Το Γκρίζο Κασκόλ – VIII

Το Γκρίζο Κασκόλ - VIII
Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VIII

Πρώτος ο Κώστας προσπάθησε να διακόψει την καταθλιπτική σιωπή. Το θύμισμα του λοχαγού του απ’ το Γιώργο, του έδινε την ευκαιρία να πάρει άλλη όψη η κουβέντα τους.

- Πραγματικά, είπε ο Κώστας ξαναπαίρνοντας ύστερα από τόση ώρα το λόγο. Τι κενόδοξος και ρηχός άνθρωπος εκείνος ο λοχαγός! Όταν πήγα να παραδώσω τον οπλισμό μου, τον βρήκα στο βάθος της αποθήκης να γυαλίζει τα αστέρια της χλαίνης του.

- Ωστε τα παραδώσατε και σεις όλα σας τα είδη; Ρώτησε στενοχωρημένα ο Γιώργος και κοίταξε τον Κώστα και το Στρατή στα μάτια.

- Όλα, απάντησε κοφτά ο Στρατής.

- Δεν πέρασαν πολλές μέρες, ύστερα απ’ τη συνάντησή μου με το Μανούση του Α2, συνέχισε ο Κώστας, ενώ όλοι οι συνάδελφοί του έστρεφαν έντονη την προσοχή τους προς το μέρος του κι ένα βράδυ μας ειδοποίησαν να παραδώσουμε τον οπλισμό μας κι όλα τα ατομικά μας είδη εκτός απ’ τα ρούχα μας. Έκανα κι εγώ όπως μας είπαν. Ότι έκανε κι ο Στρατής και οι άλλοι συνάδελφοί μας που βρίσκονται εδώ μέσα. Βάλαμε όλα τα είδη μας σε μια κουβέρτα και τα πήγαμε στην αποθήκη. Την ώρα της παράδοσης, οι Εφοδιασμοί μας έπαιρναν, πέρα απ’ τα είδη που έπρεπε να παραδώσουμε, υποχρεωτικά και ό,τι άλλο καινούριο και καλό τύχαινε να έχουμε. Όπως, χιτώνια, παντελόνια, χλαίνες, πουκάμισα κλπ. Και μας τα άλλαζαν με άλλα παλιά και φθαρμένα, με τη δικαιολογία πως θα μας δώσουν καινούρια στις νέες μονάδες που θα πάμε. Οι αυθαιρεσίες των αποθηκάριων και των διαχειριστών και ο τρόπος συμπεριφοράς τους ήταν άλλο πράγμα. Πόσο χάνει καμιά φορά ο άνθρωπος την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά του για μικροπράγματα!

Κάνοντας, λοιπόν, χρήση κάποιου ‘’κεκτημένου’’ δικαιώματος, οι κύριοι εκείνοι, ‘’τα παιδιά της διαχείρισης’’, μας έγδυναν κυριολεκτικά. Έτσι αποκτήσαμε ετούτα τα κουρέλια, που έχουμε τώρα επάνω μας . . .

Και λέγοντας αυτά, έπιασε με τα δυο του δάχτυλα του δεξιού του χεριού το μανίκι του χιτωνίου του στο αριστερό του μπράτσο και το τίναξε ελαφρά μια-δυο φορές με αηδία, σα να ήθελε να δείξει την ελεεινότητα των ρούχων που φορούσε αλλά και να τινάξει από πάνω του και τη σιχαμάρα που ένιωθε για τους απάνθρωπους και ασυνείδητους συναδέλφους του Εφοδιασμού.

Έκανε ένα αρκετά εκδηλωτικό μορφασμό αποστροφής και συνέχισε.

- Την άλλη μέρα το πρωί, η απλόχωρη και περιποιημένη αυλή του Διοικητηρίου ήταν γεμάτη άοπλους και κακοντυμένους στρατιώτες. Οι καμπυλωτοί και καλοασβεστωμένοι διάδρομοι και τα προσεχτικά στοιχισμένα και ζυγισμένα ωραία διαδρομάκια κλείστηκαν από διπλά ασουλούπωτους φαντάρους. Ένα, γιατί ήμασταν νεοσύλλεκτοι και όχι καλά συμβιβασμένοι ακόμη με το χακί και δεύτερο, γιατί μας είχαν ξαφρίσει, όπως είπαμε, οι εφοδιασμοί απ’ ό,τι καλό και εμφανίσιμο είχαμε στα υπάρχοντά μας. Φαινόμασταν όλοι σαν τάφοι συλημένοι.

Τα κηπάκια με το φρεσκοσκαμμένο καφετί χώμα τους και τα λιγοστά αλλά όμορφα και πολύχρωμα λουλούδια τους, που πολλά απ’ αυτά εδώ στην Αλεξανδρούπολη τα έβλεπα για πρώτη φορά, είχαν κρυφτεί απ’ την πληθώρα των ξεθωριασμένων χιτωνίων και των φαρδιών, τριμμένων και τρύπιων παντελονιών. Η ομορφιά και η χάρη της ολοκάθαρης κι ανθόσπαρτης αυλής, που, παρά το προχωρημένο της εποχής, διατηρούσε το σφρίγος της, είχε σκεπαστεί απ’ την ασχήμια των αποκρουστικών μπερέδων και την κατήφεια των περιφρονημένων στρατιωτών.

Μέσα στην ξεθωριασμένη απεραντοσύνη της ασχήμιας, που σάλευε άκεφη σα βρόμικη λίμνη, μια μόνο μικρή διμοιρία στρατιωτών με δίκοχα ξεχώριζε παραταγμένη επιδεικτικά, μπροστά-μπροστά, κοντά στη μεγάλη κεντρική είσοδο του Διοικητηρίου. Όλοι οι άντρες της ήταν περιποιημένοι, φρεσκοσιδερωμένοι, με καινούρια ρούχα και ολοκαίνουρια σακίδια. Απ’ τη θέση που βρισκόμουνα έβλεπα μόνο τις πρώτες τριάδες. Ήταν όλοι τους σχολαστικά προσεγμένοι και η διμοιρία τους έμοιαζε ανάμεσα στους άλλους εμάς, σαν τη μύγα μες στο γάλα, με αντιστραμμένη την έννοια. Όλοι εμείς, σοκαρισμένοι απ’ τη χτυπητή αντίθεση των συναδέλφων μας αυτών, κρυφοψιθυρίζαμε μονόλογα και καυτούς χαρακτηρισμούς σε βάρος τους και ο καθένας μας κάτι έλεγε πειραχτικό στο διπλανό του γι’ αυτούς.

Τους ψίθυρους και το σούσουρο διέκοψε ο θόρυβος μιας φάλαγγας αυτοκινήτων που πλησίαζε. Τα μάτια όλων στράφηκαν προς την κατεύθυνση απ’ όπου έρχονταν ο κρότος των μηχανών. Σχεδόν αμέσως φάνηκαν τα πρώτα τζέημς στη στροφή του δρόμου και γρήγορα έφτασαν στην πύλη και σταμάτησαν στη σειρά έξω απ’ αυτή και κατά μήκος του μεγάλου δρόμου. Ένα μόνο πέρασε κάτω απ’ την αψίδα της πύλης, προχώρησε λίγο μέσα στο ανοιχτό προαύλιο κι αφού έκανε μια-δυο μανούβρες, γύρισε αντίθετα και σταμάτησε κοντά στα γραφεία του Κέντρου, με πρόσοψη και πάλι προς την πύλη.

Όλη την ώρα, οι αξιωματικοί πηγαινοέρχονταν μπροστά στην αυλή κι όλο μπαινόβγαιναν βιαστικοί στο Διοικητήριο. Ένας αντισυνταγματάρχης φαινόταν πως είχε το γενικό πρόσταγμα. Αυτός που είναι εδώ μαζί μας στο αρματαγωγό κι έχει και τα χαρτιά του Στρατή μαζί του, πρόσθεσε κάπως πειραχτικά.

Αυτό το πήγαινε-έλα των αξιωματικών και η ορθοστασία η δική μας κράτησε ώρες. Είχε περάσει το μεσημέρι. Ο ουρανός καθαρός, με λίγα μόνο ανάλαφρα συννεφάκια σκόρπια εδώ κι εκεί, έδινε στη φύση όψη καλοκαιριού. Ο ήλιος, πότε ολοξάστερος και πότε πλαισιωμένος απ’ τ’ αραιά και ανεπαίσθητα πέπλα των φθινοπωρινών υδρατμών, είχε από ώρα ξεφύγει απ’ την κατακόρυφη θέση του μεσημεριού και είχε πάρει μια ελαφριά κλίση προς τη δύση. Έμεινε εκεί ακίνητος σαν καρφωμένος και παιχνίδιζε ξέγνοιαστος με τα συννεφάκια που τον τριγύριζαν, αλλάζοντας κι αυτά κάθε τόσο σχήματα. Άλλα τον απόφευγαν και άλλα τον πλησίαζαν, πότε αργά και αδιάφορα και πότε γρήγορα και βιαστικά. Μπερδεύονταν μαζί του στην πορεία τους και τον προσπερνούσαν με την ίδια ταχύτητα που τον είχαν πλησιάσει. Κι εκείνος, αψηφώντας τα πουπουλένια προσπεράσματά τους, έστελνε παντού τις ζωηρές του ακτίνες, που βιαστικές κι ολόθερμες τρυπούσαν και ζέσταιναν τα πάντα. Αντανακλούσαν αστραφτερά στα κεραμίδια και στα παράθυρα των κτιρίων, στα τζάμια και στα καμπυλώματα των αυτοκινήτων, στα γυαλισμένα κουμπιά και στ’ αστέρια των αξιωματικών και στα χαρούμενα πρόσωπα των καλοντυμένων στρατιωτών της πρώτης διμοιρίας.

Παρά την προχωρημένη εποχή, ο καιρός τις τελευταίες μέρες ήταν ζεστός κι ευχάριστος και νόμιζες πως ξαναγύρισε η άνοιξη ή το καλοκαίρι.

- Σαν πολύ τσούζει ο ήλιος πάλι σήμερα, είπε ένας συνάδελφος με λεπτοκαμωμένα γυαλιά, που στεκόταν δυο τριάδες μπροστά από μένα και τράβηξε τον πλατύγυρο του τσαλακωμένου εγγλέζικου μπερέ του χαμηλότερα στο μέτωπο.

- Ναι. Περίεργο πράγμα, πρόσθεσε ένα ψηλό γεροδεμένο παιδί με κοντό ξανθωπό μουστάκι, που στεκόταν στην επόμενη τριάδα. Λες και ξαναπάμε πίσω στο καλοκαίρι.

- Προειδοποίηση στους κεχαγιάδες και στους τσομπάνηδες, είπε ένας διπλανός του μελαχρινός με φαρδύ μουστάκι και αδρά χαρακτηριστικά. Τους στέλνει μήνυμα να βιαστούν στο δρόμο τους, όσοι τυχόν έμειναν καθυστερημένοι. Να κατεβάσουν τα κοπάδια τους στα χειμαδιά, όσο μπορούν γρηγορότερα.

- Γιατί; Ρώτησε περίεργος ο στρατιώτης με τα λεπτά γυαλιά, που έδειχνε πως δεν είχε ιδέα από στάνες και κοπάδια.

- Γιατί οι ασυνήθιστες για τούτη την εποχή αχτίνες του ήλιου μιλούν από μόνες τους, απάντησε ο άλλος με το φαρδύ μουστάκι. Ο καιρός θα χαλάσει όπου νά ‘ναι. Και, αν χαλάσει τώρα, θα χαλάσει πλέον για καλά.

- Έτσι ε; Είπε κάπως περίεργα κι ο ψηλός και γεροδεμένος συνάδελφος.

- Δεν ξέρετε τίποτα απ’ τα σημάδια του καιρού; Ρώτησε με απορία ο μελαχρινός με το μουστάκι και τους κοίταξε ερωτηματικά και τους δυο, ζαρώνοντας λίγο τα πυκνά του φρύδια.

- Όχι, απάντησαν ταυτόχρονα και οι δυο μαζί.

- Πού ζείτε βρε παιδιά; Τι επαγγέλεσθε και δεν έχετε καθόλου ιδέα για τη φύση; Ξαναρώρησε πιο περίεργα τώρα ο συνομιλητής τους.

- Φοιτητής μαθηματικών, είπε ο γυαλάκιας. Στο τρίτο έτος, πρόσθεσε λίγο βιαστικά, σα να συστήνονταν.

- Της Γυμναστικής Ακαδημίας, είπε ο άλλος με το ξανθό μουστάκι, παρασυρμένος κάπως απ’ τον προηγούμενο. Δεύτερο έτος, συμπλήρωσε με τον ίδιο ρυθμό.

- Α! Γι’ αυτό δεν γνωρίζετε τίποτα από ήλιους και φεγγάρια, σύννεφα και αέρηδες, είπε απορημένος ο μουστάκιας. Και σας πέρασα και τους δυο για ναυτικούς. Εσείς, όμως, φαίνεστε για αρχιμανδρίτες, για ιερείς του μαντείου των  Δελφών, πρόσθεσε πειραχτικά κι έσπρωξε ελαφρά τους διπλανούς του. Όλοι γέλασαν γύρω του.

- Και συ τι επαγγέλεσαι στον πολιτικό σου βίο συνάδελφε και γνωρίζεις τόσα πολλά για τις μελλούμενες αλλαγές του καιρού; Ρώτησε ο μαθηματικός.

- Τριτοετής της Νομικής, είπε με τη βαριά του φωνή ο μελαχρινός συνάδελφος. Θεσσαλός, όμως κι από γονείς κτηνοτρόφους, πρόσθεσε με κάποια περηφάνια και συνέχισε. Βλέπετε, η κυβέρνηση έβαλε τέρμα στην αναβολή των σπουδαστών κι έτσι, αντί για βιβλία και μελέτες, έχουμε μπερέδες και θεωρίες για τα καθήκοντα του θαλαμοφύλακα, του σκοπού και του σταυλάρχη. Κι είχα δυο μαθήματα να . . .

Τη συζήτηση διέκοψε το παράγγελμα ‘’προσοχή’’, που έδωσε ένας μεγαλόσωμος λοχαγός πάνω απ’ τα σκαλοπάτια της μεγάλης εισόδου του Διοικητηρίου.

Ένα βουητό ακούστηκε ξαφνικά κι όλοι μείναμε ακίνητοι. Αμέσως επικράτησε απόλυτη σιωπή παντού. Ο λοχαγός ξαναφώναξε δυνατά. ‘’Η διμοιρία των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών να προχωρήσει στο πρώτο αυτοκίνητο και να αναχωρήσει για το σιδηροδρομικό σταθμό’’. Κάτι είπε ακόμη στη διμοιρία αυτή, που ήταν παραταγμένη σχεδόν μπροστά του, χωρίς η φωνή του να ακουστεί σε μας. Μετά, οι καλοσιδερωμένοι συνάδελφοι, με τα καινούρια ρούχα και τα κολλαριστά δίκοχα, στο παράγγελμα ενός υπολοχαγού που ήταν επικεφαλής τους και τους συνόδευε, προχώρησαν και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο που είχε περάσει πριν από λίγο μέσα στο στρατόπεδο και τους περίμενε με τη μούρη στραμμένη προς την πύλη. Ένας-ένας άρχισαν να ανεβαίνουν στην καρότσα του. Ο υπολοχαγός στεκόταν δίπλα τους, ώσπου ανέβηκε κι ο τελευταίος στρατιώτης. Μετά, ανέβηκε κι εκείνος μπροστά και κάθισε δίπλα στον οδηγό.

Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν, ανάμεσα στους διαλεχτούς αυτούς στρατιώτες μέσα στην επιλεγμένη ομάδα, που υποτίθεται πως συγκέντρωνε ό,τι καλύτερο είχε να υποδείξει ολόκληρο το ΚΕΝ της Αλεξανδρούπολης, είδα και το Λουλούδια. Μάλιστα, το Λουλούδια. Ανέβηκε κι αυτός καμαρωτός στο τζέημς και πήρε επιδεικτικά θέση στο δεξιό κάθισμα της καρότσας. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ο Λουλούδιας πήγαινε για αξιωματικός! Ο κύριος ‘’Κοτσάνογλου ο Βους‘’ θα ήταν ο αυριανός αξιωματικός του στρατού μας; Διοικητής μονάδας;

Έμεινα κατάπληκτος και συλλογισμένος. Κοίταξα τους τρεις φοιτητές, που έτυχε να γνωρίσω έτσι τυχαία πριν από λίγα λεπτά και που εκείνη τη στιγμή στεκόταν μπροστά μου προσοχή, όπως κι εγώ και όλοι μας, σα να τιμούσαμε αυτούς που ανέβαιναν στο πρώτο αυτοκίνητο και μού ‘ρθε να δακρύσω. Πραγματικά λυπήθηκα, ράγισε η καρδιά μου για όσα έβλεπα γύρω μου.

Για μια στιγμή, σκέφτηκα πως, αν και οι άλλοι λόχοι έκριναν όπως ο δικός μας κι έστελναν κι αυτοί το δικό τους ‘’Λουλούδια’’ να πάρει μέρος σε τούτη τη διμοιρία των επιλέκτων, τότε, βάλτε με το νου σας, τι μπουκέτο με λουλούδια θα έχουμε αύριο για να μας κάνει κουμάντο! Έφριξα . . .

Προσπάθησα, όμως, γρήγορα να διώξω τη σκέψη αυτή απ’ το μυαλό μου. Προσπάθησα να σκεφτώ κάτι άλλο. Κάτι ανακουφιστικό. Δεν τα κατάφερα, όμως, απόλυτα. Ο νους μου είχε κολλήσει σα μαγνήτης στη ζοφερή πραγματικότητα. Κι ο λοχαγός δεν έλεγε να δώσει το παράγγελμα της ‘’ανάπαυσης’’.

Θυμήθηκα τον ταχυδρόμο, το ντόμινο, τον ‘’άριστο λοχαγό’’, το λοχία Μαρώνη, τον ανθυπολοχαγό Μανούση . . . Κοίταξα το θλιβερό θέαμα των συναδέλφων που με περικύκλωναν από παντού στην ανοιχτή πλατεία του Διοικητηρίου κι έμεινα σαν απολιθωμένος. Χωρίς να το θέλω, γύρισα τα μάτια μου κυκλικά κι είδα τους συναδέλφους μου, που στέκονταν γύρω μου ακίνητοι όπως κι εγώ. Μού φάνηκαν όλοι τους μεγάλοι σα γίγαντες, που όλο και μεγάλωναν και ογκώνονταν περισσότερο και μ’ έσφιγγαν. Μ’ έσφιγγαν από παντού. Το βλέμμα μου σταμάτησε και καρφώθηκε πάνω στους τρεις φοιτητές. Τους αγκάλιασε και τους έσφιξε ζεστά. Ένιωθα ένα αβάσταχτο πόνο να πιέζει την καρδιά μου. Οι στιγμές μου φάνηκαν αιώνες. Ο πόνος με συνέθλιβε. Δεν άντεχα άλλο. Γεμάτος απόγνωση, γύρισα το κεφάλι μου αλλού. Πέρα προς την πύλη. Μισογύρισα και το κορμί μου, χαλώντας κάπως τη στάση της προσοχής. Ξαναείδα το Λουλούδια καθισμένο στο τζέημς, έτοιμο να φύγει για το σταθμό και μού ‘ρθε να βγάλω μια φωνή. Συγκρατήθηκα. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Τι ωφελεί η δική μου η κραυγή σκέφτηκα και ξανάπεσα σε συλλογισμούς εκεί κάτω απ’ τις καυτές ακτίνες του ήλιου και σε στάση προσοχής. Ήθελα να βρω μια εξήγηση. Να δώσω κάποια απάντηση στον εαυτό μου.

Πολλές θλιβερές σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή η μια πίσω απ’ την άλλη απ’ το μυαλό μου. Ξαναμπερδεύτηκαν στους συλλογισμούς μου οι τρεις φοιτητές που στέκονταν στη γραμμή εκεί μπροστά μου. Γύρισα το βλέμμα μου κι αυτό σταμάτησε επάνω τους. Τους κοίταξα με συμπόνια. Στεκόταν και οι τρεις τους ακόμη προσοχή. Τελείως ακίνητοι. Η στενοχώρια μου, αντί να υποχωρεί, φούντωνε περισσότερο. Και οι στιγμές ήταν τόσο βραδυκίνητες!!

Για να ανακουφίσω και να απαλύνω τη θλίψη μου, παραδέχτηκα για μια στιγμή, πως κάποιο αθώο και τελείως άδολο λάθος θα έγινε απ’ τους αρμόδιους κατά την κρίση των υποψηφίων. Δεν ήθελα να παραδεχτώ, πως το τερατώδες αυτό λάθος έγινε εσκεμμένα, από υστεροβουλία και προμελέτη. Θα έγινε, έλεγα, από κάποια απροσεξία. Ίσως εκ παραδρομής ή από επιπολαιότητα. Πιθανόν από έλλειψη στοιχειώδους προσοχής κάποιου αρμόδιου στην κλίμακα της διαδικασίας της επιλογής. Έτσι πέρασε κατά λάθος  κι ένας ανάξιος εκεί που δεν του ταίριαζε. Άλλωστε, πάντοτε γίνονται λάθη, ξανασκέφτηκα κάπως συμβιβαστικά. Και στο κάτω-κάτω, είπα μέσα μου, δε χάλασε ο κόσμος, αν ένας ‘’Λουλούδιας’’ ξεγλίστρησε και ξέφυγε απ’ τα πρώτα κόσκινα της επιλογής. Υπάρχουν κι άλλα παρακάτω.

Παρ’ ότι, όμως, προσπαθούσα με κάθε τρόπο να παραδεχτώ την ασυμβίβαστη αυτή περίπτωση, σαν κάτι το όχι και τόσο σπουδαίο και να την συμβιβάσω στο μυαλό μου, επιστρατεύοντας με βιασύνη διάφορα ελαφρυντικά, δεν το κατάφερνα. Δεν μπορούσα να ηρεμήσω έστω και για λίγο και μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ, πως όλοι αυτοί οι κακοντυμένοι συνάδελφοι που περίμεναν στην αυλή, θάλασσα ολόκληρη, για να ανεβούν στα αυτοκίνητα ήταν χειρότεροι απ’ το ‘’Λουλούδια’’. Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω, πως όλοι εκείνοι, που ώρες τώρα με περικύκλωναν όρθιοι, ήταν κατώτεροί του και γι’ αυτό το λόγο πήγαιναν ομαδικά για άλλες ‘’ειδικότητες’’, ενώ ο ακατονόμαστος εκείνος χαρακτήρας κρίθηκε ανώτερός τους και πήγαινε για αξιωματικός! Μήπως προϊστάμενος της Επιτροπής είναι ο Γραβός; Αναρωτήθηκα.

Γιατί, είναι αλήθεια πως μέχρι προ λίγου, αν και είχα ορισμένες αντιρρήσεις, στην ουσία πίστευα πραγματικά πως, όσους ξεχώρισα χθες στην αυλή του Διοικητηρίου και όσοι είμαστε σήμερα εδώ μέσα στο αμπάρι του ΧΙΟΣ, προοριζόμαστε όλοι μας για διάφορες ειδικότητες και πάμε σε κατάλληλα Κέντρα της Αττικής για ειδίκευση.

Εκεί, όρθιος μέσα στον ήλιο και σε στάση προσοχής, αναρωτήθηκα αρκετές φορές. Γιατί, άραγε, να φεύγουμε μόνο εμείς, ενώ οι άλλοι συνάδελφοί μας παραμένουν στους λόχους και συνεχίζουν τα γυμνάσια; Είμαστε τόσο έξυπνοι εμείς και τόσο καθυστερημένοι εκείνοι; Για μια στιγμή, επικράτησε κάπως στη σκέψη μου η άποψη αυτή. Δικαιολόγησα, δηλαδή, λίγο-πολύ την υπεροχή μας, γιατί όλοι σχεδόν οι φοιτητές και τα εγγράμματα παιδιά των λόχων ήταν μαζί μας. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, με κολάκεψε ενδόμυχα το βιαστικό μου αυτό συμπέρασμα, το απέρριψα σχεδόν αμέσως σαν απαράδεχτο και εγωιστικό κι άλλαξα γνώμη. Τι ξέρεις, είπα, τι γίνεται; Εδώ υπάρχει σωστή οργάνωση και άριστη πειθαρχία. Τι θέλεις και σχολιάζεις τέτοια ζητήματα; Εδώ είναι στρατός. Εδώ ισχύει κάτι περίπου σαν το ‘’πίστευε και μη ερεύνα’’. Δηλαδή, στάσου προσοχή και μη ζητάς να μάθεις πώς και γιατί.

Τις σκέψεις μου αυτές διέκοψε και πάλι η δυνατή φωνή του μεγαλόσωμου λοχαγού, που, ανεβασμένος πάνω στο ψηλότερο σκαλοπάτι της εισόδου του κτιρίου, έδωσε το παράγγελμα ‘’ημιανάπαυσις’’ και άρχισε ονομαστικό προσκλητήριο που κράτησε κάμποση ώρα.

Ήμασταν, βλέπεις, πάρα πολλοί. Μετά, διέταξε να αρχίσει η επιβίβασή μας στα αυτοκίνητα.

Μια-μια οι παράξενες διμοιρίες μας άρχισαν να περνούν την πύλη, να βγαίνουν στο δρόμο και να επιβιβάζονται στα τζέημς, που ήταν εκεί σταματημένα κοντά στην αψίδα της κεντικής εισόδου, κατά μήκος του δρόμου, σε μακριά σειρά το ένα πίσω απ’ το άλλο και μας περίμεναν.

Δεν είχαμε διμοιρίτες, λοχίες ή άλλους επικεφαλής. Ήμασταν μόνοι μας. Σαν ορφανοί και έρημοι. Σαν διωγμένοι.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ

  1. Το Γκρίζο Κασκόλ - XIII (January 18, 2012)
    Ο στρατιώτης με το γκλοπ μας πλησίασε. Όλοι μαζί πλησιάσαμε τον ξεσκούφωτο λοχαγό. Εκείνος, χωρίς να μας δώσει καμιά απολύτως σημασία και, χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του απ’ το θέαμα της υποδοχής που τόσο επίμονα παρακολουθούσε, μας έκανε νόημα με το χέρι του να προχωρήσουμε πιο πέρα. Συμμορφωθήκαμε με το κέλευσμά του και προχωρήσαμε στο διπλανό αντίσκηνο. Κι εδώ μας περίμενε άλλος λοχαγός, πιο βλοσηρός και πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Καθόταν σαν κέρβερος στην καρέκλα του. Το τραπέζι του μπροστά του ήταν γεμάτο χαρτιά και φακέλους. Μόλις πλησιάσαμε κοντά του, έδωσε ένα απότομο παράγγελμα ‘’προσοχή’’, που μας ξάφνιασε και μας άφησε όλους ‘’κόκαλο’’. Οι πόνοι κατασούβλισαν τα σακατεμένα κορμιά μας.
  2. Το Γκρίζο Κασκόλ - XII (January 15, 2012)
    Το βουητό της πολυκοσμίας με μιας είχε σβηστεί πάνω σ’ ολόκληρη την απλοχωριά του καταστρώματος. Η θλιβερή πραγματικότητα είχε βουβάνει τα πάντα. Όλοι ήμασταν πελαγωμένοι. Χαμένοι στις αχανείς σκέψεις μας. Το καράβι σφύριξε δαιμονισμένα δυο φορές κι ο ήχος της σειρήνας του ξανάφερε και πάλι όλους και τους χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες, κρύους και παγωμένους, στο κατάστρωμα. Συνήλθαμε απ’ τις ζοφερές σκέψεις μας, μόλις ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας τρύπησε βιαστικός και οξύς σαν κοφτερό βέλος τα τύμπανά μας.
  3. Το Γκρίζο Κασκόλ - XI (January 11, 2012)
    - Έχουν περάσει 22 χρόνια περίπου από τότε που βρεθήκαμε ξαφνικά μεσοπέλαγα μέσα στ’ αμπάρι του ΧΙΟΣ, διηγείται ο Κώστας σε μια ομάδα εξόριστων στη Γυάρο, που έφτασαν στο νησί πριν λίγες μέρες, σταλμένοι εδώ απ΄τη χούντα της 21ης Απριλίου. Όλοι τους θύματα της καινούριας λαίλαπας, που ξαφνικά σάρωσε και πάλι τούτον τον τόπο, ξαναζούν τη μαρτυρική ζωή της εξορίας. Αρπάχτηκαν όλοι, χωρίς κανένα λόγο απ’ τα σπίτια τους, απ’ τις οικογένειές τους κι απ’ τις δουλειές τους και κλείστηκαν εδώ σε τούτο το ξερονήσι, χωρίς κανένα οίκτο, χωρίς καμιά δίκη, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά, χωρίς καμιά ελπίδα απελευθέρωσης.
  4. Το Γκρίζο Κασκόλ - X (January 8, 2012)
    - Λοιπόν, σας έλεγα, άρχισε ο Κώστας, πως περιμέναμε όρθιοι πάνω στα τζέημς. Κάποτε δόθηκε η διαταγή και ξεκίνησε το πρώτο αυτοκίνητο. Ακολούθησαν τα άλλα. Η μεγάλη φάλαγγα άφησε πίσω το διοικητήριο. Βγήκε απ’ την περιοχή του Κέντρου και μπήκε στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Τα κτίρια του Διοικητηρίου μίκραιναν σιγά-σιγά πίσω μας. Πριν πάρουμε την πρώτη στροφή δεξιά, βλέπω στο βάθος, μέσα στο επικλινές ανοιχτό πεδίο ασκήσεων που χρησιμοποιούσαν καθημερινά οι λόχοι για τα γυμνάσιά τους, ένα στρατιώτη με δυο στρογγυλά σιδερένια μπετόνια βενζίνης στα χέρια, να έρχεται απ’ την κατεύθυνση του Εφοδιασμού Καυσίμων που ήταν χαμηλά στην πλαγιά και να προχωρεί κατά μήκος του δρόμου. Ερχόταν ίσια προς τη φάλαγγα των αυτοκινήτων.
  5. Το Γκρίζο Κασκόλ - IX (January 6, 2012)
    Ο Κώστας, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στην κρύα ράχη του άρματος, σταμάτησε να μιλά. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η λύπη του φαινόταν έντονη στο πρόσωπό του. Κοίταξε ερωτηματικά τους συναδέλφους του, κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα και ρώτησε. Γιατί όμως; Ξανακλείστηκε και πάλι στις σκέψεις του, σα να έψαχνε την απάντηση στο ερώτημά του και συνέχισε σε λίγο, κουνώντας με δύναμη το χέρι του, σα να ήθελε να υπογραμμίσει τα λόγια του.
  6. Το Γκρίζο Κασκόλ - VIII (January 3, 2012)
    Πρώτος ο Κώστας προσπάθησε να διακόψει την καταθλιπτική σιωπή. Το θύμισμα του λοχαγού του απ’ το Γιώργο, του έδινε την ευκαιρία να πάρει άλλη όψη η κουβέντα τους. - Πραγματικά, είπε ο Κώστας ξαναπαίρνοντας ύστερα από τόση ώρα το λόγο. Τι κενόδοξος και ρηχός άνθρωπος εκείνος ο λοχαγός! Όταν πήγα να παραδώσω τον οπλισμό μου, τον βρήκα στο βάθος της αποθήκης να γυαλίζει τα αστέρια της χλαίνης του. - Ωστε τα παραδώσατε και σεις όλα σας τα είδη; Ρώτησε στενοχωρημένα ο Γιώργος και κοίταξε τον Κώστα και το Στρατή στα μάτια. - Όλα, απάντησε κοφτά ο Στρατής.
  7. Το Γκρίζο Κασκόλ - VII (December 31, 2011)
    Αλήθεια, τι έγινε με το λοχαγό σας Κώστα; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αργύρης. Σου σκορπίσαμε πολύ το θέμα. Για πες μας, σε ξανακάλεσε στο γραφείο του, ύστερα απ’ όσα συνέβησαν με την ιστορία του Ρούπελ; - Μπράβο λοχία που το θυμήθηκες, είπε ο Γιώργος. Εμείς, κουβέντα στην κουβέντα παραξεφύγαμε απ’ το δρόμο μας. Με το να θέλουμε να πούμε ο καθένας τα δικά του, απομακρυνθήκαμε πολύ. Χάσαμε τελείως τα ίχνη. - Μα, εγώ σας είπα πως παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτησή σας και δεν θέλω να χάσω τη συνέχεια. Το είδατε και σεις πώς ξανοίχτηκε το πράγμα και το όνειρο του Στρατή έμεινε στη μέση.
  8. Το Γκρίζο Κασκόλ - VI (December 29, 2011)
    Οι δυο φίλοι, καθισμένοι πάνω στα κρύα σίδερα του αλυσοδεμένου άρματος στις χοντρές ράγες του αμπαριού, συνέχιζαν χαμηλόφωνα τη συζήτησή τους, ενώ οι άλλοι δυο συνάδελφοί τους, πεσμένοι μπρούμυτα δίπλα τους, κοιμόταν αμέριμνοι για την ώρα. Το ΧΙΟΣ συνέχιζε το ταξίδι του. Αραιά και πού, κανένα φουσκωμένο κύμα, ξεχασμένο απομεινάρι της φοβερής χθεσινοβραδινής τρικυμίας, χτυπούσε απέξω τα πλευρά του. Οι επιβάτες του, όμως, ύστερα απ’ το ολονύχτιο πανδαιμόνιο που πέρασαν, δεν έδιναν πια και μεγάλη σημασία σε μικροπράγματα. Τέτοια μικροτραντάγματα τώρα δεν τα υπολόγιζαν. Τα άφηναν να περνούν απαρατήρητα. Γι’ αυτό κι όλοι οι στρατιώτες, ξαπλωμένοι εδώ κι εκεί, ησύχαζαν σα ναρκωμένοι.
  9. Το Γκρίζο Κασκόλ - V (December 23, 2011)
    Ο ρυθμικός κρότος των δεκανικιών του Γιάννη φτάνει οξύς και διαπεραστικός στα αφτιά του. Αντιβουίζει μέσα στα σιδερένια τοιχώματα του απέραντου αμπαριού και του τρυπά τα τύμπανα. Παράξενες σκιές χορεύουν γύρω του. Το όραμα του Δημήτρη, που με δεμένα πισθάγκωνα τα χέρια ζητωκραυγάζει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα . . . Οι φωνές των μελλοθάνατων, που αγέροχοι, γεμάτοι θάρρος κι αυταπάρνηση ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο . . . Ο κρότος των πολυβόλων . . . ο ρόγχος των κουφαριών που σπαράζουν στο χώμα καταματωμένα. . . το γυρτό σώμα του πατέρα του, που με δυσκολία κρατιέται πάνω στα παραμορφωμένα απ’ τα κρυοπαγήματα πόδια του . . . Η στεγνή, βασανισμένη όψη της χαροκαμένης μάνας του, που προβάλλει βουβή και θλιμμένη μέσα στο μαύρο πλαίσιο της κατάμαυρης μαντίλας της . . . Ο ξάδερφός του ο Αντώνης και μια σειρά παλικαριών . . .
  10. Το Γκρίζο Κασκόλ - IV (December 19, 2011)
    ‘’Δυο άντρες’’! Και τότε στο λόχο και πριν λίγο στην τρικυμία και τώρα στην κοιλιά του αμπαριού αντηχούν στ’ αφτιά του με την ίδια ένταση εκείνα τα λόγια του πατέρα του. Είχε γίνει, λοιπόν, κι αυτός άντρας! Πόσο παράξενα αλλά και πόσο ωραία βγήκαν απ’ τα χείλη του πατέρα του οι δυο εκείνες λέξεις! Έτσι τού ‘ρθε τότε που τις άκουσε, να γυρίσει πίσω και να ξαναφιλήσει το γερο-πατέρα του κι άλλη μια φορά, που, έτσι επίσημα τώρα πια, τον παραδέχονταν για άντρα. Δεν τό ‘κανε, όμως, γιατί δεν ήθελε να προσθέσει κι άλλη συγκίνηση στην τόση που κατείχε και βασάνιζε όλους εκείνη τη στιγμή. Προτίμησε να συγκρατηθεί και να φανείς ‘’άντρας’’.
  11. Το Γκρίζο Κασκόλ - III (December 15, 2011)
    Τα μικρά φιλιστρίνια, που ήταν αραδιασμένα στη σειρά και στις δυο πλευρές του αμπαριού, πάνω-πάνω ψηλά κοντά στο ταβάνι, ξεχώριζαν τώρα μέσα στο μισοσκόταδο και θολά ξεπρόβαλαν από ψηλά σαν παράξενα μάτια κάποιου απόκοσμου στοιχειού. Άλλοτε λαμπύριζαν κι άλλοτε έσβηναν με μιας, καθώς το πλοίο ανασηκώνονταν στον ορίζοντα ή χάνονταν απότομα στα βάθη των κυμάτων. Άλλοτε πάλι, φάνταζαν σαν τεράστιες βεντούζες κάποιου θαλασσινού τέρατος, που είχε τυλίξει με τα τεράστια πλοκάμια του το αρματαγωγό και πότε τό ‘σφιγγε, προσπαθώντας να το λιώσει μέσα στη φριχτή αγκαλιά του και πότε χαλάρωνε το σφίξιμο και χάνονταν τα ίχνη των πλοκαμιών από πάνω του.
  12. Το Γκρίζο Κασκόλ - II (December 11, 2011)
    Γαντζωμένοι στα εσωτερικά πλευρά του κήτους, στα πλαϊνά πατάρια και στις σιδερόσκαλες του αμπαριού ή σκαρφαλωμένοι στις χοντρές αλυσίδες των τανκς ή πάνω στα φτερά και στις καρότσες των φορτηγών αυτοκινήτων με τους πολυψήφιους αριθμούς και τα χτυπητά κεφαλαία διακριτικά Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός), που, αλυσοδεμένα εδώ κι εκεί, στέκονταν βουβά και βαρύγδουπα στο απέραντο πάτωμα του αρματαγωγού, οι φαντάροι κοίταζαν με άχρωμο βλέμμα το αρμυρό νερό, που όλο και ανέβαινε ψηλότερα μέσα στο αμπάρι, παρ’ ότι όλες οι πόμπες του καραβιού δούλευαν ασταμάτητα και πάσχιζαν να κρατήσουν τη στάθμη του όσο γινόταν χαμηλότερα. Ο θόρυβος αυτός των αντλιών και τα τριξίματα των γάντζων, που προσπαθούσαν, σε κάθε ανεβοκατέβασμα του πλοίου, να συγκρατήσουν τα τανκς και τα αυτοκίνητα σταθερά στις θέσεις τους, σκορπούσαν περισσότερη τρομάρα μέσα στο καράβι κι έκαναν πιο αισθητή και πιο χειροπιαστή τη μανία των κυμάτων, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τη δεινή θέση του αρματαγωγού.
  13. Το Γκρίζο Κασκόλ - I (December 9, 2011)
    Εκκωφαντιντικός αντήχησε ο κρότος της χοντρής καδένας της άγκυρας, που, σα δαιμονισμένη, ξετυλίγονταν τώρα απ’ τα πελώρια σιδερένια καρούλια, τα στημένα, όγκοι ολόκληροι, πάνω στο στενό και μυτερό κατάστρωμα της πλώρης. Η θεόρατη άγκυρα, με το πάτημα ενός μοχλού πάνω απ’ την καμπίνα της γέφυρας, είχε αφεθεί ελεύθερη και τώρα έπεφτε ακάθεκτη στο νερό. Έσκιζε με ορμή τη γκριζοπράσινη επιφάνεια της καλμαρισμένης κάπως τώρα θάλασσας και τραβούσε ολοταχώς για το βυθό, παρασύροντας πίσω της μ’ αστραπιαία γρηγοράδα, τους χοντρούς σιδερένιους χαλκάδες της σκουριασμένης απ’ τον καιρό και την αρμύρα αλυσίδας της.

Alekos Agelidis

About Alekos Agelidis

Ο Αλέκος Αγγελίδης γεννήθηκε στο Κίτρος Πιερίας όπου και τελείωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο στην Κατερίνη και την Πάντειο στην Αθήνα. Ήρθε στην Αυστραλία μαζί με τη σύζυγό του Δήμητρα το 1954 και απέκτησαν δύο γιους, τους Νίκο και Βασίλη.

Από τα μαθητικά του χρόνια άρχισε να κάνει φροντιστήρια σε συμμαθητές του αλλά και σε μαθητές ανωτέρων τάξεων και τότε εξέδωσε τα πρώτα του βοηθήματα μαθηματικών και φυσικοχημείας. Συνέχισε με τα φροντιστήριά του για εισαγωγικές εξετάσεις σε Πανεπιστήμια μέχρι τον ερχομό του στην Αυστραλία.

Έχει γράψει 22 βιβλία ποικίλου περιεχομένου, διάφορες άλλες διατριβές και πληθώρα άρθρων. Το δίτομο βιβλίο του ‘’Αναδρομή στην Ιστορία της Μακεδονίας’’ θεωρήθηκε στην Ελλάδα σαν το καλύτερο ιστορικό βιβλίο της χρονιάς, στο οποίο υποδείκνυε τη θέση ‘’Λουλούδια’’ της πριοχής Κίτρους, όπου και έγιναν ανασκαφές, μετά το θάνατό του και βρέθηκε μεγάλος Βυζαντινός Ναός, χτισμένος πάνω σε αρχαία ερείπια. Οι ανασκαφές μέχρι στιγμής έχουν σταματήσει εδώ.

Επίσης, ο κρατικός Οργανισμός ΕΟΜΜΕΧ στην Ελλάδα εξέδωσε το τεχνικό του βιβλίο, ‘’Ξύλινη Σκεπή. Κοπή και συναρμολόγηση’’, το οποίο έβαλε για διδακτική ύλη σε Πολυτεχνεία και Τεχνικές Σχολές. Πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από την Αμερική για τον Τριχοτόμο, Πεντοτόμο γωνίας κ.λ.π. Και άλλες εφευρέσεις. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Κίτρος, η οδός Αγίου Κωνσταντίνου μετονομάσθη σε οδό Αλέκου Αγγελίδη. Όταν πλησίαζε ο θάνατός του ( 8/7/1993), έλεγε. «Δεν λυπάμαι που θα πεθάνω, αλλά έχω πολλή δουλειά ακόμη.»


Australia, Greek, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Permalink

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>