Το Γκρίζο Κασκόλ – X

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος X

Λοιπόν, σας έλεγα, άρχισε ο Κώστας, πως περιμέναμε όρθιοι πάνω στα τζέημς. Κάποτε δόθηκε η διαταγή και ξεκίνησε το πρώτο αυτοκίνητο. Ακολούθησαν τα άλλα. Η μεγάλη φάλαγγα άφησε πίσω το διοικητήριο. Βγήκε απ’ την περιοχή του Κέντρου και μπήκε στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Τα κτίρια του Διοικητηρίου μίκραιναν σιγά-σιγά πίσω μας. Πριν πάρουμε την πρώτη στροφή δεξιά, βλέπω στο βάθος, μέσα στο επικλινές ανοιχτό πεδίο ασκήσεων που χρησιμοποιούσαν καθημερινά οι λόχοι για τα γυμνάσιά τους, ένα στρατιώτη με δυο στρογγυλά σιδερένια μπετόνια βενζίνης στα χέρια, να έρχεται απ’ την κατεύθυνση του Εφοδιασμού Καυσίμων που ήταν χαμηλά στην πλαγιά και να προχωρεί κατά μήκος του δρόμου. Ερχόταν ίσια προς τη φάλαγγα των αυτοκινήτων. Το μέρος εκείνο απείχε αρκετά απ’ τα γύρω κτίρια του Κέντρου κι ήταν έξω απ’ τις περιοχές των λόχων, γι’ αυτό και μού ‘κανε εντύπωση η παρουσία στρατιώτη και μάλιστα με δυο μεγάλα μπετόνια βενζίνης στα χέρια του σε τόσο απομακρυσμένο σημείο και τέτοια ώρα. Άρχισα να τον προσέχω καλύτερα, μια και δεν είχα και τίποτ’ άλλο πιο ενδιαφέρον να κάνω. Άλλωστε, παρατηρώντας τον, απασχολούσα και το μυαλό μου αλλού και μετρίαζα κάπως τη θλίψη μου. Απ’ το περπάτημά του και το γενικό σουλούπι του, μου φάνηκε σα γνωστός. Αλλά η μεγάλη απόσταση που μας χώριζε δε μ’ άφηνε  ακόμη να συμπεράνω τίποτα με σιγουριά. Εκείνος, με τα μπετόνια στα χέρια και το κεφάλι κατεβασμένο, προχωρούσε διαρκώς στην κουραστική ανηφοριά. Κρατούσε το κεφάλι του συνέχεια σκυφτό, λες και τό ‘κανε επίτηδες ή λες κι είχε αφοσιωθεί πραγματικά στο ρυθμό του βήματός του. Έκανε λίγα βήματα ακόμη στη σκιά του πρώτου δέντρου που συνάντησε πάνω σε μια ελαφριά στροφή του δρόμου, άφησε κάτω τα μπετόνια και κάθισε στο ένα απ’ αυτά για να ξεκουραστεί. Έβγαλε το χιτώνιό του και τό ‘ριξε στο κεφάλι του, σκεπάζοντας το σβέρκο και τους ώμους του, σα νά ‘ταν Φαραώ της Αιγύπτου ή κάποιος τιτλούχος του. Το καμουφλάζ αυτό τον έκανε πιο πολύ αγνώριστο. Η απόσταση, όμως, που μας χώριζε λιγόστευε γρήγορα, γιατί η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωρούσε με κάποια ταχύτητα.

Όταν τα πρώτα αυτοκίνητα πλησίασαν κοντά του, πέταξε το χιτώνιο απ’ το κεφάλι του, πήδησε πάνω στο ένα μπετόνι του και όρθιος από κει ψηλά παρακολουθούσε ασταμάτητα τις μεγάλες καρότσες που τον προσπερνούσαν, μιλώντας και κουνώντας συνέχεια τα χέρια του. Κάθε τόσο τέντωνε το λαιμό του και ύψωνε το κεφάλι του ανήσυχα. Ήταν φανερό πως έψαχνε επίμονα με το βλέμμα του ανάμεσα στους όρθιους στρατιώτες προσπαθώντας κάποιον να δει.

Το αυτοκίνητό μας είχε πλησιάσει κοντά τώρα και μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του. Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν αναγνώρισα τον Αβέρτο. Μάλιστα. Αυτός ήταν πάνω στο μπετόνι και χαιρετούσε αδιάκοπα τους στρατιώτες, καθώς τα αυτοκίνητα περνούσαν γραμμή και με αρκετά ελαττωμένη ταχύτητα από μπροστά του.

Για μια στιγμή, ένα ελαφρό κορνάρισμα του οδηγού μας τον έκανε να στρέψει το πρόσωπό του προς το μέρος μας. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν με μιας. Τα μάτια του άστραψαν. Πήδησε σαν ελατήριο απ’ το μπετόνι κι έτρεξε προς το αυτοκίνητο, που είχε φτάσει σχεδόν μπροστά του, φωνάζοντας και κάνοντας απανωτά νοήματα στον οδηγό να σταματήσει. Ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε. Ίσως να ήταν κι αυτός γνωστός του, γιατί ο Αβέρτος γνώριζε σχεδόν όλο τον κόσμο στο Κέντρο και τον γνώριζαν επίσης όλοι οι παλιότεροι εκεί μέσα. Ίσως και να είχε προσυνεννοηθεί μαζί του.

Πίσω μας σταμάτησε ολόκληρη η υπόλοιπη φάλαγγα.

– Κάνε γρήγορα, βρε μυστήριε χαρακτήρα, τού ‘πε δυνατά και γελώντας ο οδηγός, ενώ ελάττωνε την ταχύτητα, πατώντας ελαφτά το φρένο.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε κι ο οδηγός μ’ ένα πήδημα βγήκε απ’ την καμπίνα του κι άνοιξε το καπό της μηχανής, για να ελέγξει, δήθεν, κάποια μικρή ανωμαλία που διαπίστωσε ξαφνικά. Σκαρφάλωσε στη μπροστινή ρόδα, χώθηκε κάτω απ’ το ανοιχτό καπό κι έσκυψε το κεφάλι του πάνω στη σταματημένη μηχανή.

Ο Αβέρτος, όλος χαρά, άρπαξε βιαστικός με τα δυο του χέρια το ένα μπετόνι του και, σηκώνοντάς το σαν πούπουλο, το έφερε στην άκρη του δρόμου και το έβαλε δίπλα στο αυτοκίνητο. Ακριβώς κάτω από μένα. Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε πάνω του και με γρηγοράδα σκαρφάλωσε στα πλευρά της καρότσας.

– Γεια σας παιδιά, φώναξε δυνατά. Γεια σου Κώστα και στο καλό, στο καλό, συνέχισε και άρπαξε τα χέρια μου, που κι εγώ βιαστικά τα είχα απλώσει προς το μέρος του. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες.

– Πώς από δω, βρε θηρίο; τον ρώτησα περίεργος. Πώς τα κατάφερες και βγήκες έξω απ’ το στρατόπεδο τέτοια ώρα;

– Ας είναι καλά τούτα τα δυο μπετόνια, είπε βιαστικά και γελώντας κι έδειξε τα δυο δοχεία που ήταν στο έδαφος. Μου τα δάνεισε με την πρώτη κουβέντα ένας καλός φίλος. Ο οδηγός του ταγματάρχη του Α2. Του τα ζήτησα προχθές το βράδυ, μόλις έμαθα ότι θα φύγετε. Τα είχα κρυμμένα πίσω στα μαγειρεία, έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο. Τώρα λοιπόν, κάνω πως φέρνω καύσιμα από κει κάτω απ’ τον εφοδιασμό –κι έστρεψε αμέσως με γρηγοράδα το βλέμμα του προς το μέρος του μεγάλου κτιρίου- ενώ ταυτόχρονα χαμογελούσε με ξέχωρη ικανοποίηση για το σόφισμά του, κλείνοντας και το μάτι του πονηρά.

– Κομπίνα ε; ρώτησε κάποιος διπλανός μου.

– Κομπίνα, απάντησε γελώντας. Ήρθα να σας πω ένα αντίο, ρε παιδιά. Στο κάτω-κάτω, δε βλάφτουμε και κανένα. Άλλωστε, ποιος θα ελέγξει τέτοια ώρα τέτοιες αθώες μικρολεπτομέρειες; Κι αν κανενός το μάτι σκαλώσει προς τα δω, μάλλον θα λυπηθεί ένα φουκαρά βαρυφορτωμένο μέσα στη ζέστη φαντάρο, που κουβαλάει στα χέρια και από τόσο μακριά δυο μπετόνια βενζίνας για το καλό . . . της υπηρεσίας. Αλλά και αν ελέγξουν, θα πω πως ο οδηγός του ταγματάρχη με παρακάλεσε να του φέρω αυτά τα δυο μπετόνια στο λόχο και να του κάνω χάρη. Αν ρωτήσουν κι αυτόν και πει άλλα, τότε θα πω πως δεν κατάλαβα τι μου είπε και άδικα κουβαλάω από τέτοια απόσταση τόσο βάρος. Ύστερα, ξέρουν και το ‘’ποιον του Αβέρτου’’ . . . κι αυτό, ξέρεις, ωφελεί στην περίπτωση . . .

Όλοι γέλασαν με το κόλπο του, ενώ στο βάθος εκτιμούσαν και θαύμαζαν την τόση επιμονή του, για να μας δει και να μας αποχαιρετήσει.

Ο Αβέρτος συνέχισε, δείχνοντας τα μπετόνια της βενζίνης.

– Και μη νομίσετε πως είναι γεμάτα. Ας καμώνομαι εγώ πως τα κουβαλάω με δυσκολία. Άδεια είναι και τα δυο.

– Γεια σου, ρε συνάδελφε, τού ‘πε ο ψηλόσωμος Θεσσαλός, ο φοιτητής της Νομικής, που πριν από λίγο μιλούσε για τον καιρό και τα κοπάδια. Έχεις ψυχή λεβέντικη.

– Είσαστε και σεις λεβέντες, όλοι καλά παιδιά, ρε φίλε, γι’ αυτό τό ‘κανα. Αξίζετε τον κόπο. Αξίζετε πολύ περισσότερα, απάντησε ο Αβέρτος, με ύφος και φωνή που δεν είχαν καμιά σχέση με τη φωνή και το ύφος του Αβέρτου που ξέραμε ως τώρα στο λόχο. Το βλέμμα του άστραφτε. Η καρδιά του σκιρτούσε και τα μάτια του ήταν έτοιμα να δακρύσουν.

– Έχετε κουράγιο παιδιά κι όλα θα πάνε καλά, συνέχισε με σταθερή φωνή. Όλα θα περάσουν. Κρατάτε ψηλά το κεφάλι κι έχετε δύναμη στην ψυχή. Ζείτε πάντα δυνατά. Ζείτε για πάντα. Αν ζει κανείς με σκέψη μόνο για σήμερα, δε θα αντέξει ούτε ως αύριο.

– ‘’Πάντα θα ζει’’, φώναξε κάποιος μέσα απ’ το αυτοκίνητο, που θυμήθηκε φαίνεται εκείνη τη στιγμή τη γνώριμη φράση του Αβέρτου.

– ‘’Πάντα θα ζει’’, φώναξε και κείνος χαρούμενος και, με μια ενθουσιώδη και αυθόρμητη χειρονομία, μού ‘δωσε τούτο το γκρίζο κασκόλ. Πάρ’ το, Κώστα, μου είπε απλώνοντας το χέρι του προς το μέρος μου. Πάρ’ το να με θυμάσαι. Τι ξέρεις; Εκεί που πας, ίσως το χρειαστείς εσύ περισσότερο από μένα που μένω εδώ. Πάρ’ το. Μου τό ‘στειλε η μάνα μου πριν λίγες μέρες. Είναι απ’ τα χέρια της. Δεν το φόρεσα ακόμη. Έχει και τα αρχικά του ονόματός μου με μπλε κλωστή πλεγμένα. Να, δες τα. Και, σα να προσπαθούσε να με πείσει να το πάρω, ξεδίπλωσε τη μια άκρη του και ξεπρόβαλαν τρια κεφαλαία γράμματα Π.Θ.Ζ.

– Είναι το όνομά μου, συνέχισε. Παναγιώτης Θωμά Ζαβέρτης. Πάντα θα ζει, επανέλαβε δείχνοντας ένα-ένα τα τρία γράμματα με το δάχτυλό του. Αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, άπλωσε τα χέρια του και το πέρασε βιαστικός στο λαιμό μου. Μ’ αγκάλιασε σφιχτά, όσο του επέτρεπαν τα παραπέτα της καρότσας κι έγυρε το κεφάλι του στον ώμο μου. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Την ώρα εκείνη μου ψιθύρισε με φωνή σταθερή στο αφτί μου. Είμαι φοιτητής Χημείας. Το θείο μου τον σκότωσαν οι Γερμανοί με τους δικούς μας σ’ ένα μπλόκο στην Καισσαριανή και τον πατέρα μου οι Εγγλέζοι με τους ίδιους δικούς μας στην Αθήνα στα Δεκεμβριανά. Ο ξάδερφός μου σκοτώθηκε στο βουνό, στη μάχη του Μπέλες. Έπεσε δίπλα στον καπετάν Δρόσο, τον ξάδερφό σου. Τον είχε καπετάνιο. Ήταν ο Αρτέμης. Ο καπετάν Αρτέμης. Κάποτε θα βρούμε τους τάφους τους. Θα πάμε μαζί. Τότε θά ‘ρθουν κι άλλοι μαζί μας. Πολλοί άλλοι. Θα τους πάμε λουλούδια. Τουλάχιστο λουλούδια. Αυτά που δεν τους πήγαμε ως τώρα . . .

Παρ’ ότι χαλάρωσε το σφίξιμο, η φωνή του ήταν ζεστή. Ένιωθα τη συγκίνησή του. Συγκινήθηκα κι εγώ. Έσφιξα, όμως, την καρδιά μου κι έσφιξα τον Παναγιώτη όσο μπορούσα περισσότερο πάνω μου. Ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς του δυνατούς να χτυπούν το στήθος μου και να κεντρίζουν τη δική μου καρδιά.

– Κουράγιο, μπόρεσα και του είπα.

– Απ’ αυτό άλλο τίποτα, ψιθύρισε και τραβήχτηκε κάπως από κοντά μου. Και με ύφος ηρεμότερο και προσποιητά εύθυμο, πρόσθεσε. Τώρα κάνουμε την παλαβή εδώ, μήπως και γλυτώσουμε καμιά βαρύτερη φουρτούνα κι έκλεισε και πάλι πονηρά το μάτι του.

Αμέσως έδωσε άλλο τόνο στη φωνή του και είπε κάπως φιλοσοφικά και πονηρά μαζί.

– Το λυγερό καλάμι., αδέρφι, λυγάει στην ορμή του μανιασμένου αέρα. Ορθώνεται, όμως και πάλι μόλις ο αέρας κοπάσει. Καλύτερα να μας περνούν εμάς για ελαφρούς και να αποδείχνονται εκείνοι ελαφρότεροι, παρά να κάνουμε τον έξυπνο όταν δεν πρέπει και να πατήσουμε καμιά πεπονόφλουδα, πρόσθεσε ξανακλείνοντας και πάλι, όπως συνήθιζε, ιδιότροπα το μάτι του, σα νά ‘θελε να πει. Κατάλαβες; Άδικο έχω;

Ξανά μ’ έσφιξε βιαστικά κοντά του και μου ψιθύρισε στ’ αφτί.

– Σας πηγαίνουν στο Μα . . .

Ένας δυνατός, όμως, μεταλλικός κρότος, που σαν δαιμονισμένος αντήχησε ξαφνικά εκείνη τη στιγμή, σκέπασε τη φωνή του και δεν μπόρεσα να πιάσω τα λόγια του. Ο οδηγός κατέβασε απότομα το καπό της μηχανής και τό ‘κλεισε με δύναμη. Το καμπυλωτό μεταλλικό κάλυμμα χτύπησε ορμητικά στη βάση του και ο διαπεραστικός του χτύπος δόνησε ολόκληρο το αυτοκίνητο. Ο κρότος του αντιλάλησε σ’ ολόκληρο το άνοιγμα της πλαγιάς, σκεπάζοντας τα πάντα με την οξύτητά του.

– Κρίμα που δεν άκουσες και τα υπόλοιπα, είπε ο Γιώργος. Θα ξέραμε . . . ή μάλλον θα ξέρατε σίγουρα για πού . . .

– Τι κρίμα; Γιατί; διέκοψε ο Στρατής. Αυτό που άκουσε φτάνει. Τα λέει όλα καθαρά. Πάμε στο Μαραθώνα. Καλά σας έλεγα εγώ πως έχουν φτιάξει τώρα και κει κέντρα εκπαίδευσης.

Ο Κώστας, αγνοώντας επίτηδες τα λόγια του Στρατή, συνέχισε.

– Ο δυνατός κι απότομος θόρυβος παρέλυσε για λίγο τ’ αφτιά μου και μ’ έκανε να σφιχτοκλείσω απότομα και άθελά μου για μια στιγμή τα μάτια μου. Όταν τ’ άνοιξα, είδα τα μάτια του Παναγιώτη κατακόκκινα και υγρά. Δυο δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Τον ξανάσφιξα κοντά μου. Δεν θέλησα να τον ξαναρωτήσω. Δεν είχα το κουράγιο. Αλλά κι αν το είχα, δε θα ήθελα να τον στενοχωρήσω περισσότερο. Εκείνος, σα ντροπιασμένος, τραβήχτηκε λίγο και σκουπίστηκε βιαστικός.

Εκείνη τη στιγμή πήδησε κι ο οδηγός κάτω απ’ τη μπροστινή ρόδα, όπου ήταν ως τώρα σκαρφαλωμένος, σκούπισε τα χέρια του μ’ ένα κομμάτι βρόμικο στουπί στριφογυρίζοντάς το όσο πιο αργά γίνονταν ακόμη μερικές φορές στα δάχτυλά του, σα να προσπαθούσε να δώσει περισσότερο χρόνο στον Παναγιώτη, για να δει και να χαιρετίσει τους φίλους του. Μετά, το έκανε ένα κουβαράκι και το πέταξε μακριά πέρα στο δρόμο. Με αργές κάπως κινήσεις, άνοιξε την πόρτα της καμπίνας του και, καθώς ανέβαινε και πάλι στο τιμόνι του, ρώτησε με μια αοριστία, σα να μην απευθυνόταν σε κανένα.

– Είναι εντάξει ο Αβέρτος; Τελειώσαμε;

– Είσαι λεβεντιά, ρε αλεπού, του απάντησε ο Παναγιώτης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ. Οδηγάρα με τα όλα της, συνέχισε στο παλιό του ύφος, κολακεύοντας τις αξίες του οδηγού. Και καρδιά, κήπος της Εδέμ, που λένε, πρόσθεσε κι έκανε μια κίνηση του χεριού του, σα να τον χαιρετούσε στρατιωτικά, δείχνοντάς του έτσι ξεκάθαρα τη διάχυτη ικανοποίησή του και την ευγνωμοσύνη του για την κατανόηση που έδειξε.

– Γεια σου Παναγιώτη, του είπα με δυσκολία από συγκίνηση και τον κράτησα σφιχτά απ’ τον ώμο. Καταλάβαινα πως δε θα μπορούσα να πω περισσότερα.

– Γεια σου Κώστα. Γεια σας παιδιά. Γεια σας. Γεια σας. Στο καλό . . .

Και, λέγοντας αυτά, πήδησε μ’ ένα σάλτο κάτω απ’ τα πλευρά της καρότσας και βρέθηκε στο δρόμο.

Ο οδηγός ξανάβαλε μπρος στη μηχανή, ελευθέρωσε το φρένο και το αυτοκίνητο συνέχισε και πάλι το δρόμο του.

Πίσω μας ακολούθησαν και τ’ άλλα αυτοκίνητα.

Ο Παναγιώτης Ζαβέρτης στεκόταν ορθός εκεί, ανάμεσα στα δυο μπετόνια, κολόνα αλύγιστη ψυχικής δύναμης και καθάριας ανθρωπιάς και κουνούσε ασταμάτητα τα χέρια του. Μας αποχαιρετούσε. Αποχαιρετούσε όλους τους στρατιώτες, όλους τους συναδέλφους του, που τους έπαιρνε τώρα μακριά απ’ το Κέντρο η φάλαγγα των αυτοκινήτων.

Γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταζα συγκινημένος. Πήρα το κασκόλ, που μόλις πριν λίγες στιγμές μου είχε δέσει στο λαιμό και το ανέμισα έντονα, σφίγγοντάς το πιο δυνατά στο χέρι μου. Φαίνεται πως το ξεχώρισε ανάμεσα απ’ τα τόσα χέρια και τους ξεθωριασμένους μπερέδες που κουνιόταν και ανέμιζαν πάνω στο αυτοκίνητό μας και τον χαιρετούσαν με συγκίνηση. Πήδησε πάνω σ’ ένα μπετόνι του κι άρχισε και πάλι να κουνάει τα χέρια του με περισσότερη δύναμη.

Λίγο παρακάτω, όμως, στη βάση του πρώτου λόφου, ο δρόμος έστριβε δεξιά κι έτσι γρήγορα έχασα απ’ τα μάτια μου το μόνο και μοναδικό φίλο όλων μας.

Έσφιξα την άκρη του κασκολιού με τα τρία γράμματα στη χούφτα μου και άθελά μου ψιθύρισα αυθόρμητα: ‘’Πάντα θα ζει’’.

Και πραγματικά, πάντα θα ζει στην ψυχή μου ο πραγματικός εκείνος φίλος.

– Τέτοιοι χαρακτήρες, βέβαια, πάντα θα ζουν, είπε ο ψηλόσωμος Θεσσαλός συνάδελφος, που στεκόταν δίπλα μου στην ανοιχτή καρότσα και με χτύπησε με κατανόηση στην πλάτη προσθέτοντας. Θα τον θυμάμαι πάντοτε το φίλο σου, το φίλο μας, έτσι κεφάτο, αγέροχο και θαρραλέο, να μας χαιρετά όρθιος πάνω στο μπετόνι του. Μπράβο του. Μπράβο καρδιά κι αισθήματα.

– Κρίμα! . . . και δεν τον είχαμε εκτιμήσει και μεις όσο έπρεπε ως τώρα, πρόσθεσε αργά-αργά, γεμάτος τύψεις και μεταμέλεια.

Με λίγη παραπάνω ταχύτητα που ανέπτυξε ο οδηγός μας, φτάσαμε τα μπροστινά αυτοκίνητα που είχαν κάπως απομακρυνθεί στο μεταξύ από μας και ξαναενώθηκε και πάλι ολόκληρη η φάλαγγα. Προχώρησε έτσι ενωμένη, σα μαυρόσκουρο φίδι ανάμεσα στους χαμηλούς λοφίσκους, που, αδιάφοροι για το δικό μας φευγιό, απλώνονταν ξέγνοιαστοι δεξιά κι αριστερά σ’ όλο το άνοιγμα του ορίζοντα και βιαστική πήρε την πρώτη στροφή δεξιά. Μετά, τη δεύτερη. Κι ύστερα βγήκε απ’ τα λοφάκια. Τότε, φάνηκε πέρα μακριά η θάλασσα και σε λίγο η περιοχή του λιμανιού και τα πολύχρωμα σπίτια της πόλης. Πάνω απ’ τις σκεπές τους ξεπρόβαλε στο βάθος ο σκούρος γκριζωπός όγκος της γέφυρας του ΧΙΟΣ. Πολλοί χάρηκαν στο αντίκρισμά του. Έτσι τουλάχιστον έδειξαν τα ξεφωνητά των στρατιωτών του δικού μας και των κοντινών αυτοκινήτων. Μάλιστα, κάποιος είπε. ‘’Σώθηκαν τα ψέμματα, παιδιά. Πάμε για τον Πειραιά κι από κει Α-θή-να’’. Όλοι άρχισαν να μιλούν με ευθυμία και ζωηράδα για τη μεγάλη και ξακουστή πρωτεύουσα. Ο καθένας τη φανταζόταν στο μυαλό του όπως την ήθελε και όπως του άρεσε να είναι. Μάλιστα, πολλοί δεν δίστασαν να εξωτερικέψουν τις σκέψεις τους και τις φαντασίες τους με φωνασκίες ή με λιγόλογες αλλά εντυπωσιακές περιγραφές. Άσχετες, φυσικά, με την πραγματικότητα, οι οποίες, όμως, έδειχναν το μέγεθος του ενθουσιασμού τους και των ψευδαισθήσεών τους. Άλλοι, οι τάχα ‘’περπατημένοι’’, υποδείκνυαν στους άλλους, τους ‘’αβγαλτους’’, τι να προσέχουν όταν πατήσουν το πόδι τους στους πολυσύχναστους δρόμους της και άλλοι, οι ‘’πεπειραμένοι’’ συνιστούσαν στους ‘’άπειρους’’ πού να πάνε και τι να κάνουν, μόλις φτάσουν στην τόσο ξακουστή εκείνη μεγαλούπολη που θα αντίκριζαν για πρώτη φορά.

Με τις κουβέντες και τις αυθαίρετες περιγραφές, δεν καταλάβαμε πότε πλησιάσαμε τις παρυφές της πόλης. Άλλωστε και η απόσταση αυτή δεν είναι και πολύ μεγάλη.

Το δικό μας αυτοκίνητο ήταν στη μέση περίπου της φάλαγγας. Ίσως και λίγο πιο πίσω. Όταν πλησιάσαμε στα πρώτα αραιά σπίτια της πόλης, οι στρατιώτες απ’ τα πρώτα αυτοκίνητα άρχισαν να τραγουδούν. Δεν ξέρω αν αυτό το έκαναν αυθόρμητα μόνοι τους ή αν τους διέταξαν να τραγουδήσουν. Το τραγούδι τους πέρασε γρήγορα και στα επόμενα αυτοκίνητα, ήρθε και στο δικό μας και προχώρησε και προς το τέλος, ώσπου απλώθηκε σ’ όλη τη φάλαγγα. Βούιζε ο τόπος. Ο αέρας φυσούσε ελαφρά απ’ την πόλη προς το μέρος μας κι έφερνε δυνατούς και καθαρούς τους ήχους του τραγουδιού των πρώτων αυτοκινήτων και τους πήγαινε ακμαίους και ξεκάθαρους σ’ όλο το μήκος της φάλαγγας, Έτσι, παρασυρμένοι απ’ τα τραγούδια και τα εμβατήρια, χαρούμενοι σα σύνολο και με κάποιο στιγμιαίο κέφι, μπαίναμε στην πόλη. Οι φωνές μας σκέπαζαν το βουητό και το θόρυβο των αυτοκινήτων και η ατμόσφαιρα τραντάζονταν από ενθουσιασμό.

Όταν, όμως, τα πρώτα αυτοκίνητα, παίρνοντας τη στροφή αριστερά, γύριζαν προς το κέντρο της πόλης και χάνονταν ανάμεσα στα πυκνά σπίτια, τότε έπαψε το χαρούμενο αντιβούισμα και δεν ακούγονταν άλλο τα εύθυμα τραγούδια των επιβατών τους. Αντί για εμβατήρια κι ενθουσιώδεις τόνους, άρχισαν να φτάνουν στ’ αφτιά μας παράξενες και συγκεχυμένες φωνές. Κάτι σα διαμαρτυρία. Σαν οχλαγωχία.

Τα περίεργα αυτά ξεφωνητά έκοψαν την ορμή μας και μάραναν τον ενθουσιασμό μας, που προς στιγμή μας είχε κυριολεκτικά κυριέψει. Χαμηλώσαμε και μεις τις φωνές μας και σχεδόν αμέσως διακόψαμε τελείως το τραγούδι, για να μπορέσουμε ν’ ακούσουμε καθαρότερα τι γίνεται και να αντιληφθούμε τι συμβαίνει.

Γρήγορα, η σιωπή αυτή απλώθηκε σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη φάλαγγα. Κανένας δεν έβγαζε μιλιά. Όλοι μισοκρατούσαν και τις ανάσες τους. Μόνο ο βόγκος των μηχανών και ο θόρυβος των τροχών των αυτοκινήτων ακούγονταν και πάλι έντονος σ’ ολόκληρο το μήκος του δρόμου. Η σιωπή και η αγωνία, άλλοτε τον μεγάλωνε κι αυτόν κι άλλοτε πάσχιζαν να τον καταπιούν και να τον εξαλείψουν τελείως. Σ’ αυτό βοηθούσαν και οι μπερδεμένες φωνές και το βουητό που έφερνε ο ανάλαφρος αέρας απ’ την πόλη.

Έτσι, με κλειστά τα στόματα, κρατημένη την ανάσα και τα αφτιά τεντωμένα προς την πόλη, προχωρήσαμε για λίγο, ώσπου πήραμε κι εμείς τη στροφή αριστερά και μπήκαμε στο μεγάλο δρόμο που τραβούσε για την πλατεία και το λιμάνι. Μας ακολουθούσαν τα άλλα αυτοκίνητα.

Πραγματικά, ξαφνιαστήκαμε όταν είδαμε ένα μεγάλο πλήθος κόσμου να κατακλύζει και τις δυο πλευρές του δρόμου και να φωνάζει δυνατά και οργισμένα καθώς περνούσαν ανάμεσά του τα αυτοκίνητά μας. Δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε και ο ένας κοίταζε τον άλλο με απορία, προσπαθώντας να μαντέψει κάτι. Οι κραυγές του πλήθους έφταναν στ’ αφτιά μας συγκεχυμένες. Όσο προχωρούσαμε, όμως, ξεκαθάριζαν περισσότερο. Σύντομα, μέσα στο βοητό και στις φωνές του κόσμου ξεχώριζε και επικρατούσε μια κραυγή: ‘’Άδικα, άδικα’’.

Το αυτοκίνητό μας, συνεχίζοντας πάντα το δρόμο του και ακολουθώντας τη φάλαγγα, μπήκε ανάμεσα στο πλήθος. Πίσω μας έρχονταν και τα άλλα τζέημς. Κανένας δεν τραγουδούσε πια απ’ τους επιβάτες τους. Όλοι οι στρατιώτες, σιωπηλοί και απορημένοι, κοίταζαν δεξιά κι αριστερά και προσπαθούσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να μαντέψουν τι συμβαίνει. Κόσμος πολύς, μαζεμένος και στις δυο πλευρές του δρόμου, κατέκλυζε τα πεζοδρόμια. Άντρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, κοπέλες, γέροι και γριές, άνθρωποι κάθε ηλικίας είχαν ξεχυθεί στο δρόμο και κοίταζαν αγριεμένοι τα αυτοκίνητα που περνούσαν. Μπακάληδες, μικροπωλητές, καταστηματάρχες, πωλήτριες, υπάλληλοι, άφησαν τις δουλειές τους και θορυβημένοι και ξαναμμένοι στεκόταν μπροστά στις βιτρίνες και στις πόρτες των μαγαζιών τους, κουνούσαν τα χέρια τους βίαια, χειρονομούσαν νευριασμένα και φώναζαν: ‘’Άδικα, άδικα’’.

Το πλήθος γίνονταν πυκνότερο και φαίνονταν πιο εξαγριωμένο όσο πλησιάζαμε προς το κέντρο της πόλης και προς το λιμάνι. Όλοι απ’ τα πεζοδρόμια έστρεφαν τα ξαναμμένα μάτια τους με έκδηλο ενδιαφέρον προς το μέρος μας. Άλλοι σήκωναν τα χέρια τους και κουνώντας τα εμφαντικά μας χαιρετούσαν. Άλλοι μας φώναζαν ‘’στο καλό’’. Άλλοι προσπαθούσαν να δουν τους οδηγούς των αυτοκινήτων και τους οπλισμένους συνοδηγούς, για να τους μουντζώσουν κατευθείαν ή να τους βρίσουν κατάμουτρα. Κι όλοι μαζί φώναζαν δυνατά και φαίνονταν να διαμαρτύρονταν για μας που φεύγαμε.

Ο μεγάλος θόρυβος των αυτοκινήτων, που πήγαιναν τό ‘να κοντά στο άλλο, συγχαίονταν με τις οργισμένες φωνές του πλήθους και δε μας άφηναν να ξεχωρίσουμε καλά τα λόγια τους. Μια κραυγή, όμως, ξεχώριζε καθαρά και επικρατούσε πάνω σ’ όλες τις φωνές και δονούσε την ατμόσφαιρα: ‘’Ά-δι-κα, ά-δι-κα’’.

Η αστυνομία, με κράνη και όπλα, είχε πιάσει όλα τα σταυροδρόμια.

Δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε. Η φάλαγγα στο μεταξύ προχωρούσε. Διέσχιζε τον κεντρικό δρόμο και κατέβαινε προς τη θάλασσα. Έφτασε και μπήκε στον περιφραγμένο χώρο του λιμανιού. Εδώ δεν υπήρχε κόσμος. Μόνο οι οπλισμένοι στρατιώτες της στρατιωτικής αστυνομίας είχαν πιάσει τα πόστα. Όλος ο χώρος της προκυμαίας άδειος. Παντού ησυχία. Μερικά στρατιωτικά αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα στο βάθος αριστερά, ανάμεσα σε μεγάλους σωρούς από κιβώτια, σκεπασμένα με γκριζοπράσινους μουσαμάδες, που είχαν κι αυτοί με μεγάλα χοντρά γράμματα τα αρχικά του στρατού ‘’Ε.Σ.’’. Όλα στέκονταν εκεί κρύα και βουβά.

Τα δικά μας αυτοκίνητα σταμάτησαν σε σειρές το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς να μας επιτραπεί να κατεβούμε απ’ αυτά. Όρθιοι όλοι εκεί πάνω στις ανοιχτές καρότσες των τζέημς, μπροστά στον επιβλητικό όγκο του αρματαγωγού, που μας περίμενε ψυχρό και αδιάφορο, νιώθαμε κάποιο ανεξήγητο δέος και κάτι το ακαθόριστο και το τυραννικό έσφιγγε τις καρδιές μας. Αλληλοκοιταζόμασταν με απορία και δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε την παράξενη αυτή συμπεριφορά του πλήθους.

Ένας συνάδελφος, τύπος αστείος, που στεκόταν τελευταίος στην καρότσα του αυτοκινήτου μας και κρατιόταν μισοκρεμασμένος απ’ το σίδερο της τελευταίας αψίδας, είπε για μια στιγμή με κάποιο χιούμορ.

– Γιατί φωνάζουν ‘’άδικα, άδικα’’; Μήπως, βλέποντας τις φάτσες μας, κατάλαβαν πως δεν πρόκειται να μάθουμε τίποτα στις σχολές ειδικοτήτων που μας στέλνουν και μαζεύτηκαν έτσι σωρηδόν να μας πουν πως άδικα θα ξοδευτούν για μας οι φόροι τους;

Όλοι μισογέλασαν ανόρεχτα εκτός από ένα ψηλό στρατιώτη του διπλανού αυτοκινήτου, που με το μπόι του ξεχώριζε μια πιθαμή πιο πάνω απ’ τα κεφάλια των άλλων. Αυτός άκουσε το αστείο με ψυχρότητα και, χωρίς να γελάσει καθόλου, είπε αργά και με κάποιο σκεπτικισμό.

– Αυτό το σκοπό έχει άραγε το βροντερό ‘’ά-δι-κα’’ τόσου κόσμου; Μιας πόλης ολόκληρης; Ή μήπως αυτοί ξέρουν πολύ περισσότερα από μας;

Η φωνή, όμως, ενός καλογυαλισμένου υπολοχαγού, ο οποίος ξεπρόβαλε στο φτερό του ακραίου τζέημς της πρώτης σειράς και διέταξε να αρχίσει η αποβίβαση απ’ τα αυτοκίνητα, τον διάκοψε.

– Κατέλθετε και συνταχθείτε, φώναξε δυνατά και νευριασμένα ο υπολοχαγός. Κάθε τμήμα μπροστά στο αυτοκίνητό του, συνέχισε επιτακτικά. Οι οδηγοί να παραμείνουν στις θέσεις τους. Το ίδιο και οι συνοδοί.

Συμμορφωθήκαμε όλοι μας με τη διαταγή του. Σε λίγο, τα άδεια αυτοκίνητα, ένα-ένα, έκαναν λίγο λοξά όπισθεν και μετά πήραν τη στροφή δεξιά και βγήκαν στο δρόμο. Επέστρεφαν στη βάση τους.

Εμείς μείναμε εκεί παραταγμένοι κατά διμοιρίες μέσα στον απομονωμένο χώρο του λιμανιού. Μπροστά μας, βουνό ολόκληρο, ορθώνονταν το ΧΙΟΣ.

Ξεκρεμάσαμε τα σακίδια απ’ τους ώμους μας και τα αφήσαμε κάτω μπροστά στα πόδια μας. Ορισμένοι είχαν κι ένα ή και δυο έξτρα μπογαλάκια με λιγοστά μικροπράγματα, δεμένα σε μεγάλα μαντίλια, πετσέτες ή και χρωματιστά πανιά. Να, σαν κι αυτά που επιπλέουν ακόμη κάτω στα βρόμικα νερά του αμπαριού. Τα απίθωσαν κι αυτά όλοι πάνω ή δίπλα στα σακίδιά τους.

Εδώ, στο χώρο του λιμανιού, στον ξεκομμένο κι απομονωμένο απ’ την πολυκοσμία της πόλης, δεν ακούγονταν τίποτ’ άλλο εκτός απ’ το σπάσιμο των κυμάτων στην τσιμεντένια προβλήτα, το χαρακτηριστικό φύσημα του αέρα, τις φωνές των γλάρων και το συνηθισμένο βουητό της θάλασσας. Από μας δεν μιλούσε κανένας. Όλοι, εκστατικοί και με κάποιο δέος, κοιτάζαμε την τεράστια μπροστινή πόρτα του καραβιού, που, σα θεόρατο ορθάνοιχτο στόμα κάποιου φριχτού κήτους, περίμενε ανυπόμονη για να μας καταπιεί όλους.

Κάπου-κάπου, έφταναν στ’ αφτιά μας, πότε ανεπαίσθητες και σβησμένες και πότε ξεκάθαρες και ζωηρές και οι φωνές του πλήθους. Το ρυθμικό ‘’Ά-δι-κα’’, αν και ατονότερο και αραιότερο τώρα, αντηχούσε ακόμη στους δρόμους της πόλης.

Μερικές γυναίκες, λίγες στην αρχή, πλησίασαν την περιοχή του λιμανιού και, πάνω απ’ τα φράγματα ή ανάμεσα απ’ τα σιδερένια κιγκλιδώματα, έδιναν στους φαντάρους των τελευταίων διμοιριών, που ήταν σταματημένοι εκεί κοντά τους, φρούτα, κουλούρια, μπισκότα και άλλα μικροπράγματα. Γρήγορα οι λιγοστές γυναίκες έγιναν πολλές. Ο κόσμος έξω απ’ την περιοχή του λιμανιού γίνονταν περισσότερος και τα κουλούρια και τα φρούτα που περνούσαν τη σιδερένια περίφραξη πλήθαιναν. Άρχισαν έτσι, από χέρι σε χέρι, να φτάνουν και στις πρώτες διμοιρίες. Περίεργο όμως. Απ’ όλες εκείνες τις γυναίκες, τα κορίτσια και τους άντρες, που ήταν ανεβασμένοι στις γύρω περιφράξεις ή σκαλωμένοι στα σιδερένια κιγκλιδώματα, κανένας δεν φώναζε. Σχεδόν ούτε μιλούσαν. Όλοι τους ήταν σιωπηλοί και μονάχα φρόντιζαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν προς το βάθος της πληθώρας των στρατιωτών τα μικροπράγματα που κρατούσαν στα χέρια τους και τα οποία δεν είχαν  τελειωμό.

Ξαφνικά κι εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βγήκε απ’ το ορθάνοιχτο στόμα του καραβιού μια μεγάλη ομάδα οπλισμένων στρατιωτών της στρατιωτικής αστυνομίας. Όλοι είχαν άσπρες εξαρτήσεις και άσπρες θήκες πιστολιών. Φορούσαν θαλασσιά καλύμματα στα πηλήκιά τους και θαλασσιά περιβραχιόνια. Σ’ αυτά ήταν ασπροκεντημένα και ευδιάκριτα τα γράμματα Ε.Σ.Α.. Μόλις βγήκαν στην προκυμαία, έτρεξαν βιαστικοί προς τον ανοιχτό περίβολό της. Με ξεφωνητά και απειλές απομάκρυναν τις γυναίκες και τους άλλους πολίτες πέρα απ’ τα κάγκελα που περιέκλειαν το χώρο του λιμανιού και στάθηκαν, ζωντανή διαχωριστική γραμμή, ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μας τους στρατιώτες.

Ο υπολοχαγός της συνοδείας μας, φωνάζοντας δυνατά, διέταξε ‘’προσοχή’’, ‘’αναλάβατε’’ και ‘’βάδην εμπρός’’. Όλοι πήραμε τα σακίδια και τα μπογαλάκια μας και προχωρήσαμε αρκετά βήματα μπροστά. Πλησιάσαμε πολύ κοντά στο πλοίο. Συσπειρωθήκαμε όλοι μπροστά στην πόρτα του, έτσι που να απομακρυνθούν οι τελευταίοι όσο γίνονταν περισσότερο απ’ τα κάγκελα και τους πολίτες.

Ο κόσμος έμεινε μακριά πίσω μας και δεν ήταν δυνατό να προωθήσει άλλο τα δώρα του. Σιγά-σιγά, οι περισσότεροι απ’ τους πολίτες έφυγαν. Λίγοι έμειναν ως το τέλος, για να παρακολουθήσουν βουβοί το δράμα μας. Ανεβασμένοι στα κάγκελα της περιοχής, μας κοίταζαν αμίλητοι. Τα λυπημένα βρέμματά τους έλεγαν πολλά, τα οποία εμείς, δυστυχώς, τότε δεν καταλαβαίναμε όσο έπρεπε.

Εκείνοι ήξεραν. Εμείς δεν ξέραμε.

Ο λαός πάντα κάτι μυρίζεται. Κάτι προαισθάνεται, είπε ο Θανάσης. Ακόμη κι αν δεν μπορεί να πει με ακρίβεια ποιο είναι εκείνο που τον ανησυχεί. Πάντως, το νιώθει το κακό σίγουρα και εκδηλώνει έγκαιρα και όπως μπορεί την ανησυχία του.

– Πραγματικά, συνέχισε ο Κώστας. Πώς φώναζε εκείνη η ανθρωποθάλασσα! Κι εκείνο το ρυθμικό ‘’ά-δι-κα’’ πόσο θλιβερά αντιβουίζει τώρα στ’ αφτιά μου! Όσο παράξενο και ανεξήγητο μου φαινόταν τότε που το άκουγα, τόσο πονεμένο και φριχτό το νιώθω τώρα που το σκέφτομαι. Πόσο έντονα διαμαρτυρήθηκαν οι εκνευρισμένες εκείνες γυναίκες, οι κολλημένες έξω απ’ τα σιδερένια κάγκελα, όταν οι στρατιώτες της ΕΣΑ γύριζαν ανάμεσα στις διμοιρίες μας και έκαναν έλεγχο στα πράγματα του καθενός! Και οι ΕΣΑτζήδες, οι υποτιθέμενοι συνάδελφοί μας, με σκληράδα και βιαιότητα, άρπαζαν ό,τι νόμιζαν πως δεν είναι στρατιωτικό είδος, ό,τι θεωρούσαν αυτοί κατά την κρίση τους πως δε μας χρειάζονταν και το κατέστρεφαν ή με μια κλοτσιά το πετούσαν στη θάλασσα. Δεν χωρούσε διαμαρτυρία. Υπομέναμε τον εξευτελισμό ασυζητητί.

Σε λίγο, άρχισε η επιβίβασή στο πλοίο. Καμιά θεαματική διαδικασία. Μόνο θλίψη και ταπείνωση. Προχωρούσαμε κατά διμοιρίες. Με λίγα μόνο βήματα φτάσαμε στην ξαπλωμένη βαρύγδουπη πόρτα του αρματαγωγού. Με δέος και ανατριχίλα ρίξαμε το πρώτο βήμα πάνω στο βαρύ ραβδωτό επίστρωμά της και σχεδόν αμέσως απ’ την ηλιόλουστη και ανοιχτή προκυμαία βρεθήκαμε ξαφνικά στη σκοτεινή και αποπνιχτική κοιλιά του ΧΙΟΣ.

Μόλις περνούσαμε στο αμπάρι, τρέχαμε στα έγκατά του, για να βρούμε στέκι και να βολευτούμε, όπως κάνουν οι νυχτερίδες, όταν κοπάδι εισορμούν σε σκοτεινό σπήλαιο. Σκαρφαλώναμε όπου νομίζαμε  ο καθένας μας καλύτερα. Βλέπετε, οι θέσεις δεν ήταν αριθμημένες. Εμείς με το Στρατή προτιμήσαμε αυτό το άρμα με το μακρύ κανόνι του. Το διάλεξε ο Στρατής. Κι όπως απέδειξαν τα πράγματα δεν έκανε και άσχημη εκλογή. Αυτός έτρεξε πρώτος, ανέβηκε στις φαρδιές του αλυσίδες και κρέμασε επιδεικτικά το σακίδιό του στην άκρη της κάννης του πυροβόλου. Έτσι, έκανε κατοχή του τούτο το σιδερένιο τέρας, υψώνοντας την παντιέρα του στην κορυφή του, όπως ο κάπταν-Κουκ ύψωσε την αγγλική σημαία στις ακτές της Αυστραλίας κι έκανε έτσι, μια και έξω, αγγλική αποικία αλόκληρη Ήπειρο. Μετά, σκάλωσε το κοκκινωπό μπογαλάκι του σε κείνη τη χοντρή βίδα του δοκαριού, επεκτείνοντας τις δικαιοδοσίες του και πιο πέρα. Ίσως αυτά τα φανταχτερά σημάδια τράβηξαν και τη δική σας προσοχή, όταν μπήκατε και σεις αργότερα στο αμπάρι. Πιθανόν αυτά να σας έφεραν κοντά μας για να γίνουμε στην αρχή τέσσερις συγκάτοικοι στη ράχη μιας τέτοιας σιδερένια χελώνας.

Και λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια ο Κώστας, κοίταξε το Θανάση και το Γιώργο και τους χαμογέλασε. Του χαμογέλασαν κι εκείνοι.

Μετά, μας ήρθε κι ο δάσκαλος και γίναμε πολλοί, πρόσθεσε σκουντώντας ελαφρά το λοχία.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *