Το Γκρίζο Κασκόλ – VI

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VI

Οι δυο φίλοι, καθισμένοι πάνω στα κρύα σίδερα του αλυσοδεμένου άρματος στις χοντρές ράγες του αμπαριού, συνέχιζαν χαμηλόφωνα τη συζήτησή τους, ενώ οι άλλοι δυο συνάδελφοί τους, πεσμένοι μπρούμυτα δίπλα τους, κοιμόταν αμέριμνοι για την ώρα.

Το ΧΙΟΣ συνέχιζε το ταξίδι του. Αραιά και πού, κανένα φουσκωμένο κύμα, ξεχασμένο απομεινάρι της φοβερής χθεσινοβραδινής τρικυμίας, χτυπούσε απέξω τα πλευρά του. Οι επιβάτες του, όμως, ύστερα απ’ το ολονύχτιο πανδαιμόνιο που πέρασαν, δεν έδιναν πια και μεγάλη σημασία σε μικροπράγματα. Τέτοια μικροτραντάγματα τώρα δεν τα υπολόγιζαν. Τα άφηναν να περνούν απαρατήρητα. Γι’ αυτό κι όλοι οι στρατιώτες, ξαπλωμένοι εδώ κι εκεί, ησύχαζαν σα ναρκωμένοι.

Παντού ησυχία. Μόνο ο ρυθμικός κρότος των μηχανών επικρατούσε μέσα στο κήτος, που κι αυτός είχε μεταβληθεί από ώρα σε γλυκό νανούρισμα.

Ξαφνικά, ο διαπεραστικός κρότος μιας καραβάνας, που ξέφυγε από κάποιο σακίδιο του επάνω παταριού κι έπεφτε σα δαιμονισμένη κατρακυλώντας πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια μιας διπλανής στενής σκάλας, ξύπνησε το Στρατή και το Γιώργο, που κοιμόταν πάνω στις ερπύστριες αμέριμνοι ως τώρα.

Ανακάθισαν και οι δυο ξαφνιασμένοι στις φαρδιές αλυσίδες και με βαριά τα βλέφαρα κοίταξαν περίεργοι γύρω τους. Έστρεψαν βιαστικοί τα κεφάλια τους δώθε-κείθε, προσπαθώντας μέσα στο άγουρο ξύπνημά τους, να ξεκαθαρίσουν στο μυαλό τους, σαν τι ακριβώς συνέβαινε και να εντοπίσουν την κατεύθυνση απ’ την οποία προέρχονταν ο διαπεραστικός κι εκνευριστικός εκείνος κρότος. Σχεδόν αμέσως και οι δυο κάρφωσαν τα βλέμματά τους προς το μέρος της διπλανής σιδερόσκαλας.

Η καραβάνα τώρα έκανε το τελευταίο πήδημά της στο τελευταίο σκαλί και, κουρασμένη απ’ το τρελό κατρακύλισμά της, διέγραψε στον αέρα ένα μικρό και ακανόνιστο ημικύκλιο και προσγειώθηκε βουβή κι αμίλητη στο πάτωμα.

Οι δυο αγουροξυπνημένοι φαντάροι, σαν διαπίστωσαν πως δεν συμβαίνει τίποτα το τρομερό, έτριψαν τα μάτια τους με την ανάποδη των χεριών τους, μουρμούρισαν πειραγμένοι απ’ το ξαφνικό ξύπνημα και γύρισαν να ξαναπλαγιάσουν. Αμέσως, όμως, άλλαξαν γνώμη. Τίναξαν μια-δυο φορές τους αγκώνες τους μπρος-πίσω για να ξεμουδιάσουν και χασμουρήθηκαν ανόρεχτα. Πέρασαν μαχμουρλίδικα τις παλάμες τους απ’ τα μέτωπά τους και μ’ ανοιχτά τα δάχτυλα έτριψαν τα κεφάλια τους για να συνέλθουν.

– Τι ύπνος ήταν κι αυτός; μουρμούρισε άκεφα ο Στρατής, ενώ χασμουριόταν για δεύτερη φορά. Έπεσα σα ναρκωμένος.

– Ανάθεμα τη στρίγγλα την καραβάνα., διέκοψε νευρικά ο Γιώργος. Τι κουδούνισμα! Τι θόρυβος! Νόμιζες πως έβγαινε από σήμαντρο οκτακοσίων κιλών. Αυτή πάτησε και τις μηχανές και τις αντλίες. Ο κρότος της σα διαπεραστική τσιρίδα τρύπησε τ’ αφτιά μου μέσα στον ύπνο μου.

– Λες να τό ‘κανε επίτηδες, για να μας θυμίσει την παρουσία της και να διαμαρτυρηθεί που έχουμε δυο μέρες να τη μεταχειριστούμε, είπε με κάποιο άτονο χιούμορ ο Στρατής, τρίβοντας ελαφρά την κοιλιά του.

– Πώς τιναζόταν η αφιλότιμη στις ακάλες! Σαν ακροβάτρια ολκής. Πηδούσε απ’ τό ‘να σκαλοπάτι στ’ άλλο και κατέβαινε χοροπηδώντας ένα-ένα τα σκαλιά, σαν καμιά επιδεικτική και ψηλομύτα μπαλαρίνα, είπε μισοχαμογελώντας ο Θανάσης.

– Τι; σε βρήκε ξύπνιο η Μουντζούρω και σε πλάνεψε;. Σ’ ανάγκασε έτσι, τόσο εύκολα, να παρακολουθείς τα καμώματά της; Βήμα, βήμα δηλαδή; ρώτησε μ’ απορία ο Γιώργος.

‘’Σκαλί, καλέ μου, σκαλί, σκαλί θα κατεβώωω, όλους να σας ξυπνήσω . . .’’ ακούστηκε μια φάλτσα μπάση φωνή, να τραγουδά άκεφα μέσα απ’ την καρότσα του διπλανού αυτοκινήτου.

΄Ολοι γέλασαν με την πετυχημένη διασκευή του γνωστού τραγουδιού απ’ τον άγνωστο συνάδελφο, που, άφαντος πίσω απ’ τα ψηλά παραπέτα της καρότσας του φορτηγού, συνέχισε τη μονωδία του, περιλούζοντας τη θρασύτατη καραβάνα και τον κάτοχό της μ’ ένα πλούσιο υβρεολόγιο.

– Αν ήμουν πατριάρχης θα την αφόριζα αμέσως και μ’ όλους τους τύπους, τους προβλεπόμενους απ’ το ιερατείο και την ιερά Σύνοδο, πρόσθεσε βαριά-βαριά η μπάση φωνή.

– Έτσι, για το τίποτα; ρώτησε ένας άλλος στρατιώτης, χωρίς να φαίνεται, μέσα απ’ την καρότσα.

– Για το τίποτα, το λες εσύ αυτό; Ξέρεις πόσους ξύπνησε η καταραμένη; Χίλιους πεντακόσιους. Εδώ, έναν παπά δυσαρεστείς και σού ‘ρχεται η πανταχούσα. Σκέψου, φίλε μου, πως ο ξύπνιος άνθρωπος, πρώτον πεινάει –και η ξερή τροφή τελείωσε απ’ τα σακίδιά μας- και δεύτερον σκέφτεται. Και σκέφτεται για πολλά ζητήματα. Κι αυτός που σκέφτεται, βρίσκει πολλές φορές και καμιά αλήθεια. Και οι αλήθειες δεν συμφέρουν στους τάχα δυνατούς. Και πρώτα-πρώτα στους πατριάρχες και στους πολιτικούς. Θα την αφόριζα, λοιπόν, με το δίκιο μου ή όχι; Και μάλιστα, θα μ’ ευλογούσαν δεσποτάδες και θα με γέμιζαν παράσημα πρωθυπουργοί.

– Μπράβω Αμόκο, ακούστηκαν ένα μάτσο φωνές μέσα απ’ την καρότσα. Σκαλί, σκαλί και συ, αλά καραβάνα, περπάτησες σωστά το παραμύθι σου. Στο συμπέρασμά σου βάρεσες διάνα.

– Μα το πράγμα είναι καθαρό φως. Αρκεί να κάνει λίγο κράτει ο τυχόν θνητός και να του ρίξει έστω και μια άχρωμη, ξεθωριασμένη, τελείως χλομή ματιά. Δε θέλει πολύ κοίταγμα. Φωνάζει από μακριά. Φαίνεται καθαρά. Φως-φανάρι, που λένε κι οι Φαναριώτες.

Τρανταχτά γέλια ακούστηκαν απ’ τα πέριξ.

Ο Στρατής, που είχε μισανοίξει το στόμα του κι ήταν έτοιμος κάτι να πει, πριν ακουστούν οι παράξενες νότες του άγνωστου συνάδελφού του και τα λεγόμενα του Αμόκου, συνήλθε πρώτος απ’ το φαιδρό μουσικό ξάφνιασμα και το αργό τέμπο της μπάσης φωνής και, γυρίζοντας προς το Θανάση, τον ρώτησε με απορία.

– Δεν κοιμόσουνα όλη αυτή την ώρα;

– Όχι, είπε κοφτά ο Θανάσης.

– Δηλαδή, δεν κοιμήθηκες καθόλου.

– Δεν τα κατάφερε να με πάρει ο ύπνος. Ούτε καν με πλησίασε . . . Εδώ τα ψευτολέγαμε ψιθυριστά με τον Κώστα.

– Μωρέ, είσαστε σκληροί εσείς οι βουνίσιοι!

– Προσέχαμε να μη σας ξυπνήσουμε, πρόσθεσε ο Κώστας. Αν και σεις τον είχατε πάρει για καλά.

– Νομίζω πως κάναμε την καλύτερη δουλειά, είπε ο Γιώργος. Η ταλαιπωρία θέλει ξεκούραση και η αϋπνία ύπνο.

– Κι η φτώχεια καλοπέραση κι ο πλούσιος κι άλλα πλούτη, ξαναπρόσθεσε ο Αμόκο κοφτά, πίσω απ’ τα παραπέτα της καρότσας.

– Μόνο, που για μας ήταν λίγος ο ύπνος και πολλή η κακοπέραση, είπε δυνατά ο Στρατής για να ακουστεί.

– Αν δεν έμπαινε στα μεράκια της εκείνη η λιγδιάρα, θα κοιμόμουνα ώσπου να φτάσει το ΧΙΟΣ στο τέρμα του, είπε ο Γιώργος και ξαναχασμουρίθηκε.

– Μωρέ θέλει αφορισμό, που σου λέω. Τουλάχιστον από τρεις δεσποτάδες και μάλιστα τους αρχαιότερους, επανέλαβε η μπάση φωνή, σα να έπαιρνε αμετάκλητη και τελεσίδικη απόφαση.

– Την ξεδριάντροπη, τη στραβοχείλω. Ώρα που βρήκε να με ξυπνήσει! Απάνω που έβγαινα πολίτης στους δρόμους της Αξεξανδρούπολης, είπε παραπονεμένα ο Στρατής, σα να διαμαρτύρονταν που έτσι πρόωρα και εκνευριστικά διακόπηκε στη μέση το ευχάριστο όνειρό του.

– Είχες απολυθεί κιόλας απ’ το στρατό; ρώτησε ξαφνιασμένος δήθεν ο Κώστας. Έτσι, σ’ ένα μήνα μέσα καθαρίζετε εσείς οι ‘’ναυτικοί’’ με το ‘’στρατό ξηράς’’;

– Όχι βρε παιδιά, διέκοψε ο Στρατής, πειραγμένος από κείνο το ‘’εσείς οι ναυτικοί’’ του Κώστα. Δεν είχα απολυθεί. Για την ακρίβεια, δεν είχα πάει καθόλου στρατιώτης. Δεν είχα καμιά απολύτως σχέση με το στρατό. Ήμουνα πολίτης. Πολίτης και μάλιστα κάτοικος της Αλεξανδρούπολης και καταστηματάρχης.

– Μάλιστα! πετάχτηκε θριαμβευτικά ο Θανάσης. Αυτό είναι, είπε κοφτά. Μια και καλή. Μ’ ένα σμπάρο δυο τριγόνια, που λένε. Καθαρίζει με ‘’τας προς την πατρίδαν υποχρεώσεις του’’ και λύνει μια για πάντα και το πρόβλημα της ζωής του.

– Πρέπει να είναι έξυπνο παιδί και καταφερτζής ο φίλος, ξανακούστηκε η μπάση φωνή, μπαίνοντας και πάλι απρόσκλητη στη μέση. Σκαρπινάκι να τρίζει, γραβατούλα παντέρα εμιράτου, τσάκα στο κασμίρι, ξυραφάκι αμεταχείριστο . . . Εμφάνιση κομπλέ, να πούμε. Καταστηματάρα ‘’δια τα προς το ζειν’’ . . . Νόστιμα πράματα . . . Όχι σαν κάτι κοροϊδάρες, που μου φόρεσαν όλη τη ξεχειλωμένη κι άνοστη χακοπαλιατζούρα και διάλεξαν για στέκι τους τα ενδότερα ενός κήτους, θέλοντας να παραστήσουν τον Ιωνά. Ή είσαι και φαίνεσαι και σουλατσάρεις βιτρίνα ανάμεσα στις βιτρίνες ή δεν είσαι και μεταμφιεσμένος χάνεσαι από προσώπου γης, μετακομίζοντας άρον-άρον είκοσι μέτρα υπό την θάλασσαν.

– Μπράβο Αμόκο. Μπράβο, ακούστηκαν εύθυμες φωνές ανάκατες με γέλια μέσα απ’ την καρότσα.

– Είσαι λίρα εκατό νομίζω, ξεχώρισε μια φωνή πειραχτική, προσποιούμενη τον ίδιο τον Αμόκο και τονίζοντας ιδιαίτερα το ‘’νομίζω’’.

– Βρε κάλπικα νομίσματα, τους αποπήρε εκείνος, σ’ εμένα λέτε μπράβο ή στο φίλο έμπορα με το επιχειρηματικό μυαλό, που καθαρίζει ακόμη και στον ύπνο του;

Κι απευθυνόμενος στο Στρατή, ρώτησε πιο δυνατά.

– Καταστηματάρχης ε, φίλε;

– Τι; Ψιλικατζίδικο; Αλλαντικά; Ή μήπως υφάσματα και . . . χοντρό εμπόριο; Μήπως Εισαγωγές – Εξαγωγές; ρώτησε πειραχτικά ο Γιώργος, ενώ οι άλλοι έβαλαν τα γέλια.

– Μακάρι να ήταν έτσι κι ας γελούσατε εσείς όσο θέλατε, είπε με κατήφεια ο Στρατής, επηρεασμένος περισσότερο απ’ το περιεχόμενο του ονείρου του, παρά απ’ τα πειράγματα των συναδέλφων του.

– Δηλαδή; Για λέγε, έκανε περίεργα ο Θανάσης.

– Βεβαίως, θα μας το πει. Θέλουμε όλοι να το ακούσουμε, πρόσθεσαν απαιτητικά και οι άλλοι.

– Να . . . βρε παιδιά, άρχισε άκεφος ο Στρατής. Ήμουν τάχα στρατιώτης. Με τον Κώστα. Στον ίδιο λόχο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Όλα χαρούμενα, γελαστά. Κατεβήκαμε μαζί σ’ ένα μεγάλο πάρκο. Παντού καταπράσινα δέντρα, πολύχρωμα λουλούδια . . . χαρά Θεού . . . Εκεί ήταν κι άλλοι στρατιώτες. Πολλοί. Λόχοι ολόκληροι, που, άλλοτε παρέμεναν στα μάτια μας σα στρατιώτες κι άλλοτε γίνονταν γύφτοι κατάμαυροι, λερωμένοι και παράξενοι. Παραταγμένοι σ’ όλα τα μέρη. Μέσα σε διαδρόμους, κάτω απ’ τα δέντρα, μέσα σε ανθισμένα κηπάκια, παντού. Για μια στιγμή, γέμισε ο τόπος αυτοκίνητα. Μικρά, μεγάλα, παράξενα. Μας φόρτωσαν βιαστικά όλους και μας κατέβασαν στο λιμάνι. Αυτός ήταν για μένα ο στρατός. Μόλις φτάσαμε στην αγορά, εγώ βρέθηκα ξαφνικά πολίτης και μάλιστα μεγάλος μαγαζάτορας. Στεκόμουνα μπροστά στη μεγαλοπρεπή τζαμόπορτα του μαγαζιού μου, με τις πελώριες κρυστάλλινες βιτρίνες δεξιά κι αριστερά, σωστό αφεντικό κι έβλεπα πώς περνούσαν τα αυτοκίνητα με τους στρατιώτες. Το κατάστημά μου είχε κάθε είδους πραμάτεια.

– Μωρέ, βάρεσες διάνα, διέκοψε φαιδρά ο Γιώργος.

– Όχι παίζουμε, ακούστηκε η βαριά φωνή του Αμόκο.

– Τα ράφια και οι προθήκες του μαγαζιού μου φίσκα, συνέχισε ο Στρατής, σα μπουκωμένα τσαμπιά από χοντρά κρασοστάφυλα. Ό,τι μπορείς να φανταστείς.

– Ε, όχι κι ό,τι μπορώ να φανταστώ, ρε συνάδελφε. Όχι και ό,τι μπορώ να φανταστώ . . . ακούστηκε μια φωνή πίσω απ’ τα παραπέτα της καρότσας του διπλανού τζέημς. Όλοι γέλασαν.

– Μπράβο Στρατή, ξαναείπε επιδοκιμαστικά ο Γιώργος. Αυτό είναι όνειρο. Όχι παίξε-γέλασε. Χαίρεσαι να το βλέπεις και χαίρεσαι να το ακούς. Λέγε, λέγε παρακάτω.

– Εγώ, ξανάρχισε ο Στρατής, μόλις, λέει, είδα τα αυτοκίνητα να φτάνουν στο λιμάνι γεμάτα στρατιώτες, άρπαξα με τους υπαλλήλους και τους παραγιούς μου, όση πραμάτεια μπορέσαμε να σηκώσουμε στα χέρια μας και τρέξαμε να τη μοιράσουμε στο στρατό.

– Α! Αρχίσαμε και τα χουβαρνταλίκια νωρίς-νωρίς, είπε πειραχτικά, διακόπτοντας ένας στρατιώτης μέσα απ’ την καρότσα.

– Αμέ! Μαγαζάτορας ο άνθρωπος! Καταστηματάρα, σου λέει! Να μη δώσει; πρόσθεσε κάποιος άλλος με μια παράξενη νησιώτικη προφορά πίσω απ’ τα παραπέτα.

– Λοιπόν; ρώτησε ανυπόμονα ο Θανάσης κοιτάζοντας στα μάτια το Στρατή.

– Στίβες στην ολοκάθαρη προκυμαία τα φαγώσιμα, τα ρούχα, τα κάθε είδους αγαθά . . . Κι εμείς κουβαλούσαμε κι όλο κουβαλούσαμε ασταμάτητα.  Τούτη τη φορά, δεν κουβαλούσα μόνο εγώ με τους δικούς μου αλλά όλοι οι καταστηματάρχες της πόλης.

– Ολόκληρο το Εμπορικό Επιμελητήριο να πούμε, πρόσθεσε η μπάση φωνή.

– Δίνουν έτσι εύκολα, νομίζεις, τα Επιμελητήρια; τον παρατήρησε ένας άλλος πίσω απ’ τα παραπέτα.

– Εδώ, φίλε, είναι του Αλεξάνδρου η πόλη. Αλε-ξαν-δρού-πολη. Και υπογράμμισε με τη βαριά φωνή του μια-μια τις συλλαβές. Δεν είναι Λάρισα.

– Και τι κακό σου έκανε, ρε φίλε, η Λάρισα και την κακολογάς; είπε κάπως δυνατά και λίγο θυμωμένα ο Γιώργος. Του κακοφάνηκε, σα Θεσσαλός που ήταν.

– Ουδέν τρωτόν περί την Λάρισαν, την υμετέραν πόλιν, ήτις απέχει εκ Τεμπών σταδίους τεσσαράκοντα . . . είπε ο συνάδελφος με τη μπάση φωνή. Μερικοί γέλασαν. Αυτός συνέχισε. Καλύτερα, όμως, ‘’αλλά ρύσαι ημάς’’ από τέτοια μέρη. Και, για να μη θυμώνει ο φίλος, εξηγούμαι. Εδώ στην Αλεξανδρούπολη δίνουν οι καταστηματάρχες, δίνουν τα εμπορικά επιμελητήρια. Και . . . απτή απόδειξη το όνειρο του φίλου μας. Στη Λάρισα, όμως, δεν δίνουν τα Εμπορικά Επιμελητήρια.

Τις δυο τελευταίες λέξεις τις πρόφερε μ’ όση πιο πολλή ειρωνεία μπορούσε.

– Δηλαδή; ρώτησε παράξενα ο Γιώργος.

– Κάνε κράτει και καθαρίζω, είπε ήρεμα και βαριά η μπάση φωνή και συνέχισε. Το ’41, όταν οι Ιταλοί πυκνοφύτεψαν συρματοπλέγματα στη Λάρισα και παρουσίασαν στα πέριξ το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το οποίο φουλάρισαν με κοπέλια απ’ την Κρήτη, απομεινάρια της κρητικής μεραρχίας που γύριζε τσακισμένη απ’ την Αλβανία, όλος ο λαός της Λάρισας πρόσφερε τα όβολά του για τη συντήρηση των κρατούμενων και μόνο το Εμπορικό Επιμελητήριο αγόρασε αγρόν. Δηλαδή, την πάπια όλοι οι μαγαζάτορες και δεύτερο κόμπο στο πουγγί τους. Από πατριωτισμό, όμως και μεταπολεμικές παπαρδέλες, άλλο τίποτις. Εθνικοφροσύνη με το φτυάρι, που λένε, φορτωμένη σε πράσινα άλογα.

Κοντοστάθηκε και ρώτησε χαρακτηριστικά. Έγινα αντιληπτός; Καθάρισα όμορφα, φίλε, ή έθιξα κανέναν παρανόμως, όπως λένε και οι άνομοι νομομαθείς;

– Καθάρισες θαυμάσια. Σκέτος οξυζενές και καθαρή αμωνία, απάντησε ο Θανάσης.

Όλοι γέλασαν με την εύθυμη έκφραση του βαρύφωνου στρατιώτη και την απάντηση του Θανάση και μόνο ο Γιώργος λυπήθηκε για όσα άκουσε για τον τόπο του. Η μπάση φωνή συνέχισε.

– Πάντως, αν, εν αγνοία μου και εν τη ροή των σκέψεών μου, πικρολάλησα και καρδιοκάρδισα κάποιον, τον τυχόντα δηλαδής, τότε με το συμπάθιο. Μπόλικα ‘’συγνώμη’’ και γης να με πατήσετε. Και ένα ξεγυρισμένο μπαρντόν στο φίλο που διέκοψα. Στον καινούριο μαγαζάτορα δηλαδής. Μπορεί να συνεχίσει να κουβαλάει την πραμάτεια του όπου θέλει. Αν πέταγε, όμως και κάτι προς τα δω, θα ήταν ευπρόσδεκτο. Κι έχω κάτι πείνες!

Το όνομα Αμόκος. Φιλολογικό ψευδώνυμο δηλαδής. Με νόημα, όμως, κατά βάθος και μπόλικη ουσία. Όχι, έτσι αρπαγμένο απ’ το αφτί και ως έτυχε. Έχει ρίζα και προέλευση. Προέρχεται απ’ το άμμος της θάλασσας κι απ’ το κόκκος της άμμου. Πλούσια ψυχή δηλαδής. Μιλιαούνια οι αρετές. Άπειρες, όπως οι κόκκοι της άμμου και μπόλικες όπως η άμμος της θάλασσας. Μόνο που γράφεται με ένα μι και ένα κάπα. Κι όλη αυτή η εξήγα, για να μη γίνει κανένα λάθος στη διεύθυνση και πάρει η αποστελλόμενη πραμάτεια, που προορίζεται για το γενικό επιτελείο της παρέας μου, λάθος δρόμο. Άλλη κατεύθυνση, που λένε. Όπως πήρε το ΧΙΟΣ και βρεθεί κι αυτή αναπάντεχα σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη. Νομίζω, πως σας τα έκανα λιανά. Δεκάρες πεντακάθαρες. Και τώρα, μπορεί να συνεχίσει ο φίλος μαγαζάτορας να κουβαλάει την πραμάτεια του και πάλι, όπου και σ’ όποιον θέλει. Εγώ έχω συνέντευξη με τον ύπνο . . . Κι απευθυνόμενος προς τους δικούς του, τους είπε επιτακτικά.

– Βρε αρουραίοι της θάλασσας, τι περιμένετε; Αφού βλέπω πως τα μάτια σας έραψαν. Μπρος. Ο καθένας στην υγρή του τρύπα και ύπνο.

– Ευχαριστούμε για την άδεια που μας δίνεις να συνεχίσουμε, φίλε Αμόκο και όνειρα γλυκά σ’ όλους, είπε αστειευόμενος ο Θανάσης.

– Δεν είναι τίποτις, δεν κάνει τίποτις. Ό,τι κι αν δώσετε, θα είναι ευπρόσδεκτο. Μόνο, ό,τι αφήσετε, να πέσει με το μαλακό, όχι αλά καραβάνα. Δε θέλω άλλα ξυπνήματα. Το ίδιο και το επιτελείο μου. Το λοιπόν, καληνύχτα μεσημεριάτικα, επανέλαβε ο φίλος Αμόκο και τό ‘ριξε στον ύπνο με την παρέα του.

Σχεδόν αμέσως, επικράτησε απόλυτη ησυχία μέσα στην καρότσα.

Όλοι επάνω στο άρμα ξανάστρεψαν την προσοχή τους προς το Στρατή κι ο Κώστας, με χαμηλότερη φωνή, τον ρώτησε πρώτος.

– Λοιπόν Στρατή, θυμάσαι τη συνέχεια του ονείρου σου; Μας έλεγες πως κουβαλούσατε, κουβαλούσατε και όλο κουβαλούσατε πράγματα στο λιμάνι και συ και όλοι οι καταστηματάρχες της πόλης. Μετά τι έγινε; τον ρώτησε ανυπόμονα.

– Ναι. Κουβαλούσαμε όλοι οι καταστηματάρχες ασταμάτητα, συνέχισε ο Στρατής. Για μια στιγμή, μέσα στην πληθώρα των στρατιωτών, διέκρινα εσένα. Εννοώ, παιδιά, τον Κώστα, είπε επεξηγηματικά και συνέχισε. Ήταν τάχα παλιός μου υπάλληλος. Ντυμένος τώρα στο χακί αλλά σιδερωμένος, φρεσκοξυρισμένος, άστραφτε. Σ’ αυτόν έδινα όλα τα πράγματα που κουβαλούσα, να τα μοιράσει στους στρατιώτες που περίμεναν. Ξαφνικά, όμως, οι σοροί τα τρόφιμα, τα ρούχα κι όλα τ’ άλλα που είχαμε κουβαλήσει στην προκυμαία, έγιναν στίβες από κράνη, γυλιούς, μπαλάσκες, ξιφολόγχες . . . Και, για μια στιγμή, εκεί που έσκυψε ο Κώστας να πάρει μερικά απ’ αυτά για να τα μοιράσει στους συναδέλφους του, βγήκαν δυο-τρεις κατάμαυροι και πανύψηλοι πειρατές απ’ το ανοιχτό στόμα του σκοτεινού αμπαριού ενός τρικάταρτου κουρσάρικου καραβιού, με νεκροκεφαλές και παράξενες παραστάσεις στα λάβαρά του, που, μόλις είχε μπει στο λιμάνι και που τώρα υψώνονταν σα μεγαθήριο πάνω στη χαμηλή προκυμαία και, με φωνές και βρισίματα, άρχισαν να κλοτσούν τα πάντα και να τα πετούν στη θάλασσα. Κράνη, γυλιοί, μπαλάσκες . . . όλα έπεφταν στη θάλασσα κι όλα επέπλεαν στο νερό. Τίποτα δε βούλιαζε. Το κύμα τα τραβούσε γρήγορα στ’ ανοιχτά και τ’ άπλωνε παντού. Είχε σκεπαστεί όλη η θάλασσα. Οι πειρατές τσαλαπατούσαν, κλοτσούσαν και κατέστρεφαν το κάθε τι. Είχε βρομίσει η ολοκάθαρη ως πριν από λίγο προκυμαία. Και το κύμα αχόρταγο τα τραβούσε αδιάκοπα όλα στ’ ανοιχτά και τ’ άπλωνε στο πέλαγος . . . Το πλήθος των στρατιωτών διαμαρτύρονταν αλλά οι φωνές τους πνίγονταν στη βουή και δεν ακούγονταν καθόλου. Τα οργισμένα ξεφωνητά των παράξενων κατάμαυρων κουρσάρων, με τα μακριά γένια και τα τοξοτά σπαθιά και ο δαιμονισμένος θόρυβος που έκανε όλη εκείνη η πραμάτεια καθώς πεταγόταν στη θάλασσα, σκέπαζε τελείως τις φωνές των φαντάρων, που ξαρμάτωτοι και άοπλοι στέκονταν αδύναμοι μπροστά στο σίφουνα.

Πήγα κι εγώ κάτι να πω, κάπως να διαμαρτυρηθώ, για το άσκοπο και άδικο πέταγμα τόσων χρήσιμων ειδών στη θάλασσα αλλά ένας λογχοφόρος πειρατής, με γυμνό σπαθί και χοντρά μπράτσα γεμάτα πολύχρωμα κι ανατριχιαστικά τατουάζ, με χτύπησε με το μακρύ κοντάρι της λόγχης του δυνατά στα χέρια. Πόνεσα πολύ κι έβγαλα μια δυνατή κραυγή. Τα χέρια μου παρέλυσαν κι άφησα να μου πέσουν κάτω μια αγκαλιά κουτιά κονσέρβες που κρατούσα. Ο θόρυβος των τενεκεδένιων κουτιών, που, καθώς έπεφταν απ’ τα χέρια μου χτυπούσαν στην προκυμαία και κατρακυλούσαν στο νερό, ήταν τόσο διαπεραστικός που τινάχτηκα επάνω και ξύπνησα.

– Η καραβάνα! φώναξε ο Γιώργος.

– Μπράβο όνειρο! είπε αυθόρμητα ο Κώστας, που ως τώρα παρακολουθούσε προσεχτικά τη διήγηση του Στρατή. Αυτό δεν είναι όνειρο. Αυτό είναι η δική μας ιστορία, πρόσθεσε με κάποια σιγουριά και απερισκεψία μαζί.

– Δηλαδή; ρώτησε βιαστικά ο Θανάσης. Έτσι εξελίχτηκαν τα πράγματα, όταν κατεβήκατε στο λιμάνι; Σας μοίραζαν κράνη και ξιφολόγχες;

– Όχι, όχι ακριβώς, απάντησε ο Κώστας, καθησυχάζοντάς τον με τα χέρια και το βλέμμα του.

– Τότε; Σας έφερναν γραβάτες και παντελόνια και σεις δεν τα παίρνατε, γιατί δεν καταδεχόσασταν ν’ αγγίσετε πολιτικά ρούχα; Ή μήπως ντρεπόσασταν να μπήτε με πολιτικά στο καράβι; πρόσθεσε με χιούμορ.

– Ούτε κι αυτό είναι αλήθεια, απάντησε πιο στενοχωρημένος ο Κώστας.

– Μήπως υπήρχαν πραγματικά κουρσάροι και σας τρομοκράτησαν; είπε ειρωνικά ο Γιώργος, κοιτάζοντας λοξά το Θανάση.

– Οχι, όχι, επανέλαβε ο Κώστας. Βιάζεστε. Βιάζεστε. Συγχέετε τα πράγματα, πρόσθεσε και βιαστικός γύρισε προς το Στρατή, που κοίταζε συνεχώς απορημένος μια τον ένα και μια τον άλλο, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει το μέγεθος της σύγχυσης που είχε φέρει στην παρέα με τ’ όνειρό του και του είπε επιτακτικά.

– Για ξεκαθάρισε τα πράγματα. Δεν νομίζεις πως τα παραμπέρδεψες με τ’ όνειρό σου;

– Εγώ; διαμαρτυρήθηκε ο Στρατής. Εγώ σας είπα ένα απλό όνειρο και σεις το κάνατε ανατολικό ζήτημα. Εσύ να καθαρίσεις, που είπες ότι το όνειρό μου είναι ξεκάθαρη η δική μας ιστορία. Πού βρήκες τέτοιες ομοιότητες;

-Ναι, ναι, εξήγησέ μας τι εννοείς Κώστα; Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η υπόθεση φαίνεται να έχει ενδιαφέρον, φώναξαν οι άλλοι δυο δυνατά και καθήλωσαν με το βλέμμα τους, που έλεγε πολλά, τον Κώστα στη θέση του.

Το ύφος τους ήταν απαιτητικό και το ενδιαφέρον τους έντονο. Η περιέργειά τους είχε εξαφθεί και ήθελαν να μάθουν περισσότερα απ’ την ιστορία της ολιγοήμερης στρατιωτικής ζωής των δύο νεοσύλλεκτων. Μια ιστορία, που έτσι ξαφνικά μπερδεύονταν μ’ ένα σύντομο όνειρο στη μέση του Αιγαίου.

Ο Κώστας, μη μπορώντας να βρει αδιέξοδο στην επιμονή της παρέας του, αποφάσισε να μιλήσει. Δηλαδή, κάπως να εξηγήσει σαν τι περίπου εννοούσε.

Μισοάπλωσε τα πόδια του πάνω στις αλυσίδες του τανκ, ανακάθισε κάπως στη θέση του, για να βολευτεί καλύτερα και να κερδίσει και χρόνο, πήρε το γκρίζο κασκόλ απ’ τα γόνατά του, που το είχε αφήσει ο Στρατής όταν ξύπνησε προ λίγου, τό ‘ριξε στον ώμο του και είπε.

– Μη νομίζετε πως θ’ ακούσετε κάτι το σπουδαίο ή το συγκλονιστικό. Απλά πράγματα. Και το ωραίο είναι που δεν ξέρω κι εγώ, πώς όλα αυτά τα ασήμαντα και τιποτένια, τα χωρίς νόημα περιστατικά της ολιγοήμερης στρατιωτικής μας ζωής, ξαναήρθαν τόσο ξαφνικά, έτσι σαν αστραπή στο μυαλό μου, δεμένα ταιριαστά τό ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο. Κι εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να καλοεξηγήσω πώς τόσο εύκολα, γρήγορα και χωρίς να το θέλω, συνδέθηκαν και ταυτίστηκαν στο άψε-σβήσε πράγματα και περιστατικά απλά κι απαρατήρητα ως τώρα, με το όνειρο αυτό του Στρατή, που κι αυτός χωρίς καμιά προμελέτη ή άλλη προσπάθεια το είδε μεσοπέλαγα μέσα στο σκοτεινό αυτό αμπάρι.

Οι άλλοι τρεις στρατιώτες βολεύτηκαν όσο μπορούσαν πιο κοντά στον Κώστα, κάρφωσαν τα γεμάτα ενδιαφέρον κι ανυπομονησία μάτια τους επάνω του και κρεμάστηκαν κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του. Όλοι αγωνιούσαν να ακούσουν, όσο γίνονταν πιο γρήγορα, τις εξηγήσεις του.

Και περισσότερο απ’ όλους ανυπομονούσε ο Στρατής. Απορούσε και βιάζονταν να ακούσει κι ο ίδιος, σαν τι σπουδαίο, τι το πραγματικό και το ενδιαφέρον βρήκε ο Κώστας στ’ όνειρό του. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το νου του και διερωτήθηκε με κάποιο ενδόμυχο φόβο μια-δυο φορές, μήπως ο ίδιος έχει καμιά υπερφυσική ικανότητα; Μήπως καταφέρνει και δεν το ξέρει, να προβλέπει μελλούμενα, να οραματίζεται άγνωστα και να προβλέπει απόκρυφα και άδηλα στους άλλους γεγονότα, πριν απ’ την ώρα τους; Μήπως, πάλι, ο Κώστας έχει ικανότητες αλάνθαστου ονειροκρίτη; Κάτι παράξενα κι ως τώρα ξεχασμένα παραμύθια της γιαγιάς του τού ‘ρθαν ξαφνικά στο μυαλό και τον μπέρδεψαν χειρότερα.

Σκέφτηκε γρήγορα πως, αν ο Κώστας είναι ένας σοφός Ιακώβ, τότε αυτός θα πρέπει να είναι ένας κακός και άσπλαχνος Φαραώ. Ξαναθυμήθηκε Εβραίους, πληγές, Ερυθρές Θάλασσες, πνιγμούς και Μωυσήδες . . . Άκουσε και το κύμα που βαρούσε απέξω και τρόμαξε περισσότερο. Τρόμαξε με τη σκέψη αυτή των Εβραίων και των Αιγυπτίων και την έδιωξε αμέσως απ’ το μυαλό του. Την έδιωξε με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ότι την είχε συλλάβει και προσπάθησε να ξαναβρεί τον εαυτό του, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Σ’ αυτό τον βοήθησε και η φωνή του Κώστα, ο οποίος με κάποιο δισταγμό και συστολή άρχισε να λέει.

– Ξέρετε, δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Έτσι πέταξα μια κουβέντα. Πέστε πως παραφέρθηκα. Ίσως, στην παραφορά μου αυτή, να συνέβαλε κι η ολονύχτια ταλαιπωρία μας . . . Η συνεχής αϋπνία μου. . . Τα σκαμπανεβάσματα του καραβιού . . . Η φρίκη του ενδεχόμενου να καταποντιστούμε όλοι μας από στιγμή σε στιγμή . . . Πιθανό, να συνέβαλαν και οι διάφορες σκέψεις που περνούσαν τυραννικές κι επίμονες απ’ το μυαλό μου κατά τη διάρκεια της τρικυμίας . . . Ίσως και πριν απ’ αυτήν . . . και μετά, ως σήμερα το πρωί . . . Σκέψεις, όχι και τόσο ευχάριστες . . . Αναπόληση παλιών γεγονότων . . . περασμένων συμβάντων . . . Ύστερα, η ξαφνική διαπίστωση της πραγματικότητας του Θανάση, του Γιώργου και τόσων άλλων συναδέλφων εδώ μέσα . . .

– Δηλαδή, ποιας πραγματικότητας; διέκοψε βιαστικά ο Θανάσης.

– Να, ότι εσείς με το Γιώργο και τόσοι άλλοι συνάδελφοι εδώ μέσα, που εμείς δεν τους είχαμε προσέξει απ’ την αρχή, δεν είσαστε νεοσύλεκτοι σαν κι εμάς . . . Κι όμως, ταξιδεύτετε μαζί μας. Μαζί με μας που πάμε για ‘’μετεκπαίδευση’’.

Την τελευταία λέξη την πρόφερε τόσο παράξενα, που στου Στρατή τ’ αφτιά έφτασε σα μεγάλη ειρωνεία. Κι αυτός δεν ήθελε να θίγει κανένας τη μέλλουσα ειδικότητά του. Ήταν το μεράκι του να γίνει κανονιέρης. Τον συγκινούσαν οι ιστορίες του γερο-καπετάνιου του παππού του, που πάντα του διηγόταν, όταν ήταν μικρός, παράξενες ιστορίες. Όλο για καράβια, μπουρλότα, ναυμαχίες, ηρωισμούς . . . Τ’ απομεσήμερα, καθισμένος με τον παππού του στο κατώφλι του σπιτιού τους μπροστά στο κύμα, κάτω από μια γέρικη ελιά, δεν χόρταινε ν’ ακούει τις ιστορίες του, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το αρμυρό άρωμα της θάλασσας και τον απαλό ψιθυριστό φλοίσβο των κυμάτων.

Πολύ τον συγκινούσαν οι κανονιέρηδες. Ιδίως, όταν πετύχαιναν με την πρώτη στο στόχο τους. Εκεί, στη βάση του μεσαίου καταρτιού. Όπως πέτυχε, καθώς τού ‘λεγε ο παππούς του, ο κανονιέρης του ‘’Αβέρωφ’’ το ‘’Μετζιτιέ’’ και την τουρκική ναυαρχίδα ‘’Χαϊρεδδίν Βαρβαρόσσα’’ στη ναυμαχία της Λήμνου το 1913.

Συγκρατήθηκε, όμως και δεν είπε τίποτα. Δεν παρασύρθηκε ετούτη τη φορά, όπως παρασύρονταν συνήθως τα βράδια στο λόχο. Άλλωστε, ο Κώστας μπορεί να μην εννοούσε εκείνο που υποψιάστηκε αυτός, με την παρατραβηγμένη κάπως προφορά της ‘’μετεκπαίδευσης’’.

Κοίταξε μόνο βιαστικά τους άλλους, μήπως και διαπιστώσει κάτι στις εκφράσεις τους, χωρίς να διακόψει ή να εκδηλώσει τη στιγμιαία δική του ταραχή κι έμεινε σιωπηλός.

Ο Κώστας συνέχισε, με τον ίδιο πάντα τόνο στη φωνή του.

– Ύστερα, το σκοτεινό και καταθλιπτικό αυτό αμπάρι, η ακεφιά, η παράξενη σιωπή που σκεπάζει τα πάντα κάτω απ’ τον αβάσταχτο και μονότονο κρότο του καραβιού και της θάλασσας, οι ανόρεχτες και κατηφείς όψεις των συναδέλφων μας, που πνίγεσαι χωρίς να το θέλεις μέσα στη θλιμένη τους ματιά, τα τριμμένα και ξεθωριασμένα ρούχα μας, οι ασυνήθιστοι μπερέδες μας, η άδικη κι ακατανόητη απαγόρευση να βγούμε λίγο, έστω και λίγοι-λίγοι, πάνω στο κατάστρωμα, να ξανασάνουμε και να συνέλθουμε κάπως απ’ την ολονύχτια ταλαιπωρία μας . . . Τώρα, μάλιστα, που καλμάρισε η θάλασσα . . .

Σήκωσε με παράπονο τα μάτια ψηλά προς τα θολά φιλιστρίνια, κοίταξε αργά-αργά και γύρω-γύρω προς τα ψηλά πατάρια του καραβιού και συνέχισε.

– Οι οπλισμένοι στρατιώτες εκεί πάνω . . . Το ασταμάτητο πήγαινε-έλα τους στα ψηλά σημεία του αμπαριού . . . χωρίς να μας πλησιάζουν . . . χωρίς να μας επιτρέπουν να τους πλησιάσουμε εμείς . . .

Έμεινε για λίγο σιωπηλός και ανέκφραστος. Μετά συνέχισε.

– Να, όλα αυτά δε μ’ άφηναν όλη τη νύχτα να ησυχάσω. Και τώρα ακόμη με βασανίζουν. Τι ήταν να τα προσέξω; Καλότυχοι αυτοί που δεν έδωσαν καμιά σημασία σε τίποτα απ’ όλα αυτά. Και φαίνονται αρκετοί, πάρα πολλοί τέτοιοι μέσα σε τούτο το μουντό αμπάρι. Ταξιδεύουν αμέριμνοι. Χαλάλι τους. Τώρα, μάλιστα, που κάλμαρε κι η θάλασσα. Δεν φαίνονται να σπάζουν το κεφάλι τους για τίποτα απ’ όλα αυτά, τα οποία εγώ βρίσκω περίεργα και πολύ καταθλιπτικά. Κι όσο καταθλιπτικά τα βρίσκω, άλλο τόσο τα σκέφτομαι. Τα σκέφτομαι και τα ξανασκέφτομαι. Και, κάθε φορά που τα περνώ απ’ το νου μου, με βασανίζουν περισσότερο. Τα τοποθετώ πότε έτσι και πότε αλλιώς στο μυαλό μου, προσπαθώντας να βρω μια εξήγηση . . . Μια απάντηση. Έστω μια μικρή ανακούφιση. Έτσι, όπως τοποθετούν τις μικρές πετρίτσες εκείνοι που κάνουν ψηφιδωτά. Περίεργο όμως! Ενώ εκείνοι , με τις ίδιες πετρίτσες κάνουν χίλιους-δυο συνδιασμούς και παρουσιάζουν πολλά και διαφορετικά σχήματα και παραστάσεις, άλλοτε χαρούμενες  και γελαστές κι άλλοτε σκυθρωπές ή λυπημένες, ανάλογα πάντοτε με τις διαθέσεις τους, εγώ, όπως  κι αν τοποθετήσω τις σκέψεις μου, καταλήγω πάντοτε στο ίδιο συμπέρασμα. Αποκαρδιωτικό και απαίσιο.

Ο Κώστας έμεινε και πάλι για λίγο σιωπηλός. Και οι άλλοι δεν μιλούσαν. Μόνο έδειχναν ζωηρότερη την αγωνία τους. Εκείνος, έβγαλε μηχανικά απ’ την αριστερή τσέπη του χιτωνίου του ένα μαύρο, πολυγωνικό μολύβι, ξυμένο απ’ τη μια μεριά με κοφτερό σουγιά ή ξυράφι κι άρχισε να το παίζει στα χέρια του, κοιτάζοντας αόριστα στο βάθος προς το πίσω μέρος του τεράστιου θάλαμου. Ύστερα, έφερε το βλέμμα του στο μαύρο μολύβι που τριγύριζε στα δάχτυλά του. Το περιεργάστηκε λίγο και συνέχισε.

– Μετά, η μια σκέψη φέρνει την άλλη κι όλες δένονται στη σειρά και γίνονται μια ατέλειωτη και πολυπλόκαμη αλυσίδα, όπως είπε νωρίτερα ο Θανάσης. Έτσι είναι ο νους του ανθρώπου. Σαν κι αυτό το μολύβι. Γράφει το ένα γράμμα, μετά γράφει το άλλο, ύστερα το άλλο και το άλλο, χωρίς σταματημό. Αρκεί να βρει το χαρτί και το χέρι να το κρατήσει. Τα γράμματα φτιάνουν τις λέξεις, οι λέξεις τις φράσεις κι αυτές γεμίζουν τις σελίδες και φτιάνουν βιβλία ολόκληρα. Τόμους ατέλειωτους. Έτσι είναι και ο νους μας. Μόνο που αυτός δεν χρειάζεται ούτε χαρτί, ούτε χέρι για να τον κρατήσει.

Τρέχει μόνος του. Αρκεί να βρεθούν οι κατάλληλες ψυχικές προϋποθέσεις κι ίσως και το ανάλογο περιβάλλον, για να του δώσουν την αρχική ώθηση. Μετά, δεν έχει σταματημό. Νομίζω, πως αυτή την ασταμάτητη διαδοχή και τη συνεχή σύνδεση των ιδεών και των σκέψεων οι φιλόσοφοι την λένε ‘’θεωρία της συζεύξεως’’. Και πράγματι, γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις, η μια σκέψη σου μεταπηδά στην άλλη και η άλλη στην άλλη. Δένονται όλες μαζί και στη στιγμή ξεδιπλώνεται μπροστά σου μια καταπληκτική σειρά γεγονότων. Ένα παρελθόν ολόκληρο . . .

Κάτι τέτοιο έπαθα κι εγώ ξαφνικά, όταν άκουσα το όνειρο του Στρατή. Η σκέψη μου πετάχτηκε απ’ τό ‘να σημείο στο άλλο. Ξεσκέπασε απότομα και χωρίς εγώ καλά-καλά να το καταλάβω ό,τι ως τώρα έμενε θολό και ακαθόριστο στο μυαλό μου, απ’ όσα είδα κι άκουσα μέσα στο καράβι τις λίγες ώρες που είμαστε αμπαρωμένοι σ’ αυτό. Τα συνέδεσε αμέσως-αμέσως με το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, τ’ ανακάτεψε με τα γεγονότα της ολιγοήμερης ζωής μας στο ΚΕΝ, τα έμπλεξε με κάτι άλλα από δω κι από κει περασμένα περιστατικά και μ’ ανάγκασε, χωρίς καθόλου να σκεφτώ, να πετάξω εκείνο το αυθόρμητο ‘’μπράβο’’ στο Στρατή για το όνειρό του. Κι έτσι, τελείως μηχανικά και χωρίς σκέψη ή ιδιαίτερη πρόθεση, πρόσθεσα εκείνα τα υπόλοιπα λόγια για την ομοιότητα του ονείρου του με την ιστορία μας κλπ., που σας ξάφνιασαν. Και, για να είμαι ειλικρινής, ξαφνιάστηκα κι εγώ ο ίδιος με τα λεγόμενά μου, γιατί, καθώς τα ξεστόμιζα, είδα να σχηματίζεται μπροστά μου, απ’ όλα τα επιμέρους κομματάκια του πρόσφατου παρελθόντος μας, ένα παράξενο μεν αλλά ολοκάθαρο ψηφιδωτό. Κάτι που με ξάφνιασε και με τρόμαξε πραγματικά και μένα τον ίδιο.

Για να με καταλάβετε, όμως, θα είναι, νομίζω, καλύτερα να αρχίσω απ’ την αρχή.

Να πάω λίγο πίσω. Να βάλω όλες τις πετρίτσες μου στη σειρά. Δεν ξέρω, όμως, αν έχετε υπομονή και διάθεση.

– Υπομονή; φώναξαν κι οι τρεις μαζί. Όση θέλεις. Διάθεση δε αν πεις; Άλλο τίποτα.

– Όχι μόνο υπάρχει υπομονή και διάθεση όση δεν φαντάζεσαι, πρόσθεσε ο Στρατής αλλά και ώρα έχουμε παραπάνω από αρκετή μπροστά μας. Μάλλον ώρες. Γιατί είμαστε μεσοπέλαγα κι ώσπου να φτάσουμε στον Πειραιά έχουμε μπόλικο καιρό ακόμη.

– Πρέπει να έχουμε αρκετό καιρό μπροστά μας και νά ‘μαστε πραγματικά μεσοπέλαγα, όπως το διαπιστώνει και ο επί των ναυτικών ζητημάτων ‘’ειδήμων’’, είπε αστειευόμενος ο Θανάσης και, με μια γρήγορη χειρονομία, τράβηξε πειραχτικά το μπερέ του Στρατή και τον μισοκατέβασε μπροστά στα μάτια του.

– Λοιπόν, όπως έλεγα και στο Θανάση, όταν εσείς οι δυο κοιμόσασταν, συνέχισε ο Κώστας κι έστρεψε το βλέμμα του προς το Γιώργο και το Στρατή, κατάγομαι απ’ τον Κοκκινόλακκα. Έτσι το λένε το χωριό μου. Είναι ένα μικρό χωριό πάνω στις πλαγιές του Μπέλες, ζωσμένο από κοκκινόχρωμους γκρεμούς και χαράδρες. Ίσως γι’ αυτό του έδωσαν και τέτοιο όνομα. Σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, απ’ το ‘40 και δώθε, όλο το χωριό μας, καθώς και τα γύρω χωριά, προσπαθούσαν να βοηθήσουν και να συνδράμουν τους στρατιώτες μας που πολεμούσαν και αντιστέκονταν στην πρώτη γραμμή. Δυστυχώς, δεν κρατήσαμε πολύ κι αυτό είναι άλλη ιστορία κι ο εχθρός πέρασε τα σύνορα. Απ’ την πρώτη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στον τόπο μας, ως την τελευταία που έφυγαν, όλοι εμείς εκεί πάνω στα βουνά, τους πολεμήσαμε ασταμάτητα. Σύντομα ήρθαν κι άλλοι απ’ τους κάμπους και τις πολιτείες, που δεν άντεχαν κι αυτοί στη σκλαβιά, γίναμε πολλοί και όλοι μαζί χτυπούσαμε χωρίς οίκτο τους στραγγαλιστές της λευτεριάς μας. Αυτό, φυσικά, γίνονταν σ’ όλα τα βουνά της πατρίδας μας, γιατί ήταν πολλοί οι πατριώτες που δεν άντεχαν σκλαβωμένοι.

– Ήταν, όμως και ορισμένοι, που κοίταξαν να βολευτούν δίπλα στον κατακτητή, πρόσθεσε μπαίνοντας στη μέση ο Γιώργος.

– Κι αυτοί ήταν οι πιο επικίνδυνοι κι οι πιο αδίσταχτοι και σκληροί. Εξαιτίας αυτών των ανθρώπων, η πατρίδα μας έπαθε πολλά και πάρα πολλοί πατριώτες έχασαν και τη ζωή τους ακόμη, συμπλήρωσε ο Θανάσης.

– Ο ένας μου ο αδερφός, συνέχισε ο Κώστας, πρώτος πάντα στις μάχες, προδόθηκε από δικούς μας ανθρώπους των εχθρών κι ένα βράδυ, καθώς έμπαινε ανύποπτος στο χωριό, πιάστηκε. Παραδόθηκε στους Γερμανούς και εκτελέστηκε.

Οι τρεις φίλοι κοίταξαν με συμπόνια τον Κώστα κατάματα. Κανείς δεν μίλησε. Τα βλέμματά τους έλεγαν πολλά. Μάλιστα, ο Στρατής που καθόταν δίπλα του άπλωσε το χέρι του και τού ‘σφιξε το μπράτσο.

Ο Κώστας έσφιξε την καρδιά του, κράτησε αναλλοίωτο το βλέμμα του και συνέχισε.

– Ο πατέρας μου κι ο άλλος μου αδερφός, ο μεγαλύτερός μου, έμειναν ανάπηροι πολεμώντας για την πατρίδα. Κι εγώ ήρθα να καταταγώ στρατιώτης. Ήρθα να προσθέσω τον εαυτό μου μέσα στις τόσες χιλιάδες των νέων, για να φτιάξουμε όλοι μαζί νέο και δυνατό στρατό. Να δώσουμε δύναμη στην αδύνατη απ’ την κατοχή και τη σκλαβιά πατρίδα μας. Να περιφρουρήσουμε την τιμή της, την ανεξαρτηρία της, τη λευτεριά της. Μ’ αυτό το πνεύμα και μ’ αυτή την ελπίδα ήρθα στο ΚΕΝ της Αλεξανδρούπολης, όπου καθόριζε η διαταγή του ΓΕΣ να παρουσιαστώ.

– Μα, εσένα δεν έπρεπε να σε πάρουν καθόλου, γιατί έχεις θύμα πολέμου και δυο ανάπηρους απ’ τον πόλεμο στην οικογένειά σου, είπε ο Γιώργος.

– Δεν έχει ρυθμιστεί το θέμα αυτό ακόμη για τα θύματα της κατοχής, είπε ο Θανάσης.

– Ε, τότε, όπου νά ‘ναι, θα το κανονίσουν και σε βλέπω γρήγορα πολίτη, πρόσθεσε κάπως με κέφι ο Στρατής.

– Ας είναι έτσι όπως το λέτε. Πάντως, εγώ παρουσιάστηκα τη μέρα που έπρεπε και ντύθηκα κανονικά στρατιώτης. Βρέθηκα στον τέταρτο λόχο κι εκεί γνώρισα το Στρατή. Μαζί στην ίδια διμοιρία, στην ίδια ομάδα. Αυτός νησιώτης, εγώ στεριανός. Βουνίσιος καλύτερα. Ήταν κι άλλοι βουνίσιοι κι άλλοι θαλασσινοί. Δεν τα πηγαίναμε κι άσχημα.

Σε τρεις μέρες πήραμε όπλα και τα γυμνάσια άρχισαν κανονικά. Δεν ξέρω γιατί, εμένα με ξεχώρισαν απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες. Μου έδωσαν ένα αυτόματο ‘’τόμιγκαν’’ και κάθε πρωί μου έδιναν μια διμοιρία, για να τους κάνω ασκήσεις. Όλα ήταν καλά παιδιά κι οι μέρες μας περνούσαν γεμάτες ενδιαφέρον. Ασκήσεις – θεωρία, θεωρία – ασκήσεις. Και τις ελεύθερες ώρες πειράγματα, αστεία και καλαμπούρι. Ας φαινόταν κάπως μονότονη η απασχόλησή μας. Ανοίγονταν μια καινούρια ζωή μπροστά μας. Και ιδίως για τους άβγαλτους. Δίνονταν η ευκαιρία σ’ αυτούς, να κάνουν τα πρώτα βήματα και να βγουν στον κόσμο. Ένας απ’ αυτούς ήμουν κι εγώ. Δίνονταν σ’ όλους μας η ευκαιρία, να συναναστραφούμε και να γνωρίσουμε από κοντά πολλούς και διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Να μάθουμε απ’ τη ζωή τους και να μάθουν κι εκείνοι απ’ τη δική μας. Μεγάλη υπόθεση αυτή η γνωριμία. Η τριβή ανάμεσα σε διαφορετικούς τύπους, σου δίνει χειροπιαστή τη διαφορά του καλού απ’ το κακό. Ταυτόχρονα, απαλαίνει το ήθος και αφαιρεί τις αντιξοότητες επικοινωνίας του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο. Τοποθετεί το χαρακτήρα του καθενός σε καινούρια σκαριά. Κι αν τα σκαριά αυτά προετοιμαστούν και στηθούν σωστά, τότε, με το τέλος της θητείας μας, θα ξεπηδήσουν μέσα απ’ αυτά σωστοί και ώριμοι πολίτες.

– Γι’ αυτό χρειάζονται καλοί εκπαιδευτές και καλοί αξιωματικοί, είπε ο Γιώργος.

– Ακόμη-ακόμη και καλοί παλιοί στρατιώτες, για να δίνουν πάντα το καλό παράδειγμα στους καινούριους, πρόσθεσε ο Θανάσης.

– Παλιούς στρατιώτες δεν βρήκαμε πολλούς στο λόχο κι έτσι αναλάβαμε εμείς οι καινούριοι όλες τις φροντίδες. Μόνο ένα λοχία βρήκαμε απ’ τη Χαλκιδική, καλό παιδί, τον οποίο είχαμε και διμοιρίτη μας στη διμοιρία που ανήκαμε οργανικά με το Στρατή.

– Το Χριστόφορο, συμπλήρωσε ο Στρατής. Πραγματικά, χρυσό παιδί. Λεβεντιά.

– Κι ένα-δυο ανθυπολοχαγούς, όλο αγριάδα και φιγούρα. Ο ένας ήταν Κρητικός. Μανώλη νομίζω πως τον έλεγαν. Ναι, Μανώλη Χρυσικάκη . . . Χρυσιδάκη . . . Ασημάκη, κάπως έτσι. Πάντως, ήταν όλο νεύρα και φωνές. Κατά βάθος, όμως, φαίνονταν καλός και έξυπνος άνθρωπος. Ήταν ‘’επόπτης εκπαιδεύσεως’’ και γύριζε όλη τη μέρα στο πεδίο ασκήσεων, παρακολουθώντας τις διμοιρίες. Τον άλλο, σπάνια τον βλέπαμε. Επίσης, σπάνια βλέπαμε και το λοχαγό μας. Αυτός ήταν όλη τη μέρα χαμένος στο γραφείο του.

– Λέγονταν Αριστομένης Γραβός, συμπλήρωσε και πάλι βιαστικά ο Στρατής.

– Σωστά, είπε ο Κώστας. Αυτό ήταν το όνομά του. Ετούτος ήταν ένας στριφνός, εγωιστής και παράξενος τύπος. Μέτριος στο ανάστημα, μετριότερος στο ύφος και μετριότατος στο χαρακτήρα και στις γνώσεις. Με ίσια μαλλιά, μεγάλο μέτωπο και στρογγυλωπό κόκκινο πρόσωπο. Τα μάτια του μεγάλα και πεταγμένα λίγο απ’ τις κόγχες τους. Παρίστανε το σπουδαίο και κρατούσε ύφος και μεγάλο τουπέ. Δεν του ταίριαζαν καθόλου τα αστέρια. Κι όμως, κουβαλούσε έξι. Τρία σε κάθε επωμίδα. Ο ίδιος τα γυάλιζε σχολαστικά κάθε πρωί.

Ούτε στο παράστημά του, ούτε στο ύφος του, ούτε και στους τρόπους του έβρισκε κανείς ίχνη από κείνα τα στοιχεία που συγκροτούν έναν πραγματικό λοχαγό. Ένα σωστό αξιωματικό, με την έννοια του ανώτερου κι ολοκληρωμένου ανθρώπου. Όπως ήταν, για παράδειγμα, ο λοχαγός του τρίτου λόχου, καθώς έλεγαν εκείνοι που τον είχαν γνωρίσει.

Ο κύριος Γραβός ήταν τελείως άλλο πράγμα. Όπως έλεγε σκοπτικά ένας συνάδελφος, έλλειπαν τα φωνήεντα και τα σύμφωνα που έφτιανταν τη λέξη ‘’λοχαγός’’ και υπήρχαν μόνο τα δύο όμικρον. Δηλαδή δύο μηδενικά. Κάποιος άλλος στρατιώτης, παράξενος τύπος, που όλοι τον φώναζαν ‘’ο Αβέρτος’’, για να αναγγείλει την παρουσία του λοχαγού σε τυχόν ανύποπτους στρατιώτες φώναζε: ‘’Μηδέν επί μηδέν, ίσον μηδέν’’.

Ο Αριστομένης αποκαλούσε τον εαυτό του ‘’ο μένων άριστος λοχαγός’’. Έτσι ερμήνευε την έννοια του ονόματός του. Του άρεσαν πολύ οι τυπικότητες και ιδίως οι κανονικές παρουσιάσεις των κατωτέρων του στις αναφορές. Έδινε μεγάλη σημασία στους τύπους κι έχανε κυριολεκτικά την ουσία. Σ’ ένα μάθημα για τα καθήκοντα του σκοπού, μας είπε πως το ύψιστο καθήκον του στρατιώτη-σκοπού είναι να παραμένει άγρυπνος στη σκοπιά του, ώστε να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή, να δει τον εφοδεύοντα αξιωματικό και να παρουσιαστεί σ’ αυτόν κανονικά.

Κάποιος στρατιώτης, ξαφνιασμένος απ’ τα λεγόμενά του και θερμόαιμος καθώς ήταν, φώναξε μ’ απορία. ‘’Να αγρυπνά για να παρουσιαστεί κανονικά στον εφοδεύοντα; Και η φρούρηση της θέσης;

Τότε πετάχτηκε ο Αβέρτος και είπε. ‘’Αρκριβώς, για το λόγο αυτό και για να καλυφθούν αμφότερα τα αντικείμενα, έχουμε τη διπλοσκοπιά’’.

‘’Μπράβο’’, είπε ο λοχαγός, χωρίς να πιάσει καθόλου την απάντηση. ‘’Εξαιρετικά. ‘’Άριστα’’.

Κι ο Αβέρτος συμπλήρωσε. ‘’Ευχαριστώ, κύριε λοχαγέ. Ο Αρίστος στους αρίστους πάντα βάζει άριστα’’.

Όλοι γέλασαν στην αίθουσα. Κι ο λοχαγός μαζί τους.

Λέγαν πως ήταν καραβανάς. Ευλογημένος από καταστάσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Γι’ αυτό τον έλεγαν και ‘’εποχιακό’’. Το πώς πήρε τόσα αστέρια ούτε κι ο ίδιος το κατάλαβε. Όταν μιλούσε, έδειχνε αμέσως το ποιόν του. Και ο απλούστερος άνθρωπος καταλάβαινε εύκολα πόσο αστοιχείωτος ήταν. Για μας, όμως, ήταν ο ‘’κύριος λοχαγός’’.

Εκτός, λοιπόν, απ’ αυτούς τους λίγους που ανάφερα, βρήκαμε ένα επιλοχία και μερικούς άλλους στρατιώτες. Δυο ήταν μάγειροι, ένας ταχυδρόμος και ένας-δυο ακόμη στη διαχείριση. Έναν απ’ αυτούς, μάλιστα, τον έλεγαν Βαγγέλη Ντεσεπρή. Μου έκανε εντύπωση το όνομά του, γιατί θυμάμαι πως με το επίθετο αυτό είχαμε κάποιον στο χωριό. Ξένος, ολομόναχος, περαστικός είχε βρεθεί στα μέρη μας τον καιρό της κατοχής. Τον συνέλαβαν, όμως, γερμανοντυμένοι δικοί μας και τον παρέδωσαν στους Γερμανούς. Αργότερα, μάθαμε πως εκείνοι τον έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Με την πρώτη ευκαιρία ρώτησα μια μέρα στο λόχο το Βαγγέλη σχετικά αλλά μου είπε πως δεν ξέρει τίποτα. Ίσως να πρόκειται για απλή συνωνυμία. Ίσως ο Βαγγέλης να είχε λόγους να αποκρύψει κάποια τυχόν συγγένεια που είχε μαζί του . . . Ποιος ξέρει!

Στο λόχο μας ήταν, επίσης κι ο Αβέρτος, που ανάφερα και νωρίτερα. Τύπος παράξενος.

Γύριζε όλη τη μέρα πάνω-κάτω μέσα στο λόχο, χωρίς να κάνει τίποτα. Τριγύριζε συνέχεια, χωρίς κανένα υπηρεσιακό λόγο δώθε-κείθε, ανενόχλητα, αδέσμευτα, αβέρτα. Γι’ αυτό πιστεύαμε πως του κόλλησαν και το παρατσούκλι ‘’ο Αβέρτος’’.

Το πραγματικό του όνομα ήταν νομίζω Παναγιώτης ή Λέανδρος. Άλλοι τον θέλαν Πέτρο ή Λεωνίδα. Αυτός τα δέχονταν όλα και δεν διαμαρτύρονταν για κανένα. Ήταν, όμως, σ’ όλους γνωστός με το παρατσούκλι, ο Αβέρτος.

Ο Αβέρτος λοιπόν, άλλοτε παρουσιάζονταν καλοσιδερωμένος και περιποιημένος κι άλλοτε τσαλακωμένος, λερωμένος και αξύριστος. Πάντοτε, όμως, κεφάτος και ευδιάθετος. Σφύριζε ή τραγουδούσε καθώς γύριζε άσκοπα τις περισσότερες φορές μέσα στο στρατόπεδο. Πείραζε τους πάντες και δέχονταν τα πειράγματα όλων. Πολλοί απ’ τους παλιότερους τον χαιρετούσαν κανονικά και τον φώναζαν με το περίεργο για μας τους νέους. ‘’Πάντα θα ζει’’.

Κι αυτός, αντί να θυμώνει, απαντούσε με κέφι. ‘’Θα ζει. Θα ζει και πάντα θα ζει’’. Από πού ξεφύτρωσε και πώς καθιερώθηκε σα χαιρετισμός και σαν παρατσούκλι αυτό το ‘’πάντα θα ζει’’, ήταν ένα μυστήριο για όλους μας.

Ο Αβέρτος ήταν ομιλητικός, ετοιμόλογος κι ήξερε να απαντάει πάντοτε μ’ ένα αστείο ή ένα πείραγμα. Μπορούσε να μπαίνει στην οιποιαδήποτε συζήτηση ευκολότατα και πάντοτε μ’ ένα ξεχωριστό και ραφιναρισμένο χιούμορ. Όταν τον ρωτούσαμε από πού κατάγεται, απαντούσε στερεότυπα. ‘’Απ’ τη μητέρα Γη’’. Κι όταν ζητούσαμε να μάθουμε ποιο είναι το χωριό του και ο τόπος του, απαντούσε πως είναι πολίτης της Οικουμένης. ‘’Οικουμενικός, οικουμενικός’’, έλεγε, ‘’αλλά προς Θεού όχι πατριάρχης’’. Επίσης, όσο αφορούσε την ειδικότητά του, έλεγε πως είναι βοηθός σιτιστή ή γραφέας στο Κέντρο. Άλλοτε πάλι έλεγε πως ήταν στρατιωτικός ρεπόρτερ, καθηρημένος ανθυπολοχαγός ή πράκτορας της Μαφία.

Πολλές φορές μας νουθετούσε και μας υποδείκνυε τρόπους καλής συμπεριφοράς και ταυτόχρονα δεν δίσταζε να διακηρύττει με περηφάνια, πως ήταν πέντε μήνες στρατιώτης και πως είχε 230 μέρες φυλακή. Κανένας δεν μπορούσε να βρει άκρη, ποια απ’ τα λεγόμενά του ήταν πραγματικότητες και ποια φαντασίες. Αστειευόταν με όλους, τους πείραζε όλους κι ήταν πάντοτε εύθυμος και ανοιχτόκαρδος. Του άρεσε να του διηγούμαστε ιστορίες απ’ α χωριά μας. Για τη ζωή και τις συνήθειες των κατοίκων, για τη φύση, για την ύπαιθρο. Περισσότερο, ήθελε να ακούει για τα βουνά της Μακεδονίας και για τις ηρωικές μάχες που έγιναν κατά καιρούς σ’ αυτά.

Από τέτοιες ιστορίες, ιδίως για τα χρόνια της κατοχής, ήξερα αρκετές και του έλεγα από καμιά, όταν μας δίνονταν η ευκαιρία. Όλες τις άκουγε με προσοχή. Με τόση προσοχή, που νόμιζες πως κάτι έψαχνε να βρει ανάμεσά τους. Ιδίως τις μάχες γύρω απ’ το Μπέλες δε χόρταινε να τις ακούει.

Μερικές φορές μου φαίνονταν πως το βλέμμα του άστραφτε περισσότερο και τα μάτια του νόμιζα πως στο βάθος τους υγραίνονταν. Μάλιστα, όταν πρωτοανάφερα τον καπετάν Δρόσο και το πρωτοπαλίκαρό του τον Αρτέμη, που έπεσαν μαζί στην ίδια μάχη, σκίρτησε η καρδιά του και τα μάτια του άστραψαν ξαφνικά. Ένιωσα ολοκάθαρα την ταραχή του αλλά δεν του είπα τίποτα. Συγκρατήθηκε κι αυτός και γρήγορα ξαναπήρε το ήρεμο και αφελές γνώριμο ύφος του.

Τον έβλεπα, πως μαζί μου ένιωθε κάποια ξεκούραση και τα βράδια έψαχνε να με βρει, για να του διηγηθώ και πάλι καμιά απ’ τις αγαπημένες του ιστορίες.

Τις μέρες έρχονταν συχνά στο πεδίο ασκήσεων, πίσω απ’ τα κτίρια του λόχου και, καθισμένος ολομόναχος στον ίσκιο κάποιου δέντρου, κοίταζε από μακριά, πότε αμέριμνος και πότε σκεπτικός και παρακολουθούσε πώς κάναμε ασκήσεις εμείς οι νεοσύλλεκτοι.

Ο επιλοχίας του λόχου ήταν ένας πολύ ψηλός κι αδύνατος μόνιμος λοχίας, μεγάλος σε ηλικία, νευρικός και φωνακλάς. Καλύτερα να μην έμπλεκες μαζί του. Δεν υπήρχε κατανόηση ούτε σταγόνα.

Ένα καλοκάγαθο και απλό παιδί ήταν ο ταχυδρόμος. Μας μοίραζε τα γράμματά μας τα βράδια στο προαύλιο του λόχου, μόλις γυρίζαμε απ’ το βραδινό συσσίτιο. Όλο ευγένεια και κατανόηση.

Η διανομή, όμως, της αλληλογραφίας απ’ τον ίδιο τον ταχυδρόμο δεν κράτησε πολύ. Ύστερ’ από λίγες μέρες, τα γράμματα μας τα μοίραζε ο επιλοχίας και μάλιστα σε ορισμένους δεν τα έδινε την ίδια στιγμή στο χέρι αλλά τους έλεγε να πάνε αργότερα να τα πάρουν απ’ το γραφείο του ή απ’ το γραφείο του λοχαγού. Γιατί αυτή η ιδιαίτερη ‘’περιποίηση’’ και τι συνέβαινε στα γραφεία αυτά κατά τη διάρκεια της παραλαβής δεν έμαθε ακόμη κανένας τίποτα. Μόνο όσοι πήραν τέτοια γράμματα ξέρουν κάτι.

Με τον ταχυδρόμο συναντιόμασταν τις ελεύθερες ώρες στην καντίνα και συζητούσαμε ή παίζαμε κάπου-κάπου και κανένα ντόμινο. Τον έλεγαν Φώτη κι ήταν τριτοετής της Φιλοσοφικής. Του άρεσε πολύ η ιστορία κι είχε μερικά βιβλία μαζί του, ιδίως μεταφράσεις ξένων ιστορικών. Μπορούσε να διαβάζει και να γεφυλλίζει τα βιβλία του μερόνυχτα, για να ξεδιαλύνει ένα ιστορικό σημείο και να βρει την πραγματική αλήθεια. Κάτι καταφέρνω κι εγώ με την ιστορία και κάναμε καλή παρέα. Βέβαια, αυτός ήταν χιλιόμετρα μπροστά από μένα. Παρ’ ότι ένιωθα κατώτερος στις γνώσεις, μου άρεσε πολύ ο τύπος του και επιδίωκα την παρέα του. Άλλωστε, δε μάθαινα και λίγα απ’ αυτόν.

Γεροδεμένο και ψηλό παιδί ο Φώτης, με πυκνά μαλλιά και λαμπερά μάτια, ήταν πάντοτε ήρεμος και ομιλητικός. Ήσυχος και φιλότιμος καθώς ήταν, δέχονταν με ευχαρίστηση τα όμορφα και έγυπνα αστεία. Δεν ανέχονταν, όμως, σαχλοεξυπνάδες και άνοστα πειράγματα. Τον Αβέρτο τον συμπαθούσε για την ανοιχτή του καρδιά και το ντόμπρο χαρακτήρα του και πολλές φορές τον θαύμαζε για την ευστροφία του μυαλού του και την πετυχημένη κατά κανόνα αθυροστομία του. Πάντοτε, όταν μιλούσαμε γι’ αυτόν, ένιωθα πως έτρεφε κάποια εκτίμηση για το άτομό του κι έδειχνε, αν και πολύ καλυμμένα, ένα σεβασμό ή και κάποιο οίκτο για τον τόσο αστείο και φαιδρό για τους άλλους συνάδελφό μας. Ποτέ, όμως, δεν τον ρώτησα να μου πει κάτι περισσότερο απ’ όσα μόνος του μού ‘λεγε.

Ο Φώτης έπαιρνε εύκολα μέρος στις συζητήσεις και πάντοτε ξανοίγονταν ως εκεί που του επέτρεπαν οι γνώσεις του. Και οι γνώσεις του του άνοιγαν πλατιά όρια και ευρύτατο πεδίο για συζήτηση. Αυτός, όμως, ποτέ δεν εκμεταλλεύονταν όσο έπρεπε τις δυνατότητές του στις συζητήσεις με τους συναδέλφους του. Μόνο και μόνο, μην τον περάσουν για επιδειξία ή εξυπνάκια. Όλες τις ελεύθερες ώρες του τις περνούσε διαβάζοντας ή παίζοντας ντόμινο.

Έπαιζε καλό ντόμινο. Μάλιστα, είχε και την υπομονή να διδάξει το παιχνίδι σ’ όσους δεν το ήξεραν και ήθελαν να το μάθουν.

Του άρεσε να κάθεται στο πιο απόμερο τραπέζι, στο βάθος της δεξιάς γωνίας της καντίνας. Το τραπέζι εκείνο ήταν γνωστό σαν το τραπέζι του ταχυδρόμου. Πάνω απ’ το ‘’τραπέζι του ταχυδρόμου’’, στον ένα τοίχο της γωνίας, ήταν κρεμασμένος ένας αυγοειδής και αρκετά μεγάλος αλλά φτηνός καθρέφτης, περιζωμένος γύρω-γύρω, πάνω στο ίδιο του το γυαλί, με πολύχρωμα μπογιατιστά λουλούδια και μικρά χρωματιστά πουλιά, που όλα μαζί έφτιαχναν μια πρωτότυπη κορνίζα. Στον άλλο τοίχο, τον κάπως πιο επίσημο και στο ίδιο περίπου ύψος με τον καθρέφτη, ήταν κρεμασμένο ένα χιονισμένο τοπίο μιας απόκρημνης μισοδασωμένης χαράδρας των Άλπεων ή κάποιου άλλου ξένου ορεινού συγκροτήματος, κορνιζωμένο κι αυτό με μια μισοξεφλουδισμένη ξύλινη χοντρή κορνίζα. Εκεί, στο κάδρο αυτής της κορνίζας σφήνωνε ο ταχυδρόμος τα αζήτητα γράμματα και τις διάφορες μικροανακοινώσεις του.

Μια μέρα λοιπόν, καθισμένοι με το Φώτη στο γνωστό μας πια τραπεζάκι, σκύβει κάπως πιο κοντά προς το μέρος μου και μου λέει με χαμηλή φωνή.

‘’Ο λοχαγός μας πρέπει να έχει πάρα πολλούς φίλους στο σώμα της Χωροφυλακής. Τελευταία, του φέρνω γράμματα όλο από αστυνομικές Διοικήσεις και αστυνομικά τμήματα. Όχι πως έχω κάτι προσωπικό με τους καλώς εννοούμενους χωροφύλακες, γιατί κι αυτοί, καλώς εχόντων των πραγμάτων, κάνουν το καθήκον τους και προσφέρουν μια σπουδαία υπηρεσία στην κοινωνία. Γιατί, κράτος και κοινωνία στον αιώνα μας –την σήμερον την ημέρα, που λέει κι ο Αβέρτος- χωρίς αστυνομία, πώς να σταθεί και να ζήσει! Αλλά . . . να . . . ξέρω κι εγώ . . . κάτι δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ εκατό στα εκατό μαζί τους. Ίσως να επενεργεί και σε μένα, χωρίς να το θέλω, η έντονη εκείνη αντιπάθεια, που επικρατούσε παλιότερα και που ακόμη επικρατεί ως ένα βαθμό, ανάμεσα σε στρατιώτη και χωροφύλακα. Κανονικά, αυτή τη διάσταση τη βρίσκω αδικαιολόγητη. Δεν ξέρω, όμως, γιατί εξακολουθούμε ακόμη να καλλιεργούμε, έστω και σιωπηρά, ανύπαρκτες στην ουσία διαφορές. Ίσως οι κακές και πολύ λανθασμένες αντιλήψεις περί πολιτικής. Ίσως ο άμετρος συνήθως κομματισμός του σώματος αυτού . . . Ίσως η αδικαιλόγητη πολλές φορές επέμβασή του στην καθημερινή μας ζωή’’.

Ο Φώτης, λέγοντας αυτά, πήρε ένα απ’ τα έξι στημένα πούλια του, που τα είχε ξεχωρίσει και στεκόταν όρθια μπροστά του, με την ανάποδή τους γυρισμένη προς εμένα, για να μη βλέπω την καλή τους μεριά και το έβαλε στο τραπέζι, με την όψη προς τα πάνω, ανοίγοντας το παιχνίδι. Ήταν πεντάρες. Σηκώνοντας το βλέμμα του απ’ τη μέση του τραπεζιού, κοίταξε ίσια στον αυγοειδή καθρέφτη, που ήταν κρεμασμένος απέναντί του και είπε στο στρατιώτη που μόλις είχε μπει στην καντίνα και στεκόταν όρθιος από πάνω του, λίγο πιο πίσω του δεξιά.

‘’Τι λες και συ, κύριε Λουλούδια; Έπαιξα καλά;’’

Ο Λουλούδιας, που μόλις είχε ποζάρει η φάτσα του στον καθρέφτη, καθώς διάβαινε την πόρτα της καντίνας κι έγινε αντιληπτός έγκαιρα απ’ το συμπαίκτη μου, ήταν ένας κοντός, κακοσούλουπος στρατιώτης, με ξεβαμμένα μάτια, αραιά φρύδια και ξεθωριασμένα κι άτονα χαρακτηριστικά. Με φαρδύ χιτώνιο, μεγάλο παντελόνι, που έφτανε σχεδόν ως τις μασχάλες κι ένα δίκοχο που τού ‘πεφτε ως τ’ αφτιά. Το επίθετό του ήταν Ανθίδης ή Ανθόγλου ή Άνθογλου ή κάπως έτσι, γι’ αυτό ίσως κι όλοι στο λόχο τον φώναζαν ‘’Λουλούδια’’. Ίσως πάλι, να του είχαν βγάλει και να του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι αυτό απ’ το πνεύμα της λαϊκής εκείνης παροιμίας που λέει. ‘’Ο λολός λουλούδια’’. Έτσι λέει συνήθως ο λαός μας, όταν πρόκειται να χαρακτηρίσει μια κουτή πράξη ή μια επιπόλαια ενέργεια ενός κουτού και άμυαλου ανθρώπου.

Πάντως, απ’ όπου κι αν προέρχονταν η προσωνυμία αυτή, από τότε που τον πρωτοφώναξε ‘’Λουλούδια’’ ο Αβέρτος, καθιερώθηκε αμέσως και επικράτησε απόλυτα στο λόχο.

Έλεγε, λοιπόν, ο Λουλούδιας πως κατάγονταν από μεγάλη οικογένεια των Αθηνών. Πως είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και πως ήθελε να πάει στη σχολή Ευελπίδων ή στην ΕΣΑ (Στρατιωτική Αστυνομία). Το κοντό του, όμως, ανάστημα, το παράξενο σουλούπι του και το πάντοτε κακό και άνευ προηγουμένου άχαρο ντύσιμό του, έδιναν λαβή σ’ όλους στο λόχο, να τον περιπαίζουν και να τον κοροϊδεύουν για την επιθυμία του αυτή.

Ο Αβέρτος μου είχε πει κάποτε, πως ο πατέρας του Λουλούδια ήταν στενός συνεργάτης των Γερμανών και πως με την ιδιότητά του αυτή είχε κάνει μεγάλη περιουσία στα χρόνια της κατοχής. Μάλιστα, θυμάμαι πως ρώτησα και το Φώτη γύρω απ’ τα λεγόμενα αυτά του Αβέρτου αλλά αυτός, ούτε τα επιβεβαίωσε, ούτε και τα απόρριψε. Το μόνο που έκανε ήταν να ψάξει ανάμεσα στο μάτσο των επιστολών που κρατούσε συμπτωματικά στα χέρια του εκείνη τη στιγμή και να μου δείξει ένα γράμμα που απευθύνονταν στο Λουλούδια, μέσα σε πολυτελέστατο φάκελο, χωρίς να πει λέξη.

Δε ρώτησα περισσότερα. Ούτε κι εκείνος είπε κουβέντα.

Ο Λουλούδιας προσπαθούσε πάντοτε να κάνει τον πολύξερο και να μεταχειρίζεται βαριές και στραπατσαρισμένες ελληνικούρες στις κουβέντες του. Όσοι ‘’κατείχαν’’ λίγο-πολύ την ελληνική γλώσσα κι είχαν διάθεση να γελάσουν, του μιλούσαν καθαρευουσιάνικα. Έκαναν πως τον θαύμαζαν για τα σωστά ελληνικά του. Εντυπωσιάζονταν, δήθεν, απ’ την καθαρή φωνητική του, την ορθοτονισμένη προφορά του και την καλοχρωματισμένη εκφραστικότητά του.

Τον κούρδιζαν και τον ανάγκαζαν, χωρίς αυτός να το καταλαβαίνει, να αραδιάζει συνεχώς ελληνικούρες, τη μια πίσω απ’ την άλλη, έτσι που η κάθε επόμενη ήταν χειρότερη απ’ την προηγούμενη και να γελούν ασταμάτητα όλοι με τις κοτσάνες του. Μάλιστα, ο Αβέρτος όταν τον συναντούσε τον αποκαλούσε μεγαλόφωνα και πολύ χαρακτηριστικά. ‘’Ο κύριος Κοτσάνογλου ο Βους‘’. Κοτσάνογλου ο πρώτος ήταν γι’ αυτόν ο λοχαγός.

Σε κάθε τους συνάντηση τού ‘κανε πάντοτε, από απόσταση μερικών βημάτων μια ελαφριά υπόκλιση, βγάζοντας κοροϊδευτικά το δίκοχό του σε ένδειξη, δήθεν, σεβασμού και φώναζε δυνατά, για να ακούν όλοι γύρω του. Καλημέρα σας κύριε Κοτσάνογλου Βου . Ο Κοτσάνογλου έκανε συνήθως μια περιφρονητική χειρονομία και προσπερνούσε, χωρίς να του δίνει, δήθεν, σημασία.

Είναι αλήθεια πως, σαν τρομερά κενόδοξος που ήταν, του άρεσε πολύ το πρώτο μέρος του χαιρετισμού. Εκείνο το ‘’καλημέρα σας κύριε’’. Με τον πληθυντικό ιδίως, το κύριε ακουγόταν θαυμάσια στ’ αφτιά του. Εκείνο που δεν του άρεσε καθόλου ήταν το άλλο μέρος. Το ‘’Κοτσάνογλου Βου’’. Γι’ αυτό και πάντοτε στη συνείδησή του υπογράμμιζε το πρώτο, με το οποίο και ηδονίζονταν η μικρότητά του και ο εγωίσμός του κι άφηνε απαρατήρητο το δεύτερο, δείχνοντας, τάχα, μεγαλοψυχία στην αμάθεια και στην έλλειψη τρόπων και αρχών καλής συμπεριφοράς του Αβέρτου.

Ο Λουλούδιας ήταν θρασύς και ενοχλητικός τύπος. Πάντοτε έμπαινε στη μέση κάθε συζήτησης και πάντοτε εξέφραζε γνώμη, που ήταν οπωσδήποτε αντίθετη απ’ τη γνώμη των άλλων. Στη διαφωνία και στην αντιλογία νόμιζε πως φαίνονταν η αξία του. Αν συμφωνούσε, δε θα φαινόταν πως κάτι ήξερε. Έτσι νόμιζε. Δε διαφωνούσε, όμως, ποτέ με το λοχαγό, τον επιλοχία και τους άλλους μικροανωτέρους του, ακόμη και σε εξωυπηρεσιακά ζητήματα. Άσχετα με το πόσο άδικο είχαν αυτοί ή απλούστατα πόσο ήξεραν τι έλεγαν. Μ’ αυτούς έδειχνε μια απεριόριστη δουλικότητα κι έναν άνευ προηγουμένου ραγιαδισμό.

Ο Αβέρτος τους έβαζε όλους αυτούς τους λιγόμυαλους στην ίδια μοίρα. Καμιά φορά, όταν τύχαινε να τους συναντήσει όλους μαζί συγκεντρωμένους, να σαχλοσυζητούν και να προσπαθούν να αυτοπροβάλουν τον εαυτό τους και να επιδείξουν  το μέγεθος της κενοδοξίας και της κατωτερότητάς τους, αθυρόστομος καθώς ήταν, έλεγε δυνατά στο διπλανό του, κρατώντας τον ταυτόχρονα σφιχτά απ’ το μπράτσο και προσποιούμενος πως τον τραβούσε, τάχα, προς το μέρος του.

‘’Μείνε μαζί μας, φίλε. Τι θέλεις να πας στους απέναντι. Άσε τα εγκώμια και τους θαυμασμούς. Κάνε παρέα με καλούς ανθρώπους. Έτσι, έχεις μεγάλες πιθανότητες να γίνεις μια μέρα και συ ένας καλός σαν κι εμάς άνθρωπος’’. Και, με δυνατότερη φωνή, πρόσθετε απευθυνόμενος στην παρέα των ‘’μεγάλων’’.

‘’Έτσι δεν είναι, κύριε Λουλούδια; Σεις δεν είπατε ότι ένας ανόητος βρίσκει πάντοτε έναν άλλο ανόητο για να τον θαυμάσει; Ή μήπως σας συγχαίω με το Νικόλαο Ντισπρέ; Όχι. Όχι, Είμαι βέβαιος. Δικό σας ήτο το ρητόν. Και σας παρακαλώ μη μου φέρετε αντίρρησιν’’.

Κι εκείνος, για να φέρει την αντίρρησή του και να δείξει και την πολυμάθειά του, έλεγε.

‘’Επιλανθάνετε κύριε’’ (κάνετε λάθος πάνω στο λάθος). ‘’Εγώ είπον την ρήσιν και ουχί ο Βαγγέλης Ντεσεπρής (εννοώντας το σιτιστή του λόχου). Με τους συναδέλφους του ο Λουλούδιας είχε πάντοτε διαφορετική γνώμη, ακόμη και για τα πιο απλά ζητήματα. Ήταν ο αντιρρησίας του λόχου. Ο ταχυδρόμος το ήξερε πολύ καλά αυτό, γι’ αυτό και τον ρώτησε μόλις μπήκε στην καντίνα.

– Τι λες και συ, κύριε Λουλούδια; Έπαιξα καλά;

Ο Λουλούδιας, κοίταξε το διπλό πεντάρι του ντόμινου, που ήταν ανοιχτό και μόνο του στη μέση του τραπεζιού, όρθωσε κάπως το κοντό του ανάστημα, έγειρε το χοντρό λαιμό του πιο κοντά προς τον ώμο του Φώτη, για να δει, δήθεν, καλύτερα και τα άλλα πούλια του, πήρε ύφος πολύξερου κατόχου του παιχνιδιού και με στόμφο μεγάλου ειδήμονα είπε.

Όχι. Έπρεπε να παίξεις εξάρες.

-Μα, δεν έχω εξάρες, διαμαρτυρήθηκε όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε ο Φώτης.

Ταυτόχρονα, παραμέρισε κάπως το σώμα του στην καρέκλα κι έκανε μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού του, για να διευκολύνει περισσότερο την ορατότητα του ασουλούπωτου αντιρρησία και να του επιτρέψει να δει πιο άνετα όλα του τα πούλια.

– Το βλέπω, κύριε διανομεύς, είπε κοφτά και ειρωνικά ο Λουλούδιας. Και με ύφος μεγάλου συμβουλάτορα συνέχισε. Έπρεπε, όμως, να έχεις.

– Να έχω; Ξεφώνισε παραξενεμένος ο ταχυδρόμος. Πώς να έχω; επανέλαβε με ζωηρή φωνή και έκδηλη απορία στην όψη του. Όλα τα πούλια είναι στην αρχή ανάποδα γυρισμένα στο τραπέζι κι ο καθένας παίρνει έξι. Όποια του τύχουν. Έτσι δεν ξεκινάει το παιχνίδι; ρώτησε με κάποια δόση οργής στον τόνο της φωνής του.

– Μέχρις ενός σημείου, ας πούμε, πως έχεις δίκαιο, είπε σοβαρός ο Λουλούδιας, τονίζοντας ειρωνικά το ‘’ας πούμε’’, σάμπως να παραδεχόταν έτσι χατιρικά για σωστά τα λεγόμενα του Φώτη ή να τα προδίκαζε σαν εσφαλμένα απ’ την αρχή. Εσύ, όμως, συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, σαν καλός παίχτης που λες πως είσαι, θα έπρεπε να είχες βρει τον τρόπο, ώστε να υπερπηδάς τέτοιες μικροδυσκολίες και να καταφέρνεις να παίρνεις απ’ την αρχή τα πούλια που πρέπει να έχει ένας καλός και πεπειραμένος ντομινίστας.

Και, με ύφος που έδειχνε πως δε δεχόταν καμιά αντίρρηση, συνέχισε.

– Να, για παράδειγμα, να είχες κρυφοσημαδέψει ορισμένα απ’ αυτα. Τις εξάρες, ας πούμε κι έδειξε περιφρονητικά με το χέρι του προς τα πούλια του ταχυδρόμου, ώστε να έχεις ό,τι χρειάζεσαι κάθε φορά. Έτσι κάνουν, φίλε, όσοι θέλουν πραγματικά να κερδίσουν το παιχνίδι, τόνισε εμφαντικά. Σκύβοντας δε το πρόσωπό του πιο κοντά στον ταχυδρόμο πρόσθεσε. Κι όχι μόνο στο ντόμινο αλλά και σε κάθε παιχνίδι.

Μα αυτό είναι ατιμία, είπα νευριασμένος εγώ.

-Για τους ανοιχτομάτηδες, το κάθε κόλπο είναι εξυπνάδα. Για τους ‘’έντιμους’’, τουτέστιν τους, τάχα, ευσυνείδητους και τους λιγόμυαλους ταχυδρόμους είναι ατιμία, πρόσθεσε με θράσος ο Λουλούδιας.

Ο Φώτης έγινε κατακόκκινος. Θύμωσε μ’ αυτές τις ξεδιάντροπες γνώμες και υποδείξεις του ελεεινού Κοτσάνογλου και πετάχτηκε απ’ την καρέκλα του οργισμένος. Ο Λουλούδιας πανικόβλητος έφυγε τρέχοντας απ’ την καντίνα κι εξαφανίστηκε στην αυλή.

– Το κάθαρμα, είπε ταραγμένος απ’ το θυμό του ο Φώτης. Αν τον έβαζα στα χέρια μου, αλίμονό του . . .

Πρώτη φορά έβλεπα τον ταχυδρόμο τόσο ανάστατο. Χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του άλλου χεριού του κι έκανε ένα-δυο βήματα νευρικά. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να ξανακαθίσει στο τραπέζι. Δεν τα κατάφερε, όμως. Έδωσε μια κλοτσιά στην καρέκλα του, η οποία ξαφνιασμένη αναπήδησε. Τινάχτηκε απ’ τη θέση της, χτύπησε στο τραπέζι κι έπεσε με δυνατό θόρυβο ξαπλωτή στο πάτωμα. Εκείνος έκανε μια απότομη στροφή και με νευρικά βήματα προχώρησε στο μπαρ. Σε λίγο γύρισε πιο ήρεμος με δυο λεμονάδες στο χέρι.

Ακούς εκεί ο παλιάνθρωπος! είπε με αγανάκτηση μόλις κάθισε στην καρέκλα του, που είχα σηκώσει εγώ στο μεταξύ. Να σημαδέψουμε τα πούλια και να κλέβει ο ένας συνάδελφος τον άλλο! Μωρέ μπράβο συνείδηση! Μπράβο συναδελφοσύνη!  Και τον αποκάλεσα και ‘’κύριε’’ Λουλούδια. Το γουρούνι! Τέτοιος τιποτένιος είναι . . . Τον βλέπω πώς φέρεται στο λόχο. Ή θα πουλάει εξυπνάδες ή θα προσφέρεται πρώτος να βάψει τα άρβυλα του επιλοχία, να πλύνει τις κάλτσες ή την καραβάνα κανενός δεκανέα ή γραφιά . . . Παλιοχαρακτήρας δηλαδή. Αρχές κι αξιοπρέπεια μηδέν . . . Μωρέ, κάτι τέτοιους θα πρέπει να τους μαζεύουν χωριστά, να τους απομονώνουν τελείως, να τους βάζουν σε καραντίνα, για να μη μολύνουν και φθείρουν και το χαρακτήρα των άλλων στρατιωτών . . .

Εκείνο το βράδυ στο προσκλητήριο, τα γράμματα μας τα μοίρασε για πρώτη φορά ο επιλοχίας. Ο Λουλούδιας ήταν δίπλα του. Ανεβασμένος σ’ ένα σκαλοπάτι τα μεταβίβαζε από χέρι σε χέρι στους στρατιώτες.

Σε δυο-τρεις μέρες, χάθηκε ο ταχυδρόμος απ’ το λόχο. Είπαν πως αποσπάστηκε σε άλλη μονάδα. Έφυγε ξαφνικά μια μέρα που λείπαμε απ’ το πρωί ως το βράδυ σε ασκήσεις πορείας. Δεν τον ξαναείδαμε.

Εμείς συνεχίσαμε κανονικά τη ζωή του στρατιώτη. Γυμνάσια – θεωρία. Θεωρία – γυμνάσια. Κάπου-κάπου καλούσαν απ’ τα γυμνάσια και κανέναν από μας στα γραφεία του λόχου. Στην αρχή λιγοστούς, αγρότερα περισσότερους. Άλλους τους ζητούσε ο επιλοχίας και άλλους ο λοχαγός. Κι όλες αυτές τις κλήσεις τις έφερνε στο πεδίο ασκήσεων ο Λουλούδιας.

Αυτός ήταν πραγματικά ‘’αβέρτος’’, ασύδωτος και γύριζε από δω και από κει όλη τη μέρα, χωρίς να παρακολουθεί, ούτε ασκήσεις, ούτε μαθήματα. Έκανε μόνο τον κλητήρα του λόχου. Πάντοτε δε είχε το ύφος του σπουδαίου και τον τουπέ που δίνει στους άμυαλους ο αέρας των ‘’μεγάλων μέσων’’. Οι ‘’πλάτες’’, που λέμε.

Δεν πέρασαν λίγες μέρες και με κάλεσε και μένα ο επιλοχίας στο γραφείο του. Δια μέσου του Λουλούδια φυσικά. Την άλλη μέρα ο λοχαγός. Την επόμενη το μεσημέρι με ξανακάλεσε ο επιλοχίας και το βράδυ ο λοχαγός. Και κάθε φορά, ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός . . . πού γεννήθηκες και πού κατοικείς. . . και τα τοιαύτα.

Αυτό γινόταν και με τους άλλους στρατιώτες, που έφταναν αναπάντεχα στα γραφεία του λόχου.

– Και μένα με κάλεσαν αρκετές φορές στα διάφορα γραφεία, είπε ο Στρατής. Και, σα να μην έβρισκε τίποτα το ξεχωριστό στην όλη διαδικασία, πρόσθεσε. Μα, αυτό γινόταν μ’ όλους γενικά τους στρατιώτες, τονίζοντας κάπως παραπάνω τη λέξη ‘’γενικά’’.

– Νομίζαμε ότι αυτό γινόταν ‘’μ’ όλους γενικά τους στρατιώτες’’, είπε ο Κώστας χαρακτηριστικά. Είχα κι εγώ τις πρώτες μέρες την εντύπωση πως γινόταν κάποια αρχή και πως σιγά-σιγά θα έπρεπε να περάσουν όλοι οι κληρωτοί απ’ αυτή τη διαδικασία. Την εντύπωσή μου αυτή, όπως και κάθε αμφιβολία γύρω απ’ αυτή, μου τη διέλυσε τελείως κατά πρώτο λόγο η αποψινή τρικυμία. Μάλλον οι σκέψεις που έκανα στη διάρκεια της τρικυμίας. Της τρικυμίας της θάλασσας, που πέρασε κι έφυγε, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια άλλη χειρότερη τρικυμμία. Στην τρικυμία της ψυχής, που καλά –καλά δεν άρχισε ακόμη.

Ο Θανάσης κι ο Γιώργος αλληλοκοιτάχτηκαν με πόνο και κοίταξαν και τον Κώστα με θλιμμένο βλέμμα. Μόνο ο Στρατής φαινόταν σα να μην είχε καταλάβει ή σα να μην ήθελε να καταλάβει τίποτα. Κοίταξε κι αυτός τους συναδέλφους του με κάποια περιέργεια και είπε.

– Μα, τι λες Κώστα! Ο λοχαγός μας κάλεσε, για να μας ρωτήσει σε ποια ειδικότητα θέλουμε να μας στείλει.

– Εσύ εκεί ε; του είπε ο Γιώργος. Ακόμη σημαδεύεις το κατάρτι του ‘’Μετζιτιέ’’;

– Και στη βάση μάλιστα, πρόσθεσε ο Θανάσης. Εκεί, στη ρίζα του, στο κατάστρωμα. Δεν είναι έτσι καπετάνιε;

Ο Στρατής κάρφωσε πάνω του το βλέμμα απορημένος. Ο Κώστας συνέχισε.

Όπως μας έλεγαν κι ο επιλοχίας και ο λοχαγός, η συχνή επίσκεψή μας στα γραφεία τους είχε σκοπό να τους δώσει την ευκαιρία να μας γνωρίσουν καλύτερα, ώστε να μπορέσουν ευκολότερα να στείλουν τον καθένα, όταν θα ερχόταν η ώρα, στην πιο κατάλληλη γι’ αυτόν και το στρατό ειδικότητα.

– Μπράβο. Έτσι ήταν κι έτσι έγινε, είπε μ’ ενθουσιασμό ο Στρατής, σα να χαίρονταν, τώρα που ο Κώστας είχε επιτέλους συλλάβει το νόημα της όλης διαδικασίας και το σκοπό των κλήσεων.

– Καπετάνιε, είπε ο Γιώργος, πιάνοντας το Στρατή απ’ τον ώμο. Περιορίσου στα ναυτικά ζητήματα. Για θολωμένους ουρανούς και θυμωμένους αέρηδες και για θαλασσοταραχές και κύματα σε παραδέχομαι. Για μπερδεμένες, όμως, διαδικασίες, για ύπουλες τακτικές και τρικυμίες ψυχής και συνείδησης δεν έχεις ιδέα. Έχε κουράγιο, όμως και θα μάθεις. Δε σου λέω νά ‘χεις υπομονή, γιατί δε χρειάζεσαι πολλή απ’  αυτήν ακόμη. Κουράγιο έχε. Κουράγιο. Απ’ αυτό θα χρειαστείς αρκετό.

Ο Στρατής τον κοίταξε αινιγματικά και πήγε κάτι να πει. Ο Γιώργος, όμως, τον έσφιξε περισσότερο στον ώμο, τον κούνησε ελαφρά και του είπε.

– Μη βιάζεσαι, που σου λέω και θα δεις πολλά. Τι ξέρεις; Μπορεί και σ’ αυτή τη φουρτούνα, να βγεις καλός καπετάνιος.

Ο Θανάσης τον χτύπησε κι αυτός ελαφρά στην πλάτη, σα να ήθελε να του πει. Έχει δίκιο ο Γιώργος, φίλε και πρόσεχε για να μπορέσεις να δεις ό,τι πέρασε αόρατο ως τώρα απ’ το μάτι σου. Ταυτόχρονα κοίταξε και τον Κώστα και τού ‘κλεισε ελαφρά το δεξί του μάτι, σα να τού ‘λεγε, συνέχισε.

– Λοιπόν, ένα βράδυ, ξανάρχισε ο Κώστας, νομίζω πως ήταν Παρασκευή βράδυ, με ξανακάλεσε στο γραφείο του ο λοχαγός. Ήταν η πρώτη φορά που με καλούσε νύχτα. Μια-δυο ώρες νωρίτερα είχαμε τελειώσει και το τελευταίο γραφτό τεστ της επιλογής και γυρίζαμε, ύστερα απ’ το βραδινό συσσίτιο ελεύθερα πάνω-κάτω στην αυλή του λόχου, για να περάσει η ώρα.

Μόλις μπήκα στο γραφείο του, χαιρέτησα, παρουσιάστηκα κανονικά –αυτό το κανονικά ήταν άλλωστε και η αδυναμία του- και κάθισα σε μια καρέκλα, που μου υπόδειξε μ’ ένα κρύο και συγκρατημένο νεύμα του χεριού του. Δε μου ανταπόδωσε, έστω και με τρόπο υποτυπώδη, το χαιρετισμό, όπως όφειλε σύμφωνα με τους κανονισμούς.

Ύστερ’ απ’ τις συνηθισμένες πια ερωτήσεις και τις γνωστές διατυπώσεις, με ξαναρώτησε από πού κατάγομαι και γιατί ονομάζεται το χωριό μου Κοκκινόλακκας. Του είπα πως νωμίζω ότι το ονόμασαν έτσι από τους πολλούς κόκκινους γκρεμούς και τις κοκκινόχρωμες χαράδρες που το περιζώνουν. Έδειξε πως δεν έμεινε και πολύ ικανοποιημένος απ’ την εξήγηση που του έδωσα και με ρώτησε κάπως αυστηρά.

– Ποιος το ονόμασε έτσι;

– Μα, είναι ονομασμένο έτσι από πολύ παλιά, απάντησα παραξενεμένος. Με το όνομα αυτό το βρήκαν και οι παππούδες μας και οι προπάπποι μας, πρόσθεσα.

– Θα πρέπει, αυτοί που βαφτίζουν χωριά να γνωρίζουν περισσότερα πράγματα, είπε αυστηρά.

– Το όνομα αυτό δόθηκε στον τόπο πριν πάρα πολλά χρόνια. Ίσως, πριν από πολλούς αιώνες.

– Ακριβώς, με διέκοψε. Δεν μπορεί ο καθένας, χωρίς τα αναγκαία προσόντα και τις απαραίτητες γνώσεις, να αναλαμβάνει στα χέρια την ευθύνη και να σκορπάει έτσι εκ του προχείρου και τελείως ασυλλόγιστα, αμφίβολα και απαράδεκτα τοπωνύμια. Να ονομάζει χωριά και να λερώνει εθνικά εδάφη με ανάρμοστα και επικίνδυνα ονόματα.

Τα λόγια του με ξάφνιασαν. Τον ήξερα για ελαφρό, αλλά δεν τον περίμενα και ως αυτό το σημείο. Δεν είπα τίποτα. Σκεφτόμουνα την παραξενιά και την κατάντια του. Νομίζω, πως για μια στιγμή μέσα στη σιωπή μου, τον λυπήθηκα.

Τις σκέψεις μου διέκοψε ο ίδιος, όταν με ρώτησε με την παράτονη και φάλτση φωνή του.

– Κοντά στα σύνορα ε;

– Μάλιστα, του απάντησα. Πάνω στην πρώτη γραμμή. Σχεδόν απέναντι απ’ τα οχυρά του Ρούπελ.

– Του Ρούπελ ε; επανέλαβε και κούνησε χαρακτηριστικά τα φρύδια του.

– Μάλιστα, του απάντησα μονολεκτικά.

Με κοίταξε λίγο λοξά και πήρε διαφορετικό, πιο επίσημο ύφος. Σαν εκείνο που παίρνουν ορισμένοι ρηχοί χαρακτήρες, όταν βγάζουν λόγο και προσπαθούν, με τους πιθηκισμούς των κινήσεών τους και το γελοίο τόνο της φωνής τους, να εντυπωσιάσουν και να καλύψουν τις ασυναρτησίες και την κενότητα των νοημάτων τους και μου είπε.

– Ξέρεις ότι το Ρούπελ είναι το κλειδί της Ελλάδος; Είναι η Αχίλλειος πτέρνα της πατρίδος μας; Ξέρεις ότι έχουμε υποχρέωση να το φυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού και να το προστατεύσουμε με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία;

– Όλα τα σύνορα κι όλα τα οχυρά της πατρίδας μας έχουμε υποχρέωση και καθήκον να τα φυλάξουμε και να τα υπερασπιστούμε με κάθε θυσία, κύριε λοχαγέ, όσο θα υπάρχουν χωριστές πατρίδες και χωριστά σύνορα στον κόσμο, είπα σταθερά και με πεποίθηση.

– Βέβαια, είπε βιαστικά, χωρίς να πιάσει όσο περίμενα το ‘’χωριστές πατρίδες και χωριστά σύνορα’’. Αλλά, το οχυρό του Ρούπελ, συνέχισε με στόμφο, έχει ιδιαίτερη σημασία. Έχει προϊστορία κι είναι συνυφασμένο πολύ στενά με τη νεότερη ιστορία μας, γιατί το όνομά του μας θυμίζει πολλούς αγώνες και πολλές θυσίες του στρατού μας.

– Πάρα πολλοί σκοτώθηκαν στον τελευταίο πόλεμο, πριν το πατήσουν οι Γερμανοί, είπα εγώ. Ο στρατός μας το κρατούσε και πολεμούσε σκληρά στα χαρακώματά του. Αψήφησε το πυροβολικό και τα μηχανοκίνητα των αντιπάλων. Οι φαντάροι μας και οι αξιωματικοί τους μαζί συνέχισαν να πολεμούν με πείσμα, ακόμη και μετά τη συνθηκολόγηση του στρατηγού Τσολάκογλου με τους εχθρούς.

Αυτό δεν άρεσε και τόσο στο λοχαγό. Ιδίως εκείνο ‘’του στρατηγού’’, που το τόνισα εγώ λίγο παραπάνω, έφερε κάποια σύσπαση στα χαρακτηριστικά του και συσκότισε κάπως το βλέμμα του. Ανακάθισε ενοχλημένος στην καρέκλα του και με κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια. Μέσα στην αμηχανία του κάτι θέλησε να πει.

– Ο στρατηγός, έκανε. Σαν στρατηγός . . . Ενήργησε . . .

– Το δικαστήριο δοσιλόγων δεν απένειμε συγχαρητήρια στο στρατηγό για κείνες τις πράξεις του. Τον καταδίκασε σε θάνατο, πρόσθεσα κοφτά.

Η αλήθεια αυτή τον εξόργισε, όσο θα εξόργιζε δεσπότη, αν του έλεγες, ότι αιτία που μείναμε 400 χρόνια στη κλαβιά ήταν το ιερατείο. Δεν του άρεσε καθόλου. Όπως δεν αρέσουν καθόλου οι αλήθειες, απλώς γιατί είναι αλήθειες, σε κείνους που συστηματικά τις αποφεύγουν και προσπαθούν, δρασκελίζοντάς τες, να τις παραβλέψουν ή να τις παραμερίσουν και να τις αλλοιώσουν.

Για να συγκρατήσει τη συζήτηση και να μην την αφήσει να επεκταθεί περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι πρόσφατες και δεν είχε πουθενά γερό σανίδι να πατήσει, ξαναγύρισε στο Ρούπελ. Εκεί ήταν σίγουρος πως είχε πεδίο δράσης απεριόριστο. Συγκράτησε όσο μπορούσε την ταραχή του και είπε.

– Το Ρούπελ πολέμησε σκληρά και έπεσε. Οι εχθροί, όμως, το πλήρωσαν ακριβά. Το πλήρωσαν με αίμα. Το Ρούπελ αγωνίστηκε γενναία και γονάτισε ηρωικά. Δεν παραδόθηκε αμαχητί. Ποτέ δεν παραδόθηκε το Ρούπελ αμαχητί σε κανένα, πρόσθεσε με στόμφο, τονίζοντας περισσότερο τις τελευταίες λέξεις του.

– Όχι σε κανένα, κύριε λοχαγέ, είπα εγώ βιαστικά, θέλοντας να προλάβω τη συνέχεια ενός σφάλματος, να το εκμεταλλευτώ ταυτόχρονα και να διορθώσω, όσο το επέτρεπε η περίπτωση, κάποιο βασικό λάθος στις γνώσεις του λοχαγού.

– Τι εννοείς; με ρώτησε δυνατά, νευριασμένος για το θάρρος μου κι έντονα πειραγμένος, γιατί τολμούσα να μη συμφωνήσω απόλυτα μαζί του, όπως απαιτούσε πάντοτε απ’ όλους τους κατωτέρους του.

Είχε την αξίωση, όλοι, πάντοτε και σε όλα τα ζητήματα, όχι μόνο τα στρατιωτικά αλλά και σε κάθε άλλο ζήτημα, να παραδέχονται χωρίς καμιά αντίρρηση τις γνώμες του και τις απόψεις του. Θεωρούσε τον εαυτό του σοφό και παντογνώστη. Αλάθητο. Τα τρία αστέρα στις επωμίδες του ήταν το αποδεικτικό και η πηγή της σοφίας του, αν και ο στρατιωτικός κανονισμός ήταν, όπως έδειχναν τα πράγματα, το μόνο βιβλίο που πιθανόν να είχε ξεφυλλίσει με κάποιο σκοπό στη ζωή του.

– Είναι αλήθεια, κύριε λοχαγέ, είπα κάπως θαρραλέα, στηριζόμενος στην ιστορική πραγματικότητα (ενώ, για να είμαι ειλικρινής έλεγα από μέσα μου, τι την ήθελα εγώ τώρα τέτοια συζήτηση), πως το ξακουστό αυτό οχυρό πάντοτε αντιστάθηκε στις επιβουλές των κατά καιρούς εχθρών μας, εκτός από μία.

– Ποια; φώναξε οργισμένος και με διέκοψε απότομα.

Και πριν συνέλθει και μου αφαιρέσει το λόγο, κάνοντας χρήση ή καλύτερα κατάχρηση του βαθμού του, όπως κατά κανόνα συνήθιζε να κάνει και όπως κάνουν πολλές φορές οι κάθε είδους γαλονάδες και όλοι οι ‘’υψηλά ιστάμενοι’’, όταν δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα διαφορετικά, συνέχισα κάπως βιαστικά.

– Εκείνη, που η ελληνική κυβέρνηση το παρέδωσε αμαχητί στους Βουλγάρους.

– Αμαχητί στους Βουλγάρους; ξαναφώναξε και τινάχτηκε με μιας όρθιος. Έσπρωξε νευρικά τα λιγοστά χαρτιά που είχε μπροστά του πάνω στο τραπέζι του και με φωνή αλλοιωμένη από θυμό και οργή συνέχισε, σχεδόν τσιρίζοντας.

– Ελληνική κυβέρνηση; Και ποιοι ήταν αυτοί οι προδότες, που τόλμησαν ένα τέτοιο αίσχος; Τους ξέρω, όμως, εγώ αυτούς τους ύπουλους, φώναξε δυνατότερα κι ακούμπησε με τις παλάμες του μισόσκυφτος πάνω στο τραπέζι, ρίχνοντας έτσι όλο σχεδόν το βάρος του πάνω σ’ αυτό. Τους ξέρω εγώ, επανέλαβε αργοπροφέροντας τις λέξεις με προσποιητή ηρεμία αλλά και με περισσότερη σιγουριά στη φωνή του και μ’ ένα ελαφρό, πικρό μειδίαμα στα χείλη, θέλοντας να δείξει πως κάτι τέτοια δεν του ξεφεύγουν αυτουνού. Τους ξέρω εγώ, είπε πιο σταθερά, κουνώντας αυτή τη φορά ελαφρά και το κεφάλι του. Ήταν απ’ αυτούς που κάνουν το δημοκράτη, το νεοτεριστή, τον προοδευτικό. Αυτοί που κάνουν πως κόπτονται, τάχα, για τα δίκαια των φτωχών, των εργαζόμενων, των αγράμματων. Αυτοί οι ψευτοδημοκράτες, οι οχλοκράτες, οι λαοπλάνοι. Εκείνοι που ταιριάζουν ιδεολογικά μ’ αυτούς που δεν ψήφισαν την επιστροφή του βασιλιά μας στο Δημοψήφισμα και που πιστεύουν πως θα τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, χωρίς αυτόν τον εξαίρετο πατριώτη, το μεγάλο σωτήρα, τον πρώτο Έλληνα.

– Όχι, κύριε λοχαγέ, του είπα ψύχραιμα, αποφασισμένος τώρα να ολοκληρώσω τη συζήτηση, μια που την άρχισα και να τα παίξω όλα για όλα. Όχι, επανέλαβα πιο σταθερά. Δεν είναι αυτοί που εννοείτε και που πολύ κακώς και αδίκως υποψιάζεστε και κακολογείτε. Εκείνοι που έκαναν τη μεγάλη προδοσία, όπως ο ίδιος την χαρακτηρίσατε, δεν ήταν ‘’οι λαοπλάνοι’’ κι ούτε ‘’οι ψευτοδημοκράτες’’, όπως εσείς, από συνήθεια και τελείως αβασάνιστα, τους αποκαλείτε και δεν ήταν αντιβασιλικοί, όπως κακώς υποθέσατε. Αντίθετα, οι πρωτεργάτες εκείνου του ανουσιουργήματος τον ήθελαν το βασιλιά κι ήταν όλοι τους βασιλικότατοι. Ήταν η ψυχή και το στήριγμα του θρόνου. Οι άνθρωποι που παρέδωσαν το Ρούπελ στους Βουλγάρους, κύριε λοχαγέ, ήταν όλοι τους αντιδημοκρατικοί και φιλοβασιλικοί. Ή καλύτερα, αποτελούσαν την πιο σκληρή βασιλική κλίκα. Ήταν η βασιλικότατη κυβέρνηση Σκουλούδη, το 1916. Ήταν ο στρατηγός Γιαννακίτσας, ο στρατηγός Δούσμανης, ο αδερφός του ναύαρχος Δούσμανης, ο τότε υπαρχηγός του Επιτελείου και αργότερα δικτάτορας Μεταξάς . . .

Έχετε ακούσει για τους επίστρατους, κύριε λοχαγέ; Ξέρετε τι δεινά και τι μαρτύρια υπέφερε ο ελληνικός πληθυσμός από κείνους τους μπράβους του Μεταξά, του Γιαννακίτσα και του Κωνσταντόπουλου; Απ’ τα τσιράκια εκείνα του Κωνσταντίνου; Ο αξιωματούχος των υπερβασιλοφρόνων εκείνων Δημήτριος Καρέλης πήρε, με εντολή της βασίλισσας Σοφίας, τα σχέδια και τους χάρτες των οχυρών του Ρούπελ απ’ το στρατηγό Δούσμανη και τα παρέδωσε στο Βούλγαρο πρεσβευτή στην Αθήνα, Πασάρωφ.

Ο λοχαγός έμεινε άναυδος. Δεν ήξερε τι να κάνει. Εγώ συνέχισα.

– Έτσι, στις 13 Μαΐου 1916, οι Βούλγαροι, σύμμαχοι τότε των Γερμανών και των Τούρκων, προσυνεννοημένοι με τα ανάκτορα και την ελληνική κυβέρνηση, κινήθηκαν να καταλάβουν το Ρούπελ που δέσποζε των βορείων συνόρων μας. Το οχυρό, όμως, αντιστάθηκε. Οι στρατιώτες που υπεράσπιζαν τα φρούρια, με αρχηγό τους τον ταγματάρχη Μαυρουδή, πολέμησαν ηρωικά. Ανέτρεψαν τους εχθρούς και το κράτησαν ελληνικό. Αλλά, ύστερα από εντολή της βασιλικής κυβέρνησης των Αθηνών και του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου, το Ρούπελ παραδόθηκε στους Βουλγάρους στις 26 Μαΐου 1916.

– Αδύνατον. Αδύνατον, φώναζε οργισμένος παράφορα ο λοχαγός. Πού τα βρήκες εσύ αυτά τα ελεεινά μυθεύματα; Ποιος σου έμαθε τέτοια πράγματα; Μήπως εκείνοι οι . . .

– Η Ιστορία, κύριε λοχαγέ, τον διέκοψα. Η Ιστορία. Το γεγονός εκείνο της παράδοσης του Ρούπελ έκανε πάταγο τότε μέσα στην Ελλάδα και συντάραξε όλο τον κόσμο. Έγραψαν γι’ αυτό όλες οι εφημερίδες, ελληνικές και ξένες. Αντιβούιξαν τα πάντα. Χάλασε ο κόσμος.

– Ποια Ιστορία; ξαναφώναξε όλο νεύρα και οργή. Ποια Ιστορία;

– Όλες οι Ιστορίες, κύριε λοχαγέ. Όλα τα βιβλία που αρχολούνται με την πραγματική Ιστορία. Με τα πραγματικά γεγονότα του παρελθόντος. Αυτές οι αντικειμενικές Ιστορίες γράφουν, κύριε λοχαγέ, αυτό που εσείς κι εγώ το ονομάζουμε προδοσία. Ίσως οι άλλες που διαβάζουμε στα σχολεία, να μη λένε τέτοιες αλήθειες. Ίσως να μη λένε καθόλου αλήθειες.

Ο λοχαγός με κοίταξε με αμηχανία. Ήταν έξαλλος απ’ το θυμό του και τα νεύρα του πήγαιναν να σπάσουν. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να με πετάξει έξω απ’ το γραφείο του ή να μ’ αφήσει να συνεχίσω. Τον έβγαλα εγώ απ’ την αμηχανία του αυτή συνεχίζοντας.

– Και δεν είναι μόνο αυτά, κύριε λοχαγέ. Δεν είναι μόνο το Ρούπελ. Στα τέλη Ιουλίου του 1916, οι Βούλγαροι προχώρησαν προς τις Σέρρες. Η 6η  ελληνική μεραρχία, με διοικητή το συνταγματάρχη Χριστοδούλου, παρά τις διαταγές της κυβέρνησης να μην αντισταθεί, αντιστάθηκε στην προέλαση των Βουλγάρων προς νότο. Ο τότε λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης πολεμούσε τρεις μέρες στο φρούριο της Φαιάς Πέτρας κι αρνιόταν να το εγκαταλείψει. Αποσύρθηκε μόνο ύστερα από έγγραφη διαταγή της μεραρχίας του. Μαζί δε με χιλιάδες πρόσφυγες της περιοχής πέρασε στην Καβάλα. Επίσης, μάχη έδωσε στην περιοχή Δεμίρ Ισάρ και το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν ο λοχαγός Γ. Παλάντζας, ο υπολοχαγός Κουκουλέτσας και άλλοι.

Ο λοχαγός έμεινε άναυδος. Άκουγε σα χαμένος. Εγώ συνέχισα.

– Οι Βούλγαροι, με τη συγκατάθεση πάντοτε της τότε ελληνικής κυβέρνησης, απομόνωσαν τις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα και κατέλαβαν τις γύρω περιοχές. Τελικά, κατέλαβαν και τα οχυρά της Καβάλας, όπου έδρευε το 4ο σώμα στρατιού και ζήτησαν την παράδοσή του. Ο τότε σωματάρχης Χατζόπουλος παρέδωσε, στις 31 Αυγούστου 1916, ολόκληρο το σώμα αυτό του ελληνικού στρατού στους Βουλγάρους και στους Γερμανούς.

Έτσι, 400 Έλληνες αξιωματικοί και 6000 στρατιώτες μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο του Γκέρλιτς στη Γερμανία . . .

Ενώ εγώ μιλούσα, ο λοχαγός άναβε περισσότερο. Έτρεμε κυριολεκτικά. Πρώτη φορά άκουγε τέτοια πράγματα και δεν μπορούσε να τα αντέξει. Δεν τα χωρούσε ο νους του. Το χρώμα του είχε αλλοιωθεί τελείως. Είχε γίνει μελανός απ’ το θυμό του κι απ’ τη στενοχώρια του, γιατί αποδεικνύονταν τόσο παταγωδώς η αμάθειά του. Τα μηνίγγια του χτυπούσαν δυνατά και τα μάτια του είχαν θολώσει.

– Δε μ’ αρέσουν καθόλου αυτά που λες, ούρλιασε σαν τρελός.

– Ούτε κι εγώ νιώθω ευχαρίστηση, όταν θυμάμαι και όταν μάλιστα αναγκάζομαι να λέω τέτοια ταπεινωτικά και λυπηρότατα γεγονότα, απάντησα σταθερά. Αλλά η Ιστορία δε μας ρωτά, τι μας αρέσει να γράψει και τι όχι. Δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις συμπάθειές μας. Αυτή δεν έχει φίλους και εχθρούς. Δεν γνωρίζει ημέτερους και αντιφρονούντες. Δημοκράτες ή βασιλικούς. Δεξιούς ή αριστερούς. Γνωρίζει μόνο γεγονότα, πράξεις, συμβάντα. Γι’ αυτά ενδιαφέρεται κι αυτά καταχωρεί στις σελίδες της. Και τα θέλει γυμνά και ακαμουφλάριστα. Έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Ούτε καν την απασχολούν οι δικές μας υστερόβουλες προτιμήσεις.

– Ποια Ιστορία γράφει τέτοιες ανοησίες; ξαναφώναξε έξαλλος απ’ το θυμό του και χτύπησε δυνατά το χέρι του στο τραπέζι.

– Όλες. Και πρώτα-πρώτα ο Παπαρρηγόπουλος, απάντησα ψύχραιμα. Έχετε ακούσει γι’ αυτόν. Θέλετε να σας πω τον τόμο και τη σελίδα; Η αχαρακτήριστη αυτή πράξη μού ‘κανε και μένα τρομερή εντύπωση και συγκράτησα τη σελίδα στο μυαλό μου.

– Δε θέλω τίποτα, ξεφώνισε στριγκλά και με τα μάτια πεταγμένα σχεδόν έξω απ’ τις κόγχες τους. Θέλω να τσακιστείς και να φύγεις από δω. Να φύγεις αμέσως. Φύγε, φύγε απ’ το γραφείο μου. Έξω από δω.

Χαιρέτησα και έφυγα, χωρίς να πω άλλη κουβέντα. Δε με χαιρέτησε. Πετάχτηκε μόνο οργισμένος απ’ το τραπέζι του κι έκλεισε πίσω μου με ορμή την πόρτα.

– Έγιναν στ’ αλήθεια τέτοια πράγματα; Και τα γράφουν οι Ιστορίες; ρώτησε με απορία ο Γιώργος.

– Δυστυχώς έγιναν, είπε στενοχωρημένος ο Θανάσης. Κι ένα μεγαλύτερο ‘’δυστυχώς’’, που δεν τα γράφουν οι σχολικές μας Ιστορίες και δε μας τα διδάσκουν όπως πρέπει στα σχολεία μας, για να μαθαίνει κάθε Ελληνόπουλο την αλήθεια και να ξέρει πού βρίσκεται. Πόσο καλό θα μας έκανε, πρόσθεσε αργά κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του, όταν όλοι μας ξέραμε όλη την αλήθεια για το κάθε τι!

– Τουλάχιστον, ας μαθαίναμε σωστά ό,τι αφορά την πατρίδα μας. Εμάς τους ίδιους. Κι όχι ό,τι συμφέρει στις διάφορες καταστάσεις, είπε ο Γιώργος.

– Τι να σας πω παιδιά, είπε ο Στρατής. Εγώ από Ιστορία έχω μεσάνυχτα. Πέμπτης δημοτικού όλο κι όλο βλέπεις. Τι να σου κάνει;

– Κι εγώ δεν ξέρω πολλά πράγματα, είπε κάπως δειλά κι ο Γιώργος. Πήγα μερικά χρόνια στο Γυμνάσιο αλλά δε μου πολυάρεσε η Ιστορία. Κι αν θυμάμαι κάτι λιγοστά, αυτά είναι γύρω από κείνα τα λογοκριμένα, όπως είπε κι ο Κώστας, που περιλαμβάνουν τα σχολικά βιβλία. Κολλυβογράμματα δηλαδή, πρόσθεσε με κάποια πίκρα.

– Ναι, τόνισε ο Θανάσης, μπαίνοντας βιαστικά στη μέση. Γράφουν όλο για μεγάλες θυσίες και τεράστιες προσφορές των δεσποτάδων και των αρχιερέων μας στην ελληνική υπόθεση κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Για αιώνια και άμετρη ευγνωμοσύνη, που πρέπει να τους χρωστάμε όλοι μας . . . Το γνωστό τροπάριο. Τίποτα, όμως, για την απαίσχυντη συμβολή τους στο χάσιμο της Πόλης Τίποτα για τον ανθελληνικό ρόλο που έπαιξαν κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Τίποτα για το σκοταδισμό στον οποίο οδήγησαν και οδηγούν το Έθνος. Τίποτα για τον αφορισμό όλων εκείνων των φωτισμένων Ελλήνων, που, με τη λαμπρή διδασκαλία τους, έριξαν φως στα βαθιά σκοτάδια της σκλαβιάς και, με τη  φλογερή ψυχή τους και τη θερμή φιλοπατρία τους, κράτησαν αναμμένη κι άσβεστη τη φλόγα της ελληνικής συνείδησης μέσα στα στήθια των ραγιάδων.

– Και μάλιστα, στα πιο σκοτεινά χρόνια της μαύρης σκλαβιάς, πρόσθεσε διακόπτοντας ο Κώστας.

Αυτούς όλους, συνέχισε ο Θανάσης με τον ίδιο αυστηρό τόνο, που το Έθνος, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για το τεράστιο έργο τους, τους ονόμασε αργότερα Μεγάλους Διδασκάλους του Γένους, οι ιερωμένοι μας τους αφόρισαν. Τίποτα για τον αφορισμό του μεγάλου Εθνεγέρτη, του φλογερού πατριώτη και Εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίου. Τίποτα για τον τριπλό αφορισμό απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ του Υψηλάντη και της επανάστασης του 1821. Ούτε κουβέντα για τον αφορισμό της Ηπειροθεσσαλικής επανάστασης του 1854 απ’ τον πατριάρχη Άνθιμο τον Στ’. Τίποτα για την εντολή που έδωσε ο ίδιος ο οικουμενικός πατριάρχης το 1854, να ψαλούν δεήσεις σ’ όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες και επομένως και στις εκκλησίες και της Ελλάδας, υπέρ της νίκης των τουρκικών όπλων. Και μάλιστα, την ώρα που το σκλαβωμένο Έθνος αγωνίζονταν σκληρά και έχυνε το αίμα του για τον ξεσκλαβωμό του. Τίποτα για την απήχηση που είχαν οι αφορισμοί αυτοί στους δύστυχους επαναστάτες. Τίποτα για τις τόσες ελληνικές ψυχές που χάθηκαν άδικα και εξαιτίας της αχαρακτήριστης στάσης των Εθναρχών μας, οι οποίοι είχαν καταδικάσει προκαταβολικά όλους εκείνους τους υπεράνθρωπους αγώνες για τη λευτεριά της Φυλής. Τίποτα για τον Ιερόθεο των Ιωαννίνων, τον Παΐσιο των Σφακίων, τον Άνθιμο της Αντιόχειας, τον Ιλαρίωνα των Φαρσάλων, τον Ιερεμία τον Γ’ της Κωνσταντινούπολης. . . .

– Τίποτα για τον εξευτελισμό που υπέστη η θρησκεία και το Γένος μας, είπε ο Κώστας, απ’ τον ασταμάτητο πλειστηριασμό του πατριαρχικού θρόνου απ’ τους εκάστοτε ‘’μεγάλους ιεράρχες’’. Τίποτα για τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία και την απερίγραπτη σκληράδα των δεσποτάδων. Τίποτα για την υπολογισμένη και ιδιοτελή υποτέλειά τους στον Τούρκο δυνάστη. Τίποτα . . . τίποτα . . .

– Τίποτα για όλα αυτά, πρόσθεσε ο Θανάσης. Μόνο ύμνους και θυμιάματα. Δουλικές μετάνοιες και εδαφιαίες υποκλίσεις. Υποκρισίες και Φαρισαϊσμούς.

– Μα, αφόρισαν την επανάσταση του ‘21; Ο Γρηγόριος ο πέμπτος! . . . πρόσθεσε απορημένα ο Στρατής. Μα αυτός θεωρείται άγιος! . . .

– Μάλιστα. Ο Γρηγόριος ο πέμπτος, είπε με σταθερή φωνή ο Θανάσης. Αυτός ο ‘’άγιος’’, όταν οι Άγγλοι μπήκαν στην Προποντίδα το 1807 και, με τη σύμπραξη των ορθοδόξων Ρώσων, απειλούσαν τη διάλυση της τουρκικής αυτοκρατορίας, ο Γρηγόριος τάχθηκε αμέσως, ανοιχτά και ολοφάνερα, στο πλευρό των Τούρκων και πρωτοστάτησε ο ίδιος στην οχύρωση των Στενών, φροντίζοντας για τη διατήρηση της ακεραιότητας της Τουρκίας. Ξεσήκωσε όλους τους ορθόδοξους ραγιάδες, όλο τον ορθόδοξο σκλάβο πληθυσμό, για να οχυρώσουν την Κωνσταντινούπολη και τα Δαρδανέλια. Έτσι, οι Άγγλοι, για να μην αποκλειστούν στην Προποντίδα, αναγκάστηκαν να φύγουν.

Το 1818, συνάντησε στον Άθω τον ‘’άγιο’’ Γρηγόριο ο απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας Ιωάννης Φαρμάκης, ο οποίος του μίλησε για τη λευτεριά του Έθνους και τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και του πρότεινε να μπει στην Εταιρεία. Ο πατριάρχης, όμως, δε δέχτηκε να γίνει μέλος της οργάνωσης και να ορκιστεί, γιατί φρονούσε ότι, σαν ανώτερος ιεράρχης, δεν ήταν δυνατό να δέχεται διαταγές από κανένα. Και τότε δεν ήταν πατριάρχης, αλλά ζούσε εξόριστος στο Άγιο Όρος.

– Για φαντάσου εγωισμό! είπε ο Γιώργος.

– Στις 23 Μαρτίου 1821, σε Σύνοδο αφόρισε τον Υψηλάντη, το Σούτσο και την επανάσταση κι έστειλε εσπευσμένα απ’ την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα τον επίσκοπο Άρτας και Ναυπάκτου Άνθιμο, (ο οποίος είχε συνυπογράψει μαζί του τον αφιορισμό), για να συγκρατήσει τους Έλληνες και να προλάβει τον ξεσηκωμό τους. Δεν πρόλαβε όμως. Η επανάσταση είχε ανάψει.

– Ευτυχώς, είπε με ανακούφιση ο Στρατής.

– Και ο μεν Άνθιμος, συνέχισε ο Θανάσης, έγινε το 1827 επίσκοπος Εύβοιας, ίσως σαν ανταμοιβή των έργων του, ο δε Γρηγόριος, εκατό χρόνια αργότερα, το 1921, ανακηρύχτηκε στην Αθήνα από Σύνοδο εικοσιπέντε αρχιερέων ‘’άγιος’’.

– Άγιος ε; αναρωτήθηκε ξαφνιασμένος ο Στρατής. Έκανε τέτοια πράγματα ο κλήρος μας; ρώτησε με απορία και πρόσθεσε. Αυτά που ακούω είναι άνω ποταμών! . . .

– Αυτά που άκουσες είναι ένα μικρό μέρος, είναι μια σταγόνα μόνο μπροστά στο τι θα ακούσεις, αν θέλεις να μάθεις λίγες απ’ τις ιστορικές πραγματικότητες, είπε ο Θανάσης κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι του.

Τότε θα μάθεις πως ο Ιλαρίων των Φαρσάλων πρόδωσε στους Τούρκους απόσπασμα αγωνιστών που δρούσε στην περιοχή του. Θα μάθεις πως οι Αγιορείτες ηγούμενοι ζήτησαν με γράμματά τους απ’ τον Ταΐρ Μπέη της Θεσαλονίκης να στείλει στον Άθω στρατό, για να τους απαλλάξει απ’ τον ενοχλητικό γι’ αυτούς αγωνιστή Καρατάσιο, που είχε καταφύγει στο Άγιο Όρος και προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί, ύστερα απ’ την αποτυχία της επανάστασης στην Ηπειροθεσσαλία και Μακεδονία το 1854. Θα μάθεις, αν διαβάσεις την Ελληνική Νομαρχία, βιβλίο γραμμένο το 1804 από ένα φλογερό πατριώτη, πως οι δεσποτάδες  Άρτας, Γρεβενών και Ιωαννίνων ήταν ‘’οι πρώτοι προδότες του Έθνους’’.

– Και μόνο αυτοί; πρόσθεσε ο Κώστας. Πόσοι και πόσοι άλλοι τέτοιοι και χειρότεροι πέρασαν από δω . . .

– Καλά έλεγε ο παππούς μου, πως πολλοί απ’ αυτούς θέλουν κυνήγημα από τούτο τον τόπο, είπε μονολογώντας ο Στρατής, σα να ξυπνούσε από κάποιο λίθαργο ή σα να βρέθηκε ξαφνικά σε κάποιον άλλο κόσμο ολομόναχος. ‘’Όλοι αυτοί θέλουν κυνήγημα απ’ τον πολυτυραννισμένο τούτο τόπο’’, έλεγε καμιά φορά ο παππούς μου. ‘’Έτσι, όπως κυνήγησαν οι Κρητικοί τον επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων απ’ το νησί τους’’. Έσφιξε τα δόντια, σύσπασε το πρόσωπό του κι έμεινε για λίγο σιωπηλός.

– Θυμάμαι πως πάντα τό ‘λεγε αυτό ο παππούς μου. Τον ρώτησα το γέρο μια-δυο φορές να μου πει περισσότερα αλλά, κάθε φορά που τον ρωτούσα, μου έλεγε πως αυτά θα τα μάθω αργότερα, όταν θα μεγαλώσω. Να θυμάσαι, όμως, πάντοτε, μου έλεγε, πως ο πατέρας του παππού σου, ο καπετάν Γιακουμής ήταν ονομαστός θαλασσινός και τρομερός κανονιέρης . . .

Λίγο καιρό πριν φύγω στρατιώτης, το ξανάφερε πάλι η κουβέντα για τον καπετάν Γιακουμή και του επέμεινα να μου πει κάτι περισσότερο για την ιστορία του. Ο παππούς στην αρχή δίστασε αλλά, μπροστά στη δική μου επιμονή, μου είπε τούτα τα απίστευτα. Ο πατέρας μου, μου είπε, ο καπετάν Γιακουμής ή καπετάν Λημνιός, όπως τον ήξεραν οι ναυτικοί του καιρού του, ήταν ξακουστό παλικάρι και άνθρωπος με πολλή μπέσα και μεγάλη καρδιά. Αγωνίστηκε ασταμάτητα όλα του τα χρόνια για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας του και πρόσφερε πάρα πολλά γι’ αυτή.

Στους πολύχρονους αγώνες κατά των Τούρκων είχε πάρει εφτά τραύματα κι είχε δώσει και το ένα του χέρι. Ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα ασταμάτητο θαλασσοτάξιδο σε τρικυμισμένα πέλαγα κι ένας ατέλειωτος αγώνας κατά των βαρβάρων Αγαρηνών. Τον καιρό της κρητικής επανάστασης του 1866 ήταν με τον καπετάν Κουρεντή. Ήταν το δεξί χέρι του ξακουστού πλοίαρχου του τροχήλατου ατμόπλοιου ‘’Το Αρκάρι’’. Το ‘’ζωοφόρο πλοίο’’, όπως το αποκαλούσαν οι Κρητικοί επαναστάτες, με τον καπετάν Γιακουμή μέσα, πέρασε στη διάρκεια εκείνης της επανάστασης εικοσιδυό φορές τον τουρκικό μπλόκο. Εικοσιδυό φορές ξεγλίστρησε ανάμεσα στα Αγαρηνά πολεμικά κι έφερε εθελοντές πατριώτες και εφόδια στους αγωνιζόμενους Κρητικούς που πολεμούσαν το Μουσταφά πασά Κιριτζή στη Μεγαλόνησο.

– Να λοιπόν παιδιά, που πραγματικά κρατάει από ναυτική και μάλιστα δοξασμένη γενιά ο φίλος μας ο Λημνιός, είπε χαρούμενα ο Γιώργος και χτύπησε φιλικά στην πλάτη το Στρατή.

Εκείνος του χαμογέλασε ικανοποιημένος και συνέχισε με εντονότερη φωνή.

– Έκανε πολλά ταξίδια στην Κρήτη τα χρόνια εκείνα ο καπετάν Γιακουμής, ο προππάπος μου, μού ‘λεγε με περηφάνια ο παππούς μου και πήρε μέρος σε πολλές συγκρούσεις στη θάλασσα και σε μάχες στη στεριά.

Το ‘’Αρκάδι’’, το αόρατο πλοίο με τους δυο πελώριους τροχούς στα πλευρά, είχε γίνει το φάντασμα της Μεσογείου. Περνούσε για πολύ καιρό ανάμεσα απ’ τους Τούρκους, αλωνίζοντας το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, χωρίς να μπορούν να το πάρουν χαμπάρι.

΄Ομως, στις 4 Αυγούστου του 1867, το θρυλικό πλοίο έπεσε πάνω σε ισχυρή μοίρα των Τούρκων. Παρ’ ότι είδε την υπεροχή του εχθρού, δεν τό ‘βαλε στα πόδια. Στράφηκε εναντίον τους και τους πολέμησε με καρδιά. Στη συμπλοκή εκείνη, κοντά στις ακτές της Κρήτης, συγκρούστηκε με το τουρκικό πολεμικό ‘’Τεζεδδίν’’ και καρφώθηκε επάνω του σαν τσακισμένος κάβουρας. Έτσι, γαντζωμένα τα δυο πλοία και σχεδόν ακυβέρνητα τραβούσαν για την ξηρά, ενώ τα πληρώματα κι απ’ τις δυο μεριές μάχονταν σκληρά στα καταστρώματα, με τα σπαθιά καταματωμένα στα χέρια.

Εκεί τραυματίστηκε κι ο καπετάν Γιακουμής κι έχασε το αριστερό του χέρι. Ο πλοίαρχος του  Αρκαδίου, ο καπετάν Κουρεντής, αφού κατάφερε να ξεγαντζώσει το πλοίο του απ’ τη μυτερή και στραπατσαρισμένη πλώρη του Τεζεδδίν, τράβηξε προς ξηρά και προσάραξε το πλεούμενό του, τραυματισμένο και σακατεμένο στις ακτές της Παλιόχωρας, όπου και του έβαλε φωτιά, για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών. Ένας απ’ τους λίγους βαριά τραυματισμένους, που γλύτωσαν απ’ το τσακισμένο ‘’Αρκάδι’’ ήταν κι ο προπάππος μου. Ο καπετάν Λημνιός.

– Αν έχει λάδι το καντήλι, που λένε, διέκοψε παρεμβαίνονυας ο Θανάσης.

– Τό ‘λεγε η καρδιά του. Όπως φαίνεται, ήταν γενναίος θαλασσινός ο γέρος και τ’ άλλα είναι παραμύθια, πρόσθεσε βιαστικά ο Κώστας και ξαναπήρε το λόγο ο Στρατής.

– Όταν αργότερα γύρισε στη Λήμνο, επιβεβαίωσε τα συνταραχτικά νέα που είχαν φτάσει νωρίτερα στο νησί για τη φοβερή προδοσία του αρχιερέα Παΐσιου. Πραγματικά, διαπιστώθηκε πως ο δεσπότης ήρθε σε σενεννόηση με το Μουσταφά πασά και πρόδωσε σ’ αυτόν όλη την υπόθεση της άμυνας της μονής του Αρκαδίου. Έτσι, οι Τούρκοι, πληροφορημένοι κατάλληλα απ’ το δεσπότη, κατάφεραν, στις 26 Νοεμβρίου, να κυριέψουν το μοναστήρι και να σκορπίσουν παντού το θάνατο και την καταστροφή. Η Γενική Συνέλευση των Κρητών, στις 30 Νοεμβρίου 1866, χαρακτήρισε τον αρχιερέα Παΐσιο προδότη, τον αποκήρυξε και τον έδιωξε απ’ το νησί.

Ο παππούς μου πάντα έλεγε, πως η καταστροφή του Αρκαδίου θα θυμίζει αιώνια στην ανθρωπότητα μια μεγάλη θυσία του λαού της Κρήτης και μια μεγάλη προδοσία του υποτιθέμενου θρησκευτικού αρχηγού της.

– Να λοιπόν, που ξέρεις και συ φοβερές αλήθειες, είπε με έκπληξη και ικανοποίηση μαζί ο Γιώργος.

Ο Στρατής, τσακισμένος απ’ την επιβεβαίωση μιας τόσο ακατανόητης και απαράδεχτης ως τώρα αλήθειας, χωρίς να επηρεαστεί καθόλου απ’ την κολακευτική επιδοκιμασία του Γιώργου, συνέχισε με θλιμμένη φωνή.

– Τέτοια πράγματα ως τώρα τα θεωρούσα μύθους και κακόβουλες διαδόσεις κακοπροαίρετων ανθρώπων. Δεν ήθελα να τα πιστέψω και μάλιστα ούτε καν ήθελα να τα σκεφτώ στα σοβαρά. Δεν πίστευα ούτε τον παππού μου. Τα όσα έλεγε τ’ άφηνα στην άκρη. Τά ‘ριχνα έτσι παράμερα, πίσω-πίσω στο μυαλό μου κι ούτε καν ήθελα να τα αναλογιστώ . . .

Έμεινε ένα-δυο δευτερόλεπτα σιωπηλός και μετά πρόσθεσε με τόνο αργό και φωνή που έδειχνε πως μιλούσε στον εαυτό του.

– Πόσο άδικο είχα! Πόσο άδικο έχουν όσοι δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια! Και πόσο κακό κάνουν όσοι δεν παραδέχονται την πραγματικότητα έγκαιρα, όσο απίστευτη και τρομερή κι αν τους φαίνεται στην όψη κι όσο μικρή κι αν είναι στην ουσία!

Κούνησε λυπημένα το κεφάλι του και σχεδόν αμέσως πρόσθεσε.

– Αρχιερέας και προδότης! Απίστευτα πράγματα! . . . Και όμως συνέβησαν!

– Και βέβαια συνέβησαν. Κι αυτά και άλλα χειρότερα, είπε ο Κώστας.

– Πολλά άγνωστα θ’ ακούσεις και πολλά γνωστά θα ξεπηδήσουν και θα ξαναζωντανέψουν στο μυαλό σου, πρόσθεσε συμβουλευτικά ο Θανάσης. Με τα μάτια ανοιχτά και το πνεύμα ξύπνιο θα δεις την απανθρωπιά των αρχηγών μας και την κατάντια τη δική μας. Κατάντια που οφείλεται κατά κανόνα στη δική τους ασυνειδησία και στη δική μας μοιρολατρεία και αμάθεια.

– Όλοι τέτοιοι ήταν; ρώτησε με θλίψη και απογοήτευση ο Στρατής.

– Όχι απόλυτα όλοι, απάντησε με κάποια ικανοποίηση ο Θανάσης. Ανάμεσά τους βρέθηκαν και λίγοι, πολύ λίγοι όμως, με φιλότιμο, με πατριωτισμό και ανθρωπιά.

– Αυτοί τίμησαν το ράσο τους και τ’ όνομά τους, συνέχισε ο Κώστας, παίρνοντας το λόγο. Φάνηκαν αντάξιοι της αποστολής τους και στάθηκαν όσο μπορούσαν πιο κοντά στο Χριστό και στον άνθρωπο. Αγωνίστηκαν για την αλήθεια, πολέμησαν για τη λευτεριά, πάλαιψαν για το δίκιο. Μαρτύρησαν για την πίστη τους. Συμπαραστάθηκαν στους φτωχούς, βοήθησαν τους αδύνατους, στιγμάτισαν τους δυνατούς, τους άδικους, τους απάνθρωπους. Ήταν, όμως, τόσο λίγοι αυτοί, που οι προσπάθειές τους και οι αγώνες τους χάθηκαν μέσα στον κυκεώνα των δολοπλοκιών και στο βούρκο της αμαρτωλής κι αντιχριστιανικής ζωής των άλλων, των πολλών.

– Πολλοί τέτοιοι υπάρχουν και σήμερα, πρόσθεσε βιαστικά ο Γιώργος. Κάτι ακούγεται δώθε-κείθε κάθε μέρα.

– Αυτοί οι πολλοί, μας εγκατέλειψαν σαν ποίμνιο, είπε ο Κώστας, μας ταπείνωσαν σα χριστιανούς και μας πρόδωσαν σαν Έθνος. Αυτοί μας εκμεταλλεύτηκαν επί αιώνες και απομύζησαν κάθε ικμάδα που μας απόμεινε. Κι όταν μιλούσαμε και διαμαρτυρόμασταν για την κακή τους τακτική μας έλεγαν αντίχριστους. Μας αποκαλούσαν άπιστους και άθεους και, για να ξεμπλέξουν με μας, μας αφόριζαν.

Οι θύμισες αυτών των γεγονότων στενοχώρησαν πραγματικά τον Κώστα. Σταμάτησε για λίγο την κουβέντα και προσπάθησε με τη σιωπή του να πνίξει μια έντονη αγανάκτηση, που φούντωνε μέσα του και τον βασάνιζε αφάνταστα. Δεν τα κατάφερε όμως. Χαλάρωσε λίγο το κασκόλ που ήταν τυλιγμένο στο λαιμό του και συνέχισε.

– Λίγοι μόνο μας παραστάθηκαν κατά καιρούς και αγωνίστηκαν δίπλα στο λαό και για το λαό.

– Και τούτο, γιατί τέτοιοι αγωνιστές δεν ήταν αρεστοί στο κατεστημένο, είπε ο Θανάσης. Όποιος ρασοφόρος γίνονταν ‘’άνθρωπος’’, καταδιώκονταν απάνθρωπα απ’ το κλειστό κύκλωμα του ιερατείου. Απομονώνονταν και συνθλίβονταν.

– Γι’ αυτό και ρασοφόροι αγωνιστές, που στάθηκαν δίπλα στο λαό και αγωνίστηκαν μαζί του, δεν είχαν καλό τέλος. Πρόσφατο παράδειγμα οι δεσποτάδες Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος. Αυτοί οι δυο ιεράρχες ύψωσαν το ανάστημά τους στις ώρες της τραγωδίας, στάθηκαν αλύγιστοι ανάμεσα στα ποίμνιά τους και αγωνίστηκαν με τους αντάρτες κατά των Γερμανών, των άλλων κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Κι αντί να τιμηθούν, όπως τους άξιζε γι’ αυτή τους τη γενναία και πατριωτική στάση και να αναγνωριστούν πανελλήνια οι αγώνες τους, δικάστηκαν τελικά απ’ την ‘’Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος’’ και διώχτηκαν απ’ τις μητροπόλεις τους, γιατί βγήκαν στο βουνό.

Ο Κώστας κοντοστάθηκε λίγο. Κοίταξε κατάματα τους συναδέλφους του και με παράπονο και οργή μαζί συνέχισε.

– Μάλιστα κύριοι. Δικάστηκαν, γιατί αγωνίστηκαν για τη λευτεριά της Ελλάδας. Και ξέρετε ποιος τους δίκασε; Ξέρετε ποιος ήταν ο πρόεδρος του ‘’Ιερού δικαστηρίου’’, που ανέλαβε να τους τιμωρήσει; Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, Σπυρίδων. Ο δεσπότης που πρωτοστάτησε στην προδοτική συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου με τους Γερμανούς και έπαιξε τον κυριότερο ρόλο στην παράδοση του στρατού μας και της πατρίδας μας στους εχθρούς της. Ο ηθικός αυτός αυτουργός της προδοσίας, αντί να καθίσει στο σκαμνί και να δικαστεί σα δοσίλογος απ’ το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, μαζί με τους άλλους συνενόχους της προδοσίας Τσολάκογλου, Ράλλη, Λογοθετόπουλο κλπ. και να τιμωρηθεί σα συνυπεύθυνος για την κατοχική τραγωδία της πατρίδας μας, ορίστηκε απ’ την Ιερά Σύνοδο πρόεδρος του ‘’Ειδικού Ιεροδικείου’’ και κάθισε στην προεδρική του έδρα, για να δικάσει αγωνιστές μητροπολίτες . . . Αυτά είναι τα χάλια μας κι αυτή είναι η κατάντια μας.

– Βρίσκουν κατάλληλο έδαφος, γι’ αυτό και αλωνίζουν όπως τους αρέσει, διέκοψε με κάποια αγανάκτηση ο Θανάσης.

Ο Κώστας, με έκδηλη τη δυσαρέσκεια στα χαρακτηριστικά του και υψώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής του, συνέχισε.

– Μας αφόρισαν και μας ξαναφόρισαν αμέτρητες φορές . . . Οι αφορισμοί είχαν καταντήσει κάποτε τροπάρια στις εκκλησίες. Όπως μας πληροφορούν παλιότεροι ιστορικοί, υπήρξαν εποχές στα χρόνια της τουρκοκρατίας, που μόνο στην Πάτρα και στα Γιάννενα γίνονταν δυο και τρεις αφορισμοί κάθε Κυριακή. Και μάλιστα για το τίποτα. Αν, για παράδειγμα, ένας που ξενιτεύονταν δεν έδινε πριν φύγει ένα δώρο υπολογίσιμο στο δεσπότη, αφορίζονταν. Κι αν πάλι κάποιος ξενιτεμένος, όταν επέστρεφε στον τόπο του, δεν έφερνε στο δεσπότη του ένα αξιόλογο δώρο, πάλι αφορίζονταν. Ο αφορισμός ήταν φτηνός. Οι παπάδες αφόριζαν μόνο για 2-3 γρόσια.

– Μα τότε είμαστε όλοι αφορισμένοι απ’ την Εκκλησία μας, είπε με κάποιο παράπονο ανάκατο με αγανάκτηση ο Στρατής.

– Το γεγονός και μόνο ότι αφόρισαν τους ξεσηκωμένους προγόνους μας για λευτεριά, φτάνει για να θεωρηθούμε όλοι αφορισμένοι.

– Φυσικά, είπε διακόπτοντας ο Γιώργος. Αφού, όλοι σχεδόν οι πρόγονοί μας πήραν μέρος στους αγώνες του 21 και πολέμησαν για τον ξεσκλαβωμό της πατρίδας. Εδιαίτερα εμείς ο Θεσσαλοί, οι Ηπειρώτες και οι Μακεδόνες, κατά τα λεγόμενα του Κώστα και του Θανάση, είμαστε διπλά αφορισμένοι. Βλέπεις, η Αυτού Πανθιερότης ο Πατριάρχης μας Άνθιμος ο Στ’, εν τη μεγαλοψυχία του και εν τη αγάπη του προς το χριστεπώνυμον πλήρωμα (έτσι δεν έλεγε;) ηυδόκησε να μας ξαναφορίσει, όταν ξαναξεσηκωθήκαμε για λευτεριά το 1854.

Φορώντας μάλιστα ο εθνάρχης μας τα φανταχτερά  του άμφια, πρόσθεσε με αγανάκτηση ο Θανάσης. Με αυτήν την αστραφτερή περιβολή, προκλητικότατη αντιχριστιανική επίδειξη των ‘’χριστιανών’’ ιεραρχών μας, ευλόγησε τα τουρκικά όπλα και αξίωσε απόλυτη υποταγή των ραγιάδων στο μεγάλο κύριο και αφέντη του, σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ.

– Λένε πως αφόρισαν και το Βενιζέλο, είπε με κάποια αμφιβολία o Στρατής, που πετάχτηκε αναπάντεχα στη μέση, σαν αγουροξυπνημένος στρατιώτης στο φυλάκιο σε ώρα εφόδου.

Η συζήτηση τον είχε συνεπάρει και τα λεγόμενα των συναδέλφων του, που τέτοια δεν είχε ξανακούσει, του είχαν συγκλονίσει το μυαλό. Το απότομο ξάφνιασμα απ’ τα πρωτάκουστα κι απίστευτα αυτά πράγματα παρέλυσε τα νεύρα του. Κοίταξε μισοζαλισμένος τους συναδέλφους του, με ένα ύφος που έδειχνε πως περίμενε οπωσδήποτε αρνητική απάντηση. Πολύ θα ήθελε να βρίσκονταν κάποιος τη στιγμή εκείνη να διαψεύσει όλες αυτές τις τρομερές αλήθειες. Κανένας, όμως, δεν του μίλησε, γιατί κανένας δεν μπορούσε να τα βάλει με την Ιστορία.

Ο Στρατής, με περισσότερη απορία στην έκφραση και στη φωνή, συνέχισε.

– Το Βενιζέλο! Μα ο παππούς μου τον ανέβαζε στα ουράνια! Κάθε τόσο έλεγε πως στις επαναληπτικές εκλογές της 8ης Μαΐου βγήκε βουλευτής Μυτιλήνης με 16693 ψήφους έναντι 243 του αντιπάλου του. Τό ‘λεγε και το ξανάλεγε. Κι όταν τον ερέθιζαν, τους απαντούσε στερεότυπα και τελεσίδικα ‘’Μην ξεχνάτε, 16693 υπέρ και 243 κατά’’.

– Και η επιτυχία του αυτή, τόνισε ο Θανάσης, είχε σπουδαιότερη σημασία, αν λάβει κανείς υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν των εκλογών και αναλογιστεί ειδικότερα τη συγκεκριμένη πολιτική του Βενιζέλου, σ’ ότι αφορούσε το μέλλον της περιοχής της Μυτιλήνης που τον υπερψήφισε.

– Κι αυτόν τον αφόρισαν! επανέλαβε και πάλι μ’ απορία ο Στρατής, δείχνοντας πως ακόμη δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό του μια τέτοια ενέργεια.

– Όχι μόνο το Βενιζέλο αλλά και τους οπαδούς του αφόρισαν οι κληρικοί μας το 1916, συμπλήρωσε ο Κώστας. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τη διατύπωση του αφορισμού που έκαναν οι ιεράρχες μας τότε, είμαστε σήμερα όλοι σχεδόν οι Έλληνες ή οπωσδήποτε οι περισσότεροι και για άλλη μια φορά αφορισμένοι.

– Ο Βενιζέλος, όμως, επανήλθε θριαμβευτικά στην Ελλάδα, δαφνοστεφανώθηκε στο Εθνικό Στάδιο και αναδείχτηκε σαν ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της νεότερης ιστορίας μας, είπε ο Γιώργος. Πώς τον ξαναείδαν οι ιεράρχες μας εκείνοι που τον αφόρισαν, όταν επέστρεψε θριαμβευτής και αναγνωρισμένος απ’ όλον τον κόσμο σα μεγάλος πολιτικός;

– Πώς άραγε ξαναντίκρισαν το λαό οι ποιμενάρχες εκείνοι; ρώτησε ο Στρατής με απορία. Και πώς συνέχισαν να αντικρίζουν κατόπι το αφορισμένο ποίμνιό τους οι υποτιθέμενοι ‘’κήρυκες της αγάπης’’ και οι ‘’αντιπρόσωποι του Χριστού επί της γης’’, όπως τους αρέσει να αυτοαποκαλούνται;

– Μην ψάζετε για ψύλλους στ’ άχυρα. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι μόνο για το λαό. Αυτός έχει καρδιά και αισθήματα που θίγονται. Άσχετα, αν το δείχνει ή όχι. Αυτός πρέπει να προσέχει στα λόγια του και στα φερσίματά του. Αυτός παρατυπεί κι αυτός τιμωρείται, όταν δεν φωνάζει ‘’Ζήτω’’. Γι’ αυτό και, επειδή δεν ξέρει πότε παρατυπεί και πότε όχι, για να είναι κάθε φορά εντάξει και, για να μην διακινδυνεύει κάθε τόσο τη ζωή του, φωνάζει πάντοτε ‘’Ζήτω’’. Και μ’ όλα αυτά, ποτέ δεν βρίσκει δίκιο κι ουδέποτε του αναγνωρίζουν δικαιώματα. Πάντοτε τον φορτώνουν με υποχρεώσεις και ευθύνες και μόνο λίγο πριν τις εκλογές χαλαρώνουν κάπως τα δεσμά του, για να τα ξανασφίξουν αμέσως μόλις βγουν τα αποτελέσματα. Οι κάθε λογής, όμως, εθνάρχες και εθνοπατέρες, που κατά κανόνα δεν έχουν δράμι πατριωτισμό κι ούτε ίχνος ανθρωπιάς και μπέσας, ενεργούν ασύδωτοι και ανεξέλεγκτοι. Δεν δεσμεύονται από ηθικούς κανόνες και δεν λογαριάζουν τυπικότητες. Κάνουν ό,τι θέλουν και όπως θέλουν, χωρίς ευθύνη και ντροπή.

– Και οι νόμοι; Υπάρχουν νόμοι, δεν είναι έτσι; ρώτησε ο Γιώργος.

– Ναι. Υπάρχουν νόμοι και πολλοί μάλιστα, είπε ο Θανάσης. Μπλεγμένοι μεταξύ τους σαν τον ιστό της αράχνης και δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν τους πιάνουν αυτούς ποτέ, πρόσθεσε με απορία.

– Μην ξεχνάτε πως στον ιστό της αράχνης πιάνονται μόνο οι μικρές μύγες. Οι μεγάλες τον τρυπούν και φεύγουν, είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας

– Τον τρυπούν και φεύγουν, επανέλαβε ο Θανάσης με κάποια στενοχώρια. Δεν έχουν, βλέπεις, να δώσουν λογαριασμό σε κανένα. Γιατί ο λαός κοιμάται και ξυπνάει μόνο όταν τον ξυπνήσουν, για να τους χειροκροτήσει και για να τον μετρήσουν στις κάλπες.

– Ώστε αφόρισαν το Bενιζέλο! ξαναείπε ο Στρατής, λες και η σκέψη του είχε κολλήσει στο σημείο αυτό και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ξεφύγει από κει. Το Βενιζέλο! επανέλαβε μονολογώντας και, με ύφος που περισσότερο εκδήλωνε τη δική του περηφάνια, γιατί κάτι ήξερε κι αυτός σωστό για το Βενιζέλο, χωρίς να πάψει, όμως, να εκφράζει ταυτόχρονα την αποστροφή και τον οίκτο του για την κατάντια των αφοριστών του μεγάλου πολιτικού.

– Αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο και μην το ξαναρωτάς. Χώνεψέ το, του είπε ο Κώστας επιτακτικά. Και πρόσθεσε με σταθερή φωνή χαρακτηριστικά. Μάλιστα, στον αφορισμό αυτό πήρε μέρος και το χωριό μου.

– Και το χωριό σου! αναφώνησε ξαφνιασμένος περισσότερο αυτή τη φορά ο Στρατής.

– Όπως κι όλα σχεδόν τα χωριά της πατρίδας μας, συμπλήρωσε ο Κώστας προς γενική κατάπληξη του Στρατή, που, ακούγοντας τέτοια πράγματα, αμφέβαλε αν ήταν ξύπνιος ή ονειρεύνονταν.

– Για λέγε μας, για λέγε μας. Τι ρόλο έπαιξε το χωριό σου στο θέμα αυτό; είπε ανυπόμονα. Πρέπει να είσαι από σπουδαίο χωριό, πρόσθεσε με κάποια ειρωνεία και θαυμασμό μαζί.

– Μα τότε ανοίγουμε άλλη ιστορία και πάμε μακριά, είπε ο Κώστας.

– Δεν κάνει διαφορά, πρόσθεσε ο Γιώργος. Άλλωστε, έχουμε αρκετές ώρες μπροστά μας. Ύστερα, πότε θα μας ξαναδοθεί η ευκαιρία να ακούσουμε τέτοια πράγματα; Το μόνο που ακούμε κάθε μέρα είναι, προσοχή και ανάπαυση ή, τόσες μέρες φυλακή και πάρ’ τον στο πειθαρχείο.

– Λέγε μας, λοιπόν, Κώστα, μια και η παρέα το απαιτεί, επενέβη ο Θανάσης. Όλοι ανακάθισαν στις θέσεις τους κι ήρθαν όσο μπορούσαν πιο κοντά στον Κώστα. Κάρφωσαν τα μάτια τους πάνω του και κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του. Ο Κώστας, εντυπωσιασμένος απ’ το ενδιαφέρον των συναδέλφων του και, θέλοντας να ικανοποιήσει την περιέργειά τους, άρχισε.

– Στην αρχή της κουβέντας μας, νομίζω πως σας είπα λίγα πράγματα για το χωριό μου και τους δικούς μου. Δεν θυμάμαι αν σας είπα πως οι δικοί μου, όταν έφευγα απ’ το χωριό για στρατιώτης, με ξέβγαλαν όλοι μαζί ως τ’ Ανάθεμα και την Κονδυλόβρυση.

– Δεν κάνει διαφορά αν μας τα είπες νωρίτερα ή όχι, είπε ο Γιώργος. Ξαναπές τα μας και πάλι.

– Ναι, ναι, πρόσθεσαν με ανυπομονησία και οι άλλοι. Τα λεγόμενά σου είναι τόσο ενδιαφέροντα!

– Λοιπόν, ξεκινήσαμε όλη η οικογέναια απ’ το σπίτι μας που βρίσκεται προς τη βορινή πλευρά του χωριού, κοντά στους πρόποδες του βουνού. Προχωρήσαμε κατηφορικά προς το νότο και το διασχίσαμε σχεδόν στη μέση, περνώντας κοντά απ’ την άκρη της πλατείας. Γρήγορα αφήσαμε πίσω μας και τα τελευταία σπίτια του, μπήκαμε στ’ αλώνια και φτάσαμε στην Κονδυλόβρυση. Μια στερεμένη και στεγνή πια βρύση, που από χρόνια χάσκει σα στοιχειωμένη με το σωλήνα στραβό, σκουριασμένο και γεμάτο λέπια από καφετιά σιδερόσκονη. Το βάθρο της, μια άχαρη, κακόγουστη και κακοφτιαγμένη τσιμεντοκολόνα, καταφαγωμένη απ’ τον καιρό και την εγκατάλειψη. Τα χοντροχάλικά της, γυμνά και βρόμικα, χάσκουν εδώ κι εκεί, χωρίς κανένα τσιμεντένιο επίχρισμα ή κάποιο άλλο υποφερτό τελείωμα. Σπασμένη γύρω-γύρω στις γωνίες, δείχνει σα σκοροφαγωμένη. Ο χώρος της είναι γεμάτος λακκούβες και σκόρπιες πέτρες. Χωρίς αποχέτευση ή άλλη αποστραγγιστική επίστρωση, δείχνει καθαρά με τις χοντροξεραμένες πατημασιές των ζώων, πόση λάσπη θα επικρατούσε εκεί, τότε που η βρύση είχε νερό και με πόση δυσκολία θα την πλησίαζαν άνθρωποι και ζώα για να δροσιστούν.

Ένας που δεν ξέρει την ιστορία της, θα φόρτωνε όλη αυτή την κατάντια στην αδιαφορία και στην κακομοιριά των κατοίκων. Βέβαια κι αυτοί δεν είναι τελείως απαλλαγμένοι από κάθε ευθύνη. Αλλού, όμως, οφείλεται κυρίως το κακό. Κι ακούστε με λίγα λόγια την ιστορία της.

Η βρύση αυτή έγινε το 1926. Την εποχή που ο δημοκράτης στρατηγός Κονδύλης ανέτρεψε τη δικτατορία του στρατηγού Πάγκαλου κι έγινε πρωθυπουργός. Γι’ αυτό και ονομάστηκε Κονδυλόβρυση. Για να τιμηθεί το όνομα του πρωθυπουργού. Τότε, κάποιος πολιτικάντης της περιοχής, ονομαζόμενος Καταφέρας, έτσι τουλάχιστον τον ήξεραν στο χωρίο, παλιός γνώριμος όπως έλεγαν του Κονδύλη απ’ το στρατό, για να ενισχύει πιθανόν το κύρος του στρατηγού, ίσως, όμως και για δικό του όφελος περισσότερο, έδειξε ένα πρωτοφανές και ανεξήγητο ενδιαφέρον για τον τόπο μας. Παρουσιάστηκε σα φίλος και προστάτης της περιοχής μας κι έκανε διάφορα ψευτοέργα στα γύρω χωριά. Τέτοια έργα έβλεπαν τα μέρη μας για πρώτη φορά. Ανάμεσα στα έργα αυτά ήταν και η Κονδυλόβρυση. Όπως έλεγε ο Καταφέρας στους χωριανούς, ο πρωθυπουργός είχε μεγάλη επιθυμία να φέρει νερό κοντά στ’ αλώνια του Κοκκινόλακκα. Τώρα, γιατί ο Κονδύλης ενδιαφέρονταν τόσο πολύ για τον Κοκκινόλακκα είναι άλλο πράγμα. Αυτό μόνο ο Καταφέρας θα το γνώριζε.

Σαν κατάλληλο μέρος για το στήσιμο της βρύσης ορίστηκε το νταμάρι της Κατάρας. Το νταμάρι αυτό βρίσκεται εκεί ακριβώς που αρχίζει το ξάνοιγμα των αλωνιών. Στη ρίζα του μικρού ομαλού γήλοφου, τον οποίο οι χωριανοί ονομάζουν ‘’Ανάθεμα’’. Ο λόφος αυτός είναι το μόνο σημείο της περιοχής, που υψώνεται ελαφρά και ομαλά πάνω απ’ την απλόχωρη ισάδα των αλωνιών και δίνει κάποια χάρη στη μονότονη ομαλότητα της πλευράς αυτής του χωριού.

Εκεί, το τμήμα του δρόμου γίνεται πιο ορατό από μακριά. Καθώς βγαίνει απ’ το χωριό, περνάει απ’ τ’ αλώνια και κατεβαίνει προς τ’ αμπέλια και τη δημοσιά. Το τοξοτό ιδίως τμήμα του δρόμου, που αγκαλιάζει ανοιχτά από δεξιά το γυμνό και ομαλό γήλοφο του Αναθέματος, με την άσπρη πέτρινη μυραμίδα στην κορφή του, φαίνεται από πολύ μακριά και καθαρότατα. Το κομμάτι αυτό του δρόμου είναι γνωστό και στους κατοίκους ακόμη των γύρω χωριών με το όνομα Κατάρα. Δεν έχει τίποτα το απόκρημνο, το επικίνδυνο ή το χαώδες εκεί γύρω, όπως άλλα συνήθως μέρη άλλων περιοχών με την ίδια ονομασία. Απλώς, στη μέση του κατά τα άλλα ομαλού αυτού τμήματος υπάρχει ένα μικρό νταμάρι, που άνοιξαν με την προτροπή του κράτους οι κάτοικοι πριν χρόνια. Αυτή είναι όλη κι όλη η εδαφική ανωμαλία του.

Απ’ το νταμάρι αυτό έβγαλαν οι χωριανοί τις πέτρες που χρειάστηκαν για να υψώσουν, με τις ευλογίες της Εκκλησίας, στην κορφή του λόφου, μια πέτρινη πυραμίδα, που ακόμη βρίσκεται εκεί.

Το Ανάθεμα του Βενιζέλου. Το νταμάρι αυτό, που στο μεταξύ ο χρόνος και οι βροχές απάλυναν κάπως την αγριάδα του, ονομάζεται ‘’Κατάρα’’. Και τούτο, γιατί τη μέρα που στήνονταν το Ανάθεμα, κάθε χριστιανός, όταν έσκυβε να πάρει μια πέτρα, με σκοπό να την πάει ψηλά πάνω στο λόφο για να υψωθεί εκεί η πυραμίδα, έπρεπε να λέει και έλεγε τη λέξη ‘’κατάρα’’. Ενώ, όταν έριχνε την πέτρα στην πυραμίδα, φώναζε ‘’ανάθεμα’’. Έτσι λοιπόν, το νταμάρι και το τμήμα του δρόμου πού ‘ναι δίπλα του, ονομάστηκαν Κατάρα και ο λόφος με την πυραμίδα στην κορφή Ανάθεμα.

– Μ’ αυτόν τον τρόπο συνέβαλε και το χωριό σου στον αφορισμό; ρώτησε πειραχτικά ο Θανάσης.

– Και τού ‘μειναν για πάντα τα σημάδια της ντροπής. Η ‘’Κατάρα’’ και το ‘’Ανάθεμα’’, πρόσθεσε στενοχωρημένα ο Κώστας.

– Και η Κονδυλόβρυση; Τι πράγμα είναι αυτή η βρύση; Έχει κι αυτή καμιά παράξενη ιστορία; ρώτησε ανυπόμονα ο Στρατής.

– Θα σας πω και γι’ αυτή, είπε ο Κώστας, γιατί είναι δεμένη κάπως με τα παραπάνω. Και, χωρίς να περιμένει καθόλου, συνέχισε. Το μέρος αυτό, λοιπόν, διάλεξε ο Καταφέρας, ώστε και το δικό του έργο να βρεθεί σε περίωπη θέση και η δροσιά της βρύσης του να απαλαίνει το μαρτύριο των δειψασμένων χειλιών και να δροσίζει τον καύσωνα των ψυχών των καταραμένων.

Ας σημειωθεί, ότι όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού ήταν Βενιζελικοί κι επομένως απ’ την Εκκλησία μας καταραμένοι. Για να αντιδιαστέλεται δε και να γίνεται εμφανέστερη η δική του δημιουργία, καθώς και η καλή προαίρεση του ‘’ευεργέτη’’ μας πρωθυπουργού, ο Καταφέρας δεν δέχτηκε να γκρεμιστεί η πυραμίδα του Αναθέματος κι ούτε συμφώνησε, όπως πρότειναν μερικοί, οι πέτρες της να χρησιμοποιηθούν για το στρώσιμο της βρύσης.

΄Ηθελε να υπάρχουν και τα δυο έργα δίπλα-δίπλα, ίσως, για να τα βλέπει ο κόσμος και να διακρίνει την ‘’ταπεινότητα και το αίσχος’’ του ενός απ’ την ‘’αίγλη και το μεγαλείο’’ του άλλου.

Εκεί λοιπόν, στη σκιά του Αναθέματος, ανοίχτηκε ένας αβαθής λάκκος για το θεμέλιωμα της βρύσης. Το λάκκο αυτό διάβασε και αγίασε ο παπάς, παρουσία όλου του χωριού κι εκεί μέσα στήθηκε μια τσιμεντένια κολόνα, ένα κι εξήντα ύψος, ένα μέτρο φάδρος και σαράντα πόντους πάχος. Την κολόνα αυτή διαπερνούσε ένας σωλήνας πέντε περίπου πόντους κι εξείχε μπροστά κάπου μια πιθαμή. Αυτή ήταν η βρύση. Ολόκληρο το έργο το πλήρωσε η κυβέρνηση. Μέσω του Καταφέρα φυσικά.

Πάνω-πάνω στην πλατιά τσιμεντένια κολόνα, χύθηκε, πάλι από τσιμέντο, καλουπιαστή και εμφανέστατη η επιγραφή ‘’Γεώργιος Κονδύλης. Ο μόνος αληθινός δημοκράτης Πρωθυπουργός’’.

Στα εγκαίνια της βρύσης, ο Καταφέρας συγκέντρωσε τους κατοίκους κι έκανε μεγάλη τελετή. Ήρθε κι ο δεσπότης απ’ την πόλη, αυτός που είχε κάνει παλιότερα και τον αφορισμό του Βενιζέλου και μ’ άλλους καναδυό παπάδες διάβασε αγιασμό και ‘’αγίασε το ύδωρ’’. Στο λόγο τους οι επίσημοι τόνισαν το μέγεθος και τη σπουδαιότητα του έργου, υπογράμμισαν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του στρατηγού-πρωθυπουργού, για τους λιχνιστές και τα ζώα του Κοκκινόλακκα κι αφού ήπιε πρώτος ο Καταφέρας νερό απ’ την καινούρια και φρεσκοανοιγμένη βρύση, ξαναϋπογράμμισε την αγαλίαση που θα νιώθει στην καρδιά του ο Κονδύλης, όταν απ’ το δροσερό στόμα της βρύσης αυτής, της βρύσης του Κονδύλη, όπως επανειλημμένα την ονόμαζε, θα δροσίζεται ένα κουρασμένο βόδι ή μια έγκυος φοράδα ή ένας περαστικός αγωγιάτης με τα μουλάρια του.

Επίσης είπε, ότι σήμερα εδώ εγκαινιάζεται η πρώτη φάση του έργου. Δηλαδή η τσιμεντένια κολόνα με το σωλήνα. Πιστεύει, όμως, πως συντομότατα η κυβέρνηση, με το αμέριστο πάτοτε ενδιαφέρον του πρωθυπουργού της, θα ολοκληρώσει το ‘’μεγάλο και σπουδαίο’’ αυτό έργο και ότι ο ίδιος γρήγορα θα ξαναβρεθεί στην ευχάριστη θέση, να εγκαινιάσει και τη δεύτερη φάση των κατασκευών. Δηλαδή, το στρώσιμο μερικών τετραγωνικών μέτρων τσιμέντου γύρω απ’ τη βρύση και την κατασκευή τσιμεντένιας ποτίστρας, για το πότισμα των ζώων. ‘’Η ποτίστρα, όμως, δε θα έχει δύο’’, όπως είπε, ‘’αλλά τρία ολόκληρα μέτρα μήκος’’. Όλοι χειροκρότησαν και ζητοκραύγασαν, ενώ ο Καταφέρας, χαμογελαστός και ευδιάθετος, δεχόταν συγχαρητήρια. Ο δεσπότης, στολισμένος με τα λαμπερά του άμφια, εκείνα που φορούσε και στον αφορισμό του Βενιζέλου, αφού συγχάρηκε τον Καταφέρα κι εκείνος του φίλησε το χέρι ταπεινά, ευλόγησε αφ’ υψηλού τα πλήθη, όπως συνηθίζουν οι όμοιοί του σε τέτοιου είδους ιστορικές περιπτώσεις. Έρανε τα μέτωπα των πιστών με αγιασμένο απ’ τη βρύση ύδωρ, ενώ εκείνοι ένας-ένας του φιλούσαν με βαθιά υπόκλιση το χέρι, ρίχνοντας ταυτόχρονα και τον οβολόν τους, υπέρ ποιος ξέρει ποιου αγίου, στο δίσκο που κρατούσε όρθιος δίπλα στο ‘’αγιασθέν ύδωρ’’ ο νεότερος απ’ τους παπάδες και τον οποίο ασταμάτητα επιτηρούσε με το οξύ του βλέμμα ο σεβασμιώτατος.

Το έργο αυτό, παρ’ όλη τη φαιδρότητα που το περιβάλλει, ήταν, αν όχι απαραίτητο, οπωσδήπουτε χρήσιμο στον τόπο, γιατί πραγματικά ανακούφιζε τους διψασμένους ανθρώπους και κάπως και τα ζώα. Και λέω ‘’κάπως’’ γιατί, για να ποτίσει κανείς το ζώο του, έπρεπε να έχει πάντοτε μαζί του έναν κουβά ή κάποιο άλλο παρόμοιο δοχείο. Πολλοί τα πότιζαν μέσα στο καπέλο τους.

– Δεν είχε, βλέπεις, εκτελεστεί ακόμη η ‘’δεύτερη φάση του έργου’’, γι’ αυτό δούλευε η λύση καπέλο, είπε ειρωνικά ο Θανάσης.

– Φυσικά, δεν έγινε μελετημένο και με κάποια πρόβλεψη.

– Όπως, δυστυχώς, γίνονται κατά κανόνα όλα τα έργα στον τόπο μας, πρόσθεσε βιαστικά ο Γιώργος.

– Με μεγάλη προχειρότητα απλώθηκαν επιφανειακά σιδεροσωλήνες απ’ τ’ αλώνια ως το πλατανόρεμα κι εκεί, στη θέση Ασπρόπετρα, όπου υπήρχε παλιότερα ένας τούρκικος νερόμυλος, έγινε, με προσωπική εργασία των κατοίκων, μια πρόχειρη δέση με κορμούς δέντρων και χοντρές πέτρες. Έτσι, σχηματίστηκε ένα μικρό φράγμα, το οποίο ανύψωσε το νερό ως το χορταριασμένο και καταστραμμένο πια απ’ την πολυκαρία και την εγκατάλειψη κανάλι του νερόμυλου, που πλάι-πλάι στο βουνό κατέβαζε κάποτε το νερό στη φτερωτή του Τούρκου μυλωνά. Και τώρα, απ’ το τέλος αυτού του καναλιού, ξεκινούσαν οι καινούριοι σωλήνες και τροφοδοτούσαν την Κονδυλόβρυση. Οι σωλήνες στο δρόμο τους περνούσαν μικροπλαγιές και σύδεντρα, δρασκέλιζαν μια-δυο ρεματιές και καβαλίκευαν μια βαθιά χαράδρα, ώσπου να φτάσουν στ’ αλώνια και να καταλήξουν στην τσιμεντοκολόνα της βρύσης.

Η χαράδρα, όμως, αυτή είχε μεγάλο άνοιγμα. Πάνω από τριάντα μέτρα. Και οι σωλήνες δεν ήταν δυνατό να συγκρατήσουν μόνοι τους το βάρος τους και το βάρος του νερού που περιείχαν. Γι’ αυτό, ο Καταφέρας έδωσε εντολή και έκοψαν τέσσερις μεγάλες οξιές, ψηλές σαν τεράστιες τηλεφωνοκολόνες. Τις ένωσαν ανά δύο, για να γίνουν ψηλότερες και τις έστησαν μέσα στη χαράδρα, κάτω απ’ τους σωλήνες, για υποστηρίγματα.

– Κι αυτό πάλι με προσωπική εργασία των κατοίκων, είπε σκοπτικά ο Θανάσης.

– Φυσικά, τόνισε ο Κώστας και συνέχισε. Το χειμώνα, όμως, του 1928, με τις πολλές βροχές και τα χιόνια εκείνης της χρονιάς, το μπόλικο κι απότομο νερό που κατέβασε η ξερορεματιά, παρέσυρε τις κολόνες. Κι αυτές, στο ορμητικό πέσιμό τους, πήραν μαζί τους κι ένα μεγάλο τμήμα των σωλήνων. Έτσι, η κονδυλόβρυση δεν ξανάφερε νερό στ’ αλώνια. Κι από τότε παραμένει ξερή και ρημαγμένη. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για την επισκευή της σωλήνωσής της. Ούτε η Κοινότητα, που δεν είχε τις δυνάμεις, ούτε ο Κονδύλης, που δεν ήταν πια πρωθυπουργός, ούτε κι ο Καταφέρας που είχε κι αυτός στο μεταξύ εξαφανιστεί.

Τους είχε παρασύρει φαίνεται κι αυτούς ο πολιτικός χείμαρος, διέκοψε αστειευόμενος ο Γιώργος.

– Κι έμειναν οι κάτοικοι χωρίς προστάτη, συμπλήρωσε με χιούμορ κι ο Θανάσης.

– Οι ταλαίπωροι, λοιπόν, κάτοικοι του Κοκκινόλακκα, συνέχισε ο Κώστας, αναγκάζονταν πάλι τα καλοκαίρια, να παίρνουν μαζί τους στ’ αλώνια νερό απ’ το χωριό ή να κατεβαίνουν χαμηλά στη χαράδρα, όπου υπήρχε μια μικρή πηγή, για να ξεδιψάσουν και να δροσιστούν.

Το 1935 αναπτερώθηκαν και πάλι οι ελπίδες των χωριανών για την επισκευή της βρύσης. Ο μεγάλος προστάτης τους, όπως τον αποκαλούσε στο καφενείο κάποτε ο Καταφέρας, ανέτρεψε το κίνημα του Βενιζέλου και έγινε πανίσχυρος δικτάτορας. Δυστυχώς όμως, τα όνειρα και οι ελπίδες του Κοκκινόλακκα γκρεμίστηκαν στη γέννησή τους. Ο μεγάλος δημοκράτης έγινε, μέσα σε μια νύχτα, φανατικός βασιλικός. Ο Κονδύλης τάχθηκε υπέρ της παλινόρθωσης της βασιλείας.

Τότε, μια Κυριακή πρωί-πρωί, ήρθε στο χωριό ένα συνεργείο, πληρωμένο και πάλι απ’ το Κράτος, το οποίο, όμως, αντί να επισκευάσει, να ολοκληρώσει και να τελειοποιήσει την προχειροφτιαγμένη βρύση, πελέκησε και εξάλειψε με σφυριά και ατσαλένιες σμίλες απ’ την τσιμεντένια κολόνα της, τη γεμάτη δημοκρατία κι επομένως ασύμφορη για το Έθνος, επιγραφή και ξερίζωσε το κομμάτι του σκουριασμένου σιδεροσωλήνα, που είχε απομείνει σφηνωμένος και κατάστραβος μέσα στο τσιμεντένιο σώμα της κολόνας. Έτσι, ‘’ο μόνος αληνιθός δημοκράτης πρωθυπουργός’’ σκορπίστηκε άμορφα κομμάτια στη γη και η κολόνα έμεινε απ’ τις σφυριές του συνεργείου οικτρά σημαδεμένη, σαν το παραμορφωμένο σώμα λεπρού. Τα αλώνια έμειναν από τότε χωρίς βρύση. Ο τόπος, όμως, απαλλάχτηκε από ‘’ανθελληνικά, αντεθνικά και αντιχριστιανικά συνθήματα και επιγραφές’’, όπως είπε στο κήρυγμά του ο δεσπότης στην εκκλησία εκείνη την Κυριακή, που βρέθηκε συμπτωματικά στο χωριό, φορώντας συμπτωματικά και πάλι τα ίδια άμφια που φορούσε και στα εγκαίνια της Κονδυλόβρυσης και στο Ανάθεμα του Βενιζέλου.

Την ίδια μέρα, κάποιος έγραψε στην ακροτηριασμένη κολόνα της βρύσης με ξεθωριασμένη φτηνή μπλε μπογιά και χοντρά άτεχνα γράμματα. ‘’Ζήτω ο Βασιλεύς’’.

Έτσι, με τα σφυριά και τις σμίλες προλήφθηκε η οπισθοδρόμηση του χωριού μας και με τα μπλε χοντρογράμματα ξαναμπήκαμε και μεις, όπως κι ολόκληρη η χώρα μας, ‘’στο δρόμο της σωτηρίας, της προόδου και της ευημερίας’’. Μάλιστα, ένα πρωί την εποχή εκείνη, μετά την αποτυχία του κινήματος Βενιζέλου – Πλαστήρα της 12ης  Σεπτεμβρίου 1935, βρέθηκαν σκορπισμένα στους δρόμους του χωριού μας χαρτιά με ανατυπωμένο το κείμενο της αφοριστικής πανταχούσας του Βενιζέλου, όπως την είχαν διατυπώσει οι αρχιερείς της εκκλησίας μας το 1916. Ένα από κείνα τα φυλλάδια βρήκα τυχαία πριν από ένα-δυο χρόνια σ’ ένα συρτάρι στο σπίτι της γιαγιάς μου και το φύλαξα. Το περιεχόμενό του μού ‘κανε ιδιαίτερη εντύπωση, που, διαβάζοντάς το και ξαναδιαβάζοντάς το, το έμαθα σχεδόν απέξω. Ακούστε τι έγραφε πάνω-κάτω εκείνο το τρομερό για μένα και ταπεινωτικό για την Εκκλησία μας και τον άνθρωπο χαρτί.

 

Αθήνα 22 Ιουλίου 1916

Ανοιχτή Επιστολή

Του μητροπολίτου Αμβροσίου

και του αρχιεπισκόπου Νικηφόρου.

Προς τους ψηφοφόρους αδελφούς εν Χριστώ.

Εμείς, οι υπογεγραμμένοι, λαβόντες υπόψη την έμμονη αξίωση των χιλιάδων Ελλήνων εφέδρων οπλιτών και πολιτών, αφορίζουμε τον Ελευθέριο Βενιζέλο σαν ένοχο εσχάτης προδοσίας. Ο άνθρωπος αυτός έχει προδώσει το Έθνος μας στους Αγγλογάλλους. Είναι υπεύθυνος για το τελεσίγραφο των Τριών Δυνάμεων, το οποίο προξένησε τόση πικρία στον πολυαγαπημένο μας βασιλιά. Το τελεσίγραφο αυτό στάλθηκε με την απαίτηση, όπως ο ευγενής βασιλιάς μας αναγκαστεί να αναθέσει την κυβέρνηση σ’ αυτόν τον μισθοφόρο συνεγαλέζικο τράγο, το Βενιζέλο, τον υποκινητή της πυρκαϊάς του Τατοΐου

Πάνω στον προδότη Βενιζέλο εμείς ρίχνουμε αφορισμό, προσευχόμενοι επιπλέον όπως οι παρακάτω συμφορές πέσουν επάνω του.

Οι λύπες του Ιώβ

Η μοίρα του Ιωνά

Η λέπρα του Ιεχωβά

Το σκότος των νεκρών

Η αγωνία των αποθνησκόντων

Οι καταιγίδες της Κολάσεως

Η κατάρα του Θεού και των ανθρώπων.

Το ίδιο ανάθεμα ρίχνουμε και πάνω σ’ όλους εκείνους, οι οποίοι θα ψηφίσουν για τον προδότη Βενιζέλο στις προσεχείς εκλογές. Επιπλέον, εμείς θα προσευχηθούμε όπως τα χέρια αυτών των ψηφοφόρων ξεραθούν και όπως όλοι τους κωφαθούν τελείως και τυφλωθούν. Αμήν

Υπογραφές

Αμβρόσιος                                                     Νικηφόρος

 

Μητροπολίτης                                              Αρχιεπίσκοπος.

 

Αυτά έγραψαν οι πρωτοχριστιανοί αρχιερείς μας στην αφοριστική επιστολή.

Τώρα, πόσο πιάνουν οι αφορισμοί και οι κατάρες αυτών των ανθρώπων και πόσο εισακούγονται οι προσευχές τους απ’ το Θεό, αυτό είναι άλλο πράγμα. Όποιος αμφιβάλλει, ας ζητήσει να μάθει πόσα χέρια ξέρανε ο Θεός και πόσα μάτια τύφλωσε από κείνους που ψήφισαν το Βενιζέλο στις επόμενες εκλογές. Τότε θα δει και θα αναμετρήσει ο ίδιος την κατάπτωση και τον εξευτελισμό των μεγαλόσχημων μεν, άμυαλων, όμως, ιεραρχών μας.

Ο επίσημος αφορισμός, που περιείχε τρομακτικότερες φράσεις και φρικιαστικότερες λέξεις απ’ αυτές του Αμβρόσιου και του Νικηφόρου, έγινε στις 12/25 Δεκεμβρίου 1916, τη μέρα των Χριστουγέννων στο πεδίο του Άρεως στην Αθήνα, ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, των πολιτικών, στρατιωτικών και πνευματικών ηγετών της χώρας  και χιλιάδων λαού. Εκεί, ο μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, στολισμένος με τα ολόχρυσα και φανταχτερά άμφιά του και, κρατώντας τον Εσταυρωμένο στα χέρια του, ανάγγειλε τον αφορισμό του Βενιζέλου, ‘’ως επιβουλευθέντος την βασιλείαν’’ και έδωσε το σύνθημα της ρίψης των λίθων του αναθέματος. Αυτός πρώτος έριξε την πρώτη πέτρα και ακολούθησαν οι στρατιωτικοί, οι πολιτικοί και οι πνευματικοί ‘’ηγέτες’’ του Έθνους μας.

– Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω, είπε ειρωνικά ο Θανάσης.

– Για σκεφτείτε, τι σκοταδισμός κατείχε τους ανθρώπους εκείνους και τι κατάπτωση τους διέκρινε! είπε στενοχωρημένα ο Γιώργος.

– Και να φανταστεί κανείς, πως σε τέτοιες μεσαιωνικές ενέργειες πήραν μέρος και οι πνευματικοί μας ηγέτες! Η Ακαδημία! Το Πανεπιστήμιο! . . . μουρμούρισε με πίκρα ο Θανάσης.

– Το ανάθεμα, συνέχισε ο Κώστας, οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Εκκλησίας και σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας. Έτσι λοιπόν, στήθηκε τότε στο γήλοφο των αλωνιών του Κοκκινόλακκα η μικρή πέτρινη πυραμίδα και σημάδεψε για πάντα τον τόπο.

– Σ’ όλα σχεδόν τα χωριά και τις πόλεις, τα αναθέματα αυτά διαλύθηκαν και καταστράφηκαν, μόλις ξαναγύρισε ο Βενιζέλος στην εξουσία, είπε ο Θανάσης. Στο χωριό σας πώς παρέμεινε και υπάρχει ακόμη μέχρι σήμερα;

– Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου, λίγο καιρό μετά το στήσιμο του αναθέματος, ήρθε ο στρατός και τοποθέτησε κάτι ξύλινες σημαδούρες βαμμένες κόκκινες. Κόκκινο το πάνω-πάνω μέρος, κίτρινο το μεσαίο και πράσινο το κάτω-κάτω ή κάπως έτσι, αν δεν μπερδεύω τα χρώματα. Μια τέτοια σημαδούρα στήθηκε και πάνω στην πυραμίδα του αναθέματος του Κοκκινόλακκα. Την πέτρινη αυτή πυραμίδα που αποτέλεσε και το βάθρο της σημαδούρας, ασβέστωσαν προσεχτικά οι στρατιώτες και την έκαναν κάτασπρη. Έτσι, διατηρήθηκε το ανάθεμα στο χωριό μου και παραμένει εκεί ψηλά στο λόφο άθικτο μέχρι σήμερα, παρ’ ότι το τρίχρωμο κοντάρι αφαιρέθηκε αργότερα, άγνωστο από ποιους και δεν υπάρχει τώρα πια. Ύστερα από λίγα χρόνια, το μέρος αυτό πλουτίστηκε και με την Κονδυλόβρυση, για να θυμίζει κι άλλες κατάντιες σε μας τους κατοίκους, στα γύρω χωριά και στον κάθε περαστικό.

– Και το χειρότερο είναι πως αυτές τις γελειότητες τις εκμεταλλεύονται άριστα οι κάθε λογής πολιτικάντηδες και κατορθώνουν μ’ αυτές, χωρίς ντροπή και συνείδηση, να μας κλείνουν τα στόματα και να μας ναρκώσουν τη σκέψη για αρκετά χρόνια, είπε λυπημένα ο Θανάσης.

– Εμείς πάλι, δεχόμαστε ασυζητητί την κάθε ψευτιά τους και, αντί να διαμαρτυρηθούμε και να τους βάλουμε στη θέση τους, σκύβουμε χαμηλότερα το κεφάλι και χειροκροτάμε ή ζητωκραυγάζουμε, ανάλογα με τις επιθυμίες τους, πρόσθεσε με παράπονο κι ο Κώστας. Σταμάτησε στενοχωρημένος και κοίταξε θλιμμένος τους φίλους του. Κι εκείνων η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.

Έριξε μια αόριστη ματιά στο χάος του αμπαριού. Οι στρατιώτες φαίνονταν αμέριμνοι. Σκορπισμένοι εδώ κι εκεί, ξάπλωναν, συζητούσαν, χειρονομούσαν ή αστειεύονταν, πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Στη βάση του δικού του άρματος πέντε-έξι ξεσκούφωτοι στρατιώτες, καθισμένοι όλοι σταυροπόδι στο πάτωμα δίπλα στις χοντρές ερπύστριες, έπαιζαν χαρτιά.

Για μια στιγμή, ο Θανάσης διέκοψε τη σιωπή. Σαν κάτι να τού ‘ρθε ξαφνικά στο μυαλό.

– Η Κονδυλόβρυση του Κώστα, παιδιά, είπε, μου θυμίζει κι εμένα μια παρόμοια περίπτωση του χωριού μας. Πριν χρόνια, κάποια κυβέρνηση –πού να τις θυμάται κανείς όλες; αυτές αλλάζουν σαν τους τσομπάνους κάθε Αη-Γιώργη και κάθε Αη-Δημήτρη- αποφάσισε να χτίσει μια γέφυρα πάνω από ένα χείμαρο στο Κλέφτικο, όπως το λένε στο χωριό σήμερα. (Κλεφτολήμερο το έλεγαν παλιότερα). Τα λιγοστά νερά του χείμαρου αυτού πήγαζαν από ένα σύμπλεγμα απότομων και δύσβατων υψωμάτων, που οι παλιότεροι τα αποκαλούσαν ‘’λημέρια’’. Εκεί λημέριαζαν  οι κλέφτες στη διάρκεια της τουρκοκρατίας κι από κει περνούσε τακτικά αργότερα κι ο περιβόητος αρχιληστής των Πιερίων Γιαγκούλας. Έτσι, το ρέμα ονομάστηκε Κλεφτολήμερο. Όταν πλημμύριζε το Κλεφτολήμερο απέκλειε για πολύ καιρό το χωριό απ’ τον υπόλοιπο κόσμο.

Ήρθαν, λοιπόν, πολιτικάντηδες στο χωριό, έβγαλαν λόγους στα καφενεία, τόνισαν και ξανατόνισαν το μέγεθος και τη σπουδαιότητα του έργου, υπογράμμισαν το ενδιαφέρον της κυβέρνησης και εξήραν τη δική τους θερμή και αμέριστη συμπαράσταση προς τον τόπο κι αφού μας κέρασαν ούζα στο καφενίο που τα πλήρωσε ο καφετζής και τα χρέωσε στη συνέχεια στα δικά μας βερεσέδια κι αφού κι εμείς τους ψήσαμε αρνιά δίπλα σε μια βαθίσκια κρυοπηγή της ρεματιάς, εκεί που λένε πως έστηνε γιατάκι ο Γιαγκούλας, έφυγαν και δεν τους ξαναείδαμε για καιρό.

Στο μεταξύ, εμείς οι κάτοικοι, με αφορμή τα λεγόμενά τους και αιτία τις θολωμένες μας αντιλήψεις, λογοφέρναμε ασταμάτητα και μαλώναμε στα καφενεία κάθε μέρα και τις νύχτες ως αργά, προσπαθώντας ο καθένας μας να υπογραμμίσει και να προβάλει την καλοσύνη και το ενδιαφέρον του δικού του πολιτικού φίλου και υποτιθέμενου προστάτη και να αποδείξει με βρισιές ή και με γροθιές ακόμη, πως αυτός και μόνο αυτός απ’ όλους τους άλλους πολιτικούς πονάει περισσότερο το χωριό μας.

Οι πολιτικοί μας προστάτες και οι σωτήρες του τόπου μας ξαναήρθαν και ξανάφυγαν αρκετές φορές, τρώγοντας κι άλλα αρνιά και κατσίκια κι ανάβοντας κάθε φορά όλο και περισσότερο τα μίση και τους φθόνους ανάμεσά μας, ώσπου κάποτε έληξε η παράσταση η δική μας ή μάλλον κάναμε διάλειμμα εμείς κι άνοιξε η αυλαία του Κλεφτολήμερου. Το έργο άρχισε. Ανοίχτηκαν τα θεμέλια. ‘’Τα υπόβαθρα για τα πέλματα των κυόνων’’, όπως είπαν οι τεχνικοί. Έγιναν τα εγκαίνια. ‘Ηρθε ο δεσπότης απ’ την πόλη με τους παπάδες απ’ τα γύρω χωριά, διαβάστηκαν αγιασμοί, ψάλθηκαν τροπάρια ‘’εν χορώ’’ και ευλογήθηκε το έργο. Ξανάβγαλαν λόγους οι αντιπρόσωποι της κυβέρνησης και του κόμματος που κυβερνούσε, ενώ απ’ το άλλο δεν πάτησε κανείς, εξάρθηκε το ενδιαφέρον των συμπολιτευόμενων και στιγματίστηκε η καταχθόνια, φθοροποιός και αντεθνική πολιτική της αντιπολίτευσης. Ξαναψήσαμε εμείς αρνιά και μάλιστα, ηδονισμένοι περισσότερο αυτή τη φορά απ’ το αμέριστο κι έμπρακτο πια ενδιαφέρον της κυβέρνησης, παρασυρμένοι απ’ τα ωραία λόγια των δικών της και ζαλισμένοι απ’ το δικό μας γλυκό κρασί, στήσαμε το χορό με νταούλια και πίπιζες κι έγινε μεγάλος σαματάς στο Κλεφτολήμερο. Οι εθνοπατέρες μας έμειναν τόσο ενθουσιασμένοι με την αφέλειά μας, που χόρεψαν κι αυτοί μαζί μας και μάλιστα μπροστά-μπροστά. Έτσι λοιπόν, ξεκίνησε η γέφυρα κι έπεσαν οι πρώτες τσιμεντοκολόνες.

Πριν τελειώσει, όμως, το έργο, κάποια ανακατωσιά έγινε, κάποιο πραξικόπημα νομίζω κι έπεσε η κυβέρνηση. Τι ήταν να πέσει; Οι νέοι κυβερνήτες, θεωρώντας απρεπές και υποτιμητικό για την αξιοπρέπειά τους να συνεχίσουν ένα έργο, που άρχισε μια ανάξια γι’ αυτούς και ‘’μισιτή απ’ όλους τους Έλληνες’’, όπως έλεγαν, κυβέρνηση, η οποία ασυλλόγιστα και χωρίς κανένα λόγο ‘’διασπάθιζε και σπαταλούσε το δημόσιο χρήμα’’, όχι μόνο εγκατέλειψαν το έργο στη μέση αλλά διέταξαν και να γκρεμιστούν ‘’δι’ ανατινάξεως’’ οι κολόνες που είχαν ήδη στηθεί, γιατί, όπως είπαν, εκεί που βρίσκονταν ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των κατοίκων!

– Τούτοι, βλέπετε, έδειχναν αλλιώς τον πόνο και το ενδιαφέρον τους για σας, είπε ειρωνικά ο Γιώργος.

– Φυσικά, καθένας με τις ευαισθησίες του, είπε ο Θανάσης και συνέχισε. Διακήρυξαν, μάλιστα, πως αυτοί θα χτίσουν μια πιο μεγάλη και πιο σύγχρονη γέφυρα σ’ άλλο σημείο του Κλεφτολήμερου, πιο κατάλληλο και πιο ενδεδειγμένο, ώστε η νέα γέφυρα όχι μόνο να εξυπηρετεί τους κατοίκους αλλά να αποβεί και το πιο φανταχτερό στολίδι του τόπου. Έδωσαν δε εντολή, να γίνουν μελέτες και να βρεθεί άλλο πιο επιβλητικό και εμφανέστερο σημείο πάνω στο χείμαρρο.

Επίσης, έδωσαν εντολή να συγκεντρωθούν στοιχεία για κείνους που έψησαν τ’ αρνιά κι έφεραν το κρασί στα εγκαίνια της γέφυρας που είχε αρχίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, γιατί η στάση τους τότε και οι ενέργειές τους εκείνη την εποχή θεωρήθηκαν σήμερα πράξεις αντεθνικές και επικίνδυνες για την ασφάλεια του Κράτους! Φάκελος ανοίχτηκε για τον καφετζή που κέρασε τα ούζα.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ανέβηκαν και κατέβηκαν πολλές κυβερνήσεις. Όλες ξέχασαν να ολοκληρώσουν το έργο. Ολοκλήρωσαν, όμως, τη συγκέντρωση πληροφοριών η κάθε μια απ’ τη δική της σκοπιά, για τους κατοίκους του χωριού, σχετικά με τη θέση που πήρε ο καθένας κατά καιρούς γύρω απ’ το θέμα αυτό, το οποίο έφτασε να θεωρηθεί και σαν εθνικά επικίνδυνο ζήτημα. Οι επιτήδειοι βρήκαν κατάλληλες αφορμές, για να λερώσουν έτσι ή αλλιώς τα μητρώα όλων των κατοίκων. Το καταλληλότερο, όμως, σημείο για τη γεφύρωση της χαράδρας του χείμαρου δεν το βρήκαν ακόμη. Έτσι, το Κλεφτολήμερο παραμένει αγεφύρωτο και οι κάτοικοι με χίλια ζόρια ανεβοκατεβαίνουν τη βαθιά κι απότομη χαράδρα, όταν βέβαια το επιτρέπει ο καιρός. Περισσότερο, όμως, λυπάμαι τα αθώα κι ανεύθυνα γαϊδουράκια, που, εξαιρίας άλλων γαϊδάρων, κατεβαίνουν αυτά το στενό κι απότομο μονοπάτι της χαράδρας, με το βαρυφορτωμένο σαμάρι τους κατεβασμένο ως τ’ αφτιά τους.

Ο Κώστας με το Γιώργο γέλασαν. Ένα γέλιο, όμως, που στο βάθος του έκρυβε πόνο και πίκρα και που εξέφραζε οίκτο για τα ζώα και ειρωνεία και αγανάκτηση για τους υπεύθυνους της κατάντιας μας.

Ο Θανάσης συνέχισε.

– Στα χρόνια της κατοχής, οι κάτοικοι, με δική τους πρωτοβουλία και εργασία, έριξαν μερικά δοκάρια πάνω στις παλιές εκείνες τσιμεντοκολόνες που είχαν ξεχάσει στο μεταξύ να γκρεμίσουν οι κατοπινές κυβερνήσεις κι έτσι εξασφαλίστηκε κάποια επικοινωνία του χωριού με την γύρω περιοχή κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

– Άλλα τα χρόνια εκείνα κι αλλιώς τά ‘βλεπε τότε ο κόσμος τα πράγματα, είπε ο Κώστας, αναπολώντας με κάποια κρυφή ευχαρίστηση το πρόσφατο παρελθόν.

– Στο τέλος, οι απλοί άνθρωποι, ο λαός, πρόσθεσε ο Γιώργος, βρίσκουν μια λύση αλλά το κακό είναι ότι τη βρίσκουν συνήθως αργά.

– Τι τα θέλεις; συνέχισε ο Κώστας. Όσο τα σκαλίζεις τέτοια πράγματα, τόσο περισσότερο λυπάσαι για τον εαυτό σου. Το ένα σου φέρνει το άλλο και η μια πίκρα διαδέχεται την άλλη. Η ζωή μας, όπως την καταντήσαμε, δεν είναι παρά μια ατέλειωτη αρμάθα από λύπες, στενοχώριες, περιφρόνηση και εγκατάλειψη.

– Πραγματικά, έτσι αποδεικνύεται, αν κοιτάξει κανείς από πιο κοντά τη ζωή που κάνουμε, πρόσθεσε ο Θανάσης. Αρκεί να θελήσουμε να ρίξουμε μια αντικειμενική και τελείως ελεύθερη ματιά στο παρελθόν. Χιλιάδες περιστατικά θα ζωντανέψουν μπροστά μας σαν αλυσίδα. Και του κοσμάκι οι εμπειρίες είναι απλές και καθαρότατες. Άλλωστε, η απλότητα είναι πιο καθαρή, πιο αδιάψευστη, πιο διδακτική. Και τούτο, γιατί είναι κατανοητή απ’ όλους.

– Καλά είπατε πρωτύτερα, πως ο νους του ανθρώπου είναι περίεργος, ακούραστος και ταυτόχρονα αστείρευτος αποθηκευτής εικόνων και εμπειριών, είπε ο Γιώργος παίρνοντας το λόγο. Πραγματικά, η μια σκέψη φέρνει την άλλη χωρίς τελειωμό. Με τις ιστορίες σας αυτές, που όλες λένε τόσα πολλά κι ενδιαφέροντα, αν κανείς τις δει από κοντά και τις εξετάσει όσο πρέπει και όπως πρέπει κι απ’ τη σοβαρή τους την πλευρά, θυμήθηκα κι εγώ κάτι σχετικό και πολύ πρόσφατο. Ξέρω ότι παρατραβήξαμε το σκοινί και ξεφύγαμε πάρα πολύ από κείνα που μας έλεγε στην αρχή ο Κώστας. Αν δεν έχετε, όμως, αντίρρηση, θα σας έλεγα το περιστατικό μ’ όσο γίνεται λιγότερα λόγια. Κάτι νομίζω λέει κι αυτό.

Κι ενώ πρόφερε τις τελευταίες αυτές λέξεις, έστρεψε ερωτιματικά το βλέμμα του προς το Θανάση και τον ρώτησε λίγο σοβαρά και λίγο αστεία.

– Τι λες και συ, κυρ δεκανέα;

– Γιατί όχι, είπε ο Θανάσης χτυπώντας τον ελαφρά με το δίκοχό του στο μέτωπο. Κι εκεί που ήταν έτοιμος να προσθέσει ‘’αν φυσικά δεν έχει αντίρρηση η παρέα’’, ανασηκώθηκε πάνω στο άρμα ο Στρατής, που, γεμάτος από μια ακράτητη ανυπομονησία και μια περίεργη όψιμη δίψα για μάθηση, ήθελε να τα ακούσει και να τα μάθει όλα εκεί και αμέσως πάνω στη ράχη του πυργίσκου, μέσα βαθιά στο διπλοκλειδωμένο αμπάρι του ΧΙΟΣ και είπε δυνατά.

– Λέγε Γιώργο, λέγε.

Το κεφάλι του, όμως, καθώς ανασηκώθηκε βιαστικά, χτύπησε στο μικρό κοκκινωπό μπογαλάκι με τα λιγοστά πραγματάκια του, που κρέμονταν σκαλωμένο σε μια χοντρή βίδα ενός πλαϊνού σιδερένιου δοκαριού του κήτους και τό ‘ριξε απ’ τη θέση του. Το μπογαλάκι χτύπησε στα πλευρά του άρματος και κατρακύλησε στο πάτωμα σημαδεύοντας πρώτα το κεφάλι ενός φαντάρου με γυαλιά, από κείνους, που, καθισμένοι σταυροπόδι στο πάτωμα δίπλα στις ερπύστριες, έπαιζαν από ώρα χαρτιά, παρασέρνοντας στο ορμητικό πέσιμό του και τα χαρτιά απ’ τα χέρια του.

Ο στρατιώτης με τα γυαλιά, ξαφνιασμένος, έσιαξε στα μάτια του το σκελετό με τους φακούς που του είχε φύγει απ’ τη θέση του και, σκαλωμένος μόνο στο ένα του αφτί κρεμόταν λοξά και σηκώθηκε όρθιος. Παραξενεμένος για την αναπάντεχη κατεβατή που του ήρθε στο κεφάλι, γύρισε αναστατωμένος το βλέμμα του προς τον ψηλό πυργίσκο του άρματος, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί κι είδε το Στρατή σκυφτό από πάνω του, να προσπαθεί ξαφνιασμένος κι αυτός να δει το αποτέλεσμα της αδεξιότητάς του. Βλέποντας, όμως, το ταραγμένο και καλοκάγαθο ύφος του, άλλαξε γνώμη και τού ‘πε, δίνοντάς του τον κοκκινωπό μπόγο.

– Πάρ’ το, ρε συνάδελφε, πανάθεμά το και μας χάλασε το παιχνίδι. Κρίμα κι είχα και δυο βαλέδες στο χέρι. Πάρ’ το το αφιλότιμο, μην το πετάξω στη θάλασσα. Μου σήκωσε διπλό καρούμπαλο στο κεφάλι. Τι έχεις μέσα μωρ’ αδερφέ και βαράει έτσι;

– Κάτι γλυκά παξιμάδια, που μού ‘στειλε προχτές η μάνα μου, είπε με αφέλεια ο Στρατής. Και κάτι έξτρα κάλτσες, μαζί με μια μικρή φωτογραφία της φαμίλιας μας ψευτοκορνιζωμένη.

Σε χαρτονένια, όμως, κορνίζα, πρόσθεσε δειλά και συνεσταλμένα.

– Αυτό ήταν, είπε ο άλλος θριαμβευτικά, ξεχνώντας προς στιγμή τον πόνο του, που βαθιά αυλάκωνε το πρόσωπό του και το γέμιζε με χαρακτηριστικές γκριμάτσες. Δέχτηκα οικογενειακή κλοτσία κατά κούτελα, πρόσθεσε με τα φρύδια ζαρωμένα και τα μάτια έτοιμα να δακρύσουν. Μωρέ άρβυλα φοράνε όλοι τους στη φωτογραφία; φώναξε διαμαρτυρόμενος, ξύνοντας ταυτόχρονα το κεφάλι του με το φαρδί μπερέ που κρατούσε σφιχτά στη χούφρα του. Κι ύστερα σου λένε πως δεν είναι καλοί οι μπερέδες! Μωρέ μ’ έσωσε, πρόσθεσε με κάποια ικανοποίηση καθώς έτριβε μ΄ αυτόν το κούτελό του.

– Να με συμπαθάς συνάδελφε, επανέλαβε ο Στρατής. Δεν τό ‘θελα.

– Είσαι συμπαθημένος, του απάντησε κοφτά και με κάποιο χαμόγελο ο στρατιώτης με τα γυαλιά, που έδειχνε πως συνέρχονταν κάπως απ’ τους πρώτους πόνους.

Μετά, σήκωσε το δέμα ψηλά προς το Στρατή και είπε.

– Να έχεις χάρη που σέβομαι το κατόρθωμά σου. Γιατί, το να καταφέρει κανείς να περάσει απ’ τους κέρβερους εκείνους του λιμανιού και να μπάσει σε τούτο το πλοίο ‘’μη στρατιωτικόν είδος’’ και μάλιστα ‘’εμφανέστατα αλλόχρωμον’’ είναι κατόρθωμα. Αλλιώς, θα το πετούσα στη θάλασσα, πρόσθεσε κατηγορηματικά και συνέχισε σε διαφορετικό τόνο. Αν φυσικά μ’ άφηναν οι λεβέντες από κει πάνω να βγω στο κατάστρωμα και ν’ αντικρίσω θάλασσα. Κι έδειξε χαρακτηριστικά τους άντρες της φρουράς, που στέκονταν στα ψηλά πατάρια με τα όπλα στο χέρι.

Μετά, πλησίασε λίγο πιο κοντά στο Στρατή, που σκυφτός στην άκρη της ερπύστριας μ’ απλωμένο χέρι έπαιρνε το δεματάκι του και πρόσθεσε κάπως εμπιστευτικά.

– Να σου πω την αλήθεια, δεν πήγαινε και τόσο καλά το παιχνίδι. Έχανα δώδεκα τσιγάρα. Δεν πολυέδινα σημασία στα φύλλα δηλαδή. Περισσότερο πρόσεχα και παρακολουθούσα τη συζήτησή σας. Ενδιαφέροντα πράγματα λέτε εσείς εκεί πάνω.

Πλησίασε κοντότερο, χαμήλωσε πιο πολύ τη φωνή του και, με περισσότερη πειστικότητα πρόσθεσε. Και για να είμαι ειλικρινής, η κουβέντα σας δε μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Μην κοιτάς που έκανα πως κοιμόμουνα νωρίτερα πριν ξυπνήσουν ετούτοι και με μπλέξουν στην ξερή.

Ο Στρατής πήρε το κοκκινωπό μπογαλάκι στα χέρια του και όρθωσε κάπως το κορμί του, ενώ ο στρατιώτης με τα γυαλιά πιάστηκε με τα δυο του χέρια απ’ τις πάνω αλυσίδες του άρματος, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να φτάσει πιο κοντά στην παρέα του Στρατή και, απευθυνόμενος σε όλους εκεί πάνω, είπε κάπως πειραχτικά. Δε μου λέτε, ρε παιδιά, τέτοιες συζητήσεις ανοίγατε στους λόχους σας, για αφορισμούς και Κονδυλόβρυσες, για πολιτικούς και δεσποτάδες και σας έστειλαν εδώ μέσα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας;

Και πρόσθεσε, σα να κατέληγε σε κάποιο συμπέρασμα.

– Εσείς μου φαίνεται μας πήρατε και μας στο λαιμό σας.

– Πριν οι άλλοι συνέλθουν απ’ την έκπληξή τους και, χωρίς να περιμένει κι ο ίδιος καμιά απάντηση, συνέχισε βιαστικά.

– Ονομάζομαι Αργύρης. Είμαι δάσκαλος και θέλω νά ‘ρθω στην παρέα σας. Τι λέτε; Μην πήτε όχι, γιατί . . . είμαι και λοχίας, πρόσθεσε αστειευόμενος κι έδειξε με μια επιδεικτική και αστεία κίνηση τα γαλόνια στο μανίκι του, ενώ ταυτόχρονα έλεγε στους συμπαίκτες του, που, καθισμένοι στο πάτωμα, τον περίμεναν με τα χαρτιά στο χέρι να τελειώσει τη συζήτηση για να ξαναρχίσουν το παιχνίδι.

– Σας αφήνω γεια παιδιά. Παίξτε μόνοι σας. Εγώ ανεβαίνω πιο πάνω. Τραβάω στα ψηλότερα.

Και μ’ ένα πήδημα τινάχτηκε για να σκαρφαλώσει στο άρμα. Ο Κώστας με το Θανάση άπλωσαν τα χέρια τους και τον τράβηξαν επάνω στη φαρδιά ερπύστρια. Ο Γιώργος τραβήχτηκε λίγο απ’ τη θέση του για να του κάνει μέρος να καθίσει κι ο Στρατής ξανακρέμασε βιαστικός το κοκκινωπό δεματάκι του στη χοντρή βίδα του πλαϊνού δοκαριού και ξανακάθισε κι εκείνος κοντά τους.

– Λοιπόν; είπε ο λοχίας, σαν βολεύτηκε στη θέση που του παραχώρησαν. Σας είπα πως είμαι δάσκαλος. Αδιόριστος φυσικά. Ονομάζομαι Αργύρης και κατάγομαι απ’ τη Νάξο.

– Α! έκανε κάπως απορημένος ο Θανάσης. Ώστε είστε Νάξιος ανήρ; πρόσθεσε σκοπτικά.

– Ναι, είμαι άξιος ανήρ, απάντησε με χιούμορ ο δάσκαλος.

– Και νόμισα πως είχες πει κυρ’ λοχία, ότι είσαι ο ανάξιος ανήρ, του είπε ο Κώστας.

Όλοι γέλασαν με το μικρό αυτό λογοπαίγνιο.

– Θέλεις κανένα παξιμάδι, κυρ’ λοχία; τον ρώτησε ο Στρατής, θέλοντας ίσως να τον καλοπιάσει και να μπαλώσει κάπως την αδεξιότητά και το σφάλμα του.

– Όχι ‘’κυρ’ λοχία’’ εδώ μέσα ρε παιδιά, όχι  ‘’κυρ λοχία’’, είπε επιτακτικά ο δάσκαλος. Αργύρη. Σκέτο Αργύρη. Αργύρης είναι το όνομά μου.

Τους Ναξιώτες δεν είναι να τους καλέσεις για φαγητό, είπε στο Στρατή αστειευόμενος ο Θανάσης. Και, γυρίζοντας προς το λοχία, ρώτησε πειραχτικά. Έτσι δεν είναι δάσκαλε;

– Γιατί; ρώτησε με απορία τάχα ο Κώστας. Τρώνε τόσο πολύ;

– Αν τρώνε! Ξεφώνισε ο Θανάσης. Το παραπέτασμα.

– Ανάθεμα σε κείνο το δεσπότη, είπε πειραγμένος ο Αργύρης. Μας ξεφτύλισε με τη λαιμαργία του.

– Πάλι δεσπότης; ρώτησε ο Στρατής με απορία.

– Ποιος δεσπότης; ρώτησε κι ο Γιώργος κι άνοιξε περισσότερο τα μάτια του.

– Θα το πεις εσύ δάσκαλε το περιστατικό στα παιδιά ή θα το πω εγώ; ρώτησε ανυπόμονα ο Θανάσης.

– Δεν μπορώ να δυσφημίσω ο ίδιος τον εαυτό μου, απάντησε ο λοχίας. Πέστο καλύτερα εσύ στα παιδιά.

– Λοιπόν; Λοιπόν; είπαν ανυπόμονα οι άλλοι.

– Τι λοιπόν; τους διέκοψε αποφασιστικά ο Θανάσης. Να, την εποχή του Αλή πασά, μητροπολίτης στα Γιάννενα ήταν κάποιος Ιερόθεος, που κατάγονταν απ’ τη Νάξο. Αυτός ήταν ο περιβόητος Νάξιος ανήρ, που οι Γιαννιώτες τον αποκαλούσαν ‘’ο ‘’αΝάξιος ανήρ’’, ύστερα απ’ τον αφορισμό που έκανε στον κυρ’ Κοσμά το Μπαλάνο, το διευθυντή της τότε ονομαστής Σχολής των Ιωαννίνων. Τον αφόρισε, γιατί δεν μπόρεσε να τον παρασύρει στις κακές του θελήσεις, όπως γράφει η ‘’Ελληνική Νομαρχία’’.

Ο Ιερόθεος λοιπόν, εκτός απ’ τις άλλες απερίγραπτες κακίες του, είχε και το ελάττωμα της πολυφαγίας. Έτρωγε δυο οκάδες γιαούρτι για πρόγευμα και μισή οκά ξεκοκαλιασμένες σαρδέλες για δειλινό. Τις σαρδέλες, λιανισμένες μέσα στο πιάτο, τις έτρωγε ο αφιλότιμος με το κουτάλι.

΄Ολοι έκαναν μια γκριμάτσα αποστροφής και αηδίας.

– Έτσι, εκτός απ’ τις άλλες ‘’χάριτές’’ του, συνέχισε ο Θανάσης, με τις οποίες λέρωσε το όνομα των συμπατριωτών του Ναξιωτών, γιατί ήταν άσελγος, άσωτος εις το άκρον, μοιχός, πόρνος και αρσενοκοίτης φανερός, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός της εποχής του, τους έβγαλε το όνομα των πολυφαγάδων, των αχόρταγων και των πολύ λαίμαργων ανθρώπων.

Έτσι δεν είναι κυρ’ λοχία; τον ρώτησε ο δεκανέας πειραχτικά.

– Τι να πω και πώς να απαντήσω, βρε παιδιά! είπε ο Αργύρης. Καλύτερα, ας μην πω τίποτα. Το μόνο που θέλω να τονίσω είναι, ότι ευχαριστώ το Στρατή για την προσφορά του αλλά δεν θέλω παξιμάδι. Δεν πεινώ. Δεν έχω όρεξη για φαγητό. Και, γυρίζοντας προς το μέρος του Θεσσαλού στρατιώτη, είπε κάπως επιτακτικά, σα να ήθελε να διακόψει εκείνη την ενοχλητική γι’ αυτόν συζήτηση.

– Λοιπόν, λέγε Γιώργη. Κάτι ετοιμαζόσουν να πεις πριν πέσει στο κεφάλι μου το μπογαλάκι του Στρατή. Σας είπα πως άκουγα τη συζήτησή σας, γι’ αυτό δεν χρειάζονται ιδιαίτερες ενημερώσεις. Είμαι μέσα. Βλέπετε, γνωρίζω και τα ονόματά σας. Προχώρησε λοιπόν κανονικά.

Ο Γιώργος άρχισε κάπως διστακτικά.

– Ξέρετε . . . Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο . . .

– Όλα είναι σπουδαία, είπε ο Αργύρης όταν τα προσέξει κανείς. Και τα μικρά και τα μεγάλα. Και τα θετικά και τα αρνητικά. Άλλωστε, πώς θα εκτιμήσουμε τα σπουδαία, αν δεν γνωρίσουμε και τα παρακατιανά;

– Πολύ σωστά, είπε ο Θανάσης και κοίταξε κατάματα το Γιώργο.

Τα λόγια του λοχία και η επιβεβαίωση του δεκανέα, έδωσαν κουράγιο και εξάλειψαν κάθε δισταγμό του Γιώργου, ο οποίος άρχισε.

– Σ’ ένα χωριό της Θράκης, που στις παρυφές του έτυχε να μείνει για λίγο ο λόχος μας, συνέβηκε το εξής φαιδρό και περίεργο αλλά και ταυτόχρονα αποκαρδιωτικό γεγονός. Το χωριό, φτωχό και ξεκομμένο στην άκρη των συνόρων, με καμιά διακοσαριά σπίτια, όλα παλιά και κακοφτιαγμένα, χωρίς φώτα και δρόμους, με μια μόνο βρύση στη μέση της ξερής και άχαρης πλατείας του, είχε δυο εκκλησίες και τρία μικρά εξωκλήσια, αρκετά φθαρμένα απ’ το χρόνο. Κοντά στην πλατεία και δίπλα στη μεγαλύτερη και πιο επιβλητική απ’ τις δυο εκκλησίες είχε κι ένα δημοτικό σχολείο. Τριτάξιο στα χαρτιά, με μια μόνο αίθουσα στην πραγματικότητα. Παλιό, ετοιμόρροπο και αρχαιότερο ίσως κι απ’ το πιο παλιό σπίτι κι εξωκλήσι του χωριού. Λέγανε πως παλιότερα ήταν ένα κελί, το μόνο που απόμεινε απ’ το σύμπλεγμα ενός τούρκικου τζαμιού, που έχτισε ο Σουλεϊμάν ο 2ος κατά το 1520-1525 και το οποίο γκρέμισαν οι κάτοικοι το 1878, με την κάθοδο των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Τις λεπτομέρειες αυτές μου τις είπε ένας καλός κι έξυπνος γέροντας, ο ‘’ποιμένας’’. Έτσι τον έλεγαν στο χωριό πειραχτικά οι συγχωριανοί του.

Εκεί, λοιπόν, στο κελί αυτό μαζεύονταν από χρόνια και μαζεύονται και σήμερα ακόμη τα παιδιά του χωριού, όλες οι τάξεις μαζί, για να μάθουν γράμματα, ‘’να μορφωθούν’’. Ο παπάς του χωριού, ο παπα-Θόδωρος, ένας ξανθογένης, κοκκινόχοντρος σαραντάρης, με στρογγυλή κοιλιά και χοντρό σβέρκο, που τον περισσότερο καιρό κάνει και το δάσκαλο, προσπαθούσε εδώ και χρόνια, να καταφέρει τους χωριανούς να συγκεντρώσουν χρήματα με δωρεές και εράνους, για να επισκευάσουν τα δυο εξωκλήσια και να χτίσουν μεγαλύτερο το τρίτο.

Στην προσπάθειά του αυτή σεκόνταρε κι ο δεσπότης. Ή μάλλον, αυτός πρωτοστατούσε, χωρίς, όμως, να φαίνεται καθαρά ότι τραβάει μπροστά ο ίδιος. Δυο-τρεις χωριανοί έφερναν αντιρρήσεις στις προθέσεις του παπα-Θόδωρου, μουρμουρίζοντας στα καφενεία και στις γειτονιές μισόλογα, χωρίς να ακούγεται καν η φωνή τους. Αυτοί ήθελαν η προσπάθεια του χωριού να στραφεί πρώτα προς το σχολείο κι ύστερα προς τα εξωκλήσια. Ήταν, όμως, τόσο σιγανό το μουρμουρητό τους, που δεν είχε καμιά απήχηση και δεν το λάβαινε υπόψη του κανένας.

Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο κλητήρας της Κοινότητας, ο Γρηγόρης. Ένας κοντός, λεπτός και σβέλτος τριαντάρης, που ήταν όλο πειράγματα κι αστεία. Έτσι, καλυμένος πίσω απ’ τ’ αστεία και τις αθώες φάρσες του, πετούσε και καμιά σπόντα για το χτίσιμο του σχολείου. Όλοι τον ήξεραν για χορατατζή κι επιπόλαιο το Γρηγόρη και δεν έδιναν ξεχωριστή κι ιδιαίτερη σημασία στα λόγια του. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, ο κλητήρας έλεγε ό,τι ήθελε να πει, κάνοντας τους συγχωριανούς του να ξαναπεράσουν για άλλη μια φορά απ’ το μυαλό τους το θέμα που έθιγε, χωρίς να διακινδυνεύει να χάσει και τη θέση του.

– Έτσι πρέπει να είναι ο άνθρωπος στις μέρες μας, είπε ο Αργύρης. Κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να παρεξηγηθεί και να πέσει στο γκρεμό. Πολλές φορές χρειάζεται πονηριά για να πούμε αυτό που θέλουμε χωρίς να παρεξηγηθούμε και λίγη πλάκα για να μας προσέξουν.

– Έτσι είναι, δυστυχώς, επιβεβαίωσε ο Κώστας και κοίταξε το Γιώργο, σα να τού ‘λεγε συνέχισε.

Ο Γιώργος συνέχισε.

– Τις μέρες που ήταν ο λόχος μας εκεί επρόκειτο να αρχίσουν τα έργα, γιατί είχαν ήδη συγκεντρωθεί λίγα χρήματα με κάποια αναγκαστική εισφορά που είχε επιβάλει κατάλληλα ο παπάς σ’ όλους τους κατοίκους, στην περίοδο του τελευταίου αλωνισμού.

– Τότε που τα γεννήματα, αμέτρητα ακόμη, φαίνονται μπόλικα στ’ αλώνια, διέκοψε ο Θανάσης.

– Ακριβώς. Στην αναμπουμπούλα χαίρεται ο λύκος, πρόσθεσε βιαστικά ο Αργύρης κι έγνεψε στο Γιώργο να συνεχίσει.

– Σ’ αυτούς, όμως, που αντέδρασαν φανερά στα σχέδια του παπα-Θόδωρου, συνέχισε ο Γιώργος, συγκαταλέγονταν κι ένας επίτροπος της μεγάλης εκκλησίας του χωριού, ο μπαρμπα-Δημοσθένης. Ο επίτροπος αυτός, φωνακλάς και δραστήριος από χαρακτήρα του, κεντρισμένος κατάλληλα κι απ’ το Γρηγόρη τον κλητήρα, που ήταν και γαμπρός του σε ανεψιά, είδε καθαρότερα τα χάλια της πανάρχαιας κι ετοιμόρροπης αίθουσας του σχολείου και ύψωσε φωνή. Έφερε ανοιχτά αντίρρηση στα σχέδια του παπά και πρότεινε θαρραλέα, να διατεθούν τα χρήματα για την επισκευή και προέκταση του σχολείου κι όχι για τα εξωκλήσια. Η τόλμη του μπαρμα-Δημοσθένη ενίσχυσε το θάρρος και των άλλων χωριανών, που κι εκείνοι ξεφάντωσαν αμέσως και επέμειναν στο χτίσιμο του σχολείου. Ο παπα-Θόδωρος έγινε έξω φρενών και με κανένα λόγο δεν ήθελε να κάνει πίσω και να δώσει προτεραιότητα στο χτίσιμο του σχολείου. Το πράγμα στο μεταξύ συζητήθηκε πολύ στα καφενεία κι έγινε η καθημερινή και μοναδική κουβέντα στο χωριό.

– Μπράβου στου Δημουσθέν(η). Κουράγιο απ’ τό ‘χ(ει), έλεγαν οι γεροντότεροι.

– Εμ πρέπ(πει) να του λέει η καρδούλας σι τέτοιις ώρις.

– Μωρέ ιγώ νουμίζου πως κι ικείνου του ζλάπ(ι) ι Γρηγόρς θα έχει τ’ νουρά τ’ χουμένη ιδώ μέσα.

– Δα μας χάσ(ει) ι Θιος μι τα στιρνά χούια τ’ Δημοσθέν(η). Έλεγαν οι γριές στις αυλόπορτες και στους φράχτες. Γέρους άνθρουπους τώρα αυτός, να τα βάν(ει) μι τ’ς παπάδις. Βλόγα μας δέσπουτα κι ιλέησέ μας, πρόσθεταν τρομαγμένες και σταυροκοπιούνταν.

– Τώρα, δα πεις κι του σκουλειό δεν είνι αχαμνή δλεια. Άγια δλεια είνι κι αυτήν, μα γλεπς ι παπάς αντιριέτι. Κι πώς να τ’ς τα πεις! Παπάς άνθρουπους είνι. Δεν κάμει.

Έτσι, κουβέντα στην κουβέντα, όλο σχεδόν το χωριό πήρε το μέρος του ‘’αντάρτη επιτρόπου’’, όπως αποκαλούσε τελευταία ο παπα-Θόδωρος το μπαρμπα-Δημοσθένη.

Τι ανάγκασε τον παπα-Θόδωρο να χαρακτηρίσει έτσι και μάλιστα δημόσια το γεροεπίτροπο, δεν ήταν τελείως ξεκαθαρισμένο στις συνειδήσεις των χωριανών. Άλλοι το απέδιδαν στην αγέροχη κι επαναστατική στάση που κράτησε μπροστά στις επίμονες και παράλογες για το χωριό αξιώσεις του παπά. Άλλοι, στο γεγονός ότι ο γέρος είχε κάνει αντάρτης στα βουνά κατά τα χρόνια της κατοχής. Κι ο παπάς τώρα έβρισκε την ευκαιρία να το θυμηθεί και αναφέροντάς το, με το ύφος και τον τρόπο που το ανέφερε, ήθελε να θίξει και να υποτιμήσει, κατά τη φτωχή του γνώμη και την κακή του πρόθεση, το γέροντα αγωνιστή. Η αλήθεια είναι πως ο παπάς εννούσε και τα δυο, όταν αποκαλούσε το γερο-Δημοσθένη αντάρτη και ανταρτοεπίτροπο.

Με αφανή πρωτοβουλία του Γρηγόρη έγινε μια Κυριακή απόγευμα συγκέντρωση των κατοίκων στην πλατεία του χωριού, δίπλα στο ετοιμόρροπο σχολείο.

– Μπαρμπα-Δημοσθένη, είπε ο κλητήρας εμπιστευτικά στο γέρο επίτροπο, όταν τον πλησίασε για να του ανακοινώσει την ιδέα της συγκέντρωσης των χωριανών. Η μάζουξ(η) να γέν(ει δίπλα στου σκουλειό, ώστι συζητούντα να βλέπουμι κι τα χάλια τ’.

– Μπράβου ανήψι, τού ‘πε ο μπαρμα-Δημοσθένης και τού ‘φερε μια ξεγυρισμένη σβερκιά για τη φαεινή του ιδέα, όπως συνήθιζε να εκδηλώνει τη χαρά του με τους νεότερούς του όταν ήταν στα κέφια του. Ταυτόχρονα, όμως, χαμογελούσε με ικανοποίηση ο γέρος κάτω απ’ τα μουστάκια του, γιατί οι γνώμες του ανεψιού του δεν απείχαν καθόλου απ’ τις δικές του.

Στη συγκέντρωση αποφασίστηκε η κατεδάφιση της μοναδικής και μισογκρεμισμένης αίθουσας του σχολείου και το χτίσιμο καινούριου κτιρίου, με τρεις αίθουσες κι ένα γραφείο.

– Θα μας χτίσει το Κράτος σχολείο, έλεγε ο παπα-Θόδωρος στη συγκέντρωση. Δεν πρέπει να ενεργούμε ενάντια στις προθέσεις του Κράτους κι ούτε να παίρνουμε τις εξουσίες στα χέρια μας. Ποιοι είμαστε εμείς για να ορθώσουμε ανάστημα;

– Του Κράτους δε μας έκαμι σκουλειό τόσα χρόνια, απού τότι που έγινι ιτούτους ι τόπους Ιλλινικό και δα μας κάμ(ει) τώρα που βγαίν(ει) σακατιμένου απού πόλιμουν; φώναξε ο γερο-Δημοσθένης.

Οι χωριανοί, τόσο πολύ συναρπάστηκαν απ’ την ιδέα του καινούριου σχολείου, που μόνοι τους φιλοτιμήθηκαν να προσφέρουν κι άλλα χρήματα αν χρειαστούν, καθώς και την προσωπική τους εργασία, προκειμένου να δει και να αποκτήσει και το χωριό τους ένα σχολείο κάπως της προκοπής.

– Κι μια που ούλοι μαζί πήραμι τ’ν ιστουρική αυτήν απόφας(η), είπε ο μπαρμπα-Δημοσθένης, δα γράψουμι τα ιξής σι μια μαρμαρένια πλάκα κι δα τ’ στήσουμι ικεί ψηλά στην πόρτα του σκουλειού για να μέν(ει) στους ιώνις κι να φαίνιτι απού μακριά.

‘’Συμφουνούντουν απάντουν τουν κατοίκουν χτίστηκι του σκουλείου ιτούτου’’. Κι απού κάτ’ δα βάλουμι τ’ σημιρνή μιρουμηνία.

Ο παπα-Θόδωρος, όμως, είχε γίνει έξω φρενών, με την ανεπιθύμηση τροπή που έπαιρναν τα πράγματα στη συγκέντρωση. Φώναζε και χειρονομούσε και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ανατρέψει, έστω και την τελευταία στιγμή, την απόφαση των κατοίκων.

– Οχι, όχι, φώναζε, δε θα γίνει αυτό. Θα το πολεμήσω με κάθε μέσον και θα το εμποδίσω. Θα το ανατρέψω. Τα μοναστήρια και τα εξωκλήσια είναι έργα θεάρεστα. Αναζωογονούν την αφοσίωσή μας εις . . .

Ο μπαρμπα-Δημοσθένης, βλέποντας τον παπά να αντιδρά τόσο επίμονα, είπε προς τους συγχωριανούς του, διακόπτοντάς τον με τη δυνατή φωνή του.

– Τότις, αφού είνι έτσ(ι) κι ι παπάς δε δέχιτι, δα αλλάξουμι τη μαρμάριν(η) πλάκα. Η πλάκα δα λέει.

‘’Συμφουνούντουν τουν κατοίκουν κι αρνουμένου του παπά, χτίστηκι του σκουλείου ιτούτου’’. Κι απού κάτ’ δα βάλουμι τ’ μιρουμηνία.

Οι χωριανοί γέλασαν. Πολλοί χειροκρότησαν. Ο παπάς, έξαλλος απ’ το θυμό του για τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπιζε ο μπαρμπα-Δημοσθένης και μαζί του κι όλο το χωριό, φώναζε ότι απολύει απ’ τη στιγμή αυτή τον ανταρτο-Δημοσθένη απ’ την εκκλησιαστική επιτροπή και δήλωσε στη συγκέντρωση ότι, αν το χωριό αγνοήσει τις ανάγκες των παρεκκλησίων και προχωρήσει στην ανέγερση σχολείου, αυτός δε θα παραστεί και δε θα ευλογήσει την κατάθεση του θεμελίου λίθου κι ούτε θα εγκαινιάσει με αγιασμό το νέο κτίριο.

– Αν δεν του ιγκαινιάισ’ του λόγου σ’ παπα-Θόδουρι μ, του ιγκαινιάζου εγώ μι τ’ς χουριανούς. Απάντησε δυνατά κι αγέροχα ο μπαρμπα-Δημοσθένης στην απειλή του παπά και πρόσθεσε. Δε νουμίζεις ότι θα κάνουμι καλύτιρ(η) δλεια απ’ τουν Τούρκου χόντζια που ιγκαινίασι ιτούτου του κιλί, που έχουμι σήμιρα για σκουλειό κι βάσταξι ένα ζαμάνι χρόνια;

Ο παπάς πήγε να εκραγεί απ’ το κακό του.

– Θα σε αφορίσω. Θα σε αφορίσω, φώναζε δυνατά και γυρόφερνε νευριασμένος, μην ξέροντας τι να κάνει. Οργισμένος ξεχώρισε απ’ τους άλλους και στάθηκε λίγο πιο πέρα ολομόναχος.

– Καλύτιρα να μι αφουρίσ(ει) τώρα ένας, παρά να μι αφουρίζ(ει) κι τώρα και πάντουτις ούλου του χουργιό. Ύστιρα, τι είμι ιγώ; Κάνας Λασκαράτους ή κάνας Υψηλάντης, για να αξίζου κι τουν αφουρισμό; είπε ατάραχος ο γεροεπίτροπος.

– Να αγιάσ(ει) του στόμασ’ Δημουστέν(η), φώναξε ο γερο-Δαναής, ένας ογδοντάχρονος γέρος, με κυρτωμένο το σώμα κι αυλακωμένο το πρόσωπο απ’ τις κακουχίες και τα χρόνια, που τώρα στέκονταν με δυσκολία ανάμεσα στο πλήθος, ακουμπώντας στο ραβδί του.

– Πού τη βρήκις τέτοια δύναμη βρε θηρίου; ξεφώνησε κάποιος άλλος.

– Δεν είνι η δύναμ(η) που λείπει απ’ τουν άνθρουπου, αλλά η θέλησ(η), βροντοφώναξε ο γερο-Δημοσθένης και πρόσθεσε. Θέλουμι οι πουλλοί; όλα γίνουντι. Δε θέλουμι; τίπουτα δε γένιτι.

– Θιος σχουρέσ(ει) τουν πατέρα σ’ κι τ’ μάνα σ’. Φώναξε κάποιος άλλος.

– Για να ξεκαθαρίσ(ει) καλά του θέμα μας αυτό, ξαναφώναξε δυνατά ο μπαρμπα-Δημοσθένης, όσοι απού σας θέλουν να χτίσουν ιξουκλήσια, να παν να σταθούν εκεί που στέκ(ει) ι παπάς. Κι όσοι θέλουν σκουλειό, να κάτσουν ικεί που ίντις.

– Όσοι δεν αποφάσισαν ακόμη τι θέλουν και δεν ξέρουν τι να κάμουν, πού να παν να σταθούν; ρώτησε κάποιος απ’ τους συγκεντρωμένους.

Όσοι δεν ξέρουν ακόμη τι να κάμουν, να παν να πέσουν στου πουτάμι, απάντησε στα ίσια ο μπαρμπα-Δημοσθένης..

Όλοι οι χωριανοί γέλασαν δυνατά.

Δειλά-δειλά ξέκοψαν απ’ την ομίγυρη δυο επίτροποι της εκκλησίας, ο ταμίας του εράνου, που τώρα μόλις είχε αγοράσει τρακτέρ, το μοναδικό του χωριού κι έκανε τον προύχοντα και δυο-τρεις άλλοι. Όλοι αυτοί πήγαν και στάθηκαν δίπλα στον παπά. Λιγότεροι από δέκα όλοι μαζί.

Ανάμεσά τους κι ο κυρ-Γαζής ο έμπορας.

Ο κυρ-Γαζής ήταν ξάδερφος του παπά και έμπορας οικοδομικών υλικών στην πόλη. Είχε έρθει εκείνες τις μέρες επίτηδες στο χωριό, για να ενισχύσει με το κύρος του τον ξάδερφό του παπα-Θόδωρο και μετάνοιωσε πικρά για την προθυμία του αυτή. Θα καταριόταν οπωσδήποτε την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησε απ’ την πόλη για κείνο το χωριό.

Ο γερο-Δαναής, έξυπνος και αθυρόστομος καθώς ήταν και μεγάλο πειραχτήρι στο χωριό, του έστησε μια πολύ άσχημη μηχανή την προηγούμενη μέρα της μάζωξης το Σάββατο το απόγευμα μέσα στο γραφείο της Κοινότητας.

Εκείνες τις μέρες είχε έρθει διαταγή στην Κοινότητα, να γίνει απογραφή όλων των ζών του χωριού. Ο παπάς είχε πει στην εκκλησία τις δυο προηγούμενες Κυριακές, να πάνε όλοι οι χωριανοί στο γραφείο της Κοινότητας ‘’να κάμουν τη δήλωση’’. Απ’ το χαρακτηρισμό αυτό του παπά, όλη η υπόθεση της απογραφής έμεινε γνωστή στο χωριό σαν ‘’η δήλωση’’. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο. ‘’Έκαμες τη δήλουσ(η)’’; ‘’Έγραψις τα ζουντανά στ’ δήλουσ(η);

Ο κάθε φαμελίτης, λοιπόν, πήγαινε στην Κοινότητα και δήλωνε όλα του τα ζώα, μικρά και μεγάλα. ‘’Έκαμνε τη δήλουσ(η).’’

Το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου κι ενώ ο ήλιος πλησίαζε προς τη δύση του, πήγε κι ο γερο-Δαναής στην Κοινότητα να δηλώσει τα δικά του ζώα. Μπαίνοντας στο γραφείο, βρήκε καθισμένους στις καρέκλες γύρω-γύρω στο τραπέζι του γραμματέα τον πρόεδρο της Κοινότητας, τον παπα-Θόδωρο και τον κυρ-Γαζή, να συζητούν εύθυμα και να προσπαθεί ο καθένας τους να επιδείξει το πνεύμα του στους άλλους και να επιβάλει τις απόψεις του.

Ο πρόεδρος, ένας χοντρός και αγαθός σαρανταπεντάρης, συνήθως αξύριστος από μια βδομάδα, με αραιά μαλλιά και λιγοστές γνώσεις, καθόταν αριστερά απ’ το γραμματέα σε μια ψάθινη καρέκλα, που είχε πάρει προ πολλού δανεικιά κι αγύριστη η Κοινότητα απ’ το απέναντι καφενείο. Ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε να κάνει κανένα καλό στον τόπο του, όπως δεν του κρατούσε η καρδιά να κάνει και κακό. Γι’ αυτό και το χωριό, ούτε τον αγαπούσε σαν πρόεδρο, ούτε και τον μισούσε σαν άνθρωπο. Πριν βάλει την υπογραφή του σε οποιοδήποτε έγγραφο, κοίταζε το γραμματέα στα μάτια. Αν αυτός, που είχε ετοιμάσει το χαρτί, τού ‘κανε νόημα να υπογράψει, υπόγραφε. Αλλιώς αρνιόταν να βάλει την υπογραφή του, προβάλλοντας χίλιες-δυο ασυνάρτητες δικαιολογίες. Αυτόν, όμως, είχε προτείνει για πρόεδρο ο κομματάρχης που επικρατούσε εκείνη την εποχή στον τόπο κι αυτόν είχε ψηφίσει το χωριό.

Δίπλα του, σε μια φαρδιά καρέκλα από γυαλιστερό καφετί ξύλο, με σκούρο παχύ μαξιλάρι, καθόταν βαρύγδουπος ο παπάς, με το καλυμμαύκι στητό στο κεφάλι του, που τον έσφιγγε ανυπόφορα στο κόκκινο και ιδρωμένο μέτωπό του. Στο χέρι του κρατούσε το επίσης γυαλιστερό μαύρο μπαστούνι του. Το κρατούσε στη χούφτα του περίπου μια πιθαμή πιο κάτω απ’ την πάνω άκρη του, όπως συνήθιζε πάντοτε, έτσι ώστε να φαίνεται καθαρά η χοντρή σκαλισμένη ξανθή λαβή του, που την αποτελούσε ένα κεφάλι εξαγριωμένου λεονταριού. Ήταν ευδιάθετος και είχε όπως πάντοτε αυτός το λόγο. Θύμιζε αγέροχο τσιφλικά καθισμένο επιδεικτικά στη μέση με τους ταπεινούς κολίγους του πάντα υποχωρητικούς, σιωπηλούς και χαμηλόβλεπους γύρω του. Το λιπαρό πρόσωπό του και τα πυρόξανθα γένια του λαμπύριζαν περισσότερο στο αντιφέγγισμα του απογευματινού ήλιου και στο στήθος του άστραφτε ένας χρυσός σταυρός και η ασημένια καδένα του ρολογιού του. Ένα σύμπλεγμα δηλαδή που έδινε παραστατικότατα το αρνητικό μιας ασκητικής και λευίτικης φυσιογνωμίας.

Πλάι στον παπα-Θόδωρο και σε μια καρέκλα σαν τη δική του γυαλιστερή και με παχύ μαξιλάρι, τις μοναδικές δυο της προκοπής που είχε η Κοινότητα –εκτός απ’ την καρέκλα του γραμματέα- καθόταν κουστουμαρισμένος και καλοσιδερωμένος ο κυρ-Γαζής, ο έμπορας. Φορούσε μια ασπριδερή, φανταχτερή γραβάτα κι ένα μαντίλι ίδιου χρώματος στο τσεπάκι του καφετιού σακακιού του και κρατούσε το ανοιχτόχρωμο καπέλο του στο χέρι.

Πάντοτε επιβεβαίωνε τα λόγια του παπα-Θόδωρου και συμφωνούσε με τα λεγόμενά του. Το ίδιο έκανε και ο ξάδερφός του ο παπάς, όταν μιλούσε ο κυρ-Γαζής. Στις χωρίς θέμα συζητήσεις έπαιρνε μέρος κι ο γραμματέας και μόνο ο πρόεδρος έμενε σκιά σκέτη ανάμεσα στους άλλους τρεις.

Στην παρουσία του γερο-Δαναή, που μπήκε αφελέστατα και χωρίς τύπους στο γραφείο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως έμπαινε και στο σπίτι του, δεν έδωσαν και μεγάλη σημασία οι τέσσερις ‘’προύχοντες’’ και τον άφησαν να περιμένει εκεί μπροστά τους όρθιος, γερμένος στο ραβδί του, όπως ο ταλαίπωρος ζητιάνος μπροστά στον υπερφύαλο και άφρονα πλούσιο.

Το λόγο είχε ο παπα-Θόδωρος και κανένας δεν τολμούσε να τον διακόψει και να δώσει προσοχή στο γέρο, που τους κοίταζε με βλέμμα υπομονετικό και απαθές φαινομενικά, γεμάτο, όμως, οίκτο και περιφρόνηση στο βάθος του. Όταν τελείωσε την κουβέντα του ο παπάς κι αφού όλοι γέλασαν, επιδοκιμάζοντας από συνήθεια τα λεγόμενά του, ο γραμματέας γύρισε προς το γέρο και του είπε.

– Καλώς το μπαρμπα-Δαναή, τον πρώτο ποιμένα του χωριού μας.

Τον έλεγαν ‘’πρώτο ποιμένα’’, άλλοτε πειραχτικά κι άλλοτε από σεβασμό, γιατί, σχεδόν όλη του τη ζωή, την είχε περάσει βόσκοντας τα ζώα του χωριού. Επίσης, τον αποκαλούσαν έτσι, επειδή ήταν και ο πιο εγγράμματος και απ’ όλους στην ηλικία του αλλά κι απ’ όλους σχεδόν τους συγγχωριανούς του. ΄Ηταν ο μόνος που είχε καταφέρει να τελειώσει όλες τις τάξεις του Δημοτικού. Και στα κατοπινά του χρόνια δεν έπαψε ο μπαρμπα-Δαναής να διαβάζει κάπου-κάπου κι από κανένα βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Οι κατά καιρούς δάσκαλοι και ιδίως στα νιάτα του, τον φώναζαν καμιά φορά να τους βοηθήσει στο φόρτο της δουλειάς τους και να κάνει καμιά ώρα μάθημα σε κάποια απ’ τις μικρότερες τάξεις που τύχαινε να μείνει χωρίς δάσκαλο.

Συνήθως, μάθαινε το αλφάβητο και την προπαίδεια στα παιδάκια και τους έλεγε ιστορίες του Ηρακλή και του Οδυσσέα. Μάλιστα, ακόμη κι όταν είχαν περάσει  τα χρόνια του, στα χρόνια της κατοχής, τότε που δεν υπήρχαν σχολεία στα μικρά ιδίως χωριά, πολλά παιδάκια πήγαιναν στο σπίτι του, όπως έλεγαν οι συγχωριανοί του, για να τα μάθει να διαβάζουν και να γράφουν. Άλλα πάλι μεγαλύτερα, που έβοσκαν μαζί του τα ζώα στα βοσκοτόπια, μαζεύονταν γύρω του με προθυμία τα μεσημέρια, όταν τα ζώα ησύχαζαν στους ίσκιους, για να ακούσουν κάτι απ’ τον παππού Δαναή ή να διαβάσουν καμιά ιστορία από κάποιο παλιό και μαδημένο βιβλίο, που είχε πάντοτε στον τορβά του.

Έτσι, για τους δυο αυτούς λόγους, τον αποκαλούσαν ‘’πρώτο ποιμένα’’, ως ποιμάναντα ανθρώπους και ζώα, όπως έλεγε κάποτε κι ο συγχωρεμένος ο παπα-Θανάσης, ο προκάτοχος του παπα-Θόδωρου, που είχε πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια. Άλλοτε, λοιπόν, για να τον τιμήσουν κι άλλοτε για να τον πειράξουν, όλοι οι συγχωριανοί του και ιδιαίτερα οι γεροντότεροι έτσι τον αποκαλούσαν κι έτσι τον υποδέχονταν στις συναναστροφές τους. Κι αυτός, κάθε φορά που τον πείραζαν, κάτι έξυπνο και πετυχημένο είχε να πει στον καθένα ανάλογα με την περίπτωση.

Γι’ αυτό κι ο γραμματέας τον υποδέχτηκε μ’ αυτήν την προσφώνηση.

– Πρώτο ποιμένα! παρατήρησε κάπως παραξενεμένος και λίγο πειραγμένος ο κυρ-Γαζής για το χαρακτηρισμό αυτό, γιατί, κατά τη γνώμη του, υποτιμούσε τον ξάδερφό του τον παπά.

– Ποιος είναι ο κύριος; ρώτησε με προσποιητή συστολή και διστακτικότητα ο γερο-Δαναής, αντικρίζοντας τον κυρ-Γαζή. Δε μου φαίνεται για δικό μας σκαρί και δεν τον γνωρίζω. Ύστερα, δε βλέπω και πολύ καλά, για να τον ξεχωρίσω όπως πρέπει.

– Έχεις δίκιο μπαρμπα-Δαναή, είπε με περίσσια προθυμία ο παπάς. Ο κύριος είναι απ’ την πόλη. Είναι ο κύριος Γαζής. Είναι έμπορος. Γνωστό το όνομά του στους κύκλους της πόλης. Είναι εξάδελφός μου και φιλοξενούμενός μου, πρόσθεσε με έκδηλη περηφάνια και ικανοποίηση. Θα μείνει μαζί μας αρκετές μέρες. Εγώ θα τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου με ιδιαίτερη χαρά, όσες μέρες θελήσει να τιμήσει με την παρουσία του τον τόπο μας.

– Έτσι ε; Χαίρομαι. Χαίρομαι, είπε ο γέρος με καλοσύνη και στηρίχτηκε καλύτερα στο ραβδί του.

Ο κυρ-Γαζής φούσκωσε λίγο παραπάνω στο κάθισμά του και δεν είπε τίποτα στο γέρο. Μόνο επανέλαβε γυρίζοντας προς το γραμματέα.

– Πρώτος ποιμήν ε;

– Βεβαίως ‘’πρώτος ποιμήν’’, τόνισε με σοβαροφάνεια μεν αλλά στην ουσία αστειευόμενος ο γραμματέας και πρόσθεσε.

– Ο μπαρμπα-Δαναής εδίδαξε κατά καιρούς το αλφάβητο σε όλους τους συγχωριανούς του και όλοι σχεδόν οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού, που μπορούν και υπογράφουν με το χέρι τους, χρωστάνε στην υπομονή του και στις προτροπές του την ικανότητά τους αυτή. Επιπλέον, εποίμανε κατά καιρούς και όλα ανεξάρτητα τα είδη των ζώων του χωριού μας.

– Α! Όλα  κι όλα, κυρ’ γραμματέα, είπε σοβαρός ο γερο-Δαναής. Όλα κι όλα. Με το αλφάβητο και τους άθλους του Ηρακλή και του Κολοκοτρώνη ίσως κάτι έκανα. Με τα ζώα, όμως, δεν κατάφερα και τόσα πολλά, γιατί δεν τα βόσκησα όλα ανεξαίρετα τα είδη, όπως είπε η αφεντιά σου και τότισε λίγο παραπάνω το ‘’ανεξαίρετα’’. Βέβαια, στα χρόνια μου βόσκησα κάθε είδους ζωντανά, εκτός από γουρούνια. Να εξηγιόμαστε, ξανατόνισε και πάλι χαρακτηριστικά. Όχι γουρούνια.

Σωστά, σωστά, επανέλαβε ο γραμματέας με τον πρόεδρο, με κάποιο συγκρατημένο χαμόγελο, γιατί τον ήξεραν καλά και άρχισαν να υποψιάζονται πως δε θα ξεμπλέξουν έτσι εύκολα μαζί του.

– Ποιμένες στα χωριά υπάρχουν πολλοί και κάθε είδους, είπε με στόμφο ο κυρ-Γαζής, σα να ήθελε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Πρώτος, όμως, ποιμήν σε κάθε χωριό είναι ένας και μόνος. Ο παπάς. Γι’ αυτό, πρέπει να ξεχωρίζονται οι έννοιες και οι παρακατιανοί να περιορίζονται στο είδος τους, πρόσθεσε θριαμβευτικά και κοίταξε τον παπά στα μάτια με κάποια ικανοποίηση.

– Έχει δίκιο ο κυρ-Γαζής, είπε ο γερο-Δαναής με προσποιητή αφέλεια και με καλοκάγαθο ύφος, που στο βάθος του έκρυβε μεγάλη πονηριά.

– Βεβαίως έχω δίκιο, είπε ο έμπορας απ’ την πόλη και τον κοίταξε με ιδιαίτερη ικανοποίηση που συμφωνούσε μαζί του, ενώ ταυτόχρονα έκανε πως σιάζει τη γραβάτα στο λαιμό του, υπογραμμίζοντας έτσι τη σίγουρη επικράτηση και προβολή του με τα λεγόμενά του.

– Έτσι είναι κυρ-Γαζή, όπως τα λες. Έτσι είναι. Γι’ αυτό κι εγώ θα περιοριστώ στις ιδιότητες που μου αποδίνετε, του ποιμένα δηλαδή μόνο στους ανθρώπους που βοήθησα με τ’ αλφαβητάρι μου και στα μεγάλα ζώα που βόσκησα. Τους άλλους και τα άλλα θα τα αφήσω στη δικαιοδοσία του παπά. Αυτός ας θεωρηθεί πως είναι, όπως και είναι, ποιμένας τους.

Ο πρόεδρος με το γραμματέα δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Ο Γαζής και ο παπα-Θόδωρος κοιτάχτηκαν στα μάτια κι ένα κύμα θυμού σκίασε τα πρόσωπά τους. Συγκρατήθηκαν, όμως κι έκαναν κι αυτοί πως γελούν με τα χωρατά του γέρου.

Ο γραμματέας, βλέποντας την ταραχή των δυο ξαδέρφων και, για να δώσει άλλο τόνο στην ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει με την προσποιητή αφέλειά της η πονηριά του γέρου, ρώτησε.

– Ήρθες για τη δήλωση μπαρμπα-Δαναή;

Εμ, μόνο ανάγκες  και υποχρεώσεις μας φέρνουν στην πόρτα σας και μας κάνουν να ενοχλούμε τις αφεντιές σας.

Ο γραμματέας τράβηξε ένα μεγάλο έντυπο από ένα πάκο που ήταν αριστερά πάνω στο τραπέζι του, πήρε και την πένα στο χέρι του και ρώτησε το γέροντα.

– Πόσα βόδια έχεις παππού;

– Ε! Σάμπως δεν τα ξέρεις! Δυο. Πόσα έχω. Γίνεται ζυγός με ένα ή τρία; είπε αστειευόμενος.

– Αγελάδες;

– Καμιά.

– Πρόβατα;

– Πρόβατα εικοσιτρία. Ήταν εικοσιπέντε, μα τα δυο μι τα ‘’έκοψε’’ λύκος προψές, την Πέμπτη το βράδυ.

– Κρίμα, είπε ο πρόεδρος.

– Κρίμα, ξεκρίμα, όλοι πρέπει να ζήσουμε. Έτσι δε λεν; Ακόμα και οι λύκοι. Οι κάθε είδους λύκοι, είπε φιλοσοφικά ο βοσκός και, κοιτάζοντας τον παπά, πρόσθεσε. Έχω και μια γίδα με τρία κατσικάκια. Καλό νταμάρι. Την κρατώ στο σπίτι. Μέσα στο μπαχτσέ.

Και, στρέφοντας το βλέμμα του προς τον ξάδερφο του παπά, που καθόταν απέναντί του κορδωμένος, πρόσθεσε. Χωριό βλέπεις είναι εδώ κυρ-Γαζή. Χωριό. Δεν είναι πόλη.

Ο γέρος προσπαθούσε να ξαναβγάλει στη συζήτηση τον έμπορα και τον παπά αλλά αυτοί δεν είχαν συνέλθει ακόμη απ’ το προηγούμενο δούλεμα και δεν ήθελαν να διακινδυνέψουν ξανά τη θέση τους. Καθόταν παράμερα, χωρίς να λένε κουβέντα.

Ο γραμματέας συνέχισε τις ερωτήσεις του.

– Γουρούνια έχεις μπαρμα-Δαναή;

– Ένα μικρό. Εικοσιπενταμερίτικο.

– Άλογα, μουλάρια, έχεις κανένα;

– Κανένα, απάντησε κοφτά ο γέρος. Πού τέτοιο βαρύ βιος εμείς! είπε με κάποιο πικραμένο θαυμασμό.

– Ε, τότε είσαι εντάξει. Βάλε μια υπογραφή εδώ και μπορείς να πηγαίνεις. Εγώ θα συμπληρώσω τα τυπικά αργότερα. Και λέγοντας αυτά γύρισε το μεγάλο έντυπο της δήλωσης προς το μέρος του γέρου και τού ‘δωσε και την πένα να υπογράψει.

Ο γέρος υπόγραψε, άφησε την πένα πάνω στο τραπέζι και γύρισε σιγά-σιγά προς την πόρτα να φύγει. Έκανε ένα-δυο βήματα αλλά στο τρίτο σταμάτησε σαν κάτι να θυμήθηκε. Ξαναγύρισε επιτόπου προς το γραμματέα και, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του, τον ρώτησε.

– Τα γαϊδούρια δεν τα δηλώνουν κυρ’ γραμματέα; Δε με ρώτησες αν έχω κανένα.

– Τα δηλώνουν. Δε σε ρώτησα, όμως, γιατί ξέρω πως δεν έχεις ούτε ένα. Ποτέ δεν είχες τέτοιο ζώο εσύ.

– Σωστά, σωστά, έτσι είναι, είπε αργά ο γέρος, δίνοντάς του απόλυτο δίκιο. Αλλά, παζαρεύω ένα απ’ το Λιάκο τ’ Γυφτουγιώργη, τον τσαμπάση. Θα μι του φέρει, λέει απ’ την πόλη. ‘Αλλο πράμα κυρ’ γραμματέα. Άλλο πράμα το γαιδούρι απ’ την πόλη! Σήμερα-αύριο μπορεί να το πάρω. Γι’ αυτό, άμα θέλεις, γράφτο τώρα κι αυτό εκεί στα χαρτιά σου. Ξέρεις, για να μην ξανάρχομαι πίσω στο γραφείο σου τόσο δρόμο. Είναι σερνικό, δυο χρονών λέει, μα τα χρόνια δεν κάνουν διαφορά, το γαϊδούρι πάντα γαϊδούρι είναι, καφετίσιο, σαν το κουστούμι του κυρ-Γαζή, μ’ ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο. Να, σαν τη γραβάτα του ξαδέρφου σου παπα-Θόδωρε μ’, πρόσθεσε κοιτάζοντας προς το μέρος του παπά και δείχνοντας με μια ελαφριά κίνηση του μπαστουνιού του προς το λαιμό του έμπορα.

– Α, δεν γίνεται έτσι. Δεν γίνεται, είπε ο γραμματέας. Πρέπει πρώτα να το πάρεις . . .

– Για να μην κάνω τον κόπο παιδί μ’ σ’ αυτή την ηλικία που είμαι και ξανάρχομαι πίσω εδώ, τον διέκοψε ο γέρος, δεν το γράφεις τώρα; Κι αν δεν έχεις εμπιστοσύνη σ’ αυτά που σου  λέω, μόλις το πάρω θα σου το φέρω εδώ στο γραφείο να το δεις με τα μάτια σου και να πιστέψεις.

– Δεν γίνεται αυτό παππού. Δεν γίνεται, επανέλαβε ο γραμματέας. Όχι πως δε σε πιστεύω . . .

– Ε, αν δε γίνεται έτσι, μια που δεν έχω το ζωντανό εδώ, τότε γράψε εκεί στη θέση για το γομάρι εμένα που με βλέπεις. Κι όταν τελειώσω με το Λιάκο αύριο ή την άλλη και το πάρω, το ανεβαίνω καβάλα, το φέρνω εδώ στο γραφείο, το βλέπεις κι ο ίδιος και τότε σβήνεις εμένα απ’ τη δήλωση και γράφεις αυτό.

Ο κυρ-Γαζής δεν κρατήθηκε άλλο και γέλασε τρανταχτά με τα λεγόμενα του γερο-Δαναή.

– Δεν γίνεται. Δεν γίνεται, επανέλαβε και πάλι ο γραμματέας χαμογελώντας.

– Κατάλαβα. κατάλαβα, είπε λυπημένος κάπως ο γέρος κι έσκυψε το κεφάλι. Σχεδόν αμέσως, όμως, ξανασήκωσε το βλέμμα του χαρούμενος και με τα μικρά αλλά σπινθηροβόλα μάτια του κοίταξε το γραμματέα θριαμβευτικά, σα να βρήκε μια σωστή λύση σ’ ένα σοβαρό και δύσκολο πρόβλημα και είπε.

– Αν δεν κάνω εγώ και δεν είμαι άξιος να γραφώ προσωπικά στον τόπο του γαϊδάρου, τότε γράψε τον κύριο πρόεδρο. Αν δεν κάνει κι αυτός, τότε γράψε τον παπά. Αν κι αυτός είναι ακατάλληλος, τότε γράψε τον κύριο Γαζή. Αυτός απ’ την πόλη είναι, θα κάνει οπωσδήποτε. Κι όταν προχωρήσει το παζάρι και πάρω το ζωντανό, σβήνεις απ’ τη δήλωση αυτόν, όποιον κατάλληλο γράψεις τώρα προσωρινά και γράφεις κανονικά πια το γάιδαρο. Δεν πιστεύω πως κανένας απ’ τους κυρίους θα έχει αντίρρηση. Αυτό θα είναι ένα προσωρινό μπάλωμα. Θα τους σβήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται.

– Δεν γίνονται έτσι οι δουλειές μπαρμπα-Δαναή, επανέλαβε γελώντας ο γραμματέας, ενώ οι άλλοι τρεις είχαν μείνει στις θέσεις τους εμβρόντητοι, μη ξέροντας τι να πουν και τι να κάνουν.

– Κι αν μας γράψεις όλους μαζί εμάς που είμαστε εδώ αντί για το γάιδαρο, πάλι δεν κάνουμε; Ξαναρώτησε με απορία και επιμονή ο γέρος.

Ο γραμματέας, πνιγμένος στα γέλια, κουνούσε αρνητικά το κεφάλι και τα χέρια του.

Ο γερο-βοσκός ξανάσκυψε στενοχωρημένος, δήθεν, το κεφάλι του, ακούμπησε στο ραβδί του και αργά-αργά βγήκε απ’ το γραφείο μουρμουρίζοντας.

– Μωρέ, με πόση αξία γάιδαρο μι πουλάει ι Λιάσκος τ’ Γυφτουγιώργη κι εγώ καμόνουμε πως δεν τον θέλω !!!

Ο μπαρμπα-Δημοσθένης, λοιπόν, τη μέρα της συγκέντρωσης των χωριανών στην πλατεία, είχε μάθει το χνέρι που είχε πάθει ο κυρ-Γαζής απ’ το γερο-Δαναή την προηγούμενη το απόγευμα, γι’ αυτό και μόλις τον είδε να ξεκόβει απ’ τους άλλους και να παίρνει θέση δίπλα στον παπά, του είπε φωνάζοντας λίγο παραπάνω.

– Ισύ, κυρ-έμπορα, απ’ οπ’ κι αν πας δε μετριέσαι, γιατί δεν είσι από μας. Δεν είσι χωριανός. Εκτός τούτου, δεν είσι κι σι καμιά δήλουσ(η) γραμμένος εδώ στ’ ν Κοινότητά μας. Πουθενά δε σι βρήκαν κατάλληλο. Γι’ αυτό και μπορείς να πας με όποια κατηγορία θελτς απ’ τσ’ τρεις. Αλλά δε μι λες, κυρ-Γαζή, ισύ πλας υλικά για να χτίζουν ιξουκλήσια κι μουναστήρια ή κι για σκουλειά;

Ο κυρ-Γαζής, αντί να απαντήσει στο γέροντα, εγκατέλειψε αμίλητος τον ξάδερφό του τον παπα-Θόδωρο, να στέκεται εκεί σύξυλος ανάμεσα στους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού υποστηριχτές του και ξαναγύρισε με τους πολλούς. Στην παλάντζα της συνείδησής του το υλικό συμφέρον έβγαινε βαρύτερο απ’ την ηθική υποχρέωση που είχε αναλάβει απέναντι του ξαδέρφου του του παπα-Θόδωρου, όταν ξεκινούσε απ’ την πόλη για το χωριό.

Ο μπαρμπα-Δημοσθένης, βλέποντας τον έμπορα να επανέρχεται στην αρχική θέση, πρόσθεσε σκοπτικά με κάποια απορία.

– Είπα κι γω! Θελτς να βγήκαν στην πόλ(η) τίπουτα υλικά σμαδιμένα μόνου για ιξουκλήσια και να μην του πήραμι ακόμη χαμπάρ(ι) ιμείς ιδώ στου χουριό;

Κι απευθυνόμενος προς τους συγχωριανούς του είπε.

– Κι τώρα, για να κάμουμι σίγουρ(η) δλεια, σαν μπεσαλήδες άνθρωποι που είμαστι, δα γυρίσουμι ούλοι κατά τν’ ικκλησιά. Δα σηκώσουμι ψηλά του διξί του χέρ(ι) κι μι τα τρία δάχτυλα ινουμένα δα δώσουμι ένα όρκου. Δα πούμι. ‘’Επί λόγου τιμής κι μπέσα για μπέσα, δα του φκιάσουμι του σκουλειό. Κι τα υλικά δα τα πάρουμι από κείνουν που τα πουλάει φτηνότιρα. Ανεξαρτήτους πώς τουν λεν κι τίνους ξάδιρδους είνι’’.

Ο παπα-Θόδωρος, βλέποντας πως οι ορκομωσίες και οι λόγοι τιμής είναι δυνατό να δοθούν και χωρίς την παρουσία του και, μη μπορώντας να αντέξει άλλο στον παραμερισμό που του έγινε, εγκατέλειψε αναστατωμένος και κατακόκκινος απ’ το κακό του τη συγκέντρωση και με τους λιγοστούς οπαδούς του έφυγε για το σπίτι του.

Οι χωριανοί, μαζί κι ο κυρ-Γαζής, γύρισαν όλοι προς την εκκλησία, ύψωσαν τα χέρια όπως τους υπέδειξε ο μπαρμπα-Δημοσθένης και επικύρωσαν τη μεγάλη τους απόφαση λέγοντας με ένα στόμα.

-‘’Έτσι δα γένει’’. Και κατέβασαν τα χέρια τους όλοι μαζί.

Μόνο ο κυρ-Γαζής, ζαλισμένος απ’ την καινούρια καρπαζιά που έτρωγε κατακέφαλα απ’ το γερο-επίτροπο, έμεινε με το χέρι ψηλά, σαν αφηρημένος, μην ξέροντας αν η όλη διαδικασία τελείωσε ή το πράγμα έχει και συνέχεια.

Όλοι τον κοίταξαν με περιέργεια. Μερικοί τον λυπήθηκαν, χωρίς να εκδηλώσουν με λόγια τη λύπη τους. Ο γερο-Δημοσθένης βροντοφώναξε.

– Θελτς να δώσεις κι άλλουν κανένα προσωπικό όρκο ισύ κυρ-Γαζή; Ή μήπους θελτς να μας ξομολογηθείς τίποτα για του εμπόριο κι τα υλικά που πουλάς;

Ο κυρ-Γαζής αντιλήφθηκε τη γκάφα του και σαστισμένος κατέβασε το χέρι του βιαστικά. Προσπάθησε ντροπιασμένος να μπαλώσει με μισόλογα την αφηρημάδα του λέγοντας.

– Όχι. . . όχι . . . να. . . νόμισα, Βλέπετε δε γνωρίζω τις διαδικασίες σας.

– Πουλλά δε γνωρίζεις κυρ-Γαζή. . . Πάρα πουλλά. Είσι βλεπς απ’ την πόλ(η), του είπε ειρωνικά ο γέρος.

– Αλλά ας είνι. Η μάζουξ(η) για σένα τελείουσι. Θελτς να καθίσεις κι άλλου ιδώ μαζί μι μας; Κάθισι. Θελτς να πας στην πόλη; Πήγινι. Θελτς να παραμείντς κι άλλου στου χουριό; Παράμεινι. Θελτς να πας στ’ ξαδέρφους τ’ παπά του σπιτ’; Πήγινι. Θα χαρεί πουλύ να σε διχτεί.

-Ο παπα-Θόδωρος θα χαρεί ιδιαίτερα να σε φιλοξενήσει στο σπίτι του, όσες μέρες θέλεις να παραμείνεις στο χωριό μας κυρ-Γαζή, πρόσθεσε όσο πιο δυνατά μπορούσε ο γερο-Δαναής, ορθώνοντας το σώμα του πάνω στο ραβδί του.

Ο κυρ-Γαζής δεν ήξερε τι να κάνει και πού να σταθεί απ’ την  αμηχανία του και απ’ τα μειδιάματα των χωριανών. Πάνω στη σύγχηση και στη ζάλη του άκουσε τη διαπεραστική φωνή του Γρηγόρη του κλητήρα που έλεγε.

– Ησυχία, ησυχία, φώναζε κι έκανε πως προσπαθούσε, δήθεν, να ακούσει καλύτερα κάτι που, τάχα, ειπώθηκε από μέρους του σαστισμένου έμπορα και που το αφτί του δεν το είχε πιάσει καθαρά.

– Σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ, φώναζε. Κάτι είπε ο κύριος Γαζής. Τι ρωτήσατε κύριε Γαζή; Πότε έχει λεωφορείο για την πόλη;

Ο κυρ-Γαζής ξαφνιάστηκε περισσότερο. Ήταν σίγουρος πως αυτός δεν είχε ρωτήσει τίποτα. Δεν είχε καν ανοίξει το στόμα του. Κι ύστερα, πώς να ρωτήσει τέτοια ερώτηση σε τέτοια ώρα;

Ο Γρηγόρης συνέχισε και απάντησε ο ίδιος στη δική του ερώτηση.

– Λεωφορείο περνάει αύριο στις δέκα. Λυπούμαι, κύριε Γαζή, αλλά δεν υπάρχει άλλο νωρίτερα. Εκτός και προλάβετε το τελευταίο σήμερα, που περνάει σε εικοσιπέντε λεπτά κάτω απ’ τη δημοσιά.

Και λέγοντας αυτά έκανε πως συμβουλεύεται το ρολόι του.

Ο κυρ-Γαζής τά ‘χασε κυριολεκτικά. Σαστισμένος είπε.

– Μα . . . εγώ . . . δε ρώτησα . . . δεν είπα . . .

Και, χωρίς να μπορεί να κάνει κοντρόλ ούτε στη γλώσσα του, ούτε στις εκφράσεις του, ούτε και στις κινήσεις του, ξέκοψε απ’ τους πολλούς, άφησε τη μάζωξη και πήρε βιαστικός σαν κυνηγημένος τον κατήφορο.

Ο γερο-Δημοσθένης έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος του έμπορα, που αναμαλλιασμένος, κατακόκκινος και με μεγάλα βήματα έφευγε μακριά απ’ τη συγκέντρωση των χωρικών, για να χαθεί απ’ τα βλέμματά τους και να αποφύγει τα μειδιάματα και τα μισόλογά τους. Τον κοίταξε σιωπηλός για δυο-τρία δευτερόλεπτα, σα να ήθελε να μορφώσει κάποια γνώμη πρώτα και μετά είπε με άτεχνη σκεπτικότητα.

– Του προυφταίν(ει) δεν του προυφταίν(ει) του λεωφουρείου όπως πάει. Τι νομίζεις πως είναι εικοσιπέντε λεφτά; Σαν αγέρας πιρνούν κι σαν διάργυρους φεύγουν.

Ο κυρ-Γαζής τάχυνε περισσότερο τώρα το βήμα του. ΄Ηθελε να φύγει όσο το δυνατό γρηγορότερα από τούτο τον τόπο.

Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Να τον εξαφάνιζε μια και καλή απ’ το χωριό του ξαδέρφου του του παπα-Θόδωρου.

Ο γερο-επίτροπος συνέχισε μονολογώντας.

– Άιντε κι ούλα παν προς το καλό.

Μετά, απευθυνόμενος προς τους συγχωριανούς του, είπε δυνατότερα.

– Κι τώρα να βγάλουμι μια πιτρουπή για να οργανώσ(ει) κι να επιβλέψ(ει) του έργου.

Αφού κανονίστηκε κι αυτό, η μάζωξη διαλύθηκε. Όλοι σκόρπισαν κατενθουσιασμένοι και πήραν τους δρόμους για τα σπίτια τους, γεμάτοι αισιοδοξία και πεποίθηση για την πραγματοποίηση των αποφάσεών τους.

– Μπράβο τους γέρους. Μπράβο τους χωριανούς, φώναξε με ενθουσιασμό ο Αργύρης.

– Αυτό θα πει καρδιά και θέληση, πρόσθεσε ο Κώστας.

– Μακάρι όλοι οι γέροι και όλοι οι χωριανοί να έχουν το ίδιο πνεύμα και να μπορούν να βλέπουν τα πράγματα απ’ την καλή, είπε ο Θανάσης.

– Λοιπόν; Λοιπόν; Τι έγινε παρακάτω; Τα κατάφεραν; Το έφτιαξαν το σχολείο; ρώτησε ανυπόμονα ο Στρατής.

– Λοιπόν . . . , είπε ο Γιώργος κουνώντας το κεφάλι του. Ενώ στο χωριό ο ζήλος είχε κορυφωθεί κι είχε κυριέψει τους πάντες και τα πάντα κι όλα ήταν στρωμένα κι έτοιμα για να αρχίσει η δουλειά, δυο μέρες πριν φύγουμε απ’ το χωριό παρέλυσαν τα πάντα και νεκρώθηκαν όλα ξανά. Ο δεσπότης δεύσμευσε τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει η εκκλησιαστική επιτροπή, ‘’διότι . . .

-Που να πάρει η ευχή, φώναξε ο Στρατής αγανακτισμένος.

– ‘’Διότι αυτά συνεκεντρώθησαν ίνα εξυπηρετήσωσιν έτερον ιερότερον σκοπόν’’, συνέχισε ο Γιώργος. Έτσι δήλωσε επίσημα η ‘’αγιότης’’ του.

– Μεγάλη η χάρη της, είπε ο Αργύρης.

Το νέο έπεσε σαν καταπέλτης στο χωριό και αφαίρεσε όλο το ζήλο και το κουράγιο απ’ τους κατοίκους. Βλέπεις, για πρώτη φορά σήκωναν κεφάλι οι άνθρωποι ενάντια σε τέτοια ανυπέρβλητα εμπόδια και σκόνταψαν αμέσως στο πρώτο τους βήμα.

-Και τι εμπόδια! Πρόσθεσε μ’ ένα χαρακτηριστικό τόνο στη φωνή του ο Κώστας.

– Ε, σαν άπειροι που ήταν σε τέτοιες περιπτώσεις, δείλιασαν. Εμείς οι φαντάροι που υπηρετούσαμε στο χωριό και πρώτος ο λοχαγός μας, ένα λεβεντόπαιδο απ’ τη Ρούμελη, ήμασταν διατεθημένοι να τους βοηθήσουμε όσο μπορούσαμε κι όσο περνούσε απ’ το χέρι μας.

Μάλιστα, ο λοχαγός μας τους το είπε καθαρά στο καφενείο το απόγευμα της μάζωξης.

‘’Όλοι σας συγχαίρουμε για τη σπουδαία σας απόφαση να χτίσετε σχολείο. Οι άντρες μου κι εγώ θέλουμε να σας βοηθήσουμε.΄Ολοι οι στρατιώτες μου ζήτησαν άδεια και με παρακάλεσαν να τους επιτρέψω να κατεβαίνουν τις ελεύθερες ώρες τους στο χωριό, για να δουλεύουν μαζί σας στο έργο του σχολείου. Τους είπα’’, συνέχισε ο λοχαγός, ‘’πως, όχι μόνο έχουν από τώρα τη συγκατάθεσή μου αλλά και ολόκληρος ο λόχος θα συμβάλει με θέρμη και θέληση στην προσπάθειά σας αυτή. Όλοι μας θα σας βοηθήσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε και μ’ ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας’’.

Οι χωριανοί δεν ήξεραν πώς να μας ευχαριστήσουν. Εκείνο το βράδυ, όσοι στρατιώτες βρεθήκαμε στο χωριό ήπιαμε ούζο τζάμπα. Το κερνούσαν οι κάτοικοι. Και κάθε μέρα από τότε, ο καθένας απ’ τους φιλότιμους εκείνους χωρικούς το θεωρούσε πλέον ταπεινωτικό κι αδικαιολόγητη έλλειψη φιλότιμου από μέρους του, το να συναντήσει ένα φαντάρο στο καφενείο και να μην του προσφέρει έστω και ένα ρακί. Αλλά και μεις, τη βλέπαμε από κείνη τη στιγμή διαφορετικά και με άλλο μάτι την προσφορά τους αυτή. Κανένας μας δεν την εκμεταλλεύτηκε και δεν την θεώρησε σαν ευκαιρία. Ακόμη κι οι πιο διακεκριμένες κανάτες του λόχου δεν δέχονταν να πιούνε ούτε ένα ποτήρι τζάμπα. Βάλαμε ένα κουμπαρά στο καφενείο και κει μέσα ρίχναμε το αντίτιμο του κάθε ποτηριού που μας κερνούσαν οι χωριανοί. Ό,τι μαζευόταν θα πήγαινε στο σχολείο. Μας είχε δέσει όλους το φιλότιμο. Μια άλλη φιλία, διαφορετική, γεμάτη ανθρωπιά και σεβασμό είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας. Θέλαμε όλοι κάτι να δημιουργήσουμε. Τό ‘χαμε βάλει σα σκοπό μας.

– Είδες τι μπορεί να κάνει η κατανόηση, η θέληση και η συνεργασία; είπε ο Θανάσης.

– Έλα, όμως, που σε λίγες μέρες ήρθε διαταγή, να μετακινηθεί και να σταθμεύσει αλλού ο λόχος μας, κάπου εικοσιπέντε χιλιόμετρα μακριά. Και το χειρότερο για μας, αποσπάζονταν σε άλλη μονάδα κι ο λοχαγός μας. Το διπλό αυτό χαστούκι στοίχισε πάρα πολύ στους χωριανούς και σε μας τους φαντάρους. Εκείνοι έχασαν μια πάρα πολύ υπολογίσημη συμπαράσταση ενός ολόκληρου λόχου κι εμείς χάσαμε ένα λεβέντη σε όλα λοχαγό.

Ο Γιώργος σταμάτησε για λίγο. Η όψη του πήρε άλλο ύφος. Τα μάτια του έλαμψαν διαφορετικά. Σούφρωσε λίγο τα φρύδια του και με αλλαγμένη φωνή πρόσθεσε.

– Τέσσερις στρατιώτες ήμασταν εκείνο το βράδυ στο καφενείο με το λοχαγό. Και οι τέσσερις είμαστε απόψε εδώ μέσα. Και έριξε το βλέμμα του αόριστα στο χάος του αμπαριού.

– Λες νά ‘βαλε ουρά κι ο δεσπότης στη μετακίνηση αυτή του λόχου σας; ρώτησε γεμάτιος περιέργεια ο Στρατής.

– Ποιος ξέρει; Όλα τα υποψιάζομαι τώρα. Υπάρχουν τύποι που είναι ικανοί για το καθετί, είπε με φανερή στενοχώρια ο Γιώργος. Πάντως, ύστερα απ’ αυτό το διπλό και μεγάλο χτύπημα, το χωριό μούδιασε. Παρέλυσε. Έχασε το θάρρος του. Λίγοι μίλησαν. Ελάχιστοι διαμαρτυρήθηκαν. Οι πολλοί σώπασαν. Δείλιασαν. Νεκρώθηκαν. Ο μπαρμπα-Δημοσθένης έτρεχε για να τους συνεφέρει. Ποιος ξέρει τι θα κατορθώσει. Πολύ θα ήθελα να έμενα έστω και λίγο ακόμη σε κείνη την περιοχή, για να έβλεπα το τέλος αυτής της ιστορίας. Θα κρατήσουν, άραγε, τη μπέσα τους οι χωριανοί; Θα παλέψουν για να γίνουν φωτεινό παράδειγμα και στους αναρίθμητους άλλους ομοιοπαθούντες των άλλων χωριών ή θα καταθέσουν τα όπλα και η ωραία τους προσπάθεια θα χαθεί στη λήθη και θα παρουσιαστεί κατάλληλα διασκευασμένη σαν κάτι το αντιχριστιανικό και  ίσως και το αντεθνικό;

– Βλέπεις πώς παραλύει ο φόβος που προέρχεται απ’ την αμάθεια; είπε ο Αργύρης. Μόνο η μάθηση θα ανασύρει τους ανθρώπους απ’ το έλος των προλήψεων και θα βγάλει τους λαούς απ’ το τέλμα της άγνοιας. Αυτή θα δώσει δύναμη στους αδύναμους και αξία στους ανυπολόγιστους, θα κάνει χιλιάδες γερο-Δαναήδες, Γρηγόρηδες και μπαρμπα-Δημοσθένηδες. Θα κάνει τους μικρούς κι ασήμαντους μεγάλους και σημαντικούς. Θα τους δείξει το ανάστημά τους και τη δύναμή τους. Θα τους κάνει να δουν αντικειμενικά και μέσα απ’ το φακό της αλήθειας τη ζωή τους και τα προβλήματά τους. Τώρα, καταπλακωμένοι απ’ τις προλήψεις που έντεχνα τις δημιούργησαν λογιών-λογιών καταφερτζήδες και μουδιασμένοι απ’ το βάρος των μοιρολατρικών τους συνηθειών, που κι αυτών η προέλευση είναι πονηρή και καλοϋπολογισμένη, ζουν, κινούνται και πεθαίνουν μέσα σ’ ένα πολύ στενό, θολό και έντεχνα προσχεδιασμένο κλοιό, που τα όριά του χάραξαν και αυστηρά καθόρισαν υψηλά ιστάμενοι ψυχροί συμφεροντολόγοι. Την άγρυπνη και αδιασάλευτη φρούρηση των ορίων αυτών και το απαραβίαστο του περιζώματος του στενού χώρου της ζωής των καταδυναστευμένων φρουρούν, δυστυχώς, άγρυπνοι σαν κέρβεροι, φτωχοί και ρακένδυτοι φύλακες. Φτωχότεροι πολλές φορές κι απ’ αυτούς ακόμη τους φρουρούμενους.

– Το κακό είναι, διέκοψε ο Θανάσης, πως κανείς απ’ τους φυλακισμένους δεν τολμάει να σπάσει τα αόρατα και στενά όρια της φυλακής του, όχι μόνο γιατί φοβάται τους φύλακες αλλά γιατί φοβάται κι αυτούς τους ίδιους τους συμφυλακισμένους του.

– Ξέρετε, οι ‘’φυλακισμένοι’’, συνέχισε ο Αργύρης με πιο ήρεμη φωνή, αφιονίζονται εύκολα και ξεσηκώνονται ευκολότερα οι μισοί ενάντια στους άλλους μισούς, ιδίως όταν οι φύλακες τάξουν σε λίγους άμυαλους ταραξίες κάποια μικροαμοιβή, κάποιο μικρό μπαχτσίσι. Και ο κοσμάκης, φυλακισμένος καθώς είναι στην αμάθειά του, γίνεται τρομερός κι ακαταμάχητος όχλος, όταν κεντριστεί κατάλληλα και προπαντός όταν τον ξεσηκώνουν πάνω σε ζητήματα που δεν μπορεί ο νους του να συλλάβει την ουσία τους και το νόημά τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τυφλωμένος απ’ την άγνοιά του και ζαλισμένος απ’ το φαρμακερό κέντρισμα των επιτήδειων, υπερβαίνει κάθε όριο, γιατί, δυστυχώς, του είναι αδύνατο να δει την αλήθεια, όσο ξεκάθαρα κι αν του παρουσιάζεται κι όσο αντικειμενικά και ειλικρινά κι αν του την πουν άλλοι. Τότε παρεκτρέπεται, εξαγριώνεται και χάνει κάθε έλεγχο. Τότε είναι ικανός για το κάθετι. Τότε παύει να είναι άνθρωπος.

Κι ακούστε μια περίπτωση:

– Το 1771 έπεσε τρομερή πανόλη στη Μόσχα. Ο κόσμος, τελείως αμαθής όπως ήταν και πέρα για πέρα ατροστάτευτος, χωρίς γιατρούς και φάρματα, συνέρρεε απελπισμένος σε κάποιο εικόνισμα της Παναγίας. Στο εικόνισμα αυτό, κατάλληλα οδηγημένοι απ’ τους κληρικούς και τους καλόγερους, οι απλοϊκοί άνθρωποι απέδιδαν θαυματουργικές ιδιότητες. Ο αρχιεπίσκοπος, όμως, της Μόσχας Αμβρόσιος, είδε ότι η καθημερινή κι ασταμάτητη συρροή και συγχνότιση τόσου μεγάλου πλήθους συνέβαλε πάρα πολύ στην αλματώδη εξάπλωση της νόσου. Είδε, δηλαδή, ο γερο-δεσπότης ότι η Παναγία, αντί να κάνει ‘’το θαύμα της’’ προς το καλό, το έκανε, χωρίς να το θέλει, προς το χειρότερο. Γι’ αυτό διέταξε να απομακρύνουν με κάποια δικαιολογία την εικόνα απ’ την εκκλησία, ώστε το πλήθος να αναγκαστεί να διαλυθεί και να σταματήσει έτσι στο εξής η αθρόα κοσμοσυρροή. Όταν ο κόσμος έμαθε τα γεγονότα εξοργίστηκε τόσο πολύ κατά του Αμβρόσιου, παρ’ ότι ο δύστυχος προσπάθησε με κάθε τρόπο να τους πει την αλήθεια, ώστε μανιασμένος τον έσυρε έξω απ’ το ναό κι αφού του έκανε τη χάρη και του επέτρεψε να μεταλάβει, όρμησε επάνω του και τον στραγγάλισε.

– Αυτό θα πει οργή άξεστου λαού κι αποκορύφωμα αμάθειας, είπε ο Κώστας με έκδηλη τη λύπη στην έκφρασή του.

– Βλέπετε, τον όχλο τον ενδιαφέρουν οι καθιερωμένοι τύποι, συνέχισε ο λοχίας. Δύσκολα ξεφεύγει απ’ αυτούς και δυσκολότερα δέχεται να τους ερευνήσει και να δει την προέλευσή τους. Έτσι τον έμαθαν να ενεργεί. Έτσι τον θέλουν.

– Τι φαρισαϊσμός και τι αποβλάκωση! πρόσθεσε ο Θανάσης με πίκρα. Υπάκουσαν στους θρησκευτικούς τύπους και επέτρεψαν στον αρχιεπίσκοπο να μεταλάβει. Δεν υπάκουσαν, όμως, στο Θεό και στραγγάλισαν έναν άνθρωπο, γιατί τους είπε την αλήθεια, την οποία δεν μπορούσε να χωρέσει το ακατέργαστο ή καλύτερα το στραβά καλλιεργημένο μυαλό τους. Αφαίρεσαν μια ζωή. Και με τι τρόπο!

Όλοι έμειναν σιωπηλοί για λίγο, σα να ήθελαν να συλλάβουν ολόκληρη την αποτρόπαια εικόνα του εγκλήματος και να δουν το βάραθρο στο οποίο γκρεμίζει η αμάθεια τον άνθρωπο και την ψυχή του.

Ο Θανάσης διέκοψε πρώτος τη σιωπή.

– Κάτι παρόμοιο και λίγο φαιδρό θα σας πω κι εγώ, είπε. Κατά το 1890, τον καιρό ακόμη της τουρκοκρατίας, δρούσε στα Πιέρια κάποια συμμορία ληστών. Μια μέρα, Παρασκευή πρωί, ξεκίνησαν οι ληστές απ’ το λημέρι τους να κατεβούν σε κάποιο μακρινό χωριό της περιοχής, όπου ζούσε ένας πλούσιος προύχοντας, με σκοπό να τον ληστέψουν και να τον σκοτώσουν, γιατί δεν τους είχε στείλει ό,τι του είχαν ζητήσει. Βάδισαν αρκετές ώρες μέσα στα δάση και στις λαγκαδιές του βουνού και κατά το μεσημέρι, κουρασμένοι απ’ την πολύωρη πορεία και πεινασμένοι, σταμάτησαν κάτω από ένα βαθίσκιο πλάτανο, δίπλα σε μια γάργαρη κρυσταλλοπηγή, για να ξεκουραστούν και να φάνε. Έλυσαν τους τορβάδες τους και άρχισαν να τρώνε ό,τι πρόχειρο είχε ο καθένας μαζί του. Ένας πανύψηλος ληστής, ο καπετάν-Στάγιας έτρωγε ψωμί και τυρί. Σε κάποιον, όμως, της συντροφιάς, τον καπετάν-Νάσιο, δεν άρεσε αυτό που έκανε ο σύντροφός του, γιατί δεν το έβρισκε χτιστιανικό. Πάει, λοιπόν, κοντά του, τον κοιτάζει υποτιμητικά και του φωνάζει πειραγμένος.

– Δε ντρέπεσαι, ορέ Στάγια; Τυρί ορέ τρως σήμερα Παρασκευή μέρα;

– Βέβαια, είπε γελώντας ο Στρατής.

– Το ότι έτρωγε αρτύσιμο τυρί Παρασκευή μέρα και δεν νήστευε πείραζε. Το ότι πήγαιναν να σκοτώσουν άνθρωπο δεν πείραζε.

– Ο κόσμος είναι πάντοτε καθηλωμένος στη λάσπη απ’ τις προλήψεις του και προσέχει μόνο τις καλουπιαστές τυπικότητες.

Έτσι τον έμαθαν, γιατί έτσι τον θέλουν. Πνίγεται στους τύπους και χάνει τελείως την ουσία, σαν το λοχαγό του Κώστα με τις κανονικές παρουσιάσεις και τη διπλοσκοπιά, είπε ο Θανάσης.

συνεχίζεται…

Αλέκος Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *