Πολιτογράφηση, Μετανάστης

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Είχε νυχτώσει, ξάπλωσαν, η μάνα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, ο πατέρας ροχάλιζε, τα δυο αγόρια πήγαν στο δωμάτιό τους, κοίταζαν απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν σε αυτό τον δρόμο της Νέας Υόρκης κι έπλαθαν όνειρα απόδρασης από την φυλακή του πατέρα τους, παρομοίαζαν τους εαυτούς τους σαν δυο πουλιά κλεισμένα στο κλουβί.

Η Στεφανία κοιμόταν σ’ ένα μικρό δωματιάκι που άλλοτε θα πρέπει να ήταν αποθήκη. Το είχε γεμίσει με εικόνες Αγίων και κάτι αποξηραμένους σταυρούς από φοίνικα που είχε φέρει στο σπίτι από την περυσινή εορτή των Βαΐων. Πάντα έκανε την προσευχή της πριν κοιμηθεί, τούτη την βραδιά προσευχήθηκε για τα αδέλφια της και για τον πατέρα της δεν τον άντεχαν πλέον, μετά απ’ τις φωνές του για τα χαμένα δικαιώματα του ανθρώπου, του μετανάστη, είχαν πάει όλοι για ύπνο. Ακόμα θυμόταν τα λόγια του, τα έβλεπε μπροστά της σαν όνειρο-εφιάλτη.

«Μα δεν γίνεται τούτη η κατάσταση δεν αντέχω άλλο κοιτάξτε με γυναίκα, παιδιά, μετανάστης έφυγα, σαν μετανάστης αισθάνθηκα όταν γύρισα πίσω στο χωριό μου, μα και πράμα παράξενο, μετανάστης αισθάνομαι σε τούτη δω την ξένη χώρα κι όταν πεθάνω μετανάστης θα είμαι, αλλά εκεί στο βάθος βλέπω μια ελπίδα, το βασίλειο του Αχέροντα είναι Ελληνικό, η αιωνιότητα σε αυτό το βασίλειο είναι ελληνική, έτσι θα βρω την αιώνια γαλήνη έστω κι ας μην έχω το ελληνικό κέρμα εισόδου που δικαιούμαι σαν Έλληνας.»

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *