Το Γκρίζο Κασκόλ – XII

Share

Από μας δε μιλούσε κανένας. Ξαφνιασμένοι όλοι μας προσπαθούσαμε να προφυλαχτούμε όπως-όπως. Εκείνοι ξεφώνιζαν και ούρλιαζαν οργισμένοι. Μας αποκαλούσαν ‘’Βούλγαρους’’ και μας έβριζαν χυδαιότατα.

Το κοκκινωπό δεματάκι του Στρατή είχε γίνει κομμάτια. Λες κι όλη τους η μανία είχε συγκεντρωθεί σ’ αυτό. Και το φύλαγε τόσο πολύ σ’ όλο το ταξίδι ο καημένος ο Στρατής!

Τα γλυκά παξιμάδια που τού ‘χε στείλει πριν λίγες μέρες η μάνα του είχαν σκορπιστεί τρίμματα άμορφα εδώ κι εκεί και είχαν ζυμωθεί με το στείρο αμμόχωμα του ξερονησιού. Τα ρούχα του και οι κάλτσες, που μέρες και νύχτες έπλεκε η δόλια η γριά του στη Λήμνο, είχαν ποδοπατηθεί και μέσα σε δευτερόλεπτα είχαν κομματιαστεί και αχρηστευτεί. Και η ακροτηριασμένη χλαίνη του κείτονταν κι αυτή πιο πέρα, τεμαχισμένη και χωρισμένη σε δυο άμορφα κομμάτια, πεταγμένα το ένα εδώ και το άλλο εκεί, γεμμάτα άμμους και χώματα.

Ένας της φρουράς διέκρινε ανάμεσα στα σκόρπια ρούχα τη φωτογραφία της οικογένειας του Στρατή. Ήταν καρφωμένη και μισόγερτη στο χώμα. Μέσα στις σκόνες διακρίνονταν κάπως πιο καθαρά ο πατέρας του με το ναυτικό του σκούφο στο κεφάλι. Μανιασμένος την άρπαξε με αγριότητα και την έκανε κομμάτια. ‘’Μας έφερες εδώ και το Δημητρώφ’’; ξεφώνησε οργισμένος.

Ο Στρατής, γεμάτος αίματα καθώς ήταν απ’ τα ακατάπαυστα χτυπήματα, δεν μπόρεσε να μιλήσει. Προσπάθησε κάτι να πει αλλά δεν τα κατάφερε. Τα σαγόνια του δεν υπάκουαν πια στις θελήσεις του και το στήθος του, καθώς σπάραζε άρρυθμα, δεν υπηρετούσε τη φωνή του. Μέσα στη συμφορά του, όμως, διέκρινε τη βεβήλωση που γινόταν στην ιερή γι’ αυτόν φωτογραφία των γονιών του και όρμησε, με τη λίγη δύναμη που του είχε απομείνει, να την πάρει και να την σώσει απ’ τα χέρια του ασυνείδητου ακείνου ‘’συναδέλφου’’ του.

Δεν πρόλαβε, όμως. Ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο από μια χοντρή και ευλύγιστη ρίζα σκίνου τον ξάπλωσαν κάτω αναίσθητο και του γέμισε το πρόσωπο και τα ρούχα με αίματα. Θέλησα να τρέξω προς το μέρος του. Δεν τα κατάφερα. Μέσα στην πάλη και στα σπρωξίματα, άλλοι ροπαλοφόροι μπήκαν μπροστά μου και, ανεβοκατεβάζοντας τα ρόπαλά τους, μού ‘κοψαν το δρόμο. Μπερδεύτηκα. Σε κείνη τη φασαρία δεν ήξερες  ποιοι σε δέρνουν και από ποιους να φυλαχτείς. Μόνο φωνές, βρισιές και ξεφωνητά πόνων ακούγονταν παντού. Εκεί που έπεφτα και σηκωνόμουν, έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου. Ο Θανάσης ήταν πεσμένος λίγο πιο πέρα, χτυπημένος στο κεφάλι και στο χέρι. Μερικούς άλλους δίπλα του τους χτυπούσε μια ομάδα στρατιωτών με ρόπαλα, στυλιάρια και χοντρά καλάμια μπαμπού, απ’ τα στηρίγματα των ομαδικών αντίσκηνων. Το Γιώργο, μαζί με μερικούς άλλους τους γρονθοκοπούσαν και τους κλοτσούσαν άλλοι ροπαλοφόροι λίγο πιο πέρα. Ο γύρω χώρος ήταν κατάσπαρτος από χτυπημένους και ματωμένους νεόφερτους συνάδελφους. Λίγοι στέκονταν ακόμη όρθιοι και τρίκλιζαν εδώ κι εκεί. Εγώ, μπλεγμένος ανάμεσα στους άλλους, κατάφερα να ξεφύγω σχεδόν σώος και αβλαβής μέχρι στιγμής, μόνο με κάτι σπρωξίματα και μικροκλοτσιές. Μου φάνηκε πως οι διώκτες μου δε θέλησαν να με κακοποιήσουν. Φώναζαν μόνο νευριασμένοι κι έκαναν πως χτυπούσαν, χωρίς, όμως, να χτυπούν στα σοβαρά. Μάλιστα, σα να άκουσα κάποιον που μού ‘λεγε σκυφτός δίπλα μου, να φωνάζω κι εγώ και να κάνω πως πονάω. Φώναξα μια-δυο φορές και κέρδισα αρκετά. Γλύτωσα πολλές βουρδουλιές. Φαίνεται πως είχα πέσει σε καλά χέρια. Η τύχη μου στάθηκε βουνό.

Έτσι, άθικτος σχεδόν, έφτασα κοντά στο μισολιπόθυμο Στρατή. Ήταν πεσμένος στο αριστερό του πλευρό. Το δεξί του μάγουλο είχε παραμορφωθεί και το μάτι του ήταν κατάμαυρο και πρισμένο. Νόμιζες πως με το παραμικρό θα χυνόταν απ’ την κόγχη του. Το αίμα έτρεχε άφθονο απ’ τις πληγές και απ’ το στόμα του. Τά ‘χασα όταν τον είδα έτσι. Χωρίς να καλοσκεφτώ έβγαλα μια φωνή. ‘’Άδικα, άδικα τον σακατέψατε’’, φώναξα καθώς τον έβλεπα να σπαράζει κουλουριασμένος στο χώμα.

Πέρα απ’ το αρματαγωγό, μια βροντερή και οργισμένη ιαχή ‘’Ά-δι-κα, ά-δι-και’’ ακούστηκε σαν αντίλαλος της δικής μου κραυγής, βγαλμένη ταυτόχρονα από εκατοντάδες στόματα. Η πονεμένη διαμαρτυρία, που ξεχύθηκε σαν κεραυνός απ’ το κατάστρωμα, συντάραξε το νησί και αντιβούιξε μακριά στο πέλαγος.

Ο ρυθμικός, όμως, κρότος της μηχανής της άλλης βάρκας που πλησίαζε στην προκυμαία, φέρνοντας στο ξερονήσι τη δεύτερη φουρνιά από το ΧΙΟΣ, τράβηξε όλη την προσοχή των μανιασμένων στρατιωτών και απέσπασε το μένος τους από μας. Με φωνές και βρισίματα, μας παράτησαν πεσμένους κάτω μισολιπόθυμους κι έτρεξαν οργισμένοι και μαινόμενοι να υποδεχτούν τους άλλους που πλησίαζαν στη στεριά.

Ο Στρατής, καταματωμένος και αναίσθητος, συνέχιζε να σπαράζει στο χώμα. Έσκυψα κοντά του και τον κούνησα ελαφρά. Μισάνοιξε τα μάτια του και τα ξανάκλεισε αμέσως. Η σύντομη ματιά του, αν και μισοσβησμένη, μού ‘δωσε θάρρος. Βιαστικός μάζεψα τα σκόρπια πράγματά του, όσα μαζεύονταν και τα τύλιξα στο μεγαλύτερο κομμάτι της χλαίνης του.

Έτρεξαν και δυο-τρεις άλλοι συνάδελφοι, από κείνους που γλύτωσαν κάπως φτηνά τη μπόρα και μπορούσαν ακόμη να περπατούν και βοήθησαν να μεταφέρουμε το Στρατή πέρα απ’ τον άμεσα επικίνδυνο προς το παρόν χώρο και να τον πάμε λίγο ψηλότερα προς τον καταυλισμό με τα ομαδικά αντίσκηνα. Ήρθε κι ο Γιώργος. Φαινόταν σχετικά γερός. Τον πιάσαμε οι δυο μας προσεχτικά απ’ τις μασχάλες και τον ανασηκώσαμε λίγο για να καθίσει.

Ο Στρατής έβγαλε μια φωνή. Μετά ένα ρόγχο. Δεν μπορούσε να κουμαντάρει καλά το πόδι του το δεξί. Ήταν χτυπημένο άσχημα στο καλάμι. Ήταν πρισμένο και κατάμαυρο. Ένα κομμάτι δέρμα έλειπε κι απ’ την πληγή έτρεχε αίμα άφθονο.

Φοβηθήκαμε μήπως είχε σπάσει το κόκαλο. Του μιλήσαμε. Μήπως ξέραμε και τίποτα από πρώτες βοήθειες! Στο σχολείο μαθαίναμε για τη Ρουθ και τη Ρεβέκκα! Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε. Δεν ξέραμε τι να του κάνουμε.

Για μια στιγμή άνοιξε τα μάτια του. Παρ’ όλους τους πόνους του, μας χαμογέλασε. Του χαμογελάσαμε και μεις. Τα ξανάκλεισε και έγειρε το κεφάλι του. Το ένα του χέρι, το αριστερό, ήταν γδαρμένο στον καρπό και η παλάμη του καταματωμένη και γεμάτη χώματα. Το ρολόι του στο χέρι είχε γίνει κομμάτια. Ήταν τελείως διαλυμένο. Το άλλο του χέρι είχε όλα τα δάχτυλα παραμορφωμένα και κατάμαυρα. Φαίνεται, πως, όταν τον χτυπούσαν στο κεφάλι, έβαλε κάποια στιγμή τα χέρια του για να προφυλαχτεί και το ρόπαλο του τα σακάτεψε. Σ’ αυτό το χέρι, το δεξί, κρατούσε σφιχτά στη χούφτα του ένα κομμάτι απ’ τη σχισμένη φωτογραφία των γονιών του. Ένας άγνωστος συνάδελφος απ’ τους δικούς μας, που κούτσαινε κι αυτός απ’ το δεξί του πόδι και είχε και το αριστερό του αφτί ματωμένο, άνοιξε προσεχτικά τα πρισμένα δάχτυλα του Στρατή, πήρε το κομμάτι της φωτογραφίας απ’ την παλάμη του και, με ευλάβεια και προσοχή, το σκούπισε σιγά-σιγά στο μανίκι του. Διακρίνονταν το κεφάλι και το πάνω μέρος του σώματος του πατέρα του και το κεφάλι μόνο της μητέρας του. Καθάρισε τα πρόσωπα των γονιών του Στρατή απ’ τα χώματα και τα αίματα κι έβαλε το απομεινάρι εκείνο της φωτογραφίας στην αριστερή τσέπη του χιτωνίου του δύστυχου γιου τους. Εκεί ακριβώς πάνω απ’ την καρδιά του, που τώρα σπάραζε απ’ τους πόνους και κούμπωσε το τενεκεδένιο κουμπί της τσέπης.

Σα μας είδε έτσι συγκεντρωμένους γύρω απ’ το Στρατή ένας στρατιώτης της φρουράς, κίνησε σα σίφουνας και, με ακατάληπτες χειρονομίες και δυνατές φωνές, μας έλεγε να διαλυθούμε αμέσως και να φύγουμε από κει. Μας έκανε επίμονα νόημα να προχωρήσουμε αμέσως προς κάποιο απ’ τα πρώτα αντίσκηνα του καταυλισμού.

Όσο μας πλησίαζε, τόσο περισσότερο κουνούσε το ρόπαλο που κρατούσε στα χέρια του κι έρχονταν ταχύτερος και πιο οργισμένος καταπάνω μας. Μόλις ήρθε κοντά μας, δίπλα μας, χωρίς να σταματήσει να κουνάει το ρόπαλό του απειλιτικά, άλλαξε ύφος. Η όψη του ηρέμισε. Καλμάρισε τελείως. Χώθηκε ανάμεσά μας, δήθεν για να μας διαλύσει αλλά, με σιγανή φωνή και βλέμμα γεμάτο συμπόνια, μας είπε.

– Κουράγιο παιδιά. Κουράγιο.

Πλησίασε πιο κοντά στο Στρατή, έσκυψε επάνω του και, πιάνοντάς τον ελαφρά απ’ τον ώμο, του είπε.

– Συγχώρα με, συνάδελφε. Συγχώρα με . . . Συγχωρήστε με παιδιά.

– Μα, εσύ δεν έκανες τίποτα, του είπα με απορία.

– Δεν κάνει διαφορά, φίλε, είπε. Δεν κάνει διαφορά. Απ’ αυτούς είμαι κι εγώ.

Και έδειξε με το γκλοπ που κρατούσε στα χέρια του προς τη θάλασσα, απ’ όπου ερχόταν οι φωνές και τα βογκητά. ‘’Απ’ αυτούς’’, ξαναείπε κι έσκυψε το κεφάλι του χαμηλότερα.

Κάτι ακόμα ήθελε να πει αλλά δεν μπόρεσε. Η φωνή του κόπηκε. Τα μάτια του άστραψαν. Έβγαλε το μαντίλι του να σκουπιστεί αλλά δεν τό ‘κανε. Έσφιξε την καρδιά του. Αντί να το πλησιάσει στα μάτια του, το έδωσε σε μένα.

– Πάρ’ το να τον σκουπίσετε, μου είπε κι έδειξε με το βλέμμα του το Στρατή.

Τον κοίταξα ξαφνιασμένος.

– Πάρ’ το. Μου ξανάπε έντονα και τό ‘βαλε βιαστικά στο χέρι μου. Έκανε μια κίνηση για να φύγει αλλά, πριν βγει απ’ τον κύκλο που είχαμε κάνει γύρω απ’ το Στρατή, κοντοστάθηκε και μας είπε γρήγορα.

– Καλύτερα να τον συνεφέρετε λίγο πριν πάτε στο λοχαγό. Έχετε λίγο νερό; ρώτησε και ξανάβαλε επιδεικτικά τις φωνές. Μας πέταξε μια-δυο βρισιές, φωνάζοντας δυνατά για ν’ ακουστεί κι έφυγε, δήθεν, αγριεμένος προς το μέρος της προκυμαίας. Εκεί που οι συνάδελφοί του υποδέχονταν τη δεύτερη βάρκα.

Πριν φύγει, πρόσθεσε χαμηλόφωνα.

– Να με λέτε, αν θέλετε, Μιχάλη. Έτσι λέγομαι. Μιχάλης.  Άλλοτε, ίσως πούμε περισσότερα.

Εμείς αλληλοκοιταχτήκαμε ξαφνιασμένοι. Πρωτομπαίναμε στην  ατμόσφαιρα της Μακρονήσου!

Η απροσδόκητη υποδοχή μας είχε συγκλονίσει.

Ο Θανάσης συνήλθε πρώτος και ρώτησε βιαστικά.

– Έχει κανένας σας λίγο νερό ρε παιδιά;

Κάποιος απ’ τους παλιούς, απ’ αυτούς που ερχόταν απ’ τις μονάδες των συνόρων, είχε. Εμείς οι νεοσύλλεκτοι δεν είχαμε ούτε παγούρια. Έβγαλε απ’ το σακίδιό του το παγούρι του και μου τό ‘δωσε. Τράβηξα γρήγορα το γκρίζο κασκόλ απ’ το λαιμό μου, μούσκεψα μια άκρη του κι έβρεξα το μέτωπο και το πρόσωπο του φίλου μας. Εκείνος άρχισε να συνέρχεται.

΄Ανοιξε τα μάτια του και μας είδε. Είδε το κασκόλ που κρατούσα στα χέρια μου και τον έβρεχα. Το αναγνώρισε. Φαίνεται πως συγκινήθηκε. Κάρφωσε τα υγρά μάτια του στα χέρια μου, πήρε μια βαθιά αναπνοή σα να αναστέναζε και είπε.

– Κι εδώ ο Αβέρτος; Γεια σου, ρε αθάνατε φίλε. Πάντα θα ζεις.

Και προφέροντας αυτά τα λόγια, ανασηκώθηκε στα πόδια του, λες και η θύμηση του Αβέρτου τού ‘δωσε κουράγιο και δύναμη. Ο Γιώργος τον κράτησε απ’ τις μασχάλες. Έκαναν έτσι μαζί μερικά βήματα. Μετά, τραβήχτηκε απ’ τα χέρια του Γιώργου. Μόνος του προσπαθούσε να σταθεροποιήσει τα βήματά του. Κούτσαινε, έσφιγγε τα δόντια του και προχωρούσε μπροστά. Τον ακολουθήσαμε και μεις. Πηγαίναμε για τον καταυλισμό.

΄Ενας στρατιώτης της φρουράς, που πηγαινοερχόταν μπροστά στα πρώτα αντίστηκα, μας έκανε νόημα να πάμε προς το μέρος του, δείχνοντας με το γυαλιστερό γκλοπ του το διπλανό αντίσκηνο. Μπροστά σ’ αυτό στεκόταν ορθός και βλοσηρός ένας ξεσκούφωτος λοχαγός. Κοίταζε ακίνητος προς τη θάλασσα.

Απ’ την προκυμαία ακούγονταν φωνές, φασαρίες, ξεφωνητά και βογκητά, ανακατεμέννα με τις βρισιές των ροπαλοφόρων και τους κρότους των βενζινομηχανών, που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα κι έφερναν απ’ το ΧΙΟΣ στη στεριά το δύστυχο φορτίο του.

Βαθιά υπόκρουση και πένθιμο φόντο της τραγικής αυτής μουσικής σύνθεσης των μαέστρων της βαρβαρότητας, της απανθρωπιάς και της ασυνειδησίας, ήταν άθελά του και ο βαθύς βόγκος των κυμάτων, που, χωρίς σταματημό κι ανάπαυλα, έφταναν στην ακτή και χτυπούσαν ανόρεχτα και πένθιμα στα κοφτερά και κακοτράχαλα βράχια του τραγικού νησιού.

Η ‘’υποδοχή’’ συνεχιζόταν. Ο λοχαγός παρακολουθούσε.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *