Το Γκρίζο Κασκόλ – IX

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IX

Ο Κώστας, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στην κρύα ράχη του άρματος, σταμάτησε να μιλά. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η λύπη του φαινόταν έντονη στο πρόσωπό του. Κοίταξε ερωτηματικά τους συναδέλφους του, κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα και ρώτησε.

Γιατί όμως;

Ξανακλείστηκε και πάλι στις σκέψεις του, σα να έψαχνε την απάντηση στο ερώτημά του και συνέχισε σε λίγο, κουνώντας με δύναμη το χέρι του, σα να ήθελε να υπογραμμίσει τα λόγια του.

– Αυτό το γιατί με βασάνιζε τότε, αυτό με βασανίζει και τώρα ακόμη.

– Αυτό το γιατί θα βασανίζει για καιρό, για χρόνια ίσως πολλούς ανθρώπους, είπε πικραμένα ο Θανάσης.

– Κάποτε, αυτό το γιατί θα ερευνηθεί πάρα πολύ, πρόσθεσε ο Αργύρης και η έρευνά του θα ανοίξει πολλούς οφθαλμούς και θα φωτίσει πολλά μάτια. Τέτοια ‘’γιατί’’ ξυπνούν τον άνθρωπο και αλλάζουν τον κόσμο και σε τέτοια ‘’γιατί’’ επάνω πατώντας η ανθρωπότητα κάνει γοργά και μεγάλα βήματα μπροστά.

– Αυτό το ‘’γιατί’’ σκεφτόμουνα κι εγώ κι είχε θολώσει το μυαλό μου. Τόσο πολύ είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου, που δεν πήρα είδηση πότε δόθηκε και σε μας το παράγγελμα ‘’βάδην’’, συνέχισε ο Κώστας. Με παρέσυραν στο ξεκίνημά τους οι άλλοι συνάδελφοι κι έτσι συνήλθα και ξεκίνησα κι εγώ. Την ώρα που περνούσε η διμοιρία μας μπροστά απ’ την πόρτα του Διοικητηρίου κι έστριβε δεξιά για να βγει στο δρόμο, ξεπρόβαλε στα σκαλοπάτια, μέσα απ’ το βάθος του κτιρίου, ο Ηλίας Μαρώνης. Ο λοχίας της Στρατολογίας. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν τυχαία. Στο πρόσωπό του φάνηκε μεγάλη ταραχή. Ίσως αντίκριζε κάτι που ποτέ δεν το περίμενε. Δεν είχε ετοιμάσει, βλέπεις, αυτός τα στρατολογικά φυλλάδια του 4ου λόχου. Έμεινε στη θέση του ακίνητος σαν κεραυνόπληκτος και με κοίταζε σαστισμένος. Τον κοίταξα κι εγώ και του χαμογέλασα. Προσπάθησε κι αυτός να χαμογελάσει. Έσφιξε στο στήθος του τα χαρτιά που κρατούσε στο ένα χέρι και κούνησε ελαφρά, κάπως δειλά και με προφύλαξη, το άλλο. Με χαιρετούσε. Οι γρήγορες, όμως, ματιές του δεξιά κι αριστερά έδειχναν πως δεν ήθελε να γίνει αντιληπτός απ’ τους γύρω του και διαίτερα απ’ τους ανωτέρους του, για το τι έκανε εκείνη τη στιγμή. Τον χαιρέτησα κι εγώ σηκώνοντας ψηλά το χέρι μου και κουνώντας το χαρακτηριστικά μερικές φορές. Η λύπη και η απορία ήταν έντονες στο πρόσωπό του. Κάτι ψέλλισε. Δεν κατάλαβα τι ήθελε να μου πει. Η πορεία της διμοιρίας με παρέσυρε και γύρισα το κεφάλι μου μπροστά. Δεν τον ξαναείδα.

Ανεβήκαμε στα αυτοκίνητα και περιμέναμε, για να ανεβούν κι οι άλλοι.

Όταν επιβιβάστηκε στις ανοιχτές καρότσες των τζέημς όλη εκείνη η ασχημοντυμένη ανθρωποθάλασσα και άδειασε η αυλή, ξαναφάνηκαν τα περιποιημένα κηπάκια με τους θάμνους και τα λουλούδια τους. Ανάσανε και πάλι ο τόπος. Τα άδεια παρτέρια με το καφετί φρεσκοπεριποιημένο χώμα τους έλαμπαν και πάλι στον ήλιο. Τι ωραία φαινόταν όλα μαζί πάνω απ’ το αυτοκίνητο! Τι συμμετρικό κι ευχάριστο το σύνολό τους!

Τότε νομίζω πως είπα στο Στρατή που στεκόταν όρθιος στην άλλη μεριά της καρότσας, γιατί δεν καθόταν κανένας, όλοι στεκόμασταν όρθιοι κοντά-κοντά για να χωρέσουμε. ‘’Κοίτα τι όμορφα που είναι τα κηπάκια με τους θάμνους και τα λουλούδια τους. Δε σου φαίνονται, όμως, λυπημένα που μας χάνουν; Δε νομίζεις πως μας αποχαιρετούν με λύπη;

– Ναι, θυμάμαι καλά, επιβεβαίωσε ο Στρατής, διακόπτοντας τη ζοφερή ατμόσφαιρα και την καταθλιπτική ησυχία που επικρατούσε πάνω στη ράχη του άρματος. Θυμάμαι καλά, επανάλαβε κοιτάζοντας τους φίλους του κατάματα.

Το βλέμμα του ήταν καθαρό και το ύφος του πειστικό και άδολο. Ήθελε έτσι να υπογραμμίσει την ειλικρίνεια τη δική του και του Κώστα.

– Έτσι μου είπες, συνέχισε, όταν στεκόμασταν όρθιοι πάνω στο αυτοκίνητο πιασμένοι απ’ τις σιδερένιες αψίδες της ανοιχτής καρότσας. Τότε, ο ένας απ’ τους τρεις φοιτητές που στεκόταν δίπλα μας, πιασμένοι κι εκείνοι απ’ το ίδιο κρύο σίδερο όπως κι εμείς –νομίζω ο γυαλάκιας- απάγγειλε κάτι στοίχους. Δεν έδωσα, όμως, σημασία και δεν κατάλαβα τίποτα. Εκείνη τη στιγμή προσπαθούσα ν’ αλλάξω τη χλαίνη μου μ’ ένα ψηλέα του διπλανού αυτοκινήτου, που φορούσε πιο κοντή και του ερχόταν σα γιλέκο. Δεν τα κατάφερα, όμως. Φαινόταν πολύ ανοιχτομάτης. Ύστερα, δε σκαμπάζω και πολύ από στίχους και τέτοια. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως όλοι σώπασαν γύρω μας και τον άκουγαν με προσοχή. Η φωνή του ήταν απαλή, τρεμουλιαστή και γεμάτη συγκίνηση.

– Ναι, ο γυαλάκιας ήταν. Ο φοιτητής των μαθηματικών, βεβαίωσε ο Κώστας. Έβγαλε ένα χαρτί απ’ την τσέπη του χιτωνίου του, να αυτό που φυλάω τώρα εγώ στη δική μου τσέπη, γιατί, τελειώνοντας την απαγγελία του, τό ‘χωσε βιαστικά στη χλαίνη μου, σα νά ‘θελε έτσι, μαζί με την απαλλαγή του απ’ αυτό, να διώξει και τη συγκίνησή του και να τη φορτώσει σε μένα και διάβασε όσο πιο αδιάφορα μπορούσε ετούτο το ποίημα.

Απόψε που με διώχνουνε μητέρα
και με πετούν σκληρόκαρδα αδέρφια στη βροχή,
αν ήσουν ζωντανή και συ εδώ πέρα,
θα σπάραζε στα στήθια σου η ψυχή.

Στου φεγγαριού το δίσκο το θλιμμένο
το αίμα αργοσταλάζει μιας καρδιάς
παλικαριού που φεύγει πικραμένο
και σβήνει στα σκοτάδια μιας βραδιάς.

Όλων τα βλέμματα καρφώθηκαν στα μάτια του Κώστα κι όλοι έμειναν βουβοί κι αμίλητοι γύρω του. Οι καρδιές τους λικνίζονταν και παράπαιαν στα κύματα μιας συγκίνησης, που, ορμητική και φουσκωμένη, ξεχύνονταν τούτες τις στιγμές απ’ τους στίχους του πονεμένου ποιήματος και κατάκλυζε τις τρικυμισμένες τους ψυχές.

– Τώρα θυμάμαι, είπε ο Στρατής με πειστικότητα, σαν πραγματικά κάτι να θυμήθηκε ξαφνικά και διέκοψε τη σιωπή. Θυμάμαι, ξαναεπανέλαβε πιο σταθερά. Την απαγγελία του γυαλάκια διέκοψε η φωνή του ψηλέα, με τον οποίο πάσχιζα να κάνω την τράμπα. Ο ψηλέας, για να δώσει τέλος στα παζαρέματα που τού ‘κανα, άρχισε να τραγουδάει εκείνο το μάγκικο τραγούδι, που ταίριαζε και με το ύφος του. ‘’Σακάκι σου ράβει με φόδρα και τάξη . . . κι όλοι σου λένε πως είσαι εντάξει . . .’’ Σ’ αυτόν έδωσα περισσότερη προσοχή παρά στο γυαλάκια.

– Στη δική σας περίπτωση, είπε ο Αργύρης διακόπτοντας το Στρατή, τα λόγια αυτά του πρόχειρου ποιήματος έπρεπε να αγγίζουν κάπως εντονότερα την ψυχή σας.

– Δε με διέκρινε, βρε παιδιά, εμένα, είπε με κάποιο παράπονο για το μειονέκτημά του αυτό ο Λημνιός, ούτε ο συναισθηματισμός  ο δικός σας, ούτε ο ρωμαντισμός εκείνων των φίλων μας. Το ρημάδι το μυαλό μου έτρεχε εκείνη τη στιγμή σε άλλα πράγματα. Σκεφτόμουνα πυροβόλα, κλείστρα, στόχαστρα. Δεν έβλεπα τίποτα το ξεχωριστό στον κήπο με τα φυτά και τα λουλούδια του, όπως έβλεπε ο Κώστας. Ούτε και διέκρινα κάτι ανάμεσα στους στίχους του γυαλάκια. Εγώ πάσχιζα να αλλάξω χλαίνη. Γι’ αυτό και δε θυμάμαι να του έδωσα και καμιά απάντηση. Κι αν είπα τότε και κάτι στον Κώστα, θα το είπα μηχανικά και ξεκάρφωτα. Είναι αλήθεια πως παραξενεύτηκα κι εγώ λίγο με την περίπτωση του Λουλούδια, αλλά δεν έδωσα και μεγάλη σημασία. Στο κάτω-κάτω, τι μ’ έμελε εμένα για τους άλλους και για τα λάθη των αρμόδιων, αφού σε μένα δεν έγινε κανένα λάθος και θα πήγαινα πια εκεί που ήθελα;

– Σε έβλεπα χαρούμενο όλη την ώρα, είπε ο Κώστας, να ανυπομονείς πότε ν’ αφήσεις το Κέντρο και να μπεις στο καράβι για τον . . . Πειραιά, γι’ αυτό και δε σου είπα περισσότερα.

– Πραγματικά, ανυπομονούσα να φύγουμε μια ώρα γρηγορότερα κι όλο κακολογούσα από μέσα μου αυτούς που δεν άφηναν τα αυτοκίνητα να ξεκινήσουν.

– Έχεις δίκιο. Έτσι σκεφτόμασταν όλοι μας λίγο-πολύ. Κι αν όχι απόλυτα όλοι, κατά συντριπτική πλειοψηφία οι περισσότεροι. Θέλαμε να φύγουμε για τα ‘’Κέντρα Ειδικοτήτων’’. Γι’ αυτό κι ανυπομονούσαμε, πότε να ξεκινήσουν τα αυτοκίνητα. Σκεφτόμασταν την αναχώρηση και διώχναμε κάθε άλλη σκέψη απ’ το μυαλό μας.

– Αλλά κι αν διαισθανόμουνα κάτι τέτοιο, συνέχισε ο Στρατής κι αν κάποιο αόρατο κι αόριστο βάρος πίεζε το στήθος μου, δεν μπορούσα ίσως να βρω λέξεις μέσα στην τόση παραζάλη μου και στην αγωνία που με κατείχε για να εκφραστώ. Ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό μου δε θα μπορούσα να εκφράσω τις σκέψεις και τα αισθήματά μου εκείνα, γιατί όλα στο νου μου ήταν τόσο αμφίβολα, τόσο μπερδεμένα! . . . Ενώ η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά και χαιρόταν για την πολυπόθητη αναχώρησή μας, οι σκέψεις μου έτρεχαν ανάστατες κι αχαλίνωτες παντού. Πήγαιναν βιαστικές στη φανταστική Αθήνα . . . Μπαινόβγαιναν σε τούτο το καράβι, που το φαντάζονταν τότε τελείως διαφορετικό και χαρούμενο . . . Στέκονταν μπροστά σε θεόρατα πυροβόλα . . . Περιεργάζονταν πελώριες οβίδες, τεράστιους κάλυκες, πλάκες παράξενες με δυνατό μπαρούτι . . .

Για μια στιγμή, πήγαν βιαστικές στο χωριό μου. Έτρεξαν στους δικούς μου. Στάθηκαν λίγο μπροστά στο σπίτι μας στην αμουδιά. Τέτοιες ώρες, πόσα δε σκέφτεται ο άνθρωπος! Έρχονται στιγμές που θέλει όλους τους δικούς του να είναι κοντά του, για να τον καμαρώσουν κι άλλοτε τους αποφεύγει συστηματικά κι επίμονα. Τότε, ψάχνει βιαστικά να τους δει έγκαιρα και πρώτος αυτός, για να τους αποφύγει πριν τον αντιληφθούν εκείνοι. Ντρέπεται να τους αντικρίσει και δε θέλει να τον δει κανείς απ’ τους δικούς του, γιατί φοβάται πως θα τους ντροπιάσει οπωσδήποτε με τα φερσίματα και τις πράξεις του. Άλλοτε πάλι, τους αναζητάει ο ίδιος επίμονα και τους θέλει όλους κοντά του, για να τον παρηγορήσουν και να του συμπαρασταθούν. Εγώ, πραγματικά δεν ήξερα γιατί ήθελα να τους δω όλους εκείνη την ώρα. Αποζητούσα όλους τους γνωστούς και άγνωστους. Όλους τους χωριανούς μου, όλους εκείνους που χάθηκαν στους διάφορους αγώνες για την πατρίδα. Όλους τους Έλληνες, αν ήταν δυνατόν. Να τους δω και να με δουν. Να μας δουν όλους. Ο νους, φαίνεται, πως μέσα στη ζάλη του κατάλαβε πως δεν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο και περιορίστηκε να αποζητάει τους συγγενείς και τους φίλους. Όλους τους γνωστούς. Τους έφερνε μπροστά μου ένα-ένα με τη σειρά και όλους μαζί ανακατεμένους. Ανάμεσά τους, όμως, ξεχώριζε ο Βίκτας . . .

Στο σημείο αυτό, η φωνή του Στρατή αλλοιώθηκε. Γέμισε πόνο και ζεστασιά. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του και ψευτόβηξε μερικές φορές. Μετά, συνέχισε με νέο κουράγιο.

– Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου ντυμένο στο χακί. Στρατιώτη. Έτσι, ολοζώντανο . . . Με κοίταξε κι εκείνος με κάποιο παράπονο . . . Το βλέμμα του και η όψη του έδιχναν σα να ζητούσε τη βοήθειά μου.

Κοντοστάθηκε και πάλι για ένα-δυο δευτερόλεπτα και πρόσθεσε με κάποιο θαυμασμό.

– Αυτός που δε ζητούσε ποτέ βοήθεια από κανένα! Αυτό το παλικάρι στεκόταν σιωπηλό και με κοίταζε στα μάτια μέσα απ’ τα σύρματα του στρατοπέδου της Βέροιας! . . .

– Του στρατόπεδου της Βέροιας; ρώτησε με πολύ ενδιαφέρον ο Αργύρης, μπαίνοντας βιαστικά στη μέση. Τι ξέρεις, ρε Στρατή, για το στρατόπεδο της Βέροιας και δε μας το λες; επανέλαβε επιτακτικά και τον κοίταξε ανυπόμονα στα μάτια.

Ταυτόχρονα και οι άλλοι τρεις αλληλοκοιτάχτηκαν με γρηγοράδα κι έστρεψαν τα βλέμματά τους πάνω στο Στρατή.

Εκείνος παραξενεύτηκε με το τόσο ενδιαφέρον του Αργύρη και των άλλων φίλων του και τους κοίταξε όλους ερευνητικά. Τον ξάφνιασε η ανυπομονησία και η περιέργεια που είχε το ύφος τους και ο τόνος της φωνής του λοχία. Τά ‘χασε κυριολεκτικά. Νόμισε πως έκανε κάποιο σφάλμα, πως είπε κάτι που δεν έπρεπε να το πει. Γι’ αυτό, αντί για απάντηση, προσπάθησε με μισόλογα να αμυνθεί. Να βρει μια δικαιολογία.

– Να . . . ο . . . Βίκτας . . . είναι . . . φίλος μου, είπε αναστατωμένος. Λένε πως είναι στα σύρματα . . . στη Βέροια . . . Δεν ξέρω . . . Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά . . . Έτσι λένε στο χωριό . . .

Και, κοιτάζοντας τους φίλους του περίεργα και μισοφοβισμένα, πρόσθεσε.

– Μα, γιατί κάνετε όλοι σας έτσι; Τι έχει ο καημένος ο Βίκτας και τ’ όνομά του σας αναστάτωσε έτσι ξαφνικά. Μου θυμίζετε το λοχαγό μου το Γραβό. Έτσι αναστατώθηκε κι αυτός, όταν του είπα ένα βράδυ λίγα πράγματα για το φίλο μου το Βίκτα.

Με τα λόγια αυτά του Στρατή, η ατμόσφαιρα της μικρής παρέας πάνω στο άρμα έγινε πιο τεταμένη. Όλοι τους τον κοίταξαν με περισσότερη περιέργεια κι ανυπομονησία. Και κείνος, σα να ένιωσε ένοχος που ανάφερε το όνομα του φίλου του στο λοχαγό, συνέχισε.

– Δεν τό ‘θελα, δεν τό ‘θελα, είπε συνεσταλμένα.

Ο τόνος της φωνής του ήταν τώρα κατεβασμένος κι έδειχνε πως ζητούσε συγνώμη απ’ τους φίλους του για ότι έκανε.

– Η κουβέντα τό ‘φερε ένα βράδυ στο γραφείο του. Δε θυμάμαι ποιο ακριβώς. Πάντως, ήταν ένα από κείνα τα βράδυα, που μας ξυπνούσαν τη νύχτα και μας καλούσαν ένα-ένα στα διάφορα γραφεία . . . Καταλαβαίνετε τι εννοώ;

Αντί για άλλη απάντηση, ολόκληρη η συντροφιά σάλεψε με μιας, σάμπως να ξαναχτύπησε κύμα στο καράβι. Πλησίασε πιο κοντά του και κρεμάστηκε απ’ τα χείλη του. Τα βλέμματά τους ήταν ανυπόμονα και απαιτητικά.

Ο Στρατής τους κοίταξε με αμηχανία. Έμοιαζε σαν κυνηγημένος. Ένιωθε λίγο-πολύ τον εαυτό του σαν ένοχο, χωρίς να ξέρει γιατί. Απορούσε κι ο ίδιος, πώς τόλμησε και έθιξε ένα τέτοιο θέμα. Απ’ την άλλη μεριά, αναρωτιόταν, σαν τι τάχα το τρομερό έχει αυτό το ‘’θέμα’’ και τον καταδιώκουν όλοι έτσι με το βλέμμα και την ανυπομονησία τους! Τά ‘χασε κυριολεκτικά.

– Για σταθείτε. Για σταθείτε, επενέβηκε ο δάσκαλος βιαστικά, καταλαβαίνοντας τη δύσκολη θέση του Στρατή. Δεν νομίζετε πως το παρακάναμε και μεις με την περιέργεια και τη βιασύνη μας; Ο άνθρωπος είχε να αντιμετωπίσει στην Αλεξανδρούπολη ένα Αριστομένη Γραβό. Μόνο ένα. Κι εδώ έμπλεξε με τέσσερις.

– Καλά λέει ο δάσκαλος, είπε πιο ήρεμα τώρα ο Θανάσης. Τι βιαζόμαστε και αδημονούμε έτσι για μια απάντηση, που θα μας τη δώσει ο Στρατής εύκολα και με την ησυχία του, σαν τον αφήσουμε να ηρεμήσει λίγο.

– Πολύ σωστά, πρόσθεσε ο Κώστας. Τι πέσαμε έτσι πάνω του; Κοντεύουμε να τον φάμε το φουκαρά με την ανυπομονησία μας και την περιέργειά μας.

– Μοιάζουμε και οι τέσσερις σαν ανακριτές της Γκεστάπο, είπε ο Γιώργος με κάποιο χιούμορ.

– Τον κάναμε με τη στάση μας να νιώθει ο ίδιος σαν φταίχτης για την τύχη του φίλου του. Τι φταίει αυτός, αν ο φίλος του ο Βίκτας –έτσι δεν τον είπες Στρατή;- υπηρετεί στα σύρματα, πρόσθεσε ο δάσκαλος και κοίταξε συμπαθητικά το Στρατή στα μάτια.

Τα λόγια αυτά του Αργύρη και τα καλοσυνάτα πια βλέμματα των συναδέλφων του, σενέφεραν κάπως απ’ τη στιγμιαία ταραχή του το Λημνιό στρατώτη και τον έκαναν να ηρεμήσει.

– Καλά λέει ο λοχίας. Εγώ τι ξέρω και τι φταίω για την τύχη του Βίκτα, αν τα πράγματα είναι όπως τα λέτε; Ίσα-ίσα, λυπήθηκα πάρα πολύ για ότι διαδόθηκε πως του συμβαίνει. Όπως λυπάμαι και για το καθετί που συνέβηκε σ’ αυτόν και στην οικογένειά του στη ζωή τους.

Έκανε μια κίνηση του κεφαλιού του σ’ ένδειξη λύπης για την τύχη του φίλου του και συνέχισε.

– Λυπάμαι πραγματικά, παιδιά, κάθε φορά που τον θυμάμαι. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω τίποτα στο μυαλό μου απ’ όσα του συνέβηκαν. Όλα μου φαίνονται ανεξήγητα. Κάποτε, τα ίδια πράγματα μου φαίνονταν τιποτένια, σήμαντα και μηδαμινά. Τώρα, όμως . . .

Έμεινε λίγο σκεπτικός, σα να έψαχνε στο μυαλό του για κάποια ανακουφιστική απάντηση και μετά, δίνοντας ζωή και σταθερότητα στον τόνο της φωνής του, είπε.

– Το έχω βάλει, όμως, σα σκοπό, μόλις παλιώσω λίγο στο στρατό και αποκτήσω πείρα και οντότητα στρατιώτη, θα προσπαθήσω να μάθω πού βρίσκεται κι αν μπορώ, θα πάω να τον συναντήσω και να τον βοηθήσω, αν γίνεται . . .

– Από πού είναι ο φίλος σου αυτός; ρώτησε ήρεμα ο Θανάσης.

– Είναι χωριανός σου; πατριωτάκι σου; ρώτησε ο Κώστας με μαλακό τόνο στη φωνή του.

– Χωριανός μου και φίλος μου, είπε ο Στρατής με κάποια περηφάνια. Καλός φίλος . . . Παιδί απ’ τα λίγα, που λένε.

– Καλό παιδί ε; επανέλαβε ο Αργύρης και πρόσθεσε, δήθεν, αδιάφορα. Δε μας λες λίγα περισσότερα για το φίλο σου το Βίκτα; Έτσι, για να περνάει και η ώρα. Και πού ξέρεις, ίσως ο φίλος σου γίνει και δικός μας φίλος. Άρχισε απ’ την αρχή. Απ’ όπου θέλεις εσύ. Πες μας ότι θέλεις.

Και, γυρίζοντας προς τον Κώστα, του είπε καθησυχαστικά ο δάσκαλος.

– Πάλι θα σε διακόψουμε Κώστα. Φαίνεται πως η ιστορία σου είναι γραφτό να ακουστεί κομμάτι-κομμάτι. Χωρισμένη από μεγάλες παρεμβολές.

– Δε με πειράζει καθόλου αυτό, είπε ειλικρινά ο Κώστας. Ίσα-ίσα, εκτός απ’ τα περίεργα και καινούρια που ακούμε μ’ αυτές τις παρεμβολές, κάνουμε και την κουβέντα μας πιο πλατιά και πιο ενδιαφέρουσα. Έτσι δεν είναι παιδιά; ρώτησε με σιγουριά για την άποψή του. Και, χωρίς να περιμένει, συνέχισε με πολύ φιλικό και λίγο προστακτικό ύφος. Λέγε, λοιπόν, Στρατή, σ’ ακούμε. Απορώ, όμως, πώς τόσες μέρες στο λόχο δε μου είπες τίποτα για το φίλο σου το Βίκτα, πρόσθεσε βιαστικά, εκφράζοντας ταυτόχρονα κι ένα καινούριο του παράπονο.

– Μήπως εσύ μου είπες τίποτα για τους δικούς σου; Εδώ πρωτακούω γι’ αυτούς και για τον Κοκκινόλακκα, απάντησε μισοαστειευόμενος ο Στρατής, προσπαθώντας, με το ύφος και τα λόγια του, να δικαιολογήσει την παράλειψή του αυτή.

– Άρχισε, λοιπόν, απ’ όπου θέλεις. Πήγαινε όσο πίσω θέλεις και πες μας όσες παραπάνω λεπτομέρειες μπορείς, του είπε ο Αργύρης.

– Όπως θέλεις εσύ Στρατή, πρόσθεσε ενθαρρυντικά κι ο Γιώργος.

– Να ξέρεις πάντως, τόνισε ο Αργύρης, πως ο φίλος σου ο Βίκτας θα σε ευχαριστούσε θερμότατα για όσα θα μας πεις, αν ήταν εδώ και σ’ άκουγε από καμιά μεριά. Λέγε λοιπόν, πρόσθεσε με καλοσύνη κι έσιαξε τα γυαλιά στα μάτια του.

Ο Στρατής, ήρεμος πια κι απαλλαγμένος απ’ την πρώτη ταραχή του, άρχισε δειλά και συμμαζεμένα, αμφιβάλλοντας στην αρχή αν θα μπορέσει να βρει τις λέξεις που χρειάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις και αν θα τα καταφέρει να αποδώσει όσο πρέπει αντικειμενικά την τόσο ενδιαφέρουσα γι’ αυτόν ιστορία του φίλου του του Βίκτα. Ο θαυμασμός του, όμως και η αγάπη του γι’ αυτόν, του έδωσαν κουράγιο και πεποίθηση και ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη του στις ικανότητές του. Ύστερα, οι ακροατές του ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά και με τόση κατανόηση, που η γλώσσα του λύθηκε εύκολα κι έβαλε μπρος.

– Στο χωριό μου, είπε με περισσότερο θάρρος τώρα, έχουμε μια οικογένεια, που λένε πως είναι παρακλάδι κάποιας παλιάς κι ονομαστής γενιάς, που οι προπάπποι της κατάγονταν απ’ την Κωσνταντινούπολη. Η ρίζα της γενιάς αυτής πάει πολύ βαθιά στην ιστορία. Τον καιρό της άλωσης, άλλοι απ’ τους τότε προγόνους σκοτώθηκαν στο χαλασμό κι άλλοι πιάστηκαν απ’ τους Τούρκους και πουλήθηκαν σκλάβοι στα βάθη της Ασίας. Κάποιοι απόγονοι των δύστυχων εκείνων ανθρώπων βρέθηκαν στο Κουσάντασι της Ιωνίας, όπου κατόρθωσαν να ριζώσουν και να επιζήσουν, προκόβοντας στα θρυλικά και πολυβασανισμένα μέρη της Μικρασίας.

Με το πέρασμα των χρόνων, το σόι των ξεχασμένων εκείνων ανθρώπων είχε πληθυνθεί και αρκετές οικογένειες στόλιζαν με την προκοπή τους το γραφικό και εύπορο χωριό τους.

Ένα πρωί, όμως, τον καιρό της Μικρασιατικής καταστροφής, με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού κι ύστερα απ’ την απροσδόκητη, όπως λένε, ανυπακοή του πρίγκιπα Ανδρέα στις διαταγές του Στρατηγείου και την τελείως ξαφνική και αδικαιολόγητη υποχώρηση απ’ το μέτωπο του 2ου Σώματος Στρατού που διοικούσε, οι Τσέτες όρμησαν λυσσασμένοι στο χωριό και σκόρπισαν παντού το θάνατο. Κατέσφαξαν τους κατοίκους και παρέδωσαν τα πάντα στη φωτιά. Ελάχιστοι μόνο απ’ τους εργατικούς και φιλήσυχους εκείνους Έλληνες γλίτωσαν τη σφαγή. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο γερο-Ροζάριος με τη γυναίκα του την Ασημίνα και το πρώτο τους παιδί. Μωρό τότε, βυζαχτάρι.

Οι τρεις αυτοί τυχεροί δεν βρέθηκαν στον τόπο τους τον καιρό του χαλασμού. Είχαν περάσει λίγες μέρες νωρίτερα στη Σάμο, για να επισκεφτούν κάποιο γέρο συγγενή τους που ήταν βαριά άρρωστος. Η τύχη φαίνεται τους βοήθησε να βρεθούν τις φοβερές εκείνες μέρες έξω απ’ τη Μικρασία. Κι έτσι γλύτωσαν. Τον τόπο τους, όμως, δεν τον ξαναντίκρισαν κι ούτε ξαναείδαν ποτέ τους δικούς τους. Ποτέ δεν έμαθαν, αν ξέφυγε κανείς απ’ τους συγγενείς τους το θάνατο.

Η καταιγίδα εκείνη τους έριξε τελικά απ’ τη Σάμο στη Λήμνο.

Από τότε και κάθε χρόνο, τα ψυχοσάββατα, η γριά Ροζάραινα ετοιμάζει ένα ταψί κόλλυβα, απλό και χωρίς πολλά στολίδια, το βάζει πάνω σ’ ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι, στη μέση της πιο καλής κάμαρας του σπιτιού και το γεμίζει κεριά. Είναι για τις ψυχές, λέει, εκείνων που σφάχτηκαν απ’ τους Τούρκους. Κι όλη η οικογένεια, με βουρκωμένα μάτια, τιμώντας τη μνήμη των αδικοσκοτωμένων δικών της, κάθεται γύρω-γύρω στο τραπέζι ως πολύ αργά τη νύχτα, ώσπου να καούν τελείως όλα τα κεριά και να σβήσουν.

Γιατί δεν πηγαίνουν τα κόλλυβα στην εκκλησία, όπως κάνουν όλοι; ρώτησε με περιέργεια ο Γιώργος.

– Γιατί η εκκλησία μας δεν τους θέλει, απάντησε κοφτά και με πίκρα ο Στρατής. Λένε πως ο παππούς του γερο-Ροζάριου, ο Μαθιό-εφέντης, όπως τον έλεγαν τον καιρό εκείνο, ήταν για πολλά χρόνια επίτροπος μιας εκκλησίας στο Κουσάντασι. Καλός και τίμιος άνθρωπος καθώς ήταν, δεν τα πήγαινε καλά με τον ηγούμενο ενός πλούσιου μοναστηριού της περιοχής. Ο ηγούμενος, σαν όλους σχεδόν τους ηγούμενους, αγράμματος, στριφνός και φιλοχρήματος, έβλεπε το καθετί σε γρόσια και γεμάτα σακιά. Δεν υπήρχε ανθρωπιά μέσα του και η ψυχή του ήταν γανωμένη με κάλπικο μέταλλο από βρόμικους παράδες. Όση βρομιά είχε στα ράσα του, άλλη τόση και περισσότερη είχε στην ψυχή του. Ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ιερωμένος και χριστιανός.

– Δηλαδή, τύπος αγιορείτη οικονόμου, είπε χαρακτηριστικά ο Θανάσης.

– Περίπου κάτι τέτοιο, είπε ο Κώστας και συνέχισε. Έχω διαβάσει σ’ ένα βιβλίο, πως σε κάθε προσκυνητή των μοναστηριών του Αγίου Όρους δίνεται σαν ενθύμιο μια κάρτα, είδος καρτποστάλ, διαιρεμένη σε εφτά μικρότερες εικόνες. Η υπ’ αριθμόν έξι, παριστάνει θαύμα των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, οι οποίοι διασώζουν απ’ τη θάλασσα μικρό παιδί, που τό ‘ριξαν οι καλόγεροι να το πνίξουν, για να αρπάξουν το θησαυρό που πίστευαν πως βρήκε ο μικρός. Μάλιστα, βιβλίο δημοσιεύει και την περίφημη φωτογραφία.

– Δεν τους ξέρω αυτούς τους ‘’οικονόμους’’ τι άνθρωποι είναι. Έχω ακούσει, όμως, από ναυτικούς που πάτησαν στον Άθω, πως στη μεγάλη πλειονότητά τους δεν είναι καθόλου άνθρωποι, είπε ο Στρατής. Μάλιστα, αυτός που μας τά ‘λεγε, είχε δικό του καΐκι και το είχε μετατρέψει σε πλωτό οίκο ανοχής. Ορισμένους μήνες του χρόνου επισκέπτονταν με το καΐκι του τον Άθω. Άραζε σε κάποια απόμερη ακτή και ειδοποιούσε κατάλληλα τους ηγούμενους και τους καλόγερους των μοναστηριών. Το τι αίσχη γίνονταν μέσα στο καΐκι με τους μοναχούς, είναι δύσκολο, όπως έλεγε ο καϊκτσής, να τα συλλάβει ανθρώπινος νους.

Με τον ιερόσυλο, λοιπόν, αυτό καλόγερο ήρθε σε ρήξη πολλές φορές ο ευσυνείδητος εκείνος γερο-επίτροπος, πράγμα που τον έριξε στη δυσμένεια του δεσπότη της περιοχής. Ο δεσπότης, βλέπετε, είχε και την υψηλή επίβλεψη του μοναστηριού, όπως είχε και τη μερίδα του λέοντος απ’ τα έσοδα.

Ο γέρος, όμως, περήφανος κι ακέραιος καθώς ήταν κι ενισχυμένος κι απ’ το δίκιο που το είχε απόλυτα με το μέρος του, δεν έσκυβε το κεφάλι του στις πιέσεις των κληρικών κι ούτε έκλεινε το στόμα του στις έμμεσες και άμεσες απειλές τους. Αλλ’ ούτε κι ο δεσπότης τό ‘βαζε κάτω. Κι αυτός, βλέποντας ένα χωρικό να μην υπακούει στις υποδείξεις του και να μην εφαρμόζει ασυζητητί τις εντολές του ‘’θεόθεν σταλέντος’’, αγρίευε περισσότερο. Δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να βλέπει ένα λαϊκό να παραβάζει την ουρά του στις ‘’πνευματικές υποθέσεις της Εκκλησία’’, όπως χαρακτήριζε τα οικονομικά του μοναστηριού ο σεβασμιώτατος, γι’ αυτό και τον τιμώρησε με τριών μηνών αργία και αποχή απ’ τα επιτροπικά του καθήκοντα.

Ο επίτροπος, παρά την αγανάκτησή του, δέχτηκε στην αρχή με υπομονή την τιμωρία και στο διάστημα αυτό δεν πουλούσε κεριά στην εκκλησία κι ούτε καν πλησίαζε στο παγκάρι. Ύστερα, όμως, απ’ την παρέλευση των τριών μηνών ξαναγύρισε στα καθήκοντά του και, με την ίδια τακτική όπως και πρώτα, απαθής και ψύχραιμος, αντιμετώπισε με θάρρος και αδιαλλαξία τις αυθαιρεσίες του δεσπότη και του ηγούμενου.

Ο ιεράρχης, ερεθισμένος απ’ την αγέροχη ακαμψία του γερο-επίτροπου, υποκινούμενος κι απ’ τις ασταμάτητες διαβολές του ηγούμενου και, βλέποντας καθαρά ότι σύντομα ο γέρος με την τακτική του θα ανοίξει τα μάτια των αφελών κατοίκων, επέβαλε και νέα τιμωρία στον ‘’ξεροκέφαλο’’ επίτροπο. Έπρεπε κάτι να γίνει σύντομα, γιατί η αφύπνιση του μακαρίως κοιμώμενου ποιμνίου θα έθιγε καίρια τα οικονομικά συμφέροντα των ‘’πρωτοχριστιανών’’ καταφερτζήδων, που πλούσια προέρχονταν απ’ το μοναστήρι κι ανεξέλεγκτα γέμιζαν με γρόσια τους κορβανάδες τους.

Του απαγόρεψε, λοιπόν, για ένα χρόνο την είσοδό του στην εκκλησία. Κάτι δηλαδή σα μικρό αφορισμό.

Και πάλι, όμως, δεν πολυσκοτίστηκε ο γερο-Μαθιός. Θαρρετά και ψύχραιμα απάντησε στο δεσπότη την ώρα που του επέβαλε την ποινή μέσα στην εκκλησία.

– Αλωνίζετε όπως σας βολεύει, γιατί κοιμούνται λιθαργικά τα ποίμνια. Αν θέλει, όμως, ο λαός, που, παρ’ ότι ναρκωμένος νιώθει και αισθάνεται τις ανομίες σας, σας βάζει μέσα σε μια ώρα στο δρόμο της αρετής και σας μαθαίνει αμέσως τους κανόνες της χριστιανικής συμπεριφοράς και τις αρχές της ιερατικής διαγωγής.

Αφού τους είπε κι άλλα πολλά, έτσι καθαρά κι έξω απ’ τα δόντια και του δεσπότη και του ηγούμενου, έφυγε από κείνη την εκκλησία του χωριού, που τόσο αγαπούσε και τόσο είχε δουλέψει γι’ αυτή και πήγε σ’ άλλη εκκλησία του Χριστού, κάποιου άλλου δηλαδή χριστιανικού δόγματος.

Σ’ ένα απ’ αυτά τα πολλά που οι ίδιοι οι ιεράρχες δημιούργησαν, με τα βίτσια τους και τις παραξενιές του.

Ο δεσπότης τον αποκάλεσε αιρετικό και αλλόθρησκο και, σε ένα κήρυγμά του στην εκκλησία, σύστησε σ’ όλους τους χριστιανούς να τον αποστρέφονται και να τον αποφεύγουν, για να μη μιανθούν κι αυτοί απ’ το πνεύμα του σατανά, που κυριάρχησε έτσι ξαφνικά μέσα στο γερο-επίτροπο τη στιγμή που αντιμίλησε στους ιερωμένους.

Έτσι ξεκαθάρισε με το γέροντα κι απαλλάχτηκε από έναν επικίνδυνο και ζημιογόνο ελεγκτή.

Τα κακά επακόλουθα της ασυνειδησίας εκείνου του δεσπότη κληρονόμησαν κατ’ ανάγκη και οι απόγονοι του γέρου επίτροπου, οι οποίοι, σαν αφορισμένοι, φέρνουν μαζί τους από τότε και μεταβιβάζουν από γενιά σε γενιά το στίγμα της κακίας, της φιλοχρηματίας και της αντιχριστιανοσύνης εκείνου του ‘’χριστιανού ιεράρχη’’.

Σήμερα, στο χωριό πιστεύουν πως η οικογένεια του γερο-Ροζάριου έχει φράγκικη ρίζα. Άλλοι τους λένε Εβραίους, άλλοι Καθολικούς και άλλοι Κόπτες ή Προτεστάντες και άλλοι όπως τους κατεβεί. Μάλιστα, οι πιο άμυαλοι, τους αποκαλούν άθρησκους, άθεους και καταραμένους.

Ύστερα απ’ αυτό, οι συγχωριανοί τους στη Μικρασία τους κόλλησαν, χρόνια τώρα και το παρατσούκλι ‘’Οι Ξαπόδηδες’’. Δηλαδή, οι ‘’έξω από δω’’. Και σα να μην έφτανε αυτό το στίγμα, που έμεινε μόνιμα στην παραγνωρισμένη και περιφρονημένη αυτή οικογένεια κι έγινε, με το πέρασμα των χρόνων, το επίσημο επίθετό της, οι χριστιανοί των κατοπινών χρόνων, σύμφωνα με την αθώα γενική συνήθειά τους να κολλάνε παρατσούκλια ο ένας τ’ αλλουνού, κόλλησαν και στους απόγονους των Ξαπόδηδων το παρατσούκλι τους. Η ρίζα του βρίσκεται πάλι σε κείνο το κακό προηγούμενο που υιοθέτησε ο δεσπότης της Μικρασίας. Τους φωνάζουν ‘’Αλλόδογμους’’.

Βέβαια, οι περισσότεροι στο χωριό, σχεδόν όλοι, δεν γνωρίζουν τι ακριβώς εννοεί η λέξη κι ούτε υποψιάζονται ότι υπάρχει κάτι το κακό ή έστω και κάτι το παράξενο στην έννοιά της. Γι’ αυτό και το μεταχειρίζονται όλοι τους με την ίδια ελευθερία, όπως και κάθε άλλο παρατσούκλι ή επίθετο των άλλων συγχωριανών τους.

Μ’ αυτό λοιπόν, το αθώο στην επιφάνεια αλλά πικρόχολο στο βάθος παρατσούκλι, είναι γνωστοί όλοι οι Ξαπόδηδες στο χωριό μας  κι αυτό έχει καθιερωθεί σαν καθημερινό τους διακριτικό.

Και η ίδια, όμως, η οικογένεια των ‘’Αλλόδογμων’’, εκτός απ’ την  κρυφή πίκρα που νιώθει βαθιά στην καρδιά της, δε δείχνει να δίνει καμιά ιδιαίτερη σημασία στο παρατσούκλι της, ούτε και στο επίσημο επίθετό της. Επιπλέον, κανείς τους δεν κρατάει καμιά κακία στους συγχωριανούς του, για την άγνοιά τους αυτή. Ίσως, γιατί η μεγαλοψυχία των ‘’Αλλόδογμων’’ βρίσκει ανάξιο κάθε προσοχής ένα χαρακτηρισμό που τους κόλλησε ένας ανάξιος και αντίχριστος άνθρωπος. Ίσως, γιατί νιώθουν όλοι τους οίκτο για κείνον που ασυνείδητα παρέδωσε ένα ανεξίτηλο όνειδος στα χείλη αγαθών ανθρώπων, για να το διαιωνίζουν με την άγνοια και την αφέλειά τους και να το μεταφέρουν από γενιά σε γενιά, θυμίζοντας έτσι, όχι το ανύπαρκτο αμάρτημα κάποιου καλού και ηθικού ανθρώπου, αλλά την ψυχική κατάπτωση και την κακία ενός απάνθρωπου δεσπότη.

Ίσως πάλι, αδιαφορούν οι Ξαπόδηδες, γιατί, με το πέρασμα των χρόνων, έχουν συνηθίσει και οι ίδιοι στο επίπετό τους αυτό τόσο πολύ, που, χωρίς να τους κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, το δέχονται σαν κάτι το φυσικό και το συνηθισμένο, όπως ακριβώς δέχονται και οι υπόλοιποι συγχωριανοί τους τα δικά τους επίθετα και παρατσούκλια. Ή πάλι, γιατί βλέπουν και γνωρίζουν, ότι κανένας δεν καταλαβαίνει στο χωριό το βαθύτερο νόημα του επιθέτου τους εκτός απ’ τον παπά, το δάσκαλο και μερικούς ακόμη ‘’γραμματισμένους’’. Μάλιστα, ο δάσκαλος, ένα ξερακιανό και σχολαστικό γεροντοπαλίκαρο, με αραιά, μαδημένα μαλλιά και στριφνή νοοτροπία, αναλύοντας κάποτε στο καφενείο ‘’ετυμολογικά’’ το επίθετο και για να αποφύγει, δήθεν, την περί αφορισμού ιστορία, απέδιδε τη σημασία της λέξης σε πιθανό ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιου παλιού προγόνου στην οικογένεια με έξι πόδια. Κι αυτό, όμως, το έκανε με τόση ειρωνία και πίκρα, που ήταν καλύτερα να έλεγε κατευθείαν εκείνο που πίστευε και που ήθελε, τάχα, να αποκρύψει.

Άσχετα με το τι παραδέχονταν ξεχωριστά ο καθένας απ’ τους ‘’εγγράμματους’’ του χωριού, κανένας δεν έφερνε αντίρρηση στις απόψεις του δασκάλου. Ιδιαίτερα συμφωνούσε απόλυτα ο παπάς με τη χαρακτηριστική σιωπή που κρατούσε, όταν ο δάσκαλος έθιγε πονηρά και χαιρέκακα αυτό το θέμα.

Αυτός δεν έλεγε ποτέ τίποτα ανοιχτά γύρω απ’ το ζήτημα αυτό. Το ίδιο προσπαθούσαν και οι άλλοι ‘’εγγράμματοι’’. Αυτοί ήταν εκείνοι που πάντοτε προσπαθούσαν να βρουν την ευκαιρία, για να προφέρουν το επίθετο των Ξαπόδηδων με χαρακτηριστική υστεροβουλία και με δυνατή δόση ειρωνείας. Η μικρότητα, όμως, αυτή και η κακία των άμυαλων και τιποτένιων εκείνων όντων, άλλοτε μεν πλήγωνε βαθιά τους δύστυχους Ξαπόδηδες κι άλλοτε τους έκανε να νιώθουν οίκτο και συμπόνια για τις μικρές και ανόητες εκείνες υπάρξεις.

Οι πολλοί στο χωριό, οι δουλευτές της γης και της θάλασσας, έτσι το βρήκαν το επίθετο της οικογένειας αυτής, έτσι το μεταχειρίζονται, χωρίς καμιά υστεροβουλία κι έτσι θα το αφήσουν, χωρίς καμιά προσθαφαίρεση ή μεταβολή.

Σήμερα λοιπόν, ο γερο-Ροζάριος είναι γραμμένος στα χαρτιά σα Ροζάριος Ξαπόδης, στους συγχωριανούς του, όμως, είναι γνωστός κι ακούει σα ‘’Ρόζος τ’ Αλλοδόγμη’’. Παρ’ όλα αυτά τα τερτίπια των ανθρώπων, όλη η οικογένεια του γερο-Ροζάριου είναι καλοί άνθρωποι, τίμιοι, φιλήσυχοι και πολύ εργατικοί.

Στο χωριό τους έχουν σαν παράδειγμα εργατικότητας. Μάλιστα, αν κανένας χωριανός ήθελε να δείξει στους άλλους πόσο σκληρά δούλεψε, έλεγε περήφανα, ότι σήμερα δούλεψε σαν το ‘’Μέρκο τ’ Αλλοδόγμη’’. Εννοώντας το μεγαλύτερο γιο της οικογένειας, το Μερκούρη. Ένα πραγματικό λεοντάρι στο σώμα κι ένα σωστό αρνί στην ψυχή και στο ήθος.

Η οικογένεια των Ξαπόδηδων ή τ’ Αλλοδόγμη είχε τρία αγόρια κι ένα κορίτσι, που ήταν το πιο μεγάλο απ’ όλα τα αδέρφια. Την Εύα.

Η Εύα, εδώ και μερικά χρόνια, λίγο πριν την κατοχή, παντρεύτηκε μ’ ένα ναυτικό ξένου καραβιού, που πέρασε τυχαία απ’ το νησί. Ήταν γιος ενός παλιού γείτονα των Ξαπόδηδων στη Μικρασία κι είχε σωθεί κι αυτός ως εκ θαύματος με τη γιαγιά του απ’ την καταστροφή.

Σε δυο-τρεις βδομάδες, το ζευγάρι εγκατέλειψε το νησί κι έφυγε για άλλα μέρη. Τώρα κι ύστερα από απουσία μερικών χρόνων, η Εύα έρχεται κάπου-κάπου και επισκέφτεται τους δικούς της. Όπως φαίνεται, ο άντρας της είναι καλός και πρόκοψε στη ζωή του.

Τα άλλα δυο παιδιά τους, ο Μέρκος και ο Μάριος δούλευαν στα χωράφια ή όπου αλλού έβρισκαν δουλειά, χωρίς παράπονο και χωρίς κανένα γογγυσμό και σχεδόν έλλειπαν πάντοτε απ’ το χωριό. Στα χρόνια της κατοχής, πλησίαζαν κάθε τόσο με το καΐκι τους κρυφά τις τουρκικές ακτές και με χίλιους κινδύνους φυγάδευαν Εγγλέζους και δικούς μας για τη Μέση Ανατολή κι έφερναν πίσω πολεμοφόδια γι’ αυτούς που πολεμούσαν στα βουνά τους Γερμανούς.

Μια νύχτα, όμως, την παραμονή των Βαΐων, το σπίτι των Ξαπόδηδων ντύθηκε στα μαύρα. Οι Γερμανοί μπλοκάρανε το καΐκι μεσοπέλαγα ανοιχτά της Ικαρίας και του έκαναν σινιάλο από μακριά να σταματήσει. Οι δικοί μας, επειδή ήταν φορτωμένοι πυρομαχικά και όπλα, δε σταμάτησαν αλλά προσπάθησαν να ξεφύγουν το μπλόκο. Τα γερμανικά περιπολικά, που όλα ήταν ταχύτατα και πολύ γρηγορότερα απ’ το καΐκι τους, τους κύκλωσαν αμέσως και άνοιξαν ομαδικό πυρ. Μια βολή τους πέτυχε στο αμπάρι με τις εκρηκτικές ύλες και το φτωχό ψαροκάικο έγινε συντρίμμια. Από τα οχτώ άτομα που βρίσκονταν μέσα στο ξύλινο σκάφος, μόνο ένας Χιώτης γλύτωσε ως εκ θαύματος. Γαντζωμένος σε μια σανίδα, κομμάτι του μπροστινού καταστρώματος του καϊκιού, βγήκε μισοπεθαμένος το άλλο βράδυ σε μια ερημική ακτή της Ικαρίας.

Ανάμεσα στους εφτά πατριώτες που τινάχτηκαν στον αέρα ήταν κι ο Μέρκος. Το γενναίο εκείνο παλικάρι θυσιάστηκε για να ελευθερώσει και να αναστήσει μια πατρίδα, που δεν το ήθελε στους κόλπους της. Μια πατρίδα που ήθελε κι αυτόν και όλους τους δικούς του σημαδεμένους αιώνια στη ζωή και στο θάνατο.

– Η πατρίδα δεν είναι κακιά, διέκοψε ο Γιώργος κι αγαπάει εξίσου όλα τα παιδιά της. Κακοί είναι εκείνοι που την καπηλεύονται, τη μονοπωλούν και ζουν σε βάρος της.

Ο Στρατής, συνεπαρμένος απ’ τη θυσία του Μέρκου, δεν καλοπρόσεξε τα λεγόμενα του Γιώργου αλλά συνέχισε.

– Σαν μαθεύτηκε το φοβερό νέο, το σπίτι των Ξεπόδηδων βυθίστηκε στο πένθος. Ολόκληρη τη μεγάλη βδομάδα και τις μέρες του Πάσχα, στη μέση της καλής κάραρας, μέσα σ’ ένα δίσκο, που, αντί για κόλλυβα, είχε άμμο της θάλασσας –πού να βρεθεί σιτάρι στα χρόνια εκείνα της πείνας!!- έκαιγε μέρα-νύχτα ένα κερί. Και όλη η οικογένεια, με συντριμμένη την καρδιά και στερεμένα τα μάτια, καθισμένη γύρω-γύρω στο στρογγυλό τραπεζάκι, συντρόφευε με αναφιλητά το τρεμόσβημα του φτωχού κεριού και αναπολούσε με οδύνη το φευγάτο για πάντα απ’ τη ζωή παλικάρι της. Θρηνούσε με τον τρόπο της το χαμό του.

Δεν μπήκε ο παπάς φανερά κι επίσημα στο σπίτι των Αλλόδογμων για να διαβάσει μια ευχή για την ψυχή του παλικαριού που χάθηκε για την ορθόδοξη πατρίδα. Δεν μπήκε σαν ιερωμένος, να πει μια παρήγορη κουβέντα στους χαροκαμένους γονιούς. Νύχτα και κρυφά τους επισκέφτηκε σαν απλός άνθρωπος, με χίλιες προφυλάξεις, για να τους συλλυπηθεί. Μόνο οι απλοϊκοί χωριανοί μπαινόβγαιναν και θρηνούσαν με πραγματικό  πόνο, όπως και οι συγγενείς, το θάνατο του Μέρκου κι άναβαν κι εκείνοι κεριά στο δίσκο με την άμμο για την ψυχή του ήρωα πατριώτη.

– Μόνο οι μικροί καταλαβαίνουν τις μεγάλες θυσίες, γιατί οι μεγάλες και αγνές καρδιές ανήκουν στους μικρούς και άσημους ανθρώπους, είπε ο Αργύρης.

– Τις μέρες εκείνες, ο Μάριος Ξαπόδης ξεφόρτωνε με άλλο καΐκι πυρομαχικά και εκρηκτικές ύλες στα παράλια του Λιτοχώρου για τους αντάρτες του Ολύμπου. Εκεί έμαθε το κακό. Με σφιγμένη καρδιά θρήνησε το χαμό του αδερφού του κι έμεινε στον Όλυμπο αντάρτης. Άρπαξε και κείνος το όπλο στο χέρι και βγήκε στο βουνό, νομίζοντας πως έτσι θα εκδικηθεί καλύτερα το θάνατο του αδερφού του και θα προσφέρει περισσότερα στη σκλαβωμένη πατρίδα μας.

Πολέμησε σκληρά τους κατακτητές και τραυματίστηκε δυο φορές. Τη δεύτερη σοβαρά, έμεινε ανάπηρος. Ακόμη παιδεύεται με τα νοσοκομεία.

Το μικρό τους παιδί, ο Βίκτωρας Ξαπόδης ή ο Βίκτας τ’ Αλλοδόγμη, όπως τον ξέρουμε εμείς καλύτερα στο τόπο μας, έμεινε στο χωριό με τους γονείς του και σ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε πολύ στις μυστικές οργανώσεις για τη σωτηρία των ξεκομμένων Άγγλων, που περιφέρονταν έρμαια εδώ κι εκεί ύστερα απ’ την πανωλεθρία που έπαθαν απ’ τους Γερμανούς. Πάσχισε όσο μπορούσε για την οργάνωση των κατοίκων και τον ξεσηκωμό του νησιού για τη λευτεριά της πατρίδας μας.

Στο θρυλικό εκείνο αγώνα κατά των κατακτητών γνωριστήκαμε καλύτερα με το Βίκτα και γίναμε καλοί φίλοι. Είναι ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερός μου. Πέρισυ τον κάλεσαν στρατιώτη και, όπως διαδόθηκε στο χωριό, τον έκλεισαν στα σύρματα. Στο στρατόπεδο της Βέροιας. Κανένας δεν έμαθε ξεκάθαρα γιατί. Μερικοί λένε ότι τον απομόνωσαν, επειδή τον είχαν για αλλόθρησκο. Μάλιστα, ο παπα-Παντελής είπε ότι το στράτευμα πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού και να παραμένει άθικτο από ‘’αλλότρια δόγματα’’. Στο ΚΕΝ Αλεξανδρούπολης, όμως, γνώρισα δυο Εβραίους στρατιώτες και αρκετούς Μωαμεθανούς. Άλλοι πάλι είπαν στο χωριό, ότι λογόφερε άσχημα με το λοχαγό του, γι’ αυτό και φυλακίστηκε.

Ο δάσκαλος, όμως, είπε ένα βράδυ στο καφενείο, ότι φοβάται μήπως ο Βίκτας ‘’κατεχράσθη στρατιωτικήν περιουσίαν’’. Γελοία κατηγορία για όσους γνωρίζουν το Βίκτα και την οικογένεια των Ξαπόδηδων. Άλλοι πάλι, την αιτία τη βρίσκουν στο ότι είναι αστεφάνωτος με τη γυναίκα του. Κι αυτή η καημένη δεν ξέρει τι να υποθέσει και κλαίει και στενοχωριέται στο σπίτι. Τα γράμματα του Βίκτα δε λένε τίποτα. Έρχονται λογοκριμένα και ψαλιδισμένα. Το μόνο που γράφει στη γυναίκα του είναι, ότι είναι καλά και να μη στενοχωριέται. Δίνει κουράγιο και στους χαροκαμένους γονιούς του. ‘’Μη στενοχωριέστε’’, τους γράφει ‘’και θα γυρίσω γρήγορα κοντά σας’’. ‘’Μόλις απολυθεί η κλάση μου θα είμαι κοντά σας’’. Τίποτα περισσότερο.

Μερικοί υποθέτουν πως ο Βίκτας φυλακίστηκε, γιατί, όλη του η οικογένεια ήταν ανακατεμένη στα αντάρτικα και στις κρυφές οργανώσεις τον καιρό της κατοχής και πολέμησε ασταμάτητα κι όσο μπορούσε τους Γερμανούς . . .

Εδώ ο Στρατής κοντοστάθηκε λίγο, σα να μην ήξερε κι ο ίδιος, τι να υποθέσει και τι να παραδεχτεί απ’ όλα αυτά. Οι άλλοι αλληλοκοιτάχτηκαν έντονα στα μάτια χωρίς να πουν ούτε μια λέξη. Ο Στρατής συνέχισε.

– Αν είναι δυνατόν η πατρίδα να κλείνει στα σύρματα και να φυλακίζει τα παιδιά της, που πολέμησαν για να την λευτερώσουν! Δεν μπορεί . . . Ο Μέρκος σκοτώθηκε για την πατρίδα . . . Ο Μάριος έμεινε ανάπηρος γι’ αυτή . . . Δεν μπορεί . . . δεν μπορεί, επανέλαβε μονολογώντας. Ένα τέτοιο πράγμα θα είναι ακατανόητο . . . θα είναι ίσως το άκρον άωτον της αχαριστίας . . . Θα πρέπει τότε να κλειστούν όλοι οι Έλληνες στα σύρματα . . . η τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία μας . . .

Και πάλι σώπασε και κοίταξε τους συναδέλφους του με φανερή αμηχανία. Στο βλέμμα του απλώθηκε κάποια ικεσία. Ζητούσε σιωπηλά απ’ αυτούς, να δώσουν μια κάποια απάντηση στο ερώτημά του. Να ξαλαφρώσουν το μυαλό του και να το ανακουφίσουν απ’ τις αμφίβολες ιδέες και τις άσπλαχνες υποψίες που το τυραννούσαν ανελέητα. Στα μάτια του φαίνοντα τώρα καθαρά, πόσο τον βασάνιζαν οι σκέψεις του αυτές, οι γεμάτες ενδοιασμούς και αμφιβολίες.

Οι συνάδελφοί του, όμως και πάλι δεν απάντησαν. Ξανακοιτάχτηκαν βιαστικά κι έμειναν σιωπηλοί. Μια γρήγορη σύσπαση στα πρόσωπά τους έδειξε καθαρά, πως όλοι τους έσφιγγαν δυνατά τα δόντια τους, για να συγκρατήσουν την ίδια απάντηση που κλωθογύριζε ξεκάθαρη στο μυαλό του καθενός αλλά την κρατούσαν καλά κλεισμένη μέσα τους. Μόνο ο Γιώργος πρόφερε αργά και άτονα ένα αόριστο και ταυτόχρονα ειρωνικό και πονεμένο. ‘’Αν είναι δυνατόν . . . η πατρίδα . . . !’’

Ο Στρατής συνέχισε.

– Την εποχή εκείνη, τη γεμάτη κινδύνους, ζωντάνια και λεβεντιά, τότε που ο καθένας από μας έπιανε καλύτερα και πιο ξεκάθαρα το νόημα της ζωής, της λευτεριάς και της πατρίδας, ο Βίκτας γνωρίστηκε με μια κοπέλα συγχωριανή μας. Ζωντανή και ξύπνια. Τη Φανή. Ζήτησαν κι οι δυο τους να παντρευτούν. Πώς να το κάνουμε; Η ζωή κυλάει και προχωρεί αδιάκοπα. Η νύφη, όμως, ήταν ‘’χριστιανή ορξόδοξος’’ και ο γαμπρός ‘’Ξαπόδης’’. ‘’Αλλόδογμος’’. Γι’ αυτό κι ο παπα-Παντελής ‘’και μεθ’ όλον αυτού το δίκαιον’’, όπως έλεγε στο καφενείο κι ο δάσκαλος, έφερε αντίρρηση στην ένωση αυτή των αλλοθρήσκων. ‘’Είναι αδύνατον’’, έλεγε, ‘’να έλθει εις γάμου κοινωνίαν μία χριστιανή με έναν αλλόδογμον. Ο δεσπότης δεν συγκατατίθεται. Δε θα δώσει ποτέ άδεια’’. Όπως και δεν έδωσε. Έτσι, ο Βίκτας με τη Φανή ζούνε μεν μαζί, μάλιστα έκαναν κι ένα αγοράκι, το μικρό Ροζάκι, όπως το λένε, μένουν όμως αστεφάνωτοι.

Η Φανή ήταν πεντάρφανη. Το φθινόπωρο του 41, ο πατέρας της, η μάνα της κι ο αδερφός της ο Γιαννάκης ταξίδευαν για τη Θεσσαλονίκη με το δικάταρτο καΐκι τη ‘’Γοργόνα’’ του Βλάση απ’ τη Μύρνα. Ανοιχτά απ’ το Δρέπανο, το μεσαίο ακροτήρι της Χαλκιδικής, η ‘’Γοργόνα’’ χτύπησε σε γερμανική νάρκη κι έγινε κομμάτια. Όλη η οικογένεια χάθηκε. Η Φανούλα έμεινε ολομόναχη. Ήταν τότε δεκαεφτά χρόνων. Δυο χρόνια αργότερα, μέσα στη βράση του αγώνα για τη λευτεριά, στον οποίο πήρε ζωντανό μέρος και η ίδια, γνώρισε το Βίκτα. Την αγάπησε και κείνος αληθινά και, σαν τίμιο παιδί που ήταν, την πήρε γυναίκα του. Ο παπα-Παντελής, όμως, δεν θέλησε να τους στεφανώσει κι έτσι ζουν σήμερα αστεφάνωτοι.

Στην αρχή ο κόσμος τους λοξοκοίταζε. Τώρα, οι περισσότεροι λοξοκοιτάζουν τον παπά.

Όλοι στο χωριό τους συνήθισαν και τους θεωρούν πλέον σαν κανονικό αντρόγυνο. Και είναι κανονικό. Μάλιστα, κανονικότερο από πάρα πολλά ‘’κανονικά’’. Βλέπεις, παρ’ ότι ο παπάς δεν τους ευλόγησε, αυτοί, με την αγάπη τους, τη φρονιμάδα και την καλοσύνη τους, επιβλήθηκαν στις συνειδήσεις των συγχωριανών τους και αγαπήθηκαν απ’ αυτούς. Η μόνη που δεν τους αγάπησε ακόμη είναι η Εκκλησία, η οποία αρνείται να βαφτίσει και το παιδί τους. Ο γραμματέας της Κοινότητας δεν μπορεί να το περάσει στα μητρώα, όπως τα άλλα νεογέννητα, γιατί είναι αβάφτιστο. Συνιστά, όμως, στους γονείς, να τακτοποιήσουν αυτή την εκκρεμότητα όσο γίνεται πιο γρήγορα, γιατί το μωρό είναι αγόρι κι όταν θά ‘ρθει η ηλικία του για να πάει στρατιώτης, θα προκύψουν ζητήματα που θα μπλέξουν τότε και το παιδί και τους γονείς χειρότερα.

– Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το παιδί αλλά η πατρίδα το θέλει για στρατιώτη, είπε ο Θανάσης χαρακτηριστικά. Το κράτος να επέμβει στην εκκλησία δεν μπορεί αλλά έχει το κουράγιο να ζητήσει ευθύνες αργότερα απ’ τους γονείς και να μπλέξει σε μπελάδες κι αυτούς και το παιδάκι, που δε φταίνε σε τίποτα για όλα! Φαύλος κύκλος, δηλαδή . . .

– Και υπεύθυνα στην ουσία για όλα αυτά είναι τα μεταξωτά ράσα, πρόσθεσε ο Κώστας. Γιατί, αυτοί υποτίθεται πως ξέρουν τα πάντα, έτσι ισχυρίζονται τουλάχιστο κι αυτοί λύνουν και δένουν στην κοινωνία μας. Κι όμως, αποδείχτηκε χιλιάδες φορές το αντίθετο.

Κοντοστάθηκε λίγο και ρώτησε με δυνατότερη φωνή.

– Κι ο δεσπότης σας τι λέει;

– Αυτός λέει πως, για να βαπτιστεί ένα παιδί στην εκκλησία, πρέπει οι γονείς του να είναι επίσημα και νόμιμα στεφανωμένοι απ’ την εκκλησία.

– Μωρέ, καλά κάνουν άλλα κράτη και αναγνωρίζουν τον πολιτικό γάμο, είπε με ικανοποίηση ο Θανάσης. Έτσι, κάνει τη δουλειά της όπως θέλει η πολιτεία και βάζει και τον κάθε καταργάρη στον πάγκο του.

– Καλά, δε βρέθηκε τότε ένας άνθρωπος με μυαλό στον τόπο σας, διέκοψε ο Αργύρης, να πάει στο δεσπότη και να του εξηγήσει καλύτερα τα πράγματα, ώστε να δώσει άδεια και να βάλει τον παπά να στεφανώσει το αντρόγυνο;

– Γιατί, άραγε, ενώ οι άνθρωποι θέλουν τις ευλογίες της εκκλησίας, ο κλήρος τους περιφρονεί και τους διώχνει; Ρώτησε αργά-αργά ο Γιώργος.

– Έγιναν, πραγματικά, πολλές προσπάθειες, για να πειστεί η Εκκλησία να δώσει άδεια αλλά, δυστυχώς, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, είπε ο Στρατής. Πρώτα, γιατί διαπιστώθηκε, όπως είπαν, από έρευνες που έγιναν, πως ο αφορισμός του προπάππου του Βίκτα έμεινε άλυτος απ’ την Εκκλησία.

– Κολοκύθια, είπε ο Θανάσης.

– Και δεύτερο, συνέχισε ο Στρατής, όπως τόνισε κι ο παπάς, ‘’οι ιεροί κανόνες’’ απαγορεύουν ρητώς το γάμο ‘’ορθοδόξου χριστιανής’’ με οπαδόν ‘’άλλου δόγματος’’. ‘’Αυτό τηρήθηκε με σχολαστικότητα δια μέσου των αιώνων και τηρείται μετά μεγάλης αυστηρότητος και σήμερον’’. Έτσι ισχυρίστηκε ο δεσπότης και επέμενε πως του είναι αδύνατο να κάνει το παραμικρό και να παραβιάσει μια βασική και απαραβίαστη, όπως τόνισε, αρχή της Ορθοδοξίας και μια εκκλησιαστική παράδοση αιώνων.

– Βασική και απαραβίαστη αρχή της Ορθοδοξίας και παράδοση αιώνων; φώναξε αγανακτισμένος ο Αργύρης. Ε, πληροφορώ, λοιπόν, το δεσπότη σας, συνέχισε με οργή, ότι η ‘’βασική αυτή αρχή της Ορθοδοξίας’’ δεν είναι καθόλου απαραβίαστη. Παραβιάστηκε πολλές φορές κατά το παρελθόν και μάλιστα από ορθόδοξους αυτοκράτορες και από άλλα υψηλότατα ιστάμενα πρόσωπα στη θρησκεία και στο κράτος, τα οποία θεωρούνταν σαν οι κεφαλές και τα στηρίγματα της πίστης μας. Και αναφέρω μερικές περιπτώσεις, για να κατατοπιστεί ο δέσποτας.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κατακουζινός το 1346 έδωσε τη δεύτερη κόρη του Θεοδώρα γυναίκα στον Τούρκο εμίρη της Βιθυνίας Ορχάν, ο οποίος τον βοήθησε στρατιωτικά στον εμφύλιο πόλεμο κατά της αυτοκράτειρας Άννας, του γιου της Κωνσταντίνου του Ε’ και του μεγάλου δούκα Απόκαυκου, χωρίς να διαμαρτυρηθεί καθόλου η Εκκλησία.

Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Β’ έδωσε την οκτάχρονη κόρη του Σιμωνίδα στο Στέφανο Μιλουτίν της Σερβίας. Η άλλη κόρη του παντρεύτηκε το 1297 το χάνο της Χρυσής Ορδής Τακτού.

Οι κόρες τους Μιχαήλ του 8ου  παντρεύτηκαν Μογγόλους χάνους.

Ο Ιωάννης Βατάσης έδωσε την κόρη του στον εμίρη Καρασί.

Ο αυτοκράτορας Βασίλειος έδωσε δυο κόρες του γυναίκες στους γειτονικούς εμίρηδες.

Η Ευδοκία, η θυγατέρα του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιου του Γ’ παντρεύτηκε τον αμηρά Τατζ-εδδίν Τσιαλαπή. Η μία αδερφή του ίδιου αυτοκράτορα, η Μαρία, παντρεύτηκε τον ηγεμόνα των Τουρκομάνων Χοπτλουπέκην και η άλλη, η Θεοδώρα, τον εμίρη της Χαλδείας. Επίσης, η μια κόρη του, η Θεοδώρα, παντρεύτηκε πρώτα τον εμίρη Ταξατίν και μετά τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ιωάννη τον Ε’.

– Αλλά, μήπως κι όταν ένας πατριάρχης έφερνε αντίρρηση στους μεγάλους και δυνατούς, κατάφερνε τίποτα; Απολύτως τίποτα, είπε κοφτά ο Κώστας. Συνήθως, οι άλλοι ιεράρχες που εποφθαλμιούσαν τη θέση του και καραδοκούσαν να γίνουν πρωτόθρονοι, για να τον ταπεινώσουν και να τον υπερκελίσουν, τον αντέκρουαν και τον ξεφτίλιζαν.

Όταν, για παράδειγμα, ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, θέλοντας να εφαρμόσει αυτούς τους κανόνες της Εκκλησίας, αρνήθηκε να ευλογήσει τον τέταρτο γάμο του αυτοκράτορα Λέοντα του Στ’ με τη Ζωή και να στέψει τη νέα σύζυγό του ατοκράτειρα, ταπεινώθηκε με το χειρότερο τρόπο. Γιατί, οι άλλοι πατριάρχες πήραν το μέρος του αυτοκράτορα και, χωρίς αντιρρήσεις, του έδωσαν την άδεια να παντρευτεί και τέταρτη σύζυγο. Το γάμο αυτό ενέκρινε και ο πάπας της Ρώμης. Έτσι, τη γαμήλιο στέψη έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας και ο ίδιος επίσης φόρεσε στη Ζωή την αυτοκρατορική κορόνα και την έστεψε αυτοκράτειρα. Τι ωφελούσε αν ο πατριάρχης μετά αποκαλούσε σκοπτικά το Λέοντα γαμπρόν και επίσκοπον μαζί; Απολύτως τίποτα. Έκανε μόνο κακό του κεφαλιού του.

– Δηλαδή, ο Λέοντας έκανε πολιτικό γάμο την εποχή που η Εκκλησία ήταν πανίσχυρη! είπε ο Θανάσης, με κάποια δόση ειρωνείας και απορίας μαζί.

– Γιατί όχι; απάντησε ο Αργύρης και ξαναπήρε το λόγο.

Μήπως στη νεότερη ιστορία μας δεν έχουμε χτυπητές παραβάσεις των πολυθρύλητων αυτών κανόνων;

Κατά την εποχή του Όθωνα, όταν η κυρία Άρμασμπεργκ, γυναίκα του ισχυρότερου μέλους στην τριανδρία της βαβαρικής βασιλικής επιτροπείας, προσπαθούσε να παντρέψει τις δυο κόρες της με δυο αδερφούς, τους πρίγκιπες Κατακουζηνούς και ζήτησε την άδεια απ’ την Εκκλησία, ο τότε προκαθήμενός της και πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, Κύριλλος, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα της ετεροθρησκείας, γιατί, όπως είπε, δεν υπήρχε τότε καμία σχετική νομοθεσία της πολιτείας ή της Εκκλησίας για να τον απασχολεί.

– Φαίνεται, πως ο ιεράρχης Κύριλλος δεν είχε ακούσε τίποτα για την ύπαρξη των προαιώνιων και από τότε ‘’απαραβίαστων κανόνων’’, τους οποίους επικαλέστηκε ο δικός σας ιεράρχης, είπε ο Θανάσης απευθυνόμενος στο Στρατή.

– Αυτοί ακούν εύκολα ψίθυρους, αλλά δεν μπορούν να ακούσουν ομοβροντίες, είπε χαρακτηριστικά ο Αργύρης και συνέχισε.

Εκείνο που απασχόλησε κυριολεκτικά τον Κίρυλλο ήταν το θέμα του τυπικού μέρους της αιμομιξίας, γιατί δυο αδερφές παντρεύονταν δυο αδερφούς. Επειδή, όμως, δεν επρόκειτο για κάποιον Ξαπόδη απ’ τη Λήμνο αλλά για τις κόρες του πανίσχυρου Άρμασμπεργκ, ο οποίος έλυνε και έδενε τότε στο δύστυχο αυτό τόπο κι είχε φέουδό του την Ελλάδα, καθώς επίσης και για δυο ονομαστούς πρίγκιπες μεγάλης και ξακουστής γενιάς, ο σοφός ιεράρχης μας σοφίστηκε το εξής τέχνασμα. Σύστησε στην κυρία Άρμασμπεργκ να στεφανώσει τις δυο κόρες της ταυτόχρονα αλλά σε δυο διαφορετικές αίθουσες του μεγάρου της. Έτσι, δε θα υπήρχε χρονική διαφορά σε κανένα απ’ τους δυο γάμους και επομένως δε θα είχε δημιουργηθεί σε κανένα απ’ τα δυο αντρόγυνα προηγούμενο συγγένειας εξ αγχιστείας, το οποίο θα εμπόδιζε το γάμο του άλλου ζευγαριού. Έτσι κι έγινε. Και μ’ αυτόν τον τρόπο,  η ευφυία του ιεράρχη Κύριλλου μπέρδεψε το Θεό, ξέφυγε της προσοχής του και τον ξεγέλασε.

– Αλλά και άλλος αρχιερέας, είπε ο Κώστας, ο επίσκοπος Αττικής, έδωσε, λίγα χρόνια αργότερα, άδεια γάμου στον Α. Ραγκαβή, να παντρευτεί την ετερόθρησκη αδερφή του γαμπρού του (γαμπρό στην αδερφή του), λέγοντάς του ότι, ‘’επειδή η Εκκλησία μας δεν αναγνωρίζει το γάμο που τέλεσε η αδερφή σου σε προτεσταντική εκκλησία, δεν υπάρχει καμία αγχιστεία και επομένως χωρίς κανένα κώλυμα μπορείς να κάνεις το γάμο σου’’.

– Η Εκκλησία δεν αναγνώριζε το γάμο της αδερφής του Ραγκαβή, συνέχισε ο δάσκαλος, γιατί εκείνη είχε πάρει προτεστάντη, δηλαδή αλλόθρησκο άντρα και επομένως η αδερφή του ήταν, κατά τον επίσκοπο Αττικής, ανύπαντρη. Θα αναγνώριζε, όμως, το γάμο του Ραγκαβή με την αλλόθρησκη νύφη, την αδερφή του προτεστάντη γαμπρού του, αφού, χωρίς κανένα ενδοιασμό, έδωσε την άδεια ο ιεράρχης!

– Μη χειρότερα, είπε ο Γιώργος.

– Ο Ραγκαβής, όμως, δεν ήταν ένας απλός και άσημος χωρικός, τόνισε ο Αργύρης. Δεν ήταν ‘’ο Βίκτας τ’ Αλλοδόγμη’’. Ήταν καθηγητής Πανεπιστημίου, πρεσβευτής, υπουργός! Ήταν όνομα μεγάλο!

– Άσε πάλι το τι γινόταν και πόσο καταστρατηγούνταν ‘’οι ιεροί κανόνες’’, όταν έμπαινε στη μέση το χρήμα, είπε υποτιμητικά ο Κώστας.

– Χρηματίζονταν κιόλας; αναρωτήθηκε με απορία ο Στρατής.

– Αν χρηματίζονταν! ξεφώνισε ο Θανάσης. Ακούστε μια ιστορία που μού ‘ρθε τώρα στο νου για τον πατριάρχη Αλέξιο της Κωνσταντινούπολης και θα πάρετε μια κάποια ιδέα.

Η Ζωή, κόρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Η’, παντρεύτηκε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης Ρωμανό τον Αργυρό, αφού πρώτα τον χώρισε απ’ τη νόμιμη γυναίκα του. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου, ο Ρωμανός αναγορεύτηκε αυτοκράτορας με το όνομα Ρωμανός ο τρίτος, ο Αργυρός. Η Ζωή όμως, παρ’ ότι μεσόκπη τότε, τα έμπλεξε γρήγορα με το Μιχαήλ τον Δ’, αδερφό του αρχιευνούχου του παλατιού Ιωάννη τον Ορφανοτρόφο. Η Ζωή, ο Μιχαήλ και ο Ιωάννης αποφάσισαν να απαλλαγούν απ’ το Ρωμανό, με τη βοήθεια κάποιου αργού δηλητηρίου. Λόγω ανυπομονησίας  τους όμως, την 11 Απριλίου 1034, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης αιφνιδίασαν το Ρωμανό και τον έπνιξαν στο λουτρό του. Την ώρα της ακολουθίας των Παθών ειδοποίησαν τον πατριάρχη Αλέξιο να σπεύσει στο παλάτι, γιατί τον χρειάζονταν, τάχα, ο αυτοκράτορας.

Όταν έφτασε ο Αλέξιος, βρήκε το Ρωμανό νεκρό και τη Ζωή, τότε 54 χρόνων, καθισμένη στο θρόνο και δίπλα της το Μιχαήλ. Η Ζωή ζήτησε απ’ τον πατριάρχη να ευλογήσει το γάμο της με το Μιχαήλ. Ο Αλέξιος ξαφνιασμένος δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε, ο Ιωάννης και η Ζωή του έδωσαν προσωπικό πεσκέσι ‘’πενήντα λίτρας χρυσίου’’, όπως λέγει ο ιστορικός και άλλες πενήντα στους κληρικούς που τον συνόδευαν κι έτσι τον έπεισαν να τελέσει τους γάμους.

‘’Η σκηνή αυτή’’, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, ‘’είναι βεβαίως απ’ αρχής μέχρι τέλους μία των οικτροτέρων της Μεσαιωνικής ημών Ιστορίας και μαρτυρεί μέχρι τίνος βαθμού είχε προχωρήσει η κακοήθεια των ανθρώπων και ο εμπαιγμός των ιερότατων θεσμών’’.

– Συνέβησαν τέτοια πράγματα; ρώτησε απορημένος ο Γιώργος.

– Τέτοια και χειρότερα, είπε με κάποια αγανάκτηση ο λοχίας κι όχι μονάχα στη δική μας θρησκεία. Και οι Καθολικοί δεν πάνε καθόλου πίσω. Ούτε οι Προτεστάντες, ούτε και οι άλλοι. Πού να τα αναφέρει, όμως, κανείς όλα! . . . Αν ήταν δυνατό, βέβαια, να τα ήξερε όλα αυτά τα απίστευτα κι ακατονόμαστα πράγματα ένας άνθρωπος! Κι αν τα ήξερε και μπορούσε να τα φωνάξει δυνατά ώστε να ακουστούν στα πέρατα του κόσμου, θα έφριττε η ανθρωπότητα. Τόσο πολύ είναι το αίσχος και τόσο ασύλληπτη η υποκρισία που τυλίγει από αιώνες την κοινωνία μας.

– Γι’ αυτό δεν πάμε μπροστά κι όλο παραπαίουμε σα ναυάγια στην παραμικρή ανεμοζάλη, πρόσθεσε με πίκρα ο Κώστας. Θέλουμε να παραστήσουμε τα ποντοπόρα πλοία κι εμείς δεν έχουμε ούτε καρίνα. Μας αρέσουν τα μεγάλα λόγια αλλά αποφεύγουμε συστηματικά και την παραμικρή αλήθεια. Τα κρίνουμε όλα υποκειμενικά και όπως μας βολεύει εκείνη τη στιγμή. Ή μάλλον, αφήνουμε άλλους να κρίνουν τα πάντα, κατά πως συμφέρει σ’ αυτούς και μεις παραδεχόμαστε ασυζητητί ότι μας πουν εκείνοι και ασπαζόμαστε όποια εξήγηση μας σερβίρουν. Στενοχωριόμαστε, υποφέρουμε, πληρώνουμε αλλά δε θέλουμε να σκεφτούμε. Βουβοί και πειθήνιοι, χωρίς φωνή και κρίση. Χωρίς πρωτοβουλία και δύναμη. Μας φορτώνουν σε αυτοκίνητα κι εμείς ζητωκραυγάζουμε. Μας αμπαριάζουν στα πλοία και μεις δεν αντιδρούμε. Πολεμάμε για την πατρίδα και μας κλείνουν στα σύρματα. Αγωνιζόμαστε για τη λευτεριά και βγαίνουμε στο τέλος ένοχοι. Αναδεικνύουν για αρχηγούς μας τιποτένιους κι άχρηστους σαν το Λουλούδια κι εμείς τους δεχόμαστε, τους υπακούμε και τους ακολουθούμε, χωρίς αντιλογία και αντίρρηση. Νομίζω πως ήρθε πια καιρός, όλη αυτή τη δουλοπρεπή ταχτική μας να την ξαναπεράσουμε απ’ το μυαλό μας. Να την ξανασκεφτούμε και να την αναθεωρήσουμε. Όχι, όμως, πεισματικά και βεβιασμένα. Αλλά αμερόληπτα, ήρεμα και σωστά. Με γνώμονα πάντοτε το καλό της πατρίδας μας και το καλό όλων μας, να αλλάξουμε τακτική. Να γίνουμε και μεις πια σωστά ανθρώπινα όντα με κρίση και συνείδηση. Με θάρρος και θέληση. Με ιδανικά και πεποίθηση. Να αφαιρέσουμε το τιμόνι της πατρίδας μας απ’ τα χέρια του κάθε ‘’Λουλούδια’’. Να το πάρουμε εμείς, όλοι οι πολίτες, ο αγνός λαός, στα χέρια μας και να απαλλαγούμε απ’ τις διάφορες ύποπτες κλίκες, που μας κουμαντάρουν χρόνια και χρόνια και μας οδηγούν όπου θέλουν αυτές. Είμαστε λαός με ιστορία και περηφάνια, γι’ αυτό έχουμε χρέος να συνεχίσουμε τη δοξασμένη πορεία των προγόνων μας. Οι διάφοροι εποχιακοί καταφερτζήδες μας οδηγούν στο στραβό δρόμο και, αν τους αφήσουμε ελεύθερους, θα μας ρίξουν γρήγορα στο γκρεμό και στην αφάνεια. Ας το καταλάβουμε όλοι μας και γρήγορα μάλιστα, ότι σήμερα χάνουμε, φθίνουμε, ξεπέφτουμε, κατηφορίζουμε το γοργό δρόμο της παρακμής και του αφανισμού . . .

– Έρχονται στιγμές, είπε ο Θανάσης, που όλοι μας σκεφτόμαστε σωστά και συλλαμβάνουμε σωστά το δράμα του τόπου μας. Διστάζουμε, όμως, να κάνουμε το πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, γιατί είμαστε ποτισμένοι με διστακτικότητα και με πολύ ‘’δε βαριέσαι καημένε’’. Μας έχει κυριέψει ο μαρασμός και η  ηττοπάθεια. Γι’ αυτό και, μόλις σκεφτούμε κάτι το νέο, το προοδευτικό, κάτι το καινούργιο, το διώχνουμε αμέσως απ’ το νου μας, με το χαρακτηριστικό μας ‘’δε βαριέσαι’’.

– Αυτό ακριβώς που θέλουν οι κάθε είδους αφεντάδες μας, πρόσθεσε ο Κώστας.

– Έχετε δίκιο, είπε ο δάσκαλος. Έτσι γίνεται. Αυτή, όμως, δεν πρέπει να είναι η νοοτροπία ενός ζωντανού λαού με Ιστορία και μέλλον. Εμείς όλοι, ξέχωρα ο καθένας μας, σκεφτόμαστε πολλά αλλά δεν κάνουμε τίποτα. Ίσως, γιατί είμαστε ξεκομμένοι και σκόρπιοι. Ίσως, γιατί οι παρατυπίες που βλέπουμε να γίνονται γύρω μας κάθε μέρα είναι τόσο τρομερές, που μας φαίνονται απίστευτες. Μπροστά δε στην τρομερότητά τους δειλιάζουμε. Κάνουμε πίσω. Ίσως πάλι, υποθέτουμε πως οπωσδήποτε θα υπάρχει και κάτι ακόμη, κάτι που εμείς δεν το ξέρουμε και που σίγουρα θα δικαιολογεί αυτό που τώρα μας φαίνεται τόσο παράξενο, ανεξήγητο και αδικαιολόγητο. Κι όμως, τίποτα δεν υπάρχει που να κάνει την παρανομία νόμιμη και την αυθαιρεσία δικαιολογημένη. Εκείνο που κάνει το άδικο δίκαιο και νομιμοποιεί το παράνομο είναι η δική μας ατολμία και η δική μας δουλικότητα.

– Έτσι είναι, συμφώνησε ο Κώστας. Τις ίδιες σκέψεις έκανα κι εγώ πάνω στην καρότσα του τζέημς, όταν είδα το Λουλούδια να φεύγει καλοσιδερωμένος για τη σχολή αξιωματικών. Τότε που εμείς, ανθρωποθάλασσα ολόκληρη, φοιτητές και σπουδαστές οι περισσότεροι, κακοντυμένοι και όρθιοι στις καρότσες των τζέημς προοριζόμασταν για τούτο το αμπάρι . . .

Ένιωσα για μια στιγμή πως όλοι μας σερνόμασταν πίσω απ’ το αυτοκίνητο των διαλεγμένων υποψήφιων, για να στολίσουμε το θρίαμβο του Λουλούδια. Μέσα στη λύπη μου, κάτω απ’ τον καυτερό ήλιο και πνιγμένος στον πόνο εκείνης της βουβής ανθρωποθάλασσας, πολλά σκεφτόμουν και τίποτα δεν πίστευα. . . . Διαισθανόμουν την πραγματικότητα αλλά αρνιόμουν να  την αναγνωρίσω και δεν ήθελα να παραδεχτώ τίποτα απ’ αυτή.

Γέννημα και θρέμμα κι εγώ μιας αρρωστημένης νοοτροπίας, άλλοτε τα έβλεπα όλα τόσο αταίριαστα, τόσο απίθανα και απίστευτα, τόσο ασυμβίβαστα με τη λογική, που όλα τα απέρριπτα αμέσως. Κι άλλοτε πάλι, τα θεωρούσα όλα τόσο φυσικά και αθώα, που λύγιζε η αντίδρασή μου και, χωρίς να το θέλω, κατέθετα τα όπλα και πίστευα . . . Πίστευα πως έτσι έπρεπε να είναι. Όλα τα δεχόμουν σα φυσιολογικά επακόλουθα και αναπόφευκτες συνέπειες της στρατιωτικής ζωής. Κι όσο ο ήλιος έκαιγε πιο πολύ, τόσο και οι σκέψεις μου μπερδεύονταν περισσότερο.

Το σκοτάδι, όμως, του αμπαριού και η τρικυμία της θάλασσας ξεδιάλυναν τους λογισμούς μου και μού ‘δωσαν τώρα τη δύναμη να δω.

Όλοι άκουγαν προσεχτικά τον Κώστα. Τα λόγια του Αργύρη νωρίτερα είχαν μαλάξει τις καρδιές τους. Τις είχαν απαλύνει. Τις έκαναν πιο τρωτές και ευαίσθητες. Και τα λεγόμενα του Κώστα χτυπούσαν τώρα τις πιο λεπτές και εύθικτες χορδές τους. Όλοι τους τον παρακολουθούσαν με προσοχή. Έμπαιναν στις σκέψεις του κι ένιωθαν το παράπονό του. Ζούσαν τον πόνο της καρδιάς του. Ταυτόχρονα, ανάδευαν κι αυτοί στο μυαλό τους κάτι απ’ τις δικές τους περιπέτειες και εμπειρίες. Κάτι απ’ το δικό τους δράμα, που τώρα, με τα λόγια του συναδέλφου τους, ξαναζωντάνευε και θέριευε μέσα τους. Φούντωνε και έπαιρνε συγκεκριμένη μορφή και τεράστιες διαστάσεις. Ορθώνονταν κι αγρίευε, θεριό ολόκληρο, φριχτό και αδυσώπητο μπροστά τους. Παρ’ όλα αυτά, απόφευγαν να καταλήξουν στο συμπέρασμα που τους οδηγούσαν ξεκάθαρα πια οι σκέψεις τους. Ακόμη δεν ήθελαν να πιστέψουν. Ίσως ακόμη ήλπιζαν. Γι’ αυτό και έσφιγγαν την ψυχή τους, παρ’ ότι κάποιος κόμπος πικρού κι αβάσταχτου παράπονου τους έσφιγγε τυραννικά το λαιμό.

Ο Γιώργος έδειχνε καθαρά πόσο πάσχιζε να φανεί ήρεμος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Σπάραζε στο στήθος του και τον έκανε να τρέμει σύγκορμος από ανησυχία και ταραχή.

Η ταραχή του αυτή τον ανάγκαζε, παρά τις τόσες προσπάθειες που κατέβαλε για να φανεί ψύχραιμος, να κινείται νευρικά στη θέση του, να  στριφογυρίζει ανήσυχα στα χέρια του το δίκοχό του, να κουμπώνει κάπου-κάπου ή να ξεκουμπώνει αόριστα και χωρίς κανένα σκοπό κάποιο κουμπί του χιτωνίου του.

Για αρκετή ώρα τώρα, ακούει το Μακεδόνα συνάδελφό του ανήσυχος και σιωπηλός. Χωρίς να το καλοκαταλαβαίνει, παίζει μηχανικά κι ασυναίσθητα με το κορδόνι της αριστερής αρβύλας του, που τού ‘ρχεται πιο βολικιά κι είναι πιο κοντά στο χέρι του, καθώς κάθεται σταυροπόδι πάνω στη φαρδιά ερπύστρια.

Τα τελευταία λόγια του Κώστα, σα να τον ηλέκτρισαν ξαφνικά, σα να τον ξύπνησαν από ένα βαθύ όνειρο. Σα να τον κέντρισαν οξύτερα και νά ‘ριξαν περισσότερο φαρμάκι και πίκρα αβάσταχτη στην καρδιά του. Πελαγωμένος στις σκέψεις του και, μη μπορώντας να κρατήσει άλλο τα χτυπήματα της θύελλας που τώρα έδερνε την ψυχή του, επανέλαβε αργά και με φωνή άδεια και πονεμένη τα λόγια εκείνα του φίλου του, που τον αναστάτωσαν κυριολεκτικά.

‘’Το σκοτάδι του αμπαριού και η τρικυμία της θάλασσας ξεδιάλυναν τις σκέψεις μας . . .’’

Οι άλλοι έμειναν σιωπηλοί και τον κοίταξαν με περιέργεια.

Ο ήχος της φωνής του φαίνεται πως τον συνέφερε περισσότερο. Παράτησε το κορδόνι της αρβύλας του, σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του και με λυπημένη ματιά, το ξανθό παλικάρι απ’ τη Θεσσαλία με τη στενόμακρη ουλή στο μάγουλο και το αξύριστο από δυο μέρες ξανθωπό γένι, κοίταξε γύρω του με ενδιαφέρον σαν κάτι νά ‘ψαχνε να βρει. Έριξε το γεμάτο αγανάκτηση βλέμμα του στα γκρίζα πλευρά του καραβιού, στα χοντρά δοκάρια του ταβανιού, στο βρόμικο και ψαθωμένο από στρατιώτες και σκουπίδια πάτωμα . . . Περιεργάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα το χάος του αμπαριού με μάτι δυνατό, που τρυπούσε το παρόν, αγκάλιαζε το παρελθόν και έτρεχε στο μέλλον. Ερευνούσε σαν αστραπή τα μονοπάτια της ζωής. Αυτής που τόσο άχαρα πέρασε κι εκείνης που τόσο στείρα κι άδεια έρχεται. Της ζωής της δικής του και όλων των συναδέλφων του που βρίσκονται αμπαρωμένοι στα σκοτάδια του ΧΙΟΣ, βαθιά στα υγρά σπλάχνα της θάλασσας. Είδε να ορθώνεται ξεκάθαρη μπροστά του, μέσα στη σκοτεινιά του αμπαριού, η αθλιότητα των ανθρώπων. Είδε χειροπιαστό κι απαίσιο το κατάντημα των πολλών και συνέλαβε το μέγεθος της απανθρωπιάς των λίγων.

Σιγά-σιγά, σα να συνέρχονταν από κάποια έκσταση, ξαναγύρισε το βλέμμα του στους συναδέλφους του και τους κοίταξε με δύναμη στα μάτια. Λυπήθηκε για όλους και πιο πολύ για τον εαυτό του. Ύστερα, ξανάσκυψε το κεφάλι του, χαμήλωσε το βλέμμα του και με ήρεμη και καθαρή φωνή, που έμοιαζε σαν απόκοσμη, είπε.

– Τι παράξενη που είναι η ζωή και τι περίεργες οι στιγμές της! Πολλές φορές και τα πιο απίθανα και άσχετα πράγματα σου λένε την αλήθεια και σου δίνουν συγκεκριμένες κι ολοκάθαρες απαντήσεις, ακόμη και στα πιο μπερδεμένα και θολά ερωτήματά σου. Η τρικυμία ξελαγαρίζει και ξεδιαλύνει τις σκέψεις σου! . . . Το σκοτάδι σου ανοίγει τα μάτια και σε γεμίζει φως! . . .

Έμεινε και πάλι σιωπηλός, σα να ήθελε να εμβαθύνει πιο πολύ στο νόημα των όσων είπε. Ίσως προσπαθούσε να δώσει χρόνο και στους φίλους του, για να εννοήσουν κι εκείνοι καλύτερα τα λεγόμενά του. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του και ρώτησε αόριστα, σα να μιλούσε στον εαυτό του.

– Πρέπει, όμως, νά ‘ρχεται η τρικυμία για να ξεπλύνει και να ξεδιαλύνει τις σκέψεις; Και πρέπει να περνάμε οπωσδήποτε από κάποιο σκοτάδι, για να δουν φως τα μάτια μας;

Σήκωσε το κεφάλι του και αγκάλιασε με τη ματιά του τους συναδέλφους του. Ο λοχίας τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη. Εκείνος τον κοίταξε στα μάτια και είπε στοχαστικά.

– Πόσα πράγματα μας λέει τούτη η ιστορία του Κώστα!

Όποιος δεν βλέπει την αλήθεια στο φως του ήλιου, είπε με πεποίθηση ο Θανάσης, διακόπτοντας κάπως τη βαριά ατμόσφαιρα, έρχονται στιγμές στη ζωή, που στα σκοτάδια του βρίσκει το λίγο φως που χρειάζεται για να δει. Και όποιος δεν ξεδιαλύνει τις σκέψεις του στη γαλήνη της αλήθειας, τις ξεπνέλει αναγκαστικά στα κύματα της κάθε είδους τρικυμίας.

Ο Κώστας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του κι έμεινε για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα σκεπτικός. Μετά, σκούντησε ελαφρά το Στρατή και αλλάζοντας ύφος του είπε.

– Και να σκεφτεί κανείς, ρε καπετάνιο, πως όλα αυτά ξεκίνησαν από ένα όνειρο δικό σου. Ένα όνειρο, που, παρ’ ότι φαινόταν απλό κι ασήμαντο στην αρχή, έγινε πραγματικά πολύπλοκο και ενδιαφέρον τώρα.

Χαμογέλασαν ανόρεχτα όλοι. Ο Γιώργος, γυρίζοντας το βλέμμα του προς τον Κώστα, του είπε.

– Να με συμπαθάς, φίλε, που σε διέκοψα τόσο με την πολυλογία μου. Κι είχα την εντύπωση πως ήμουν άνθρωπος λιγόλογος. Πως δεν συνηθίζω, τάχα, να λέω πολλά. Πες, όμως, πως το έκανα για να σε ξεκουράσω λίγο. Ίσως έτσι δικαιολογήσεις την απρέπειά μου.

Τον κοίταξε ήρεμα στα μάτια, ενώ στο βάθος έψαχνε να διαπιστώσει τις πραγματικές διαθέσεις του. Ύστερα πρόσθεσε.

– Συνέχισε, σε παρακαλώ. Μας έλεγες τόσο ενδιαφέροντα πράγματα!

– Αμ, μήπως μόνο εσύ διέκοψες; ξεφώνησε ο Στρατής. Εδώ, όλοι μπαίνουμε στη μέση και λέμε ο καθένας ότι του έρθει στο μυαλό. Γι’ αυτό και οι συγνώμες πρέπει να είναι απ’ όλους μας και για όλους μας. Πάμε λοιπόν.

Ο Κώστας κοίταξε τους φίλους του με καλοσύνη και είπε.

– Η διακοπή ήταν επιβεβλημένη για πολλούς λόγους. Και, γυρίζοντας προς το Γιώργο, συνέχισε. Όπως φαίνεται, η σύντομη αυτή παρέμβασή σου μας φέρνει όλους πιο κοντά στην ουσία των όσων συζητάμε. Τα πετυχημένα λόγια σου, αν και λιγοστά, αντί να μας ενοχλήσουν, όπως φοβήθηκες, ξενάρκωσαν το νου μας και αναζωογόνησαν περισσότερο τις σκέψεις και τις συνειδήσεις μας.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *