Το Γκρίζο Κασκόλ – XII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XII

Το βουητό της πολυκοσμίας με μιας είχε σβηστεί πάνω σ’ ολόκληρη την απλοχωριά του καταστρώματος. Η θλιβερή πραγματικότητα είχε βουβάνει τα πάντα. Όλοι ήμασταν πελαγωμένοι. Χαμένοι στις αχανείς σκέψεις μας.

Το καράβι σφύριξε δαιμονισμένα δυο φορές κι ο ήχος της σειρήνας του ξανάφερε και πάλι όλους και τους χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες, κρύους και παγωμένους, στο κατάστρωμα. Συνήλθαμε απ’ τις ζοφερές σκέψεις μας, μόλις ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας τρύπησε βιαστικός και οξύς σαν κοφτερό βέλος τα τύμπανά μας. Ξανανιώσαμε και πάλι τον κρύο αέρα της θάλασσας στα πρόσωπά μας και τρίψαμε με γρηγοράδα τα χέρια μας για να ζεσταθούν. Φαίνεται, πως, με το διαπεραστικό κέντρισμα της μανιασμένης σειρήνας, πήραμε όλοι άλλο, διαφορετικό κουράγιο.

Το μεγάφωνο ξανακούστηκε προστακτικό και βλοσηρότατο. Αυτό δεν έβλεπε τίποτα. Δεν ένιωθε το δράμα κανενός. Δεν είχε καρδιά και δεν συγκινούνταν με τίποτα.

‘’Τα πράγματά σας και προχωρείτε προς τας εξόδους δι’ αποβίβασιν’’.

Όλη η ξεθωριασμένη φανταροθάλασσα σάλεψε μονομιάς, σάμπως να βγήκε απ’ το μεγάφωνο κάποια αδιαίσθητη ισχυρή πνοή απότομου άνεμου και ανατάραξε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη όλο το μουδιασμένο χακί τέλμα του καταστρώματος.

– Πάμε παιδιά και κουράγιο, είπε ο Θανάσης ο δεκανέας.

Με τα σακίδια στην πλάτη και τα μπογαλάκια, όσοι είχαν, στα χέρια προχωρήσαμε προς τις σκάλες. Η μια απ’ τις καθόδους, η μπροστινή, βρισκόταν μόνο δυο-τρία βήματα δίπλα μας. Ήταν  ακριβώς πλάι στη βάση της βάρκας, που μόλις είχαν κατεβάσει οι ναύτες με τη βοήθεια του Στρατή.

Ένας δίοπος κι ένας ναύτης, με μακριά πέτσινα πανοφόρια και οπλισμένοι με περίστροφα, άνοιξαν την καγκελόπορτα που έφραζε το άνοιγμα της κουπαστής προς τη σκάλα και άρχισαν να κατεβαίνουν πρώτοι τα σκαλοπάτια της. Έκαναν νόημα και σε μας να τους ακολουθήσουμε. Οι στρατιώτες που βρέθηκαν εκεί κοντά πέρασαν πρώτοι το χαμηλό έρισμα του χείλους του καταστρώματος κι άρχισαν να κατεβαίνουν κι εκείνοι τη σιδερόσκαλα. Μια σκάλα στενή κι απότομη, που ήταν μόνιμα και σταθερά δεμένη στα εξωτερικά πλευρά του καραβιού και κατέληγε μέσα στο νερό. Δίπλα της, η βάρκα λικνίζονταν ανάλαφρη στο κύμα και μας περίμενε. Οι δυο ναύτες με τα μπλε χοντρά αδιάβροχα ήταν όλο κι όλο το πρήρωμά της. Όρθιοι μέσα στο μικρό κοίλωμά της περίμεναν να μας υποδεχτούν. Τέταρτος ή πέμπτος δρασκέλισε το χαμηλό χείλος της κουπαστής και πέρασε στη σκάλα ο Θανάσης. Πίσω του ακολούθησε ο Γιώργος με το σακίδιο στον ώμο, μια κουβέρτα στο λαιμό και το άδειο τενεκεδάκι της εγγλέζικης κονσέρβας στο χέρι του. Μετά εγώ κι ύστερα ο Στρατής. Αυτός είχε τη χλαίνη του ριγμένη στην πλάτη, το σακίδιό του περασμένο στον ώμο και το μικρό χρωματιστό μπογαλάκι του κάτω απ’ τη δεξιά του μασχάλη. Την κουβέρτα την είχε κι αυτός, όπως κι άλλοι μας, περασμένη σα λαιμαριά στο δεξιό του ώμο. Κρύωνε ο φουκαράς αλλά δεν μπορούσε να φορέσει τη χλαίνη του. Ήταν στενή και δεν του χωρούσε. Γι’ αυτό και αναγκάζονταν πάντα να την ρίχνει στις πλάτες του.

Μέσα στις τραγικές εκείνες στιγμές, η εμφάνιση του Στρατή έριχνε μια κωμική νότα στο τόσο ζοφερό και γελοίο σύνολό μας. Η χλαίνη του, που του έδωσαν την τελευταία στιγμή στο λόχο του ΚΕΝ, στενή και μακριά σα σωλήνας καθώς ήταν, τον εμπόδιζε να περπατάει. Σε κάθε δεύτερο βήμα του πατούσε ο ταλαίπωρος το αριστερό της μπροστινό φύλλο και κινδύνευε να μπερδευτεί και να πέσει. Ιδιαίτερα, ο κίνδυνος αυτός γίνονταν σοβαρότερος, όταν τύχαινε να σκύψει λίγο ή να γυρίσει έστω και ελαφρά προς τα αριστερά το σώμα του. Γι’ αυτό και αναγκάζονταν να βαδίζει πάντα όρθιος, στητός, σαν κοκαλωμένος. Επιπλέον, η μια επωμίδα της χλαίνης έλειπε κι η άλλη ήταν ξηλωμένη. Αυτή, άλλοτε κρεμόταν και χοροπηδούσε, καθώς εκείνος βάδιζε και άλλοτε ανέμιζε στον αέρα σαν τρελή. Επίσης, είχε ένα μόνο κουμπί για κούμπωμα κι εκείνο σπασμένο και μισό, που κρέμονταν προς τα κάτω από μερικές ξεφτισμένες κλωστές κι ήταν έτοιμο να πέσει. Δεξιό μπροστινό φύλλο δεν είχε. Έλειπε ολόκληρο. Είχε καεί, ποιος ξέρει πότε, ως πάνω στις κουμπότρυπες. Μάλιστα δε, η φωτιά είχε κάψει και το κάτω μέρος της δεξιάς τσέπης, σε τρόπο που ο Στρατής να μην μπορεί να βάλει τίποτα μέσα της.

Για την κατάντια του αυτή, τον πειράζαμε στο καράβι αλλά αυτός δε νοιάζονταν για τίποτα. Πίστευε πως, φτάνοντας στο ΚΕΒΟΠ, θα του την άλλαζαν αμέσως, όπως του είχε πει ο λοχαγός και θα του έδιναν μια άλλη καινούρια και στα μέτρα του. Την καλύτερη, όπως έλεγε. Ευτυχώς που την τσέπη την είχε ράψει ο Θανάσης μ’ ένα σύρμα, πάνω στο άρμα χθες το βράδυ και μπορούσε να κρατήσει κανένα μαντίλι μέσα της.

Έτσι, κουρελής και παράξενος, κατέβαινε τώρα πίσω μου κι αυτός στη στενή σιδερένια σκάλα  και ακολουθούσε με τα κακά του χάλια την κοινή μοίρα όλων μας.

Η βάρκα λικνίζονταν και χοροπηδούσε νευρικά κάθε φορά που κι άλλος ένας στρατιώτης πατούσε επάνω της. Και κάθε φορά που αυτή σκερτσόφερνε, οι ναύτες, με κατάλληλους βιαστικούς βηματισμούς στο κοίλωμά της ή γρήγορες και επιδέξιες κινήσεις του κορμιού τους, τη μπαλαντάριζαν και της ξανάδιναν την ισορροπία της. Για να διατηρηθεί καλύτερα το ζύγισμά της, οι ναύτες υπέδειχναν στον κάθε στρατιώτη που κατέβαινε σ’ αυτή, πώς να προχωρήσει και πού να καθίσει.

Εμείς με το Θανάση καθίσαμε δίπλα-δίπλα απέναντι στο Γιώργο, στο αριστερό πλευρό της βάρκας, μπροστά προς την πλώρη. Ο Στρατής, αντί να καθίσει δίπλα στο Γιώργο, κατά πως ερχόταν η σειρά και όπως του υπέδειξε ο ναύτης, προχώρησε μπροστά δρασκελίζοντας τα πόδια μας και πήγε κατευθείαν στην πλώρη. Ανέβηκε λίγο στα σκαριά της βάρκας και κάθισε μπροστά-μπροστά, στη μύτη της. Ο Θανάσης τον κοίταξε λοξά, με σκούντησε ελαφρά με τον αγνώνα του για να τον προσέξω κι εγώ και, κάνοντάς μου νόημα, ψιθύρισε.

– Ξαναχτύπησε φαίνεται πάλι μέσα του η ναυτική φλέβα.

Εγώ κούνησα μόνο το κεφάλι μου, περισσότερο για να δείξω ότι πρόσεξα την ενέργεια του Στρατή κι όχι να την κριτικάρω και δεν είπα λέξη.

Εκείνος διόρθωσε όσο γίνονταν την παράξενη χλαίνη στις πλάτες του και πήρε στα γόνατά του το κοκκινωπό μπογαλάκι του, που τώρα ξεχώριζε τόσο χτυπητά μέσα στο μικρό σχετικά φόντο της λέμβου.

Οι στρατιώτες κατέβαιναν σαν αλυσίδα ο ένας πίσω απ’ τον άλλο τη σιδερένια σκάλα και κατέληγαν στη βάρκα. Κανένας δε μιλούσε. Καθόμασταν όλοι βουβοί και περιμέναμε.

Για μια στιγμή, ο Θανάσης με ξανασκούντησε και μού ‘κανε νόημα να δω ψηλά προς το καράβι, που, όγκος θεόρατος, βουνό ολόκληρο, υψώνονταν πάνω απ’ το κεφάλι μου.

– Στη γέφυρα, μου είπε ανώρεχτα.

Κατεύθυνα το βλέμμα μου προς τα κει, γυρίζοντας το κεφάλι μου όσο μπορούσα προς τα πίσω. ‘Ηταν γεμάτο από οπλισμένους στρατιώτες, συναδέλφους μας, που, με τα κράνη τους στο κεφάλι και τα όπλα στο χέρι, παρακολουθούσαν την απόβασή μας στο νησί. Με το βλέμμα μου περιεργάστηκα όσο μπορούσα όλο το καράβι. Πίσω στην πρύμη άνοιγε τώρα κι εκεί η πόρτα της κουπαστής και οι πρώτοι στρατιώτες φάνηκαν να βγαίνουν και σε κείνη τη σκάλα, να κατεβαίνουν κι εκείνοι ένας-ένας τα στενά σκαλοπάτια της και να παίρνουν θέση στη βάρκα που τους περίμενε χαμηλά στη θάλασσα. Το ίδιο θα γίνονταν οπωσδήποτε κι απ’ την άλλη πλευρά του πλοίου. Απ’ την πλευρά που ήταν στραμμένη προς το Λαύριο.

Η βάρκα μας γρήγορα γέμισε. Καμιά τριανταριά στρατιώτες ήταν αρκετοί για να συμπληρώσουν τους κόρους της. Ο ναύτης του πληρώματός μας έκανε νόημα να σταματήσει η ροή των κατερχόμενων. Έκλεισε τη μικρή σιδερένια πορτούλα της σκάλας που ήταν μόνιμα στεραιωμένη με δυο οξυγονοκολλημένους χοντρούς μεντεσέδες στα πλευρά του σκάφους μερικά σκαλιά πιο πάνω απ’ το κύμα, έλυσε το παλαμάρι κι έβαλε μπρος στη βενζινομηχανή.

Το μικρό σκάφος τραντάχτηκε σύγκορμο. Έκανε μια γρήγορη κίνηση, πήρε μια κλειστή στροφή σχεδόν επί τόπου και, γυρίζοντας την  πλώρη του προς το νησί, άνοιξε ταχύτητα. Κρύες αρμυρές σταγώνες μας πιτσίλισαν στο πρόσωπο και άσπροι αφροί ξεχύθηκαν βιαστικοί και σκέπασαν πίσω μας με γρηγοράδα την απόσταση που μας χώριζε απ’ το ΧΙΟΣ και που όλο και μεγάλωνε περισσότερο από στιγμή σε στιγμή.

Αφήσαμε το πλοίο πίσω μας. Όλοι σηκώσαμε τα χέρια και, κουνώντας τα με ακεφιά, χαιρετούσαμε προς το μέρος του. Δεν ξέρω αν το αποχαιρετούσαμε πραγματικά εκείνη τη στιγμή ή εκδηλώναμε έτσι την αγανάκτησή μας ή εξωτερικεύαμε με τον τρόπο αυτό κάποιον οίκτο που στο βάθος νιώθαμε για το δύστυχο καράβι και για το θλιβερό ρόλο που η μοίρα του του επιφύλαξε να παίξει στη ζωή μας. Ο Θανάσης, σα να διάβασε και τα δικά μας αισθήματα, αργοκουνώντας το χέρι του ψιθύρισε: Τι φταίει κι αυτό . . .

Ο Στρατής σήκωσε το χρωματιστό δεματάκι του και το κούνησε δυο-τρεις φορές ρυθμικά στον αέρα, αφήνοντας γεια κι αυτός στο αμπαταγωγό. Η βάρκα μας έσχιζε τα κύματα ακάθεκτη. Έτρεχε δαιμονισμένα. Λες και τό ‘χε βάλει πείσμα, να μας βγάλει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο νησί εκείνο, που ανυπόμονο και βιαστικό, όλο κι ερχόταν με γρηγοράδα καταπάνω μας. Όλοι στρέψαμε τα μάτια μας προς τη στεριά. Είχαμε σχεδόν φτάσει. Ο Στρατής, καθισμένος όπως ήταν μπροστά-μπροστά στην πλώρη και τυλιγμένος στην παράξενη χλαίνη του, με την κουβέρτα του ρολό στο λαιμό, το φαρδί ασουλούπωτο μπερεδάκι του στο κεφάλι, που οι άκρες του γύρω-γύρω κρέμονταν σα μαραμένα συκόφυλλα και του σκέπαζαν τα φρύδια, μάτια και αφτιά και με το χρωματιστό μπογαλάκι στα χέρια του, το μοναδικό κοκκινόχρωμο αντικείμενο μέσα στη βάρκα, έμοιαζε σα φύλαρχος κάποιας ταλαίπωρης φυλής, που δεν ήξερες αν ήταν για γέλια ή για κλάματα. Ίσως ο Λημνιός φίλος μας, βλέποντας στην ακτή καλοντυμένους συναδέλφους, με άσπρες εξαρτήσεις και δίκοχα, έτοιμους να μας υποδεχτούν και ανυπόμονους να μας προϋπαντήσουν στο κατάξερο και σκυθρωπό νησί, ενθουσιάστηκε. Ίσως, ξέχασε προς στιγμή τον πόνο του και μαλάκωσε κάπως την ψυχή του. Γιατί, ξαφνικά άλλαξε όψη. Το βλέμμα του καθάριεψε κι ένα καλοσυνάτο χαμόγελο ξανάνθισε στο πρόσωπό του. Βρίσκοντας έτσι ξαφνικά τον παλιό εαυτό του, σήκωσε με χαρά το κοκκινωπό δεματάκι του ψηλά και, κουνώντας το και πάλι πάνω απ’ το κεφάλι του ρυθμικά, χαιρετούσε τώρα τους παραταγμένους στην πολύ κοντά μας πια ακτή στρατιώτες. Εκείνοι, ανήσυχοι στις γραμμές τους, με άσπρα ντοκς στα πόδια και κάτασπρους ζωστήρες στα χέρια, μας περίμεναν ανυπόμονοι να ξεμπαρκάρουμε.

Η βάρκα μας, πλησιάζοντας, έκοψε ταχύτητα και σιγά-σιγά άγγιξε προσεχτικά τη στεριά.

Πρώτος πήδησε έξω ο ναύτης και δεύτερος ο Στρατής. Ύστερα, ακολουθήσαμε με τη σειρά, όπως καθόμασταν, όλοι οι άλλοι, βοηθώντας ο ένας τον άλλο να αποβιβαστεί όσο πιο ανώδυνα γίνονταν στην κακοτράχαλη ακτή. Μόλις βγήκε κι ο τελευταίος στρατιώτης, ο ναύτης που ήταν στη στεριά έσπρωξε ελαφρά το πλεούμενο στο νερό, πήδησε γρήγορα κι αυτός μέσα κι η βάρκα έφυγε βιαστική πίσω στο αρματαγωγό, για να φέρει κι άλλους, όλους τους άλλους κι όσο γινόταν πιο γρήγορα στο ερημονήσι.

Φεύγοντας η βάρκα νιώσαμε ολομόναχοι. Εγκαταλειμμένοι. Ορφανοί. Ήμασταν οι πρώτοι απ’ τους χίλιους πεντακόσιους που πατούσαμε το πόδι μας στο ξερονήσι. Ήμασταν οι πρώτοι που ξεκόβαμε απ’ τη ζωή. Σχεδόν ασυναίσθητα κι από απλή στρατιωτική ρουτίνα μπήκαμε μόνοι μας σε κάποια σειρά και προχωρήσαμε στη στεριά. Τα πόδια μας ήταν βαριά και η ψυχή μας βαρύτερη.

Ανηφορίζαμε ανάμεσα στα βράχια τραβώντας για την προχειροφτιαγμένη προβλήτα, σα να ανεβαίναμε το Γολγοθά. Βαδίζαμε το δρόμο του μαρτυρίου και της ταπείνωσης, που άλλοι ετοίμασαν για μας.

Ένας δεκανέας, ξερακιανός και καμπούρης, μ’ ένα μαστίγιο στο χέρι από πλεγμένα χοντρά καλώδια, που ως τώρα στεκόταν ανήσυχος μπροστά-μπροστά στους πρώτους παραταγμένους στρατιώτες της φρουράς που μας περίμεναν, ξεχώρισε βιαστικός απ’ τους άλλους, καθώς εμείς πλησιάζαμε. Ήρθε κοντά μας ξαναμμένος και, με φωνές και πλαταγίζοντας το μαστίγιό του στον αέρα, μας διέταξε να προχωρούμε γρηγορότερα και να βαδίζουμε πιο ρυθμικά και με σωστό βηματισμό.

Στην κακοφτιαγμένη γραμμή μας, πρώτος προχωρούσε ο Στρατής, με τη λειψή χλαίνη στην πλάτη του και το κοκκινωπό μπογαλάκι στα χέρια του. Πλησιάζοντας τους πρώτους στρατιώτες της παράταξης και, υπακούοντας στις εντολές του δεκανέα, που τώρα είχε έρθει κοντά μας, τάχυνε λίγο το βήμα του. Χαμογέλασε στους άγνωστους στρατιώτες και μ’ ένα εύθυμο τόνο στη φωνή του τους χαιρέτησε, φωνάζοντας κάπως δυνατότερα για να ακουστεί.

– Γεια σας παιδιά. Γεια σας. Και σήκωσε λίγο ψηλότερα το χέρι του με το κοκκινωπό μπογαλάκι του, κουνώντας το κάπως εύθυμα.

Τι ήταν να το κάνει αυτό!

‘’Βούλγαροι’’, ακούστηκε μια μανιασμένη κραυγή απ’ όλους τους παραταγμένους στρατιώτες, σάμπως να αφινίασαν ξαφνικά στο αντίκρισμα του κοκκινωπού πανιού του δέματος. Έξαλλοι όρμησαν όλοι μαζί σα μανιασμένοι ταύροι πάνω σε πρωτόβγαλτο και αδέξιο ταυρομάχο και, με λυσσασμένα και ασταμάτητα χτυπήματα, ξάπλωσαν το δύστυχο Στρατή με μιας κάτω. Εμείς οι άλλοι, ξαφνιασμένοι κυριολεκτικά απ’ την αδιανόητη αυτή συμπεριφορά τους, τρέξαμε να τον προστατέψουμε.

Αμέσως, όμως, η αχαλίνωτη οργή των Πραιτωριανών στράφηκε εναντίον μας. Ώσπου να καλοκαταλάβουμε τι συμβαίνει, όρμησαν όλοι οι ροπαλοφόροι επάνω μας και, με ζωστήρες, μαστίγια, χοντρά καλάμια και ρίζες σκίνων, μας χτυπούσαν αλύπητα κι αδιάκριτα όπου τύχαινε.

Στις πλάτες, στα πόδια, στα χέρια, στο κεφάλι, στο πρόσωπο. Όπου νά ‘ταν. Παντού.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *