο από μισό και μια το σκύλο που καθότανε δίπλα του κομματάκι ανήσυχος, αλλά ωραίος και με ανοιχτό το στόμα και με τη γλωσσάρα να!

Ουφ, ουφ, αμάν πια, κάνει και ζέστη….

Α, ναι… έβαλε και πάλι το χεράκι του στη γνωστή θέση της μυτούλας… ξανακοίταξε το παγωτό χωνάκι και του το… πρότεινε. Του σκύλου…

Του καλού του φίλου…. Το ’φερε κοντά, πολύ κοντά στη μουσούδα του, που απορημένος και ολίγο ξαφνιασμένος, αν και σκύλος, γύρισε και το κοίταξε, το παγωτό χωνάκι… Μα όχι για πολύ, διότι ως γνωστόν οι σκύλοι  πρακτικότατα όντα σε τούτο το ντουνιά, δεν κρατούν προσχήματα ή καθωσπρεπισμούς… Του δίδουν και καταλαβαίνει, το πράγμα.

Έτσι λοιπόν εκεί στη γωνιά, φίλε μου καλέ, κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα,  μέσα στο καμίνι του καλοκαιριού, δυο πλάσματα της φύσης απολάμβαναν το παγωτό χωνάκι… Γλύφοντάς το μια το ένα και μια το άλλο, μαζί, αντάμα και παρέα, χωρίς ταμπού, αναστολές, ανθρώπινα, σκυλίσια, ναι και όχι… Δυο πλάσματα της φύσης  πλασμένα από τον ίδιο δημιουργό συνέτρωγαν θαυμάσια, απολάμβαναν μετά περισσής λαιμαργίας, το παγωτό χωνάκι.  

Κωνσταντίνος Νίγδελης
εκπαιδευτικός- συγγραφέας

Leave your Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>