Το Γκρίζο Κασκόλ – VII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VII

Αλήθεια, τι έγινε με το λοχαγό σας Κώστα; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αργύρης. Σου σκορπίσαμε πολύ το θέμα. Για πες μας, σε ξανακάλεσε στο γραφείο του, ύστερα απ’ όσα συνέβησαν με την ιστορία του Ρούπελ;

Μπράβο λοχία που το θυμήθηκες, είπε ο Γιώργος. Εμείς, κουβέντα στην κουβέντα παραξεφύγαμε απ’ το δρόμο μας. Με το να θέλουμε να πούμε ο καθένας τα δικά του, απομακρυνθήκαμε πολύ. Χάσαμε τελείως τα ίχνη.

Μα, εγώ σας είπα πως παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτησή σας και δεν θέλω να χάσω τη συνέχεια. Το είδατε και σεις πώς ξανοίχτηκε το πράγμα και το όνειρο του Στρατή έμεινε στη μέση.

Αμ, όνειρο ήταν κι αυτό που είδες μωρέ Λημνιέ; είπε ο Θανάσης κι έσπρωξε ελαφρά το Στρατή στον ώμο.

– Πραγματικά, φώναξε σαν αγουροξυπνημένος ο Στρατής. Τι έγινε με το όνειρό μου Κώστα; Για λέγε μας. Πρέπει να μας εξηγήσεις.

– Ναι, ναι, ξαναείπαν μ’ ενδιαφέρον όλοι μαζί. Για λέγε μας, πώς καθάρισες με το λοχαγό σου;

– Λοιπόν παιδιά, συνέχισε ο Κώστας, ξαναπαίρνοντας το λόγο. Ύστερα από κείνη τη λογομαχία για το Ρούπελ, δε με ξανακάλεσε ο λοχαγός στο γραφείο του. Την άλλη μέρα, όμως, μου είπαν να παραδώσω το τόμιγκαν και σε δυο μέρες με κάλεσαν στο Διοικητήριο. Στα γραφεία του Α2. Όλοι ξέρετε τι είναι το Α2.  Το Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού, πρόσθεσε επεξηγηματικά, μήπως ο Στρατής δεν το θυμόταν. Με ένα σφραγισμένο σημείωμα του επιλοχία στο χέρι πέρασα την πύλη του λόχου και τις σκοπιές της περιοχής των κεντρικών γραφείων και μπήκα στο κτίριο του Διοικητηρίου. Ανέβηκα στο δεύτερο πάτωμα. Παντού επικρατούσε ησυχία. Εδώ κι εκεί στους διαδρόμους, μπροστά σε διάφορες κλειστές πόρτες, περίμεναν μικροομάδες στρατιωτών. Όλοι στέκονταν σιωπηλοί και τρομοκρατημένοι. Στα πρόσωπά τους διακρίνονταν η μεγάλη ανησυχία και η αγωνία τους. Στο βλέμμα τους διάβαζε εύκολα κανείς το μεγάλο ερώτημα που τους βασάνιζε όλους: Τι να μας θέλουν εδώ άραγε;

Κάπου-κάπου, άνοιγε κάποια πόρτα κι έβγαινε κάποιος στρατιώτης πελιδνός ή κατακόκκινος. Με σκυμμένο το κεφάλι διέσχιζε σιωπηλός το διάδρομο και κατέβαινε αμίλητος τις σκάλες. Ούτε μια κουβέντα δεν έλεγε σε κείνους που τον περίμεναν με αγωνία απέξω να βγει, για να μάθουν κι εκείνοι, σαν τι τάχα γίνεται εκεί μέσα και τι τους περιμένει κι αυτούς πίσω απ’ την κλειστή πόρτα που σε λίγο θα την περνούσαν και οι ίδιοι. Τον κοίταζαν μόνο όλοι σιωπηλοί και έντρομοι, προσπαθώντας ο καθένας κάτι να μαντέψει απ’ το ύφος και το βλέμμα του. Τίποτα όμως. Και, πριν συνέλθουν απ’ την κρυάδα που τους έλουζε η σιωπή του συναδέλφου τους, ένα άλλο όνομα ακούγονταν δυνατά απ’ την  πόρτα που μισάνοιγε προς στιγμή και μια νέα ανατριχίλα γέμιζε τους διαδρόμους. Τώρα, κάποια άλλη καρδιά χτυπούσε δυνατά. Ένας άλλος στρατιώτης έμπαινε στο γραφείο κι έκλεινε κι αυτός πίτω του τη μισάνοιχτη πόρτα.

Προχώρησα στον κεντρικό διάδρομο. Προσπάθησα να μην αφήσω τον εαυτό μου να επηρεαστεί απ’ το κλίμα που επικρατούσε εκεί. Ήμουν έτοιμος να στρίψω αριστερά για το υπ’ αριθμό 3 γραφείο του Α2, όταν μια πόρτα άνοιξε απ’ το βάθος δεξιά και βγήκε ένας λοχίας της Στρατολογίας μ’ ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια του.

Φρεσκοξυρισμένος, καλοσιδερωμένος, με τα επίχρυσα γυαλάκια του καλοβαλμένα και το λεπτό καστανό μουστάκι του καλοστρωμένο, άστραφτε χαρούμενος και κεφάτος. Η ευθυμία του γίνονταν εντονότερη μπροστά στη σκυθρωπότητα και στην κατήφεια των άλλων στρατιωτών. Τον έλεγαν Ηλία Μαρώνη και κατάγονταν απ’ τη Θεσσαλονίκη. Ήταν φοιτητής του Πολυτεχνείου στο τελευταίο έτος και υπηρετούσε κι αυτός τη θητεία του. Έχουν, βλέπετε, σταματήσει οι αναβολές λόγω σπουδών. Ο Μαρώνης ήταν ένας από κείνους που μας επέβλεπαν πριν από λίγες μέρες, όταν κάναμε τα τεστς για την επιλογή.

Θυμάμαι, πως κάθε μέρα πριν αρχίσουμε το τεστ, για να μας δώσει θάρρος και να μας ηρεμίσει το πνεύμα, μας έλεγε κανένα αστείο ή κάποιο ρητό, το οποίο σχολιάζαμε αστειευόμενοι για λίγο κι έτσι έσπαζε ο πάγος του θρανίου και η αυστηρή εντύπωση των εξετάσεων.

– ‘’Η σοφία είναι να γνωρίζεις ποιο είναι το επόμενο βήμα που πρέπει να κάνεις’’, έλεγε ο Μαρώνης. ‘’Η αρετή δε, να το κάνεις’’. Ή. ‘’Η κατάκτηση έρχεται όταν το κουράγιο τραβάει μπροστά’’. Ή. ‘’Όποιος ζει μόνο με ελπίδες, θα πεθάνει νηστικός’’. Ή. ‘’Η απεριόριστη δύναμη πορώνει το νου εκείνων που την έχουν’’ και άλλα πολλά. Οι στρατιώτες τον χειροκροτούσαν και τον επευφημούσαν κάθε φορά που έμπαινε στην αίθουσα. Ήταν ένα παιδί μάλαμα.

Καθόμουν τότε στα πρώτα θρανία, μπροστά-μπροστά στην αίθουσα επιλογής και πολλές φορές, πριν ή μετά το τεστ, μας είχε δοθεί η ευκαιρία να ανταλλάξουμε από καμιά κουβέντα με το λοχία. Ήταν ομιλητικός, καταδεχτικός και πολύ προσιτός στους νεοσύλλεκτους. Δεν έδινε καθόλου σημασία στο γαλόνι του. Το κουβαλούσε γιατί του το είχαν δώσει. Έκανε, όμως, το καθήκον του συνειδητά και με αξιοπρέπεια, όπως του ταίριαζε.

Μόλις με είδε να προχωρώ στο διάδρομο με θυμήθηκε. Θυμόταν και τ’ όνομά μου.

– Βρε Κώστα! μου λέει με κάποια έκπληξη. Πώς από δώ;

Τον χαιρέτησα κανονικά.

– Άστα αυτά, άστα αυτά, μου είπε χαμηλόφωνα και μού ‘κανε νόημα να κατεβάσω το χέρι μου, πριν καλά-καλά το ανεβάσω στη θέση του χαιρετισμού. Πώς από δω; με ρώτησε σιγανά. Πριν, όμως, του απαντήσω εγώ μου λέει εκείνος χαρούμενος. Μπράβο, μπράβο Κώστα. Συγχαρητήρια. Όλα σου τα τεστς ήταν θαύμα! Άριστα! Σε βλέπω οπωσδήποτε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Τι σε βλέπω, από μας έχεις κριθεί ήδη. Αύριο θα αρχίσω να καταχωρώ στα στρατιωτικά σας φυλλάδια τις μεταβολές σας, σχετικά με τις κρίσεις και τις κατατάξεις της Επιλογής και σύντομα θα ακολουθήσουν οι αποσπάσεις σας.

– Τι λέτε, κύριε λοχία;

– Ηλία, Ηλία και στον ενικό, με διέκοψε. Έτσι με φωνάζουν εμένα οι φίλοι μου. Επιπλέον, πρόσθεσε βιαστικά και χαμογελώντας, μπορεί σε λίγους μήνες να σ’ έχω προϊστάμενό μου. Γέλασε λίγο δυνατότερα και μ’ έσπρωξε ελαφρά στον ώμο.

– Τι λες Ηλία, είπα με έκπληξη και ικανοποίηση μαζί εγώ και τον ευχαρίστησα που με θεωρούσε φίλο του.

– Θαύμα σου λέω! Μη το συζητάς, ξαναείπε χαρούμενος και με ξαναχτύπησε ελαφρά στον ώμο. Και, χωρίς να ελαττωθεί καθόλου η χαρά στο πρόσωπό του, με ρώτησε. Τι γράμματα ξέρεις;

– Μα, το γράφω κάτω απ’ το όνομά μου. Αμέσως μετά το ‘’τόπος γεννήσεως’’. Το γράφω σε όλα τα φύλλα του τεστ, είπα κάπως δειλά και πρόσθεσα. Τελείωσα το Γυμνάσιο.

– Στο στρατό, ξέρεις, δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις πολλούς που ξέρουν πολλά και δηλώνουν λίγα κι άλλους που ξέρουν λίγα και δηλώνουν πολλά. Κι ο καθένας φυσικά έχει το σκοπό του.

– Εγώ, όσα ξέρω τόσα δηλώνω, είπα κάπως αστειευόμενος και πρόσθεσα. Πολλά χαρτιά βλέπω στα χέρια σου! Θα πρέπει να είσαι πολύ απασχολημένος. Έχω καιρό να σε δω έξω προς την καντίνα. Τι γίνεται; Χάθηκες.

– Δεν έχω βγει για μέρες. Δουλεύουμε ασταμάτητα μέρα-νύχτα.

Και, χαμηλώνοντας αισθητά τη φωνή του συνέχισε.

– Από τότε που πήραμε το σήμα ότι πρόκειται νά ‘ρθει το αρματαγωγό ΧΙΟΣ, δε σταματήσαμε καθόλου. Εμένα μου έδωσαν να ετοιμάσω τις μεταβολές του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόχου. Τακτοποιούμε με βιασύνη τις μεταβολές αυτών που πρόκειται να φύγουν με το καράβι για . . .

Δε πρόλαβε να τελειώσει. Μια επιτακτική φωνή που ακούστηκε από μια μισάνοιχτη πόρτα ενός διπλανού γραφείου τον διέκοψε.

– Λοχία. Μαρώνης.

– Μάλιστα κύριε υπολοχαγέ. Διατάξετε, απάντησε ο Ηλίας κάπως δυνατά.

Με χαιρέτησε βιαστικά μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κι ένα ιδιότροπο κλείσιμο του ματιού του κι έτρεξε στο διπλανό γραφείο κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Εγώ έστριψα αριστερά και προχώρησα στο βάθος του διαδρόμου. Ακριβώς απέναντί μου, πάνω στην καφετιά κλειστή πόρτα, ήταν στερεωμένη με τέσσερις χοντρές κίτρινες πινέζες στις γωνίες της μια άσπρη χαρτονένια κάρτα με χτυπητά σκούρα μπλε γράμματα.

# Α2 Γραφείο 3#

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα.

Ένας ταγματάρχης, σαραντάρης περίπου, καθόταν πίσω από ένα χοντρό σκούρο τραπέζι στο βάθος της αίθουσας, ακριβώς απέναντι απ’ την πόρτα. Το τραπέζι του ήταν γεμάτο χαρτιά. Εδώ κι εκεί είχε άτακτα βαλμένους σκόρπιους φακέλους. Άλλοι κιτρινωποί, άλλοι ξεθωριασμένοι γκριζοκαφετιοί κι άλλοι ανοιχτοπράσινοι. Ορισμένοι απ’ αυτούς ήταν γεμάτοι, παραφουσκωμένοι κι άλλοι ισχνοί και αδύνατοι. Πολλοί ήταν καλοσυμμαζεμένοι και δεμένοι σταυρωτά με χρωματιστά κορδόνια ή σπάγγο. Άλλοι ήταν ανοιχτοί, με το περιεχόμενό τους μισοσκορπισμένο στο φαρδύ τραπέζι ή λυτοί, με απλωμένα τα χαρτιά τους στο χώρο περίπου που όριζαν τα εξώφυλλά τους.

Ο ταγματάρχης, χωρίς πηλήκιο, καλοχτενισμένος, με ξεκούμπωτο το χιτώνιό του και χαλαρωμένη τη γραβάτα του, ήταν σκυμμένος στα χαρτιά του. Μου φάνηκε καλός άνθρωπος.

Μόλις μπήκα μέσα, σήκωσε τα μάτια του και με είδε. Στάθηκα προσοχή και χαιρέτησα. Μού ‘κανε νόημα, κουνώντας δυο-τρεις φορές το χέρι του, να αφήσω τα τυπικά της παρουσίασης και να προχωρήσω. Πλησίασα στο γραφείο του και άπλωσα το χέρι μου, για να του δώσω το χαρτί του επιλοχία που έφερνα όλο το δρόμο με χίλιες σκέψεις για το περιεχόμενό του, γεμάτες υποθέσεις, υποψίες, αμφιβολίες και γιατί όχι και κάπου-κάπου και λίγο καμάρι. Ένα καμάρι που κεντρίζει καμιά φορά τη μικρότητα του ανθρώπου. Ξέρεις, δεν είναι και μικρό πράγμα, να διασχίζεις ελεύθερα όλο το στρατόπεδο απ’ τη μια μεριά στην άλλη, εφοδιασμένος μ’ ένα έγγραφο του επιλοχία και να κατευθύνεσαι στο Διοικητήριο, όπου μάλιστα ζήτησαν να σε δουν προσωπικά, την ώρα που οι άλλοι συνάδελφοί σου ξεθεώνονται στις ασκήσεις. Αυτό, όσο και να μην το θέλεις, τονώνει κάπως, έστω και ενδόμυχα την προσωπικότητά σου, όταν μάλιστα αυτή είναι ακόμη αδοκίμαστη και ασχημάτιστη.

Ο ταγματάρχης, χωρίς να πει κουβέντα, πήρε το χαρτί ήρεμος και το άνοιξε ψυχρά και αδιάφορα. Γι’ αυτόν ήταν άλλο ένα σημείωμα ενός επιλοχία. Φαίνεται πως δεν τού ‘κανε καθόλου εντύπωση. Ποιος ξέρει πόσα τέτοια θα έχει πάρει ως τώρα, σκέφτηκα. Η απλή και αδιάφορη ματιά του ταγματάρχη στο χαρτί διέλυσε αμέσως και την παραμικρή ενδόμυχη περηφάνια που κάπου-κάπου ένιωθα για το χαρτί αυτό και για τον εαυτό μου, καθώς ερχόμουν στο Διοικητήριο. Έσβησε και την ελάχιστη ψευδαίσθηση που θα μπορούσα να είχα για την πραγματικότητα. Ο ταγματάρχης είχε συνηθίσει σ’ αυτά. Εγώ τα πρωτόβλεπα. Ύστερα, δεν προέρχονταν κι από κανένα στρατηγό, για να του ερεθίσει την περιέργεια και να του κινήσει κάποιο ενδιαφέρον. Τι περιμένω, αναρωτήθηκα, να δω στην έκφρασή του κάποιο δέος; Επιλοχίας τό ‘γραψε. Ύστερα, οι ανώτεροι και μάλιστα κατά πολλά σκαλιά, δεν εκδηλώνουν ενδιαφέρον σε ότι τους στέλνουν οι κατώτεροί τους. Είναι κι αυτό μέσα στους άγραφους κανονισμούς.

Μ’ αυτά, θέλησα να παρηγορήσω γρήγορα και να δώσω κάποιο κουράγιο στον εαυτό μου τη στιγμή εκείνη. Ο ταγματάρχης ξεκόλλησε μηχανικά το σημείωμα, το άνοιξε με απάθεια κι άρχισε να το διαβάζει τελείως αδιάφορα, ενώ εγώ τον παρατηρούσα επίμονα και προσπαθούσα να διακρίνω και την παραμικρή εκδήλωση στο πρόσωπό του. Ήταν, βλέπετε και τα πρόσφατα νέα του Μαρώνη που έκαναν πιο έντονη την περιέργειά μου και την αγωνία μου. Τίποτα όμως. Καμιά έκφραση, καμιά εκδηλωτικότητα στο πρόσωπό του, σ’ όλο το διάστημα της ανάγνωσης του σημειώματος. Κάποια στιγμή, σήκωσε τα μάτια του, μού ‘ριξε μια ματιά και ξανάστρεψε το βλέμμα του στο σημείωμα, σα να το ξαναδιάβαζε. Ίσως να σκέφτονταν μόνο.

Εγώ ξανάνιωσα τη μικρότητά μου κι απ’ την ασήμαντη θέση μου, προσπαθώντας ίσως να μετριάσω την ταπείνωσή μου ή να απασχολήσω αλλού τη σκέψη μου, περιεργάστηκα με γρήγορες και αόριστες, δήθεν, ματιές το εσωτερικό του γραφείου. Δεξιά κι αριστερά απ’ το βαρύ σκούρο τραπέζι του ταγματάρχη και σ’ όλο το γύρο του μεγάλου δωματίου ήταν τοποθετημένα κι άλλα τραπέζια γεμάτα έγγραφα και φακέλους. Σκυμμένοι στα χαρτιά τους, ξεφύλλιζαν ή έγραφαν κι άλλοι αξιωματικοί. Με τις κλεφτές όσο γίνονταν ματιές που έριξα γύρω μου, είδα ένα λοχαγό, ένα υπολοχαγό, δυο ανθυπολοχαγούς κι ένα λοχία. Νομίζω πως ήταν κι άλλοι στο βάθος δεξιά κι αριστερά μου αλλά προτίμησα να μη φανώ τόσο πολύ αδιάκριτος, γυρίζοντας περίεργα δώθε-κείθε το κεφάλι μου. Όλοι καθαροί, περιποιημένοι και καλοσιδερωμένοι.

Το δωμάτιο, παρ’ ότι είχε δυο μεγάλα παράθυρα, ένα στον ανατολικό τοίχο κι ένα στο δυτικό απέναντι, μύριζε κλεισούρα και η χαρακτηριστική μυρουδιά του παλιωμένου στα ράφια και στις ντουλάπες χαρτιού γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Ο καθαρός αέρας της άπλας του πεδίου ασκήσεων έλειπε αισθητά από κει μέσα.

Ο ταγματάρχης, μόλις τελείωσε με το σημείωμα, το άφησε πάνω στο τραπέζι ακριβώς μπροστά μου. Αμέσως, γύρισε λίγο δεξιά και, χωρίς να ψάξει και πολύ, πήρε ένα λεπτό γκρίζο φάκελο απ’ το τρίτο ράφι της φαρδιάς μετάλλινης εταζέρας που ήταν κολλητή στον τοίχο ακριβώς πίσω του, γεμάτη μέχρι ασφιξίας από φακέλους. Δε διάβασε τίποτα. Απλώς κοίταξε αν υπήρχαν χαρτιά μέσα του. Δεν υπήρχαν και πολλά. Ζήτημα πέντε ή έξι φύλλα. Έριξε το σημείωμα του επιλοχία ανάμεσά τους και φώναξε κάπως χαμηλόφωνα.

– Κύριε Μανούση.

Ένας ανθυπολοχαγός, που το τραπέζι του ήταν στο βάθος του γραφείου μισοκρυμμένο πίσω από δυο μεγάλες ξύλινες καφέ ντουλάπες, που χρησίμευαν και σα διαχωριστικό της μεγάλης αίθουσας σε δυο μέρη, σηκώθηκε όρθιος και απάντησε και κείνος χαμηλόφωνα και μονολεκτικά.

– Διατάξτε.

Προχώρησε αθόρυβα προς τον προϊστάμενό του πατώντας ελαφρά στο πάτωμα, πήρε το φάκελο απ’ τα χέρια του και, χωρίς να πει άλλη κουβέντα, μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.

Ο ταγματάρχης, καθώς άπλωνε το χέρι του με το φάκελο στον ανθυπολοχαγό, με κοίταξε λίγο και, μ’ ένα ελαφρό μειδίαμα στην άκρη των χειλιών του, μου είπε.

– Πώς πάει ο λοχαγός σου; Ξέρει τίποτα από Ιστορία;

Κάτι πήγα να πω αλλά δε μ’ άφησε ούτε να ανοίξω το στόμα μου. Μού ‘κανε νόημα να ακολουθήσω τον ανθυπολοχαγό, που είχε ήδη κάνει μεταβολή και προχωρούσε για το γραφείο του.

Δεν ξέρω αν με τα λεγόμενά του ο ταγματάρχης ήθελε να πει κάτι σε μένα ή ήθελε να ειρωνευτεί τον αμαθή κι ισχυρογνώμονα λοχαγό. Πάντως, ήταν κι αυτή η ερώτηση μία από κείνες που γίνονται μόνο και μόνο για να δώσει αυτός που ρωτάει την ευκαιρία στον εαυτό του να απαντήσει σιωπηρά ο ίδιος και όπως θέλει αυτός. Είμαι σίγουρος πως πολλά θα ήξερε το ταγματάρχης του Α2, για τις γνώσεις και το χαρακτήρα του κυρίου Αριστομένη Γραβού.

Ο λοχαγός απ’ το διπλανό τραπέζι σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε λίγο περίεργα κι αυτός. Χαμογέλασε ελαφρά. Κοίταξε με μια γρήγορη ματιά τον ταγματάρχη και ξανάσκυψε στα χαρτιά του. Ο ‘’άριστος λοχαγός’’ ήταν άριστα γνωστός σε όλους.

Ο ανθυπολοχαγός, με το φάκελο στο χέρι, προχωρούσε πρώτος. Εγώ ακολουθούσα. Προσπεράσαμε τις δυο ξύλινες καφέ ντουλάπες και στρίψαμε δεξιά. Με λίγα βήματα ακόμη, φτάσαμε στο τραπέζι του που ήταν γεμάτο χαρτιά. Ο κύριος Μανούσης έκανε ένα ελαφρό ηλικύκλιο γύρω απ’ αυτό, πέρασε απ’ το άλλο μέρος και κάθισε στην καρέκλα του. Μια απλή συνηθισμένη ψάθινη καρέκλα, τέτοια που βρίσκει κανείς σ’ όλα τα μικροκαφενεία της γειτονιάς. Με τη διαφορά ότι ετούτη είχε κι ένα πλακέ στρογγυλό μαξιλάρι από φτηνό μπλε ύφασμα, ξεθωριασμένο απ’ την πολυκαιρία και τη χρήση.

Μετατόπισε δυο-τρεις χοντρούς φακέλους απ’ τη μέση του τραπεζιού του και στο άνοιγμα που δημιουργήθηκε άπλωσε το δικό μου φάκελο ανοιχτό. Εγώ στάθηκα απέναντί του όρθιος. Οι χοντροί φάκελοι, όπως είχαν μετατοπιστεί και στοιβαχτεί ο ένας πίσω στον άλλο, δε μ’ έφηναν να δω το περιεχόμενο του δικού μου φακέλου. Δίπλα στο τραπέζι, από δω κι από κει, υπήρχαν δυο καρέκλες άδειες. Δεν μπορούσα, όμως, να καθίσω χωρίς την άδειά του.

Εκείνος, αφού βολεύτηκε καλά στο κάθισμά του κι αφού με κοίταξε από πάνω ως κάτω δυο-τρεις φορές, ανασήκωσε λοξά το φάκελό μου στα χέρια του, ίσως για να είναι σίγουρος ότι δε θα μπορώ να δω το περιεχόμενό του και άρχισε τη γνωστή διαδικασία. Ύστερα απ’ τις τυπικές ερωτήσεις κι αφού ξεφύλλισε και συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του φακέλου μου, με ρώτησε.

– Γιατί θέλεις να γίνεις αξιωματικός;

Φαίνεται, πως, πριν περάσει η στρατολογία τη σχετική μεταβολή στο στρατολογικό φυλλάδιο σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Επιλογής, όπως μου έλεγε στο διάδρομο πριν από λίγο ο λοχίας Μαρώνης, το Α2 γνώριζε τα αποτελέσματα και είχε ήδη ενημερώσει τους φακέλους του.

– Ποτέ δεν εξεδήλωσα, κύριε ανθυπολοχαγέ, του είπα, καμιά προτίμηση ή επιθυμία πάνω στο θέμα αυτό. Δεν έχω, όμως και καμιά αντίρρηση να υπηρετήσω εκεί όπου ο στρατός νομίζει ότι θα προσφέρω καλύτερα τις υπηρεσίες μου και θα υπηρετήσω καλύτερα την πατρίδα.

Αμέσως μου ήρθαν τα λόγια του αδερφού μου του Γιάννη στο μυαλό μου, γι’ αυτό και επανέλαβα.

– Την πατρίδα, όμως, τίποτα λιγότερο, πρόσθεσα τονίζοντας κάπως χαρακτηριστικά τις τελευταίες λέξεις μου.

– Τι εννοείς μ’ αυτό; Με ρώτησε ενοχλημένος, ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει μια ξαφνική και έντονη ταραχή.

– Δε θα ήθελα, κύριε ανθυπολοχαγέ, να μεσολαβήσουν άλλοι λόγοι στη δική μου επιλογή. Θα προτιμούσα αμεροληψία κι αντικειμενικό κριτήριο και όπου θεωρηθώ κατάλληλος. Αστραπιαία είχε περάσει εκείνη τη στιγμή απ’ το μυαλό μου, μήπως ο Ηλίας είχε πει καμιά παραπανίσια καλή κουβέντα, θέλοντας να μεσολαβήσει ευμενώς για μένα. Αυτό το ‘’αμεροληψία κι αντικειμενικό κριτήριο’’ δε μ’ άρεσε καθόλου που το είπα αλλά το είχα πει.

– Καλά, καλά, έκανε με χαμηλή και προσποιητά ήρεμη φωνή ο ανθυπολοχαγός, σα να ήθελε να διώξει τις αμφιβολίες μου και να με κάνει να ηρεμίσω, ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε ανάγκη καταπραϋντικών. Στο στρατό έτσι γίνεται πάντα, συνέχισε με κάποια φαινομενική σταθερότητα στη φωνή του. Αμεροληψία και αντικειμενικότητα επικρατεί σε κάθε περίπτωση.

Ύστερα, ξαναξεφύλλισε τα χαρτιά που είχε μπροστά του και, ανασηκώνοντάς τα ψηλότερα στα χέρια του, για να σιγουρευτεί περισσότερο ότι εγώ σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσα απ’ τη θέση που ήμουν να κλέψω με το μάτι μου έστω και το παραμικρό απ’ το περιεχόμενό τους, ξεχώρισε μια κοινή κόλλα κομμένη από φύλλο μεγάλου τετράδιου, γραμμένη με το χέρι και με ‘’χρυσή’’ μελάνη. Τέτοια που χρησιμοποιούν ακόμη στο δημοτικό σχολείο τα παιδιά του χωριού μου και ίσως και άλλων χωριών. Στην επάνω δεξιά γωνία, όπως έδειχνε από πίσω το αντιφέγγισμα του χαρτιού, είχε με χρωματιστό μολύβι χοντρογραμμένους αριθμούς και κάτι σα μονογραφή. Υπέθεσα πως ήταν τα χαρακτηριστικά του στρατιωτικού πρωτόκολλου που έγραψε το υπασπιστήριο του Κέντρου, όταν το χαρτί αυτό έφτασε σαν έγγραφο στο Διοικητήριο.

Ο Μανούσης το διάβασε σιωπηλά, χωρίς καμιά ιδιαίτερη εκδήλωση στο πρόσωπό του. Φαίνεται, όμως, πως ήταν κάτι σπουδαίο γι’ αυτόν, γιατί το διάβασε πάνω από μια φορά. Το κοίταξε αρκετή ώρα.

Θα το είχε στείλει, σκέφτηκα, κάποιος αγροφύλακας ή ο παπάς του χωριού ή κάποιος γείτονας από κείνους που καμώθηκαν πως δε με είδαν, όταν άφηνα το χωριό και έφευγα για στρατιώτης. Τούτες τις μέρες, όπως μου έλεγε ο Φώτης ο ταχυδρόμος, αυτοί στέλνουν τα πιο πολλά και τα πιο σπουδαία ‘’έγγραφα’’ στις μονάδες μας. Είναι, βλέπετε, τα πιο σοβαρά και τα πιο έμπιστα πρόσωπα του σημερινού Κράτους.

Ξανακοίταξε το χαρτί ο κύριος Μανούσης, κοίταξε κι εμένα και με ρώτησε.

– Πού ήσουν στα χρόνια της κατοχής;

Και σα να μην έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος με την ερώτησή του, πριν προλάβω εγώ να απαντήσω, προσπάθησε να γίνει, τάχα, πιο σαφής και με ξαναρώτησε.

– Δηλαδή . . . πώς πέρασες εκείνη την εποχή;

– Λυπούμαι πραγματικά, του είπα, που δε μου ήταν δυνατό ν’ αγωνιστώ κι εγώ όσο ήθελα με το όπλο στο χέρι κατά των κατακτητών της χώρας μας, όπως θα κάματε πιστεύω όλοι εσείς οι μεγαλύτεροι.

Ο ανθυπολοχαγός σήκωσε απότομα το βλέμμα του απ’ τα χαρτιά του και το κάρφωσε πάνω μου. Ξαφνιάστηκε με τα λόγια μου αυτά. Ίσως δεν καλοκατάλαβε τι εννοούσα ή δεν περίμενε ν’ ακούσει αυτό που άκουσε, γι’ αυτό και μου είπε βιαστικά συγκρατώντας την ταραχή του.

– Για πες μου κάτι περισσότερο για τη δράση σου στα χρόνια εκείνα.

– Δεν μπόρεσα να πολεμήσω κι εγώ όσο ήθελα τους κατακτητές του τόπου μας και ν’ αγωνιστώ για τη λευτεριά της πατρίδας μας, γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει στο σπίτι με τη μάνα μου και το μικρό μου αδερφό. Κι αυτός ο κλήρος έτυχε σε μένα. Επιπλέον, ήμουν και μικρός τότε. Ο πατέρας μου και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου πολεμούσαν ασταμάτητα τον εχθρό, απ’ την πρώτη μέρα της κατοχής ως την τελευταία. Ο ένας αδερφός μου πιάστηκε με την προδοσία δικών μας και εκτελέστηκε απ’ τους Γερμανούς κι ο άλλος τραυματίστηκε σε μια μάχη με τους κατακτητές στη Μακεδονία κι έχασε το ένα του πόδι. Τώρα γυρίζει με πατερίτσες. Ο πατέρας μου έπαθε κρυοπαγήματα στην Αλβανία. Επίσης, τα κρύα και οι κακουχίες που πέρασε στα βουνά, σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, ολοκλήρωσαν το κακό και τον άφησαν κι αυτόν ανάπηρο. Σέρνεται τώρα μισόγυρτος στα σακατεμένα πόδια του κι έχει αχώριστο πια σύντροφο και πιστό βοηθό του το ραβδί του.

– Δηλαδή, δεν ήσουν στο βουνό; με ρώτησε με ύφος αινιγματικό, σαν κι αυτό που παίρνουν οι συνήγοροι στα δικαστήρια, όταν προσπαθούν να βρουν κάτι το ελαφρυντικό για τον πελάτη τους. Σε μένα, όμως, τα λόγια του αυτά φάνηκαν σα λόγια κατήγορου. Και κατήγορου μάλιστα από κείνους που, όπως κι αν έχουν τα πράγματα, αυτοί προσπαθούν να βρουν κάτι, έστω και το παραμικρό και να το παρουσιάσουν σα ντοκουμέντο σπουδαίο, διαστρευλώνοντας τα πάντα, για να επιδεινώσουν όσο γίνεται περισσότερο τη θέση του κατηγορούμενου. Κι εγώ, όπως φαινόταν, τη στιγμή εκείνη ήμουν κατηγορούμενος.

– Και ναι και όχι, του απάντησα. Σας λέω ναι, εξήγησα, γιατί, σχεδόν κάθε μέρα και κάθε νύχτα έτρεχα πάνω-κάτω στα δάση και στις ρεματιές ή στα γειτονικά χωριά και στις γύρω βουνοπλαγιές, ειδοποιώντας και ενημερώνοντας τους δικούς μας για τις κινήσεις των εχθρών και των δικών μας συνεργατών τους ή φέρνοντας άλλες σχετικές και χρήσιμες γι’ αυτούς πληροφορίες.

Άλλοτε πάλι, έφερνα δικές τους οδηγίες στο χωριό. Μια φορά, μάλιστα, κινδύνεψα πολύ προσπαθώντας να φυγαδέψω και να σώσω δυο Άγγλους στρατιώτες που βρέθηκαν ξεκομμένοι και περιπλανούμενοι στην περιοχή μας. Ο ένας ήταν Αυστραλός κι ο άλλος απ’ τη Νέα Ζηλανδία. Εμείς, όμως, τότε όλους Άγγλους τους λέγαμε. Παραλίγο να μας πιάσουν γερμανοντυμένοι δικοί μας που παρουσιάστηκαν ξαφνικά στο δρόμο μας και να πάμε χαμένοι. Ξέρετε τι σήμαινε το να πέσει κανείς την εποχή εκείνη στα χέρια τέτοιων ανθρώπων; Καλύτερα να πέφταμε σε Γερμανούς.

Στην αρχική σας ερώτηση είπα και όχι, συνέχισα, γιατί δεν κράτησα όπλο παρά μόνο σε λίγες περιπτώσεις. Σε δυο-τρεις εξορμήσεις των Γερμανών. Τότε όλοι φεύγαμε απ’ το χωριό, για να αποφύγουμε τη μανία των κατακτητών και τη βαρβαρότητα των δικών μας συνεργατών τους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όποιος μπορούσε να πάρει όπλο τό ‘παιρνε και πολεμούσε ανάλογα με τις δυνάμεις του και τις ανάγκες της στιγμής.

– Πολεμούσατε μόνο τους Γερμανούς; Με ρώτησε πονηρά και με λοξοκοίταξε.

– Πολεμούσαμε τους Γερμανούς κατακτητές, τους Βούλγαρους επιδρομείς, τους Ιταλούς και όσους άλλους είχαν πάρει όπλα των κατακτητών. Όσους είχαν φορέσει τη στολή τους και πολεμούσαν στο πλευρό τους. Αυτούς που προσπαθούσαν να κρατήσουν την Ελλάδα σκλαβωμένη όσο γινόταν περισσότερο. Για πάντα, αν ήταν δυνατό.

– Κατάλαβα, κατάλαβα, με διέκοψε νευριασμένος. Δε χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Πήγαινε στο λόχο σου και θα τα ξαναπούμε.

Χαιρέτησα και έφυγα. Δεν τα ξαναείπαμε, όμως.

– Μα, είχατε πει ήδη τόσα πολλά που δε χρειάζονταν να πείτε και περισσότερα, είπε ο Αργύρης διακόπτοντας.

– Ήταν επιπλέον και το χαρτί με τη ‘’χρυσή’’ μελάνη που συμπλήρωνε τα κενά, αν υπήρχε κανένα, πρόσθεσε κι ο Θανάσης ειρωνικά.

Ο Κώστας κούνησε το κεφάλι του με κάποια θλίψη, δηλώνοντας έτσι τη συμφωνία του με τις απόψεις τους και συνέχισε.

– Έφυγα απ’ το γραφείο του και βγήκα στο διάδρομο. Εδώ κι εκεί, μπροστά στις πόρτες των γραφείων, περίμεναν άλλοι στρατιώτες. Δεν ξεχώρισα κανένα γνωστό μου. Στο μυαλό μου γύριζαν με γρηγοράδα τα πάντα. Όλο μου το παρελθόν και το παρόν ανακατεμένα. Το ύφος του Μανούση, η νευρικότητά του, τα κύματα θυμού, που κάθε τόσο εκδηλώνονταν στην όψη του και στο βλέμμα του, το κακογραμμένο χαρτί με τη χρυσή μελάνη, τα λόγια του Μαρώνη, η επιτυχία μου στα τεστς της επιλογής, η αγριάδα του λοχαγού μου, το δράμα της οικογένειάς μου . . . ΄Ολα έρχονταν και έφευγαν αστραπιαία, ζάλιζαν το μυαλό μου και με γέμιζαν στενοχώρια και απογοήτευση. Έβλεπα πλέον καθαρά, πως, όλο αυτό το πήγαινε-έλα, όλες αυτές οι ερωτήσεις και τα μπερδέματα, δε θα έχουν καλό τέλος.

Με το μυαλό θολό, διέσχισα το διάδρομο κι έφτασα στις σκάλες. Κατέβηκα τα σκαλιά και βγήκα στην αυλή του Διοικητηρίου. Ήταν καθαρή και περιποιημένη. Δυο-τρεις στρατιώτες δούλευαν στο βάθος δεξιά και τη φρόντιζαν. Ήταν ωραία σχεδιασμένη κι είχε την όψη μικρού πάρκου. Τα δρομάκια της, άλλα ίσια κι άλλα καμπυλωτά, ασβεστωμένα κάτασπρα στις άκρες τους, όριζαν  τα πολύχρωμα κηπάκια και παρτέρια που απλώνονταν σ’ όλη την έκτασή της και την έκαναν πιο γραφική. Άλλα απ’ αυτά φρεσκοσκαμμένα γυάλιζαν στον ήλιο κι άλλα ήταν γεμάτα από διάφορα λουλούδια και φυτά, που χαίρονταν ξέγνοιαστα τη λιακάδα. Όλα ήταν τόσο όμορφα! Τόσο ήμερα! Δεν ήθελα να τ’ αφήσω. Με σφιγμένη καρδιά, πέρασα το πλατύ άνοιγμα που απλώνονταν ακριβώς μπροστά στο κτίριο και προχώρησα αργά-αργά στο βάθος ανάμεσα στα γραφικά κηπάκια. Πριν βγω απ’ την πύλη, στάθηκα λίγο κοντά στη σκοπιά, όπου ένας συνάδελφος με κράνος και εξάρτηση στεκόταν με το όπλο παρά πόδα. Τον χαιρέτησα άκεφα με μια κίνηση του χεριού και του κεφαλιού μου. Στάθηκα πλάι στην κολόνα της αψίδας και γύρισα τα μάτια μου προς την περιποιημένη αυλή με τα καλοστοιχισμένα και ζυγισμένα μικρά κηπάκια της. Οι στρατιώτες-κηπουροί σκυμμένοι δούλευαν ανάμεσά τους. Ξανακοίταξα τ ανθισμένα εδώ κι εκεί φθινοπωρινά λουλούδια, τους καταπράσινους, τους γκριζωπούς και τους κιτρινωπούς θάμνους που έπαιρναν μια άλλη όψη στην παράξενη λιακάδα του καθαρού ήλιου και θαύμασα την ομορφιά τους. Σκέφτηκα την τύχη που τα περίμενε πολύ σύντομα, μόλις ο ήλιος θα έχανε τη ζωντάνια του, νικημένος απ’ τους βοριάδες και τις συννεφιές που έρχονταν με γρηγοράδα. Τα φαντάστηκα μαραμένα και ξερά μέσα στη βαρυχειμωνιά, τα ένιωσα παγωμένα και ξεπαγιασμένα και τα λυπήθηκα. Μαζί τους ένιωσα να μαραίνονται και οι δικές μου ελπίδες και να μαδούν κι αυτές, σαν τα πολύχρωμα πέταλα εκείνων. Ένιωσα τη στιγμή εκείνη και τα δικά μου όνειρα να σωριάζονται μπροστά μου θρύψαλα και να εξαφανίζονται σα θρυμματισμένοι πάγοι, όπως θα εξαφανίζονταν σύντομα και τα δικά τους χρυσόξανθα και καφετιά φύλλα.

Δεν ξέρω γιατί εκείνη την ώρα έβρισκα στους θάμνους εκείνους και στα λιγοστά τους λουλούδια τόση μεγάλη ομοιότητα με την ψυχή μου.

Κάτι μου είπε ο σκοπός. Δεν άκουσα. Δεν έδωσα σημασία. Κι αυτός δεν επέμενε περισσότερο. Ίσως διέκρινε την ταραχή μου. Ίσως δεν τον ενδιέφερε τίποτα. Αδιάφορος κι αμέριμνος άρχισε να σιγορφυρίζει κάποιο σκοπό. Δεν ξέρω αν ήταν λαϊκό τραγούδι ή εμβατήριο. Τ’ αφτιά μου βούιζαν και μπέρδευαν τους ήχους. Στο ανακάτωμα των απόηχων αυτών, μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή του αδερφού μου του Δημήτρη να τραγουδάει τον Εθνικό ύμνο. Σα να είδα τη μορφή του ανάμεσα στους θάμνους και στα λουλούδια του κήπου. Πόσο τού ‘μοιαζε η σιλουέτα ενός απ’ τους τρεις στρατιώτες που έσκαβαν σκυφτοί στα παρτέρια!

Μια ριπή πολυβόλου έφτασε αδύνατη μακριά απ’ το πεδίο βολής του Κέντρου κι αντήχησε στ’ αφτιά μου σαν τρίξιμο δοντιών του χάρου, ξαναφέρνοντας στο νου μου το κροτάλισμα του προδοτικού με τη σβάστικα πολυβόλου, που έκοψε το νήμα της ζωής του Δημήτρη και των άλλων αγωνιστών το κρύο εκείνο πρωί του ‘43. Τα μάτια μου βούρκωσαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα στάθηκα εκεί παρακολουθώντας με θολωμένο βλέμμα το στρατιώτη με το σκαλιστήρι στο χέρι. Το μυαλό μου ήταν ζαλισμένο. Τα μάτια μου έβλεπαν παράξενα. Ο στρατιώτης ανάμεσα στους θάμνους πότε μεγάλωνε και έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις και πότε μίκραινε και χάνονταν μέσα στα λουλούδια και στα κλωνάρια των θάμνων. Ο σκοπός δίπλα μου συνέχιζε το αμέριμνο, χαμηλότονο σφύριγμά του. Στ’ αφτιά μου αντηχούσε δυνατά το τραγούδι των μελοθάνατων και οι ζητωκραυγές με τράνταζαν σύγκορμο. Τα χείλη μου έτρεμαν. Ψέλλισα άθελά μου λίγες λέξεις απ’ τον ύμνο των ηρώων. Απ’ το στερνό τραγούδι που τραγούδησε ο αδερφός μου όταν συναντούσε το χάρο.

‘’Δε μετανιώνουμε ποτέ για τη θυσία
Κι ούτε γογγίζουμε για τους αγώνες τους σκληρούς . . .’’

Οι σκέψεις μου είχαν μπερδευτεί. Η καρδιά μου ήταν σφιγμένη. Χτυπούσε δυνατά. Ζούσα σε κάποιο άλλο κόσμο, ολομόναχος. Ήμουν σα μετέωρος στο κενό. Τα μάτια μου ήταν ακόμη υγρά. Έκαιγαν πραγματικά. Δυο καυτά δάκρυα αυλάκωσαν το πρόσωπό μου κι έπεσαν στο χώμα.

Προχώρησα ασυναίσθητα. Πέρασα την πύλη και βγήκα στο δρόμο που οδηγούσε στο λόχο. Ένιωθα το κεφάλι μου βαρύ. Κάτι το ακαθόριστο αλλά πολύ δυνατό με βασάνιζε. Δεν ξέρω γιατί, μια τόσο όμορφη μέρα δεν μπορούσε να διαλύσει την παράξενη λύπη που με κατείχε και να σκορπίσει χαρά και στη δική μου ψυχή. Αντί να μαλακώσει την καρδιά μου, την έσφιγγε περισσότερο. Χωρίς να το θέλω, αναρρωτήθηκα. Γιατί να μην είμαι κι εγώ τις στιγμές αυτές χαρούμενος και ευτυχής, όπως οι όμορφοι και ξέγνοιαστοι θάμνοι και τα ωραία και αμέριμνα λουλούδια; Παράξενο! Η ομορφιά τους, αντί να απαλύνει και να τέρψει την ψυχή μου, την πίεζε τυραννικά και τη βασάνιζε ανελέητα και χωρίς οίκτο.

Βάδιζα σκεπτικός. Στο νου μου συγκρούονταν όλο και πιο έντονα η χαρούμενη όψη του λοχία της Στρατολογίας με τη σκληρή και αινιγματική έκφραση του ανθυπολοχαγού του Α2. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν τα ειλικρινή και αυθόρμητα λόγια του Μαρώνη με τις πονηρές και διφορούμενες ερωτήσεις του Μανούση και με ζάλιζαν περισσότερο.

Ξαναθυμήθηκα το χωριό μου, τους δικούς μου, τα γνωστά μου μέρη. Ζήτησα εκεί να βρω καταφύγιο. Να βρω κάποια ανακούφιση, κάποια παρηγοριά.

Είδα μπροστά μου τ’ αλώνια, το Ανάθεμα, την Κονδυλόβρυση, το νταμάρι της Κατάρας . . . Όλα κάγχαζαν απαίσια γύρω μου. Ο πόνος μου μεγάλωνε. Αναζήτησα καταφύγιο στους δικούς μου. Είδα το Γιάννη να σέρνεται στο χωματόδρομο που περνούσε ανάμεσα στ’ αμπέλια κι έφτανε ως κάτω στη μεγάλη δημοσιά. Στ’ αφτιά μου αντήχησε κρύος ο κρότος των δεκανικιών του. Ξανάκουσα τα λόγια του. ‘’Να θυμάσαι πάντα . . .’’ ‘’Να θυμάσαι . . .’’

Ο νους μου πήγε βιαστικά στο αμπέλι μας. Εκεί κάτω στη γέρικη αμυγδαλιά. Αγνάντεψα τον ουρανό ανάμεσα απ’ τα γυμνά κλωνάρια της.  Απίθανα σχήματα και παράξενες παραστάσεις σχηματίζονταν η μία πίσω απ’ την άλλη απ’ τα κατάλευκα συννεφάκια, που ακόμη έτρεχαν ψηλά στον απέραντο γαλανό ουρανό. Τι ξεγνοιασιά στη φύση και τι τρικυμία στην ψυχή! Σα μυτερές σαΐτες τρύπησαν την καρδιά μου παράξενοι απόηχοι από λυπητερές νότες του Εθνικού μας ύμνου, που έφταναν στ’ αφτιά μου απ’ όλες τις κατευθύνσεις, παραμορφωμένες από οιμωγές πόνου, βογκητά θανάτου και θρήνους. Δεν ήμουν μόνος. Χιλιάδες σκιές τιμημένων παλικαριών σέρνονταν σαν τρικυμισμένη θάλασσα στο χώμα, μπροστά μου, πίσω μου, παντού. Ένας λιγμός ανέβηκε στο λαιμό μου. Τα μάτια μου ξαναγέμισαν δάκρυα. Ένιωσα ταπεινωμένος, μικρός, κουρελιασμένος. Αδύναμος να τιμήσω την υπέρτατη θυσία των μεγάλων νεκρών μας. Ένιωσα μετανιωμένος που δεν είπα κι άλλα στο Μανούση, πολλά ακόμη. Όχι για δικό μου λογαριασμό, αλλά σαν φόρο τιμής σε κείνους τους αφανείς, τους μεγάλους, τους ατίμητους ήρωες των βουνών, των στρατόπεδων, των μπουντρουμιών, που κείτονται ξεχασμένοι σε τάφους χωρταριασμένους και άγνωστους . . .

Πάνω στο άρμα επικράτησε για λίγο σιωπή. Ο Θανάσης έβγαλε νευρικά το πακέτο απ’ την τσέπη του χιτωνίου του και πήρε ένα τσιγάρο. Δεν κάπνιζε ταχτικά. Τό ‘βαλε βιαστικά στο στόμα και, χωρίς να πει λέξη, έφερε γύρα το ανοιχτό κουτί μπροστά στους σιωπηλούς φίλους του, προσφέροντάς τους τσιγάρο. Κανένας δεν άπλωσε το χέρι του να πάρει. Το ξανάβαλε μηχανικά στην τσέπη του.

Ο Στρατής σκούπισε βιαστικά τα μάτια του.

Ο Γιώργος έβγαλε το κουτί με τα σπίρτα απ’ την τσέπη του. Τράβηξε ένα. Το άναψε κι έδωσε φωτιά στο Θανάση. Μετά, έπιασε το αναμμένο σπιρτόξυλο με τα δυο του δάχτυλα, τον αντίχειρα και το δείκτη του δεξιού του χεριού και, με μια ιδιότροπη και γρήγορη κίνηση, το τίναξε μακριά πάνω απ’ τον πυργίσκο του άρματος. Αυτό έκανε μερικές γρήγορες στροφές, έσβησε και άρχισε να πέφτει βιαστικό στο κενό, αφήνοντας πίσω του μια λεπτή καγκελωτή γραμμή γκρίζου καπνού, που διαλύθηκε σχεδόν αμέσως. Το σβησμένο σπιρτόξυλο στροβιλίζοντας έφτασε στον πάτο του αμπαριού κι άρχισε να επιπλέει στα απομεινάρια μιας μικρής λιμνούλας βρόμικου νερού, απ’ αυτές που ακόμη υπήρχαν πού και πού εδώ κι εκεί.

Ο Θανάσης τράβηξε δυο-τρεις ρουφηξιές κι έβγαλε απ’ το στόμα του σχεδόν αμέσως τον πυκνό μολυβένιο καπνό, φυσώντας τον νευρικά προς το πανύψηλο ταβάνι. Φαίνονταν ταραγμένος. Για μια στιγμή, άπλωσε αυθόρμητα το χέρι του, έπιασε τον Κώστα απ’ τον ώμο και τον κούνησε ελαφρά. Βάζοντας δε όση θέρμη και κουράγιο μπορούσε στη φωνή του, του είπε.

– Μη στενοχωριέσαι, φίλε. Μη στενοχωριέσαι. Οι φωνές των ηρώων εκείνων θα αντηχούν πάντοτε στ’ αφτιά μας. Στ’ αφτιά όλων των ανθρώπων τούτου του καταδυναστεμένου κόσμου. Όλων εκείνων που έχουν συνείδηση και ανθρωπιά μέσα τους. Οι κραυγές τους θα δείχνουν σ’ όλους τους λαούς, σ’ όλους τους ανθρώπους της γης και σήμερα και αύριο και πάντοτε το δρόμο της αρετής, της λευτεριάς και της ειρήνης. Κοίταξε γύρω σου και θα δεις πόσοι ακούνε τώρα εδώ μαζί σου και μαζί μας, μέσα σε τούτο το άχαρο αμπάρι, το ελπιδοφόρο μήνυμα εκείνων των αδερφών που έπεσαν για μας. Ίσως τώρα η ανθρωποθάλασσα αυτή να το ακούει συγκεχυμένα και αόριστα, χωρίς να το συλλαμβάνει καθαρά και να το νιώθει απόλυτα. Κάποτε, όμως, θα το συλλάβει και θα το νιώσει. Θα το νιώσουν καθαρά όλοι τους εδώ μέσα.

Και λέγοντας αυτά, έκανε μια γρήγορη κίνηση με το αριστερό του χέρι, δείχνοντας κυκλικά όλο το μουντό περιβάλλον του αμπαριού, ενώ με το δεξί του τράνταζε έντονα τον Κώστα καθώς τον κρατούσε απ’ τον ώμο και συνέχισε.

– Κι όχι μόνο αυτοί. Θα το ακούσουν και θα το νιώσουν κι άλλοι. Πολλοί άλλοι. Έξω απ’ αυτό το αμπάρι. Στα βουνά και στους κάμπους. Στα χωριά και στις πόλεις. Σ’ ανατολή και δύση. Σ’ όλο τον κόσμο. Θα το νιώσουν χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι. Έχε υπομονή. Θυμήσου πως και το μήνυμα του Ρήγα αργά το κατάλαβαν κι αργά το εκτίμησαν, αφού πρώτα τον αφόρισαν και τον σκότωσαν. Έτσι γίνεται συνήθως. Ο κόσμος είναι αχάριστος. Και πιο χειρότεροι είναι εκείνοι που νιώθουν πως από τέτοια μηνύματα τρίζει η καρέκλα τους. Καταλαβαίνω. Η μεγάλη αδικία πιέζει το στήθος σου και σε φέρνει σε απόγνωση. Κουράγιο, όμως και μη στενοχωριέσαι. Εμείς είμαστε μαθημένοι να αδικούμαστε και μαθημένοι να συγχωρούμε εκείνους που μας αδικούν. Αν και πολύ κακή η συνήθειά μας αυτή, εντούτοις, στο βάθος της δείχνει πως έχουμε ανθρωπιά. Κι είναι σπουδαίο πράγμα να έχει κανείς ανθρωπιά μέσα του.

Ξανατράβηξε δυο-τρεις απανωτές ρουφηξιές, πήρε το δεξί του χέρι απ’ τον ώμο του Κώστα και συνέχισε.

– Αλλά, μήπως κι όλες μας οι συνήθειες δεν είναι κακές κι αδικαιολόγητες; Ολόκληρη η ζωή μας δεν είναι ένα δαιδαλώδες συνοθύλευμα κακών συνηθειών και προλήψεων; Πώς να σηκώσουμε κεφάλι σαν έθνος και σα λαός, όταν παραπατάμε διαρκώς και σκοντάφτουμε ασταμάτητα από πρόληψη σε πρόληψη και από δεισιδαιμονία σε δεισιδαιμονία; Η ζωή μας ολόκληρη, ατομική και εθνική, σέρνεται αιώνες τώρα σα βρυκολακιασμένο ερπετό μέσα σε μουχλιασμένα έλη σκοταδιστικών προλήψεων. Παραπαίει σαν κυνηγημένος δραπέτης σε χαώδη φαράγγια ανείπωτης αμάθειας . . .

– Τρέχει σα διωγμένο σκυλί με την ουρά στα σκέλια, έτοιμο να γλύψει τα πόδια εκείνου που ελπίζει πως θα του πετάξει ένα κόκαλο ή ένα μουχλιασμένο ξεροκόμματο, τόνισε ο Αργύρης παίρνοντας το λόγο. Ο λαός μας, βουτηγμένος στην πείνα και στην αμάθεια, αγράμματος και απληροφόρητος, γίνεται έρμα κι αντίβαρο στα σκοτεινά αμπάρια των καραβιών των υποτιθέμενων προστατών του, προσπαθώντας ο δύστυχος, με το βάρος της άγνοιάς του, να κρατάει σε ακίνδυνο βάθος τα πλεούμενα των κουμανταδόρων του και να χαροπαλεύει νηστικός, για να εξασφαλίσει ευχάριστη ρότα στα κότερα των αφεντικών του.

– Κι αυτοί που ξέρουν γράμματα; Οι διαβασμένοι μας; διέκοψε ο Στρατής. Γιατί αυτοί αδρανούν και δεν κινούνται;

– Κι οι διαβασμένοι μας ακόμη είναι βραχυκυκλωμένοι. Κι αυτοί δεν ερευνούν την αλήθεια και δεν στηρίζονται απόλυτα σ’ αυτήν, απάντησε ο Θανάσης. Δεν έχουν το κουράγιο να το κάνουν. Σέρνονται στη λάσπη πρώτοι αυτοί κι ακολουθούμε μοιραία εμείς οι άλλοι. Λαοί ολόκληροι εξακολουθούμε ακόμη να οδηγούμαστε από ένα αναχρονιστικό και αξεπέραστο σύμπλεγμα ακατάληπτων και ανεξέλεγκτων συνηθειών, τις οποίες άλλοι μας επέβαλαν και άλλοι συστηματικά κι επίμονα μας αναγκάζουν να τις παραδεχόμαστε ασυζητητί, να τις εφαρμόζουμε δουλικά και να υπακούμε σ’ αυτές χωρίς καμιά αντίρρηση ή διαμαρτυρία.

– Και μεις τις έχουμε κανόνα και νόμο στη ζωή μας, πρόσθεσε ο Αργύρης. Κι όχι μόνο δεν τις αποτινάζουμε αλλά φοβόμαστε ακόμη και να τις κοιτάξουμε από πιο κοντά. Να τις δούμε καλύτερα. Να τις περιεργαστούμε. Να τις ελέγξουμε . . . Τίποτα απ’ όλα αυτά. Απλώς τις θεωρούμε σαν ένα φοβερό και απλησίαστο ταμπού.

– Και μάλιστα, το ταμπού αυτό γίνεται φοβερότερο και φρικτότερο, όταν σκεφτεί κανείς ότι ευλογείται και θυμιατίζεται από ανθρώπους, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν αρετή και αγάπη μέσα τους. Από ανθρώπους, που θα πρέπει να τους διακρίνει μόνο η καλοσύνη και η ανθρωπιά, είπε πικραμένος ο Γιώργος.

– Η αρετή αυτών των τύπων, διέκοψε ο Αργύρης, είναι η ραδιουργία και η αλληλοδιαβολή. Αυτοί έχουν σα σκοπό την απόλυτη επικράτησή τους πάνω στο σύνολο. Η αγάπη τους είναι άμμετρη για το χρήμα και το θησαυρισμό. Εκείνο δε που ξέρουν άριστα και που τους διακρίνει περισσότερο είναι το πώς να ποδοπατούν και το πώς να διαφεντεύουν. Και δεν διστάζουν να μεταχειριστούν κάθε μέσο, για να επιβληθούν και να επικρατήσουν.

– Πώς να πάει μπροστά ο τόπος και ιδίως τα χωριά, είπε αργά και θλιμμένα ο Κώστας, όταν, συστηματικά και επίμονα, κρατιούνται απομονωμένα απ’ τη ζωή και ξεκομμένα απ’ τον πολιτισμό και την πρόοδο; Πώς να ξυπνήσει πνευματικά ο χωρικός, όταν ο τόπος παραμένει γυμνός από σχολεία και βιβλιοθήκες και μακριά από κάθε αληθινή, ελεύθερη κι αμερόληπτη πνευματική εκδήλωση και πρόοδο; Πώς να μορφωθούμε, όταν τα σχολεία μας μας δίνουν λογοκριμένα και διαστρευλωμένα βιβλία;

– Πολύ σωστά, βεβαίωσε ο δάσκαλος και συνέχισε δριμύτερος. Πώς να προοδεύσουμε στη ζωή, όταν το καθετί γίνεται όπως γίνεται, γιατί έτσι το είπε ο παπάς, ο αγρογύλακας ή κάποιος κομματάρχης; Πώς να δούμε ήλιου πρόσωπο, όταν αυθεντία σ’ όλα τα ζητήματα είναι ο αγράμματος κληρικός, που δεν μπορεί να διαβάσει ούτε τα ψαλτήρια; Πώς να περάσουμε το μαύρο αυτό σκόπελο που στέκει απροσπέλαστο εμπόδιο και ακαταμάχητος πολέμιος σε κάθε βήμα μας προς την αλήθεια και την πρόοδο; Κληρικοί δεν αφόρισαν το Γαλιλαίο, όταν είπε ότι η γη κινείται; Κληρικοί δεν αφόρισαν τη Γαλλική Επανάσταση, όταν ζήτησε λίγη ανθρωπιά για τους είλωτες και τους σκλάβους των μεγιστάνων και των δυναστών; Κληρικοί δεν αφόρισαν τους μεγάλους διδασκάλους του Γένους, όταν αυτοί θέλησαν να διδάξουν βασικές αλήθειες, που ξέφευγαν λίγο πιο πέρα απ’ τα ψαλτήρια και ξεσήκωναν και το σκλάβο λαό για λευτεριά; Κληρικοί δεν αφόρισαν την εθνοσωτήρια Επανάστασή μας του 1821 και αυτοί δεν πάσχισαν σαν ιερατείο να μας κρατήσουν ραγιάδες και σκλάβους του αφέντη τους σουλτάνου όσο γίνονταν περισσότερο; Κληρικοί δεν έψελναν δεήσεις στις εκκλησίες μας, παρακαλώντας το Θεό να δώσει νίκη στα τουρκικά όπλα, αδιαφορώντας για το πόσοι ραγιάδες, σκλάβοι και αδέρφια τους σφάζονταν απ’ αυτά;

Πώς να αναπνεύσουμε αέρα ζωής, όταν τα βήματά μας τα οδηγεί κάποιος συμφεροντολόγος πολιτικάντης, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο ασυνείδητα και σκόπιμα την πολιτική μας οντότητα, της οποίας τη δύναμη ουδέποτε εμείς μπορέσαμε να συνειδητοποιήσουμε; Πάντοτε δεν ζητωκραυγάζουμε για τα συμφέροντα άλλων, αγνοώντας τελείως τα δικά μας; Πάντοτε δεν θολώνουμε οι ίδιοι τα νερά με τους ακατανόητους πολιτικοτσακωμούς μας και την άγνοιά μας, για να επιπλέουν άνετα άλλοι; Αυτό δε μας βροντοφωνάζει η Ιστορία μας ότι γίνεται, τουλάχιστον απ’ την εποχή της ανεξαρτησίας μας και δώθε, άσχετα με το ποιο κόμμα κυβερνάει; Με τι μάτια, όμως, να δούμε και με τι γνώσεις να ζυγίσουμε τα πράγματα; Με τι κριτήρια να τα κρίνουμε; Αναρωτηθήκαμε ποτέ, γιατί ψηφίζουμε την Α’ ή τη Β’ κατάσταση; Ακούσαμε ποτέ με το ίδιο ενδιαφέρον και τα πολιτικά προγράμματα των αντιπολιτευόμενων, πριν ρίξουμε κάπου την ψήφο μας; Συγκρίναμε αμερόληπτα τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των κομμάτων και ψηφίσαμε ποτέ χωρίς πάθος και με μόνο οδηγό τη συνείδησή μας και μοναδικό σκοπό το καλό της πατρίδας και το δικό μας; Ποτέ δεν πέρασαν απ’ το μυαλό μας τέτοιες σκέψεις. Δεν έχουμε τη δύναμη και τα εφόδια να σκεφτούμε έτσι. Μας τα στερούν οι δυνατοί συστηματικά κι επίμονα, για να μένουμε πάντοτε πολιτικά ανώριμοι. Άγουροι, στεγνοί. Μας θέλουν όχλο. Συρφερό. Μάζες αντιμαχόμενες. Χωρίς οντότητα, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς επιδιώξεις. Δεν έχουμε κουράγιο για τίποτα το ανώτερο, το υψηλό, το θετικό. Έχουμε, όμως, τη δύναμη, το θράσος και την ασυνειδησία να κατηγορήσουμε, για άλλων συμφέροντα, το συγχωριανό μας και να γίνουμε, χωρίς καμιά σκέψη, αντιμέτωποι και θανάσιμοι εχθροί για όλη μας τη ζωή με το γείτονά μας, το φυσικό μας αυτό συμπαραστάτη. Είμαστε πρόθυμοι να διαβάλουμε, χωρίς καμιά τύψη, το συνάνθρωπό μας, με τον οποίο όχι μόνο δε μας χωρίζει τίποτα αλλά αντίθετα μας δένει σφιχτά μαζί του κάθε εκδήλωση στη ζωή μας και μας συνδέει άρρηκτα αυτή η ίδια η μοίρα μας. Είμαστε σε θέση, γιατί έτσι μας έμαθαν και τόσο κόβει το μυαλό μας, να γίνουμε ασυζητητί και χωρίς καθόλου σκέψη με την επιπολαιότητά μας οι καταστροφείς του συγχωριανού μας, οι σφαγιαστές του γείτονά μας και οι νεκροθάφτες του μέλλοντος του δικού μας και της πατρίδας μας.

Κι όλες αυτές οι απανωτές γκάφες μας, γιατί ζούμε σε άγνοια. Δεν γνωρίζουμε τίποτα. Δεν βλέπουμε τίποτα. Αδικούμαστε, λοιπόν, αιώνια και δεν μιλάμε. Κι όσοι έχουν συμφέρον απ’ την άγνοια και τη σιωπή μας, με ελαφριά τη συνείδηση, με μεγάλη ευκολία και πολύ-πολύ υπολογισμένα, μας δίνουν άλλα θέματα για συζήτηση. Και μεις τα παίρνουμε ευχαρίστως και τα παρασυζητάμε μ’ ενθουσιασμό στους δρόμους και στα καφενεία, απλώς και μόνο για να έχουμε συζήτηση και να αφήνουμνε τους άλλους ανενόχλητους, να κάνουν ήσυχοι τη δουλειά τους. Έτσι, είμαστε μέρα-νύχτα απασχολημένοι με άσχετες και ξένες υποθέσεις και ξεχνάμε τελείως τα δικά μας  ζητήματα και τα δικά μας άμεσα προβλήματα. Τα πραγματικά και μόνο θέματα που πρέπει να μας ενδιαφέρουν. Δεν έχουμε το κουράγιο να δώσουμε το χέρι στο γείτονά μας, να γίνουμε φίλοι με το συγχωριανό και το συμπολίτη μας και μαζί του να συζητήσουμε ήμερα, πολιτισμένα και σωστά τα προβλήματα που μας απασχολούν και μας ενδιαφέρουν.

– Τότε, όμως, θα βρούμε γρήγορα την αλήθεια και οι μέρες των κάθε είδους εκμεταλλευτών μας θα μετρηθούν τελεσίδικα και αμετάκλητα, πρόσθεσε ο Θανάσης.

– Γι’ αυτό και μας κρατούν χωρισμένους και κάθε τόσο με διάφορους τρόπους οξύνουν έντεχνα αλλά αποτελεσματικά τις εικονικές και ανύπαρκτες στην ουσία διαφορές μας, για να μαλώνουμε εμείς και να έχουν αυτοί ελεύθερο πεδίο να αλωνίζουν.

– Και δεν τα καταφέρνουν καθόλου άσχημα, είπε ο Γιώργος.

– Με την  αμάθεια που έχει ο κόσμος σήμερα, δεν χρειάζεται να καταβάλουν και μεγάλες προσπάθειες οι κουμανταδόροι μας, συνέχισε ο Αργύρης. Εμείς ζητωκραυγάζουμε πρόθυμα για τα συμφέροντά τους και πρώτοι τρέχουμε να τα υπερασπιστούμε και να τους τα εξασφαλίσουμε. Μας κλοτσούν και δεν διαμαρτυρόμαστε. Μας πατούν στη λάσπη και δεν μιλάμε. Σωπαίνουμε και σκύβουμε το κεφάλι χαμηλότερα, γιατί μας έμαθαν να λέμε ασυναίσθητα και μοιρολατρικά πως ‘’δεν κάνει’’ να μιλάμε εμείς. ‘’Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;’’ ‘’Ποιος μας ακούει εμάς;’’ Και πολλές φορές μάλιστα, λέμε πως ‘’είναι αμαρτία’’ να σηκώνουμε κεφάλι εμείς.

Ακούμε τις κάθε είδους ανοησίες και, παρ’ όλο που η ψυχή και η συνείδηση εξανίστανται, τα χείλη μας μένουν σφιχτά και σφραγισμένα. Δεν έχουμε το κουράγιο να σπάσουμε κάποιον πατροπαράδοτο φραγμό και να τα ξεσφραγίσουμε. Να τα ανοίξουμε διάπλατα και να μιλήσουμε. Να φωνάξουμε με όση δύναμη έχουμε, όπως ο μπαρμπα-Δημοσθένης και ο γερο-Δαναής. Δεν το κάνουμε, όμως. Γιατί; Γιατί μας είπαν πως ‘’δεν κάνει.’’ ‘’Είναι αμαρτία.’’

Ο δεσπότης αφορίζει, ο ηγούμενος αρπάζει, η εικόνα κάποιου αγίου ζητιανεύει, ο φτωχός πεινάει, το σχολείο γκρεμίζεται, το παιδί μένει αγράμματο, η πατρίδα μας κλυδωνίζεται και βολοδέρνει και μαζί μ’ αυτήν και μεις, όπως ακριβώς το ΧΙΟΣ στην αποψινή φουρτούνα, αλλά ‘’δεν κάνει’’ να μιλήσουμε. ‘’Είναι αμαρτία.’’ Βουβοί ζούμε το δράμα μας. Σα νά ‘μαστε απλοί θεατές. Σα νά ‘μαστε απολιθωμένοι. Με την απειλή κάποιας φοβερής αμαρτίας, μας δένουν τα χέρια και μας σφραγίζουν το στόμα. Μας ναρκώνουν και μας φιμώνουν. Μας οδηγούν στον κατήφορο με σταυρωμένα χέρια και με τα στόματα κλειστά. Υποφέρουμε τα πάντα και πάντοτε συγχωρούμε.

– Ναι. Για να μπορεί η αδικία να ζει και να διαιωνίζεται ανενόχλητη, είπε αργά-αργά ο Γιώργος.

Ο Αργύρης δεν απάντησε, μόνο κούνησε σκεπτικός το κεφάλι του και κοίταξε σιωπηλός τους συναδέλφους του. Τα μάτια του είχαν πάρει μια άλλη έκφραση. Λαμπύριζαν τώρα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε τον Κώστα δυνατά απ’ το μπράτσο. Το σφύξιμό του έλεγε πολλά. Τα βλέμματα των δυο συναδέλφων διασταυρώθηκαν με δύναμη. Κανείς δεν μίλησε. Η σιωπή τους εξηγούσε τα πάντα.

– Αμ’ τι να σου κάνει! Είπε σε λίγο ο Γιώργος διακόπτοντας τη σιωπή, όταν οι ηγέτες μας, οι υποτιθέμενοι καλύτεροι από μας, οι δήθεν άριστοί μας, είναι όλοι τους σαν τον Αριστομένη το Γραβό, το λοχαγό του Κώστα; Τι προκοπή περιμένεις από ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτα περισσότερο απ’ το πώς να ξεσκονίζουν και να γυαλίζουν τις επωμίδες και τα αστέρια τους ή τους μεγάλους κι αταίριαστους σταυρούς που κουβαλούν;

Σιωπή απλώθηκε και πάλι πάνω στη ράχη του άρματος. Κανένας δεν είχε όρεξη και κουράγιο ν’ αρθρώσει λέξη. Όλοι έμειναν σιωπηλοί.

συνεχίζεται…

Αλέκος Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *