Το Γκρίζο Κασκόλ – XI

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XI

Έχουν περάσει 22 χρόνια περίπου από τότε που βρεθήκαμε ξαφνικά μεσοπέλαγα μέσα στ’ αμπάρι του ΧΙΟΣ, διηγείται ο Κώστας σε μια ομάδα εξόριστων στη Γυάρο, που έφτασαν στο νησί πριν λίγες μέρες, σταλμένοι εδώ απ΄τη χούντα της 21ης  Απριλίου.

Όλοι τους θύματα της καινούριας λαίλαπας, που ξαφνικά σάρωσε και πάλι τούτον τον τόπο, ξαναζούν τη μαρτυρική ζωή της εξορίας. Αρπάχτηκαν όλοι, χωρίς κανένα λόγο απ’ τα σπίτια τους, απ’ τις οικογένειές τους κι απ’ τις δουλειές τους και κλείστηκαν εδώ σε τούτο το ξερονήσι, χωρίς κανένα οίκτο, χωρίς καμιά δίκη, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά, χωρίς καμιά ελπίδα απελευθέρωσης.

Καθισμένοι μέσα στο υγρό αντίσκηνο οι παλιοί αγωνιστές της λευτεριάς και της ειρήνης ακούν σιωπηλοί τον Κώστα, που η φωνή του γεμίζει με πόνο και παράπονο την κρύα ατμόσφαιρα, που δέρνεται ασταμάτητα απ’ τους μονότονους βόγκους των κυμάτων, που περιζώνουν ψυχρά κι αδιάφορα το νησί. Ξαναθυμούνται το χθες που το ζουν και σήμερα. Τότε ήταν νέοι. Παιδιά είκοσι χρόνων. Χωρίς φροντίδες και έγνοιες. Χωρίς βάσανα και στενοχώριες. Τώρα είναι μεσήλικες και φαμελίτες. Με σκέψεις και υποχρεώσεις. Τα μαλλιά τους γκρίζα. Τα πρόσωπά τους τραχιά. Οι σκέψεις τους βαριές. Και τα βλέμματά τους θολωμένα. Οι καρδιές όλων, όμως, ζεστές και οι ελπίδες δικαίωσης αμείωτες.

Είναι τέλη Νοέμβρη κι ο χειμώνας τούτη τη χρονιά μπήκε βιαστικός και έντονος. Το υγρό πανί της σκηνής, παρά τα ασταμάτητα πλαταγίσματά του, δεν μπορεί να προσφέρει σχεδόν τίποτα. Καμιά προφύλαξη. Καμιά προστασία. Το τσουχτερό για τη σπασμένη πρόωρα ηλικία τους κρύο, δριμύ και άκαρδο, νικά εύκολα την αντοχή του μουσαμά και, τρυπώντας τα υφάδια του, τρυπά και τα αδύναμα και σακατεμμένα κορμιά αυτών που βρίσκονται κάτω απ’ αυτό.

Κι εκείνοι, με τα τριμμένα παλτά, τα ξέθωρα κιλίμια και τις ξεφτισμένες κουβέρτες στις πλάτες τους, αποδεικτικά της ευήμερης ως τώρα ζωής τους και του τρανού της πατρίδας τους ενδιαφέροντος, καθισμένοι σταυροπόδι κατάχαμα, στριμωγμένοι κοντά-κοντά ο ένας δίπλα στον άλλο, πασχίζουν να νικήσουν το ξεροβόρι και να ζεστάνει ο ένας τον άλλο. Προσπαθούν να ξεχάσουν τα πρόσφατα, ξαναθυμούμενοι τα περασμένα.

Οι παλιότεροι λέγανε και οι σημερινοί το ξέρουν πως, για να διώξεις ή να απαλύνεις κάτι δυσάρεστο απ’ τη σκέψη σου ή ένα μεγάλο πόνο απ’ την καρδιά σου, θυμήσου κάτι πιο ευχάριστο ή αναπόλησε ένα μεγαλύτερό σου πόνο.

Του καθενός το παρελθόν είναι κι ένα ολόκληρο δράμα. Η ζωή του είναι μια ατέλειωτη τραγική και πονεμένη ιστορία. Όλων οι λογισμοί τρέχουν χρόνια πίσω. Ξαναγυρίζουν με θλίψη στα περασμένα. Θυμούνται τα παλιά και κοιτάζουν τον Κώστα κατάματα. Ακούν τα λεγόμενά του, ρουφώντας κι αφομοιώνοντας τα λόγια του ένα-ένα, που, καθώς φτάνουν στ’ αφτιά τους πονεμένα, ξετυλίγουν άθελά τους βαθιά στη σκέψη του καθενός κάποιο άλλο δικό του δράμα, ένα άλλο παρόμοιο προσωπικό του μαρτύριο. Μοιράζονται όλοι τους τούτες τις στιγμές το δράμα του φίλου τους και βρίσκονται μαζί του μέσα στα σπλάχνα του ΧΙΟΣ.

Κι εκείνος, σα να ξαναζεί τώρα στο ζενίθ τους όλες εκείνες τις δραματικές ώρες και σα να ξαναζωντανεύει μέσα του όλο εκείνο το άχαρο μεγαλείο, συνεχίζει με φωνή που πάλλεται από πόνο και παράπονο τη διήγησή του.

– Εκκωφαντινός αντήχησε για μια στιγμή ο κρότος της χοντρής καδένας της άγκυρας του ΧΙΟΣ, που, σα δαιμονισμένη, ξετυλίγονταν απ’ τα πελώρια καρούλια, τα στημένα όγκοι ολόκληροι, μπροστά-μπροστά πάνω στο στενό, μυτερό κατάστρωμα της πλώρης.

Μόλις κατασίγασαν τα μανιασμένα ξεφωνητά της καδένας και η άγκυρα φουντάρισε στο βυθό, ένα οξύ και διαπεραστικό σφύριγμα αντήχησε στριγκό μέσα στο αχανές αμπάρι και ξέσχισε με την οξύτητά του κάθε γωνιά της βαριάς ατρόσφαιρας του κήτους. Ολόκληρη η καλμαρισμένη ως τώρα ανθρωποθάλασσα αναταράχτηκε με μιας. Από παντού πετάχτηκαν έξαλλοι κι αναστατωμένοι οι στρατιώτες κι ένας πρωτοφανής αναβρασμός επικράτησε σ’ όλο εκείνο το χάος. Στο πάτωμα, στις ράχες των οχημάτων, στις σιδερόσκαλες, στα πατάρια. Παντού. Κανείς δεν ήξερε τι συμβαίνει, τι σκοπό είχε το αναπάντεχο και ξαφνικό αυτό σφύριγμα και τι σήμαινε ο παρατεταμένος και παράξενος εκείνος κρότος, που είχε μόλις προηγηθεί.

Σαν κύματα ξαφνικής παλίροιας φάνηκε πάνω απ’ τον πυργίσκο του άρματος η απροσδόκητη ανησυχία και το απότομο και βίαιο ξεσήκωμα των στρατιωτών, που όλοι τους, σαν κυνηγημένα αγριοπούλια ξεσκάριζαν απ’ τα παράξενα γιατάκια τους και πετάγονταν όρθιοι σαν ποικιλόσχημα ελατήρια, βουλώνοντας ταυτόχρονα σφιχτά τ’ αφτιά τους με τις παλάμες τους.

Καθώς τα αλλεπάλληλα αντιβουίσματα του εκκωφαντινού εκείνου σφυρίγματος κόπαζαν κι έχαναν την οξύτητα και την ορμή τους κάθε φορά που πηγαινοέρχονταν και συγκρούονταν με τα κρύα σιδερένια πλευρά του αμπαριού, ένας άλλος αχός, ο αχός του πλήθους, του αμέτρητου όχλου, έπαιρνε τη θέση τους και γέμιζε με βιασύνη τη βαριά ατμόσφαιρα. Και κει που πήγαινε να κατακάτσει κάπως η βουή και να καλμάρει η αγωνία των στρατιωτών, οξύτατη και διαπεραστική ακούστηκε η φωνή των μεγαφώνων του αμπαριού.

‘’ Προσοχή, προσοχή’’. ‘’Σε πέντε λεπτά θα ανοίξουν οι καταπακτές και θα ελευθερωθούν οι σιδερόσκαλες. Όλοι οι στρατιώτες με τα πράγματά τους να βγουν και να συνταχθούν στο κατάστρωμα. Θα βγείτε με τη σειρά. Θέλω πειθαρχία και τάξη, για να μην αναγκαστώ να πετάξω κανένα στη θάλασσα. Δε θέλω με το τέλος του ταξιδιού να τελειώσω με τα χέρια μου και τη ζωή μερικών από δω μέσα’’.

– Μπράβο κύριε αντισυνταγματάρχα, είπε μονολογώντας σιγανά ο Αργύρης. Απορώ, πώς με τέτοια προσόντα δε σε κάναν ακόμη στρατηγό, πρόσθεσε χαμηλόφωνα και σηκώθηκε όρθιος πάνω στο άρμα. Όρθωσε το κορμί του, τέντωσε τα χέρια του και τα πόδια του μερικές φορές και προσπάθησε να ξεμουδιάσει.

Πραγματικά, ήταν η φωνή του αντισυνταγματάρχη που μας συνόδευε. Στριγκλιά, κρύα, απειλητική. Η ψυχρότητά της μας πάγωσε όλους. Τον συχαθήκαμε και τον λυπηθήκαμε μαζί. Ταυτόχρονα όμως, τα απαίσια αυτά λόγια του μας διαβεβαίωναν πως το ταξίδι μας τελείωσε και πως φτάσαμε στον προορισμό μας. Πού όμως;

Αυτό ήταν ένα ερωτηματικό που σκέπασε κάθε προηγούμενο συναίσθημα στην ψυχή μας. Ξεπρόβαλε ξαφνικό και έντονο, ξεπέρασε βιαστικό τα όρια της περιέργειας, μπήκε στις περιοχές της υποψίας, μετατράπηκε σε ανησυχία και βάλθηκε να βασανίζει επίμονα τις σκέψεις μας.

Και τέτοιες ώρες, τέτοια συναισθήματα πώς μεταδίδονται ίδια και αυτούσια, αστραπιαία και αναλλοίωτα σ’ όλες τις καρδιές των ανθρώπινων μαζών που συμπάσχουν και υποφέρουν μαζί, χωρίς εξαίρεση και με την ίδια επίδραση!

Όλοι, βουβοί κι αμίλητοι, κλεισμένοι στεγανά στους εαυτούς μας, βαλθήκαμε να συμμαζέψουμε γρήγορα τα λιγοστά πράγματά μας και να ετοιμαστούμε για την άνοδο και τη μετάβασή μας απ’ τα έγκατα του κήτους στην επιφάνεια του καταστρώματος. Απ’ το σκοτάδι του αμπαριού στο φως του ήλιου. Αυτό που τόσες και τόσες ώρες αποζητούσαμε.

Άλλος φορούσε βιαστικά τα άρβυλά του, άλλος συμμάζευε και δίπλωνε γρήγορα-γρήγορα τη στρωμένη κάτω τριμμένη κουβέρτα του κι άλλος στρίμωχνε τα λιανοπράγματά του στο σακίδιο ή ξεκρεμούσε το μπογαλάκι του, αν τύχαινε να είναι απ’ τους τυχερούς που είχαν κάτι έξτρα μαζί τους.

Σχεδόν αμέσως, γέμισαν οι σιδερόσκαλες μέχρι πάνω από ανυπόμονους νεοσύλλεκτους, που αγωνιούσαν να βγουν στο κατάστρωμα. Ποιος ξέρει γιατί! Ίσως, για να αντικρίσουν τα φανταχτερά κτίρια και τις πολυσύχναστες προκυμαίες του Πειραιά. Ίσως για να δουν τον ήλιο. Να πάρουν λίγο αέρα. Να θαυμάσουν πιθανόν τη μεγαλούπολη με την κίνηση και την πολυκοσμία της.

Ο Στρατής ξεκρέμασε βιαστικός το σακίδιό του απ’ την κάννη του πυροβόλου, ξεσκάλωσε και το κοκκινωπό μπογαλάκι του απ’ τη χοντρή βίδα των γκρίζων πλευρών του καραβιού και πήδησε πρώτος στο πάτωμα πάνω απ’ την καμπυλωτή ράχη του άρματος. Τον ακολούθησε ο Γιώργος με το Θανάση. Μετά, πήδησα κι εγώ με τον Αργύρη. Κανένας δεν είπε κουβέντα. Με τα σακίδια στον ώμο προχωρήσαμε προς την πλησιέστερη σκάλα κι ανεβήκαμε ένα-δυο σκαλιά που ήταν ακόμη άδεια. Τα άλλα, τα παραπάνω, είχαν γεμίσει κιόλας.

Ο αναβρασμός στο αμπάρι συνεχιζόταν αμείωτος κι όλο και περισσότεροι στρατιώτες κατέκλυζαν κοπαδιαστά τους χώρους του πατώματος μπροστά στις σκάλες. Βλέποντας από κει, απ’ το ψηλότερο κάπως σκαλί που ήμουνα, το μεγάλο συνωστισμό και την πληθώρα των στρατιωτών να αναδεύει και να πηγαινοέρχεται, σκέφτηκα για μια στιγμή, τι θα γινόταν σε περίπτωση κινδύνου και ποιος θα είχε, άραγε την τύχη να μην τσαλαπατηθεί από ένα τέτοιο πανικόβλητο πλήθος και την πιθανότητα να ζήσει;

– Δεν πιάσαμε λιμάνι, είπε στενοχωρημένα ο Στρατής, καθώς άφηνε το σακίδιό του εκεί στο δεύτερο σκαλί και πάσχιζε να βολευτεί όρθιος.

– Και πώς το κατάλαβες καπετάνιε; τον ρώτησε με προσποιητή ευθυμία ο Γιώργος, θέλοντας να σπάσει κάπως την κατήφεια που επικρατούσε τόση ώρα στην παρέα. Στάσου πρώτα να βγούμε από δω μέσα, να πάψουμε νά ‘μαστε Ιωνάδες, να δούμε τι γίνεται εκεί πάνω, να δούμε τον κόσμο και μετά αποφαίνεσαι, συνέχισε εμφαντικότερα, προσπαθώντας έτσι να τον καθησυχάσει.

– Ιωνάδες μπορεί να πάψουμε να είμαστε αλλά μην περιμένετε να βγούμε στη Νινευή, φώναξε κάποιος κατηγορηματικά απ’ το σωρό.

– Δε χρειάζεται να δούμε τίποτα περισσότερο. Δε χρειάζεται, πρόσθεσε με περισσότερη θλίψη ο Στρατής. Αν πιάναμε λιμάνι της προκοπής, θα βγαίναμε απ’ τη μεγάλη μπροστινή πόρτα του αμπαριού όπως μπήκαμε. Εκεί θα μας έλεγαν να συγκεντρωθούμε. Κι όχι να ανεβούμε στο κατάστρωμα. Απ’ το κατάστρωμα μόνο με βάρκες αφήνεις ένα αρματαγωγό, είπε συμπερασματικά.

– ‘’Μην απελπίζεσαι . . . και δε θ’ αργήσει . . .’’ άρχισε να τραγουδά σκωπτικά και παράτονα ένας κοντόχοντρος δεκανέας, που ήταν στριμωγμένος και ξεφυσούσε κατακόκκινος ανάμεσα στους άλλους, δυο-τρία σκαλοπάτια πιο πάνω.

Και πραγματικά, δεν ‘’άργησε’’. Το άκεφο τραγούδι του διακόπηκε απ’ το τρίξιμο της βαριάς καταπακτής, που βρίσκονταν πάνω απ’ το κεφαλόσκαλο της δικής μας σιδερόσκαλας. Αυτής, που τώρα είχαμε καταλύσει στα σκαλοπάτια της και, στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, περιμέναμε όλοι με αγωνία να μας οδηγήσει έξω απ’ τη φυλακή μας, στον ήλιο και στον αέρα και να βάλει τέρμα στο μαρτύριό μας. Σχεδόν, αμέσως ακούστηκαν κι άλλα τριξίματα σ’ άλλα σημεία του ταβανιού, εκεί όπου κατέληγαν κι άλλες σιδερόσκαλες απ’ το βάθος του αμπαριού.

Με το άνοιγμα της σιδερένιας καταπακτής, ένα δυνατό φως ξεχύθηκε πάνω μας και μας έλουσε όλους με μιας. Ολόκληρη την ανθρώπινη εκείνη λοξή στήλη, που ξεκινούσε απ’ το πάτωμα και με τη βοήθεια της αόρατης πια τώρα σιδερόσκαλας, της σκεπασμένης κυριολεκτικά απ’ το χακί, έφτανε μονοκόμματη και συμπαγής στο ταβάνι. Όλοι με μιας κλείσαμε ακαριαία τα μάτια και χαμηλώσαμε τα κεφάλια, στρέφοντάς τα προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να προφυλαχτούμε απ’ το εκτυφλωτικό φως. Και δεν ήταν λίγες οι βρισιές και τα επίθετα που άκουσε κι ο ήλιος κι ο αντισυνταγματάρχης και η καταπακτή κι εκείνοι που την άνοιξαν.

Οι κόρες των ματιών μας, ρεγουλαρισμένες από χθες σε ηλιακό φως μηδέν, δεν μπόρεσαν να αντέξουν στην πλούσια και λαμπερή ακτινοβολία της μέρας. Είχαν συνηθίσει να δουλεύουν στο σκοτάδι για πολλές ώρες τώρα μέσα στα σπλάχνα του αποπνιχτικού αμπαριού κι είχαν γίνει όλες κόρες ματιών κουκουβάγιας. Η απότομη επαφή τους με τις ηλιαχτίδες ήταν για όλους τυραννική και επικίνδυνη. Το μπόλικο φως μας τίναξε σα νυχτερίδες και μας τράνταξε σα νυχτόβια ερπετά.

Σχεδόν αμέσως και σ’ άλλα σημεία του σκοτεινού όγκου του κήτους σχηματίστηκαν ξαφνικά τέτοιες φωτεινές στήλες.. Σε όλο το λοξό τους μήκος αιωρούνταν βιαστικά και ασταμάτητα εκατομμύρια-εκατομμυρίων κόκκοι σκόνης, ανάκατοι με σκούρους καπνούς τσιγάρων, κάνοντάς τες έτσι πιο πυκνές και πιο συγκεκριμένες.

Οι φωτεινές αυτές στήλες, που ξαφνικά τρύπησαν το μουντό χάος του αμπαριού, κατέληγαν σε μια μεγάλη τετράγωνη βάση, που η κάθε μια ήταν ανάλογη με το άνοιγμα της καταπακτής, απ’ την οποία ξεκινούσε και η οποία την όριζε. Τα φωτεινά του τετράγωνα σημάδευαν, σε αρκετά σημεία εδώ κι εκεί, το τεράστιο πάτωμα του βαθιού αμπαριού, που έβραζε τώρα απ’ τους κινούμενους προς τις σκάλες στρατιώτες.

Το μεγάφωνο ξαναφώναξε δυνατά: ‘’Ανέρχεσθε εις το κατάστρωμα’’.

Με μιας, ολόκληρη εκείνη η ζωντανή λοξή στήλη, που ένωνε το πάτωμα με το ταβάνι, σάλεψε και κυμάτισε σαν αθέριστη πλαγιά, που τη φύσησε δυνατό ξαφνικό αεράκι και σύγκορμη πλατάγισε επί τόπου. Πουθενά δεν δημιουργούνταν κενό στα σκαλοπάτια της σιδερόσκαλας απ’ το πάτωμα ως το ταβάνι, γιατί συπληρώνονταν αδιάκοπα απ’ την απέραντη ανθρωποθάλασσα που περίμενε ανυπόμονη στη βάση της. Κι όσο η στήλη ανέβαινε και ξεχύνονταν στο κατάστρωμα, τόσο το πλήθος του πατώματος λιγόστευε και οι μεγάλοι κύκλοι των στριμωγμένων στρατιωτών μπροστά στα πρώτα σκαλοπάτια της μίκραναν. Κάθε σκάλα έμοιαζε με τεράστιο σωλήνα, που μετάγγιζε ασταμάτητα ‘’υγρό’’ από το ένα δοχείο στο άλλο. Απ’ το αμπάρι στο κατάστρωμα. Μόνο που εδώ το ‘’υγρό’’ ήταν φαντάροι και η μετάγγιση δεν γίνονταν προς τη γνωστή φορά της συνηθισμένης ροής. Έμοιαζε μάλλον με απορρόφηση.

Γρήγορα φτάσαμε και μεις στο κεφαλόσκαλο και περάσαμε τη δίφυλλη σιδερένια καταπακτή, που από χθες μας κρατούσε αμπαρωμένους στα βάθη του κήτους. Η καταπακτή αυτή αποτελούνταν από δυο σιδερένιες πόρτες από χοντρό σπειρωτό στις επιφάνειες  σίδερο. Οι πόρτες της, καθώς άνοιγαν προς τα πάνω, στέκονταν λοξά γερτές προς τα έξω, σχηματίζοντας έτσι τα δυο πλευρά ενός τεράστιου τετράγωνου χωνιού.

Ξεμπουκάραμε απ’ το ατσάλινο αυτό χωνί και, με μισόκλειστα μάτια, βγήκαμε στο κατάστρωμα. Το φως εδώ πάνω ήταν δυνατότερο και τυραννικότερο για τα μάτια μας. Ο ζωογόνος αέρας φούσκωσε τα ζαρωμένα πλεμόνια μας και τα γέμισε με οξυγόνο και ιώδιο. Η κρύα ατμόσφαιρα της θάλασσας δρόσισε τα άχρωμα πρόσωπά μας και μας έκανε να ριγίσουμε σύγκορμοι.

Το καράβι ήταν σταματημένο ‘’μεσοπέλαγα’’ και το ανάλαφρο κύμα της ήσυχης αναλόγως θάλασσας αργοχτυπούσε δαμασμένο στα σκούρα πλευρά του. Προχωρήσαμε με μισόκλειστα μάτια λίγα βήματα στο κατάστρωμα, ώσπου να συνηθίσουμε τον ήλιο. Μπροστά μου πήγαινε ο Στρατής με το Γιώργο και πίσω μου ο Θανάσης. Ο Αργύρης φαίνεται πως θα είχε μάλλον παραγκωνιστεί στη σκάλα από άλλους βιαστικότερους και είχε μείνει πίσω. Καθώς προχωρούσαμε προς το μπροστινό μέρος του καραβιού, έριξα μια γρήγορη  μισόκλειστη ματιά προς τα δεξιά μου και είδα στο βάθος στεριά. Θυμήθηκα τους Μοιρίους του Ξενοφώντα, μόνο που εμείς εδώ αποτελούσαμε το αντίθετό τους. Οι ακτές διακρίνονταν καθαρά, γιατί η απόσταση που μας χώριζε δεν ήταν και πολύ μεγάλη. Χαμηλοί λόφοι, χωράφια, δέντρα, ηρεμία και γαλήνη ξεπρόβαλαν απέναντί μας, ήσυχα, απαλά και αμέριμνα.

Τι να συμβαίνει άραγε; αναρωτήθηκα. Γιατί μας έβγαλαν έτσι μεσοπέλαγα στο κατάστρωμα; Μήπως για να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα και να μας δει λίγο ο ήλιος; Δε μου φάνηκε και άσχημη η εξήγηση αυτή. Την ίδια γνώμη είχαν κι άλλοι γύρω μου, ενώ άλλοι υποψιάζονταν και κάποια βλάβη της μηχανής του καραβιού. Μπερδεύονταν οι γνώμες, όπως μπερδεύονταν και τα βήματά μας πάνω στο κατάστρωμα.

Προχωρήσαμε έτσι ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, καμιά δεκαπενταριά- είκοσι βήματα, ακολουθώντας εκείνους που προηγούνταν. Μετά, λοξέψαμε λίγο αριστερά, περάσαμε ανάμεσα από κάτι τεράστιους σωλήνες, που ξεφύτρωναν ογκώδεις απ’ το πάτωμα και κατέληγαν σε πελώρια χωνιά γυρτά λίγο σαν τα χωνιά υπερφυσικών γραμμοφώνων, στραμμένα όλα προς διάφορες κατευθύνσεις. Προχωρήσαμε προς τις ογκώδεις μπομπίνες, όπου τυλίγονταν και ξετυλίγονταν οι χοντρές καδένες της μπροστινής άγκυρας και φτάσαμε στο αριστερό μπροστινό μέρος του καταστρώματος, όπου και πήραμε θέση στη συνέχεια της παράταξης των άλλων συναδέλφων μας, που είχαν βγει πριν από μας στο κατάστρωμα.

Τα μάτια μας τώρα είχαν συνηθίσει στο δυνατό φως της μέρας και επιπλέον, όπως σταθήκαμε, είχαμε το φως του ήλιου πίσω μας, πράγμα που έκανε πιο εύκολη την όρασή μας. Μείναμε πραγματικά άναυδοι με το θέαμα που αντικρίζαμε μπροστά μας.

Η ακτή στην αριστερή πλευρά του καραβιού ήταν μόνο λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά μας και εκτείνονταν δεξιά κι αριστερά όσο έπιανε το μάτι μας ολόιδια, χωρίς καμιά παραλλαγή. Γρίζα, ξερή, άχαρη.

Μπροστά μας κατάφατσα, απλώνονταν λοξή και γυμνή η πλαγιά ενός κατάξερου γκριζωπού νησιού, με αγριοκομμένες και έρημες ακρογιαλιές, γεμάτες κοφτερά βράχια και κάτασπρους αφρούς. Στη μονότονη και κατάξερη πλαγιά του δέσποζε κατευθείαν μπροστά μας ένας απέραντος καταυλισμός από μεγάλα τετράγωνα άσπρα αντίσκηνα. Η ασπράδα τους, μουντωμένη απ’ την πολυκαιρία, τις βροχές και τις σκόνες, κούρνιαζε λερή και θαμπωμένη, συγγενεύοντας περισσότερο με το γκριζόσκουρο σύνολο του νησιού, παρά με το καθάριο κι άσπρο καραβόπανο που τονώνει το αίσθημα της ξεγνοιασιάς και της ευθυμίας. Το μόνο που έκανε εντύπωση ήταν ο τετραγωνισμός του καταυλισμού και η σχολαστική ευθυγράμμιση, με την οποία είχαν τοποθετηθεί τα ομαδικά εκείνα αντίσκηνα.

Δεξιά μας, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά στο βάθος, διακρίνονταν κι άλλος παρόμοιος καταυλισμός. Το ίδιο κρύος και σκυθρωπός σαν αυτόν που είχαμε απέναντί μας.

Στο κοντινότερο προς εμάς σημείο της ακτής, μια μικρή βραχώδης προκυμαία, πρόχειρα ισοπεδωμένη, προχωρούσε μερικές δεκάδες μέτρα σα σφήνα μέσα στη θάλασσα. Στο σημείο αυτό ήταν συγκεντρωμένοι καμιά πενηνταριά στρατιώτες. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν παραταγμένοι αραιά-αραιά σε δυο στήλες, η μια απέναντι στην άλλη, δεξιά και αριστερά της προκυμαίας κι άλλοι πάλι πηγαινοέρχονταν βιαστικοί ανάμεσα στην προκυμαία και στον καταυλισμό. Ψηλότερα, στους διαδρόμους του καταυλισμού, δεν κυκλοφορούσε κανείς. Μεγάλη νέκρα επικρατούσε. Φαινόταν σα να μην υπήρχαν άλλοι εκεί ή κι αν υπήρχαν θα ήταν όλοι κλεισμένοι στα αντίσκηνα.

Πάνω ψηλά, προς την κορυφογραμμή της πλαγιάς, σε εμφανή και ολόγυμνα σημεία, πρόβαλαν τεράστια άσπρα γράμματα, φτιαγμένα από ασβεστωμένες πέτρες τοποθετημένες με επιμέλεια στο χώμα η μια δίπλα στην άλλη. Ορισμένα απ’ αυτά σχημάτιζαν καταληπτές λέξεις, όπως ‘’ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ’’, ‘’ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ’’. Άλλα, όμως, μας ήταν τελείως ακατάληπτα.

Το θέαμα ήταν και εντυπωσιακό αλλά και ανεξήγητο. Προξενούσε έκπληξη και δέος μαζί. Μείναμε έτσι σιωπηλοί, με τα μάτια καρφωμένα στην πρωτότυπη εκείνη πλαγιά, που για πρώτη φορά βλέπαμε. Βλέπαμε, χωρίς να αρθρώσει κανείς μας λέξη. Η κρυάδα του ερημικού νησιού είχε παγώσει τις καρδιές μας. Όσοι ήξεραν πού βρισκόμασταν, δεν τους έκανε καρδιά να το πουν στους άλλους κι όσοι δεν ήξεραν, δεν είχαν το κουράγιο να ρωτήσουν κι ούτε βιάζονταν να μάθουν.

Δυο-τρεις ναύτες δίπλα μας πάσχιζαν να κατεβάσουν μια τεράστια βάρκα, σωστή μαούνα, στη θάλασσα. Μια απ’ αυτές που ήταν σιδεροδεμένες εδώ κι εκεί στο κατάστρωμα του αρματαγωγού.

– Να σας δώσω ένα χέρι παιδιά; ακούστηκε η φωνή του Στρατή.

Οι ναύτες τον κοίταξαν αόριστα χωρίς να προφέρουν λέξη. Φαίνεται, όμως, πως τους έκανε εντύπωση η προσφορά του. Αλληλοκοιτάχτηκαν παραξενεμένοι μεταξύ τους κι ένας μορφασμός απορίας και έκπληξης φτερούγισε βιαστικός στα πρόσωπά τους. Ο Στρατής, χωρίς να περιμένει απάντηση, έδωσε το σακίδιο και το μπογαλάκι του στο Γιώργο και, με την τριμμένη κουβέρτα περασμένη ρολό στο λαιμό του, έκανε δυο βήματα και μπήκε πρόθυμος στην ομάδα των ναυτών. Έσκυψε βιαστικός κι άρχισε να λύνει σκοινιά και να ξεβιδώνει παλαμάρια, για να ελευθερωθεί η βάρκα και να κατεβεί με το βίντσι της όσο γίνονταν πιο γρήγορα στο νερό.

Ο Γιώργος τον κοίταξε με καλοσύνη και κούνησε δυο-τρεις φορές το κεφάλι του. Εκείνος είχε πέσει με όρεξη στη δουλειά.

Ένας απ’ τους ναύτες τράβηξε το μουσαμά, που, καλοδεμένος ως τώρα και τεντωμένος, σκέπαζε προσεχτικά τη βάρκα, όρθωσε περισσότερο το κορμί του, τέντωσε το λαιμό του κι έριξε μια γρήγορη ματιά για να ελέγξει το εσωτερικό της. Ένα μισοσκισμένο περιοδικό, που το ξεφύλλιζε άτακτα ο αέρας και λίγο πιο πέρα ένα άδειο στρογγυλό κουτί κάποιας κονσέρβας που έχασκε μισόγυρτο ανάμεσα στα ισόμετρα δεσίματα της καρίνας ήταν όλο κι όλο το περιττό περιεχόμενό της.

Ο ναύτης, μ’ ένα σάλτο, πήδησε μέσα στην κοιλιά της, άρπαξε το κομματιασμένο απομεινάρι του περιοδικού και το πέταξε μ’ ένα βιαστικό τίναγμα στη θάλασσα. Μετά, έκανε δυο γρήγορα βήματα, χωρίς να καλοϊσιάξει τη λυγισμένη μέση του, έσκυψε περισσότερο ανάμεσα στα σκαριά, άρπαξε με βιασύνη το άδειο κουτί και, δίνοντας μια ορμή στο χέρι του, έκανε να το πετάξει κι αυτό στη θάλασσα. Φαίνεται, όμως, πως κάποια στιγμιαία σκέψη συγκράτησε το χέρι του. Έφερε το κουτί μπροστά του και τού ‘ριξε μια ματιά ακόμη. Το έφερε μετά μια γρήγορη γύρα στα δάχτυλά του και το παρατήρησε μέσα κι έξω με περισσότερη προσοχή. Μαζί του το παρατηρούσαμε και μεις.

Το κουτί ήταν χωρητικότητας μισού λίτρου. Φαινόταν φρεσκοανοιγμένο, με ολοκάθαρες και απείραχτες ακόμη τις εξωτερικές του διαφημιστικές έγχρωμες ετικέτες. Τα εγγλέζικα γράμματα του ονόματος του περιεχομένου του και της φίρμας που το έφτιαξε διακρίνονταν ζωηρά. Ήταν με επιμέλεια ανοιγμένο και διατηρούσε άθικτη την αρχική του φόρμα. Καθώς το γυρόφερνε ο ναύτης στα χέρια του πρόφτασα κι έριξα μια ματιά στο εσωτερικό του. Ήταν κατακάθαρο και η κιτρινωπή μεταλλική επίστρωσή του έλαμπε στον ήλιο. Φαίνεται πως η γυαλάδα, η κανονικότητα και γενικά η περιποιημένη εμφάνισή του εντυπωσίασε το ναύτη και τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Με το άδειο κονσερβοκούτι στο χέρι πήδησε έξω απ’ τη βάρκα κι άπλωσε το χέρι του προς το Στρατή, που εκείνη την ώρα μάζευε θηλιά στο χέρι του ένα κομμάτι σκοινί της βάρκας.

– Πάρ’ το, του είπε.

Ο Στρατής ξαφνιάστηκε.

– Τι να το κάνω; αναρωτήθηκε με απορία.

Ο ναύτης, χωρίς να πει λέξη, έκανε μια κίνηση με το χέρι που κρατούσε το κουτί, που έδειχνε πως επέμενε στην προσφορά του. Του Στρατή δεν του καλοάρεσε η επιμονή αυτή, γι’ αυτό και είπε κάπως πειραγμένος.

– Κονσερβοκούτια θα μαζεύουμε τώρα, μωρέ συνάδελφε;

– Πάρ’ το σου λέω, επανέλαβε ο ναύτης, επιμένοντας πιο πολύ ετούτη τη φορά κι έφερε το κουτί πιο κοντά στα χέρια του Στρατή. Πάρ’ το και θα σου χρειαστεί, ξαναεπέμενε.

Ο Στρατής τον κοίταξε με περισσότερη απορία.

– Θα το πάρω εγώ συνάδελφε, είπε ο Γιώργος στο ναύτη. Θα το πάρω εγώ, επανέλαβε με μαλακότερη φωνή. Είναι πραγματικά τόσο γυαλιστερό και περιποιημένο, που δε σου κάνει καρδιά να το πετάξεις.

– Δώστο στο φίλο σου, είπε επιτακτικά και καλοσυνάτα μαζί ο ναύτης κι έβαλε το κουτί στα χέρια του Στρατή. Αυτός ίσως ξέρει τι κάνει, πρόσθεσε βιαστικά και ξαναγύρισε στη δουλειά του.

Ο Στρατής παραξενεμένος πήρε το κιτρινωπό κονσερβοκούτι απ’ τα χέρια του ναύτη και σαστισμένος το άφησε μηχανικά στο πάτωμα, στριμώχνοντάς το σε μια εσοχή που σχημάτιζαν τα σίδερα της βάσης του στηρίγματος της βάρκας.

Έριξε μια αόριστη ματιά στο Γιώργο, σα να τού ‘λεγε. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται! Τι το θέλεις εσύ τούτο το πράγμα! Και, γεμάτος απορία, ξανασυνέχισε με τους ναύτες το λύσιμο των σκοινιών και την προετοιμασία για το κατέβασμα της μικρής μαούνας.

Οι στρατιώτες έβγαιναν κι όλο έβγαιναν απ’ τις καταπακτές και κατέκλυζαν το κατάστρωμα. Όλες οι άπλες του είχαν κιόλας πλημμυρίσει στο χακί. Στο κακόγουστο και καταθλιπτικό χακί που κουβαλούσε εκείνη η άθλια φανταροθάλασσα. Παντού τσαλακωμένα μπερεδάκια, ξεθωριασμένα ρούχα, τριμμένες χλαίνες, χλωμά πρόσωπα. Ο απογευματινός ήλιος του Νοέμβρη, που, πριν από λίγο έμπαινε τόσο λαμπερός στο αμπάρι απ’ το στενό άνοιγμα της καταπακτής κι ο κρύος αέρας της θάλασσας, μας τσάκιζαν και μας χλώμιαζαν περισσότερο. Όλοι στεκόμασταν στριμωγμένοι ο ένας κοντά στον άλλο, προσπαθώντας να μετριάσουμε κάπως το κρύο φύσημα, να αλληλοπροφυλαχτούμε και να αλληλοζεσταθούμε. Ο Θανάσης έτριψε τα χέρια του κι ο Γιώργος κούμπωσε ως πάνω το χιτώνιό του. Το ίδιο έκανα κι εγώ, αφού πρώτα καλοτύλιξα το γκρίζο κασκόλ στο λαιμό μου κι έσπρωξα καλά τις άκρες του κάτω απ’ το χιτώνιό μου, για να προφυλάξω το στήθος μου. Ένιωθα μια έντονη κι ασυνήθιστη κρυάδα να διατρέχει το κορμί μου.

Μόλις η μεγάλη βάρκα ελευθερώθηκε και κρεμασμένη στο βίντσι ανασηκώθηκε λίγο απ’ τη θέση της, οι ναύτες  έκαναν ένα-δυο βήματα προς τα πίσω. Μαζί τους τραβήχτηκε κι ο Στρατής. Απ’ τη θέση εκείνη περιεργάστηκε για λίγο τη μετέωρη βάρκα και μετά κάρφωσε το βλέμμα του στο ξερονήσι. Σαν ξεχασμένος παρατηρούσε την άχαρη πλαγιά με τα αντίσκηνα και την τραχιά προκυμαία με τους παραταγμένους κι ανήσυχους στρατιώτες.

Φαίνεται πως τούτη τη φορά το σύνολο που έβλεπε απέναντι στη στεριά ο Στρατής τού ‘κανε ιδιαίτερη αντύπωση. Γι’ αυτό, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι του προς το διπλανό του ναύτη, τον ρώτησε.

– Τι είναι εδώ; Γιατί σταματήσαμε μπροστά σ’ αυτό το ξερονήσι; Έχουμε καμιά βλάβη;

Ο ναύτης τον κοίταξε περίεργα, γεμάτος απορία και κατάπληξη που έντονη εκδηλώθηκε στο πρόσωπό του κι έκανε ένα μορφασμό που επιβεβαίωνε την αμηχανία του. Κάτι πήγε να πει αλλά κρατήθηκε. Ίσως την τελευταία στιγμή θέλησε να μετριάσει την άγνοια και την αφέλεια του Στρατή, γι’ αυτό και τον ξανακοίταξε στα μάτια με επιμονή. Ο Στρατής, με το ίδιο άδολο ενδιαφέρον, περίμενε απάντηση.

Ο ναύτης έκανε πάλι ένα μορφασμό, σα να ήθελε μ’ αυτό να υπερνικήσει τους ενδοιασμούς του και με προσποιητή φυσικότητα στη φωνή του, που στο βάθος της έκρυβε θλίψη και πόνο, του είπε.

– Δε βλέπεις απέναντι στην κορυφή της πλαγιάς τα μεγάλα πέτρινα γράμματα;

‘’Βήτα, Ταυ, Σίγμα’’;.

– Τα βλέπω, απάντησε με απάθεια ο Στρατής και πρόσθεσε. Αυτά, όμως, δε μου λένε εμένα τίποτα.

– Βήτα, Ταυ, Σίγμα, επανέλαβε χαρακτηριστικά ο ναύτης, ενοχλημένος κάπως απ’ την τόση άγνοια του Στρατή. Δηλαδή, Β’ Τάγμα Σκαπανέων, εξήγησε με εντονότερη φωνή.

– Ε και; Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε και πάλι ο Στρατής, απορημένος κι ανικανοποίητος απ’ την απάντηση του ναύτη. Απότομα, όμως, άλλαξε ύφος. Η έκφρασή του έδειχνε πως είχε αρχίσει ήδη να συνειδητοποιεί κάποια πραγματικότητα, γι’ αυτό και ξαναρώτησε τούτη τη φορά με περισσότερη περιέργεια κι ανησυχία και περισσότερη δύναμη στη φωνή του.

– Πού βρισκόμαστε ρε παιδιά; Για μιλήστε καθαρά.

– Στο Μακρονήσι, απάντησε κοφτά ο ναύτης. Και, κοιτάζοντας κατάματα το Στρατή, πρόσθεσε χαρακτηριστικά.

Καλά, δεν έχεις ακούσει τίποτα ως τώρα εσύ για τη Μακρόνησο.

— Όχι, απάντησε πελαγωμένος ο Λημνιός συνάδελφος κι έμεινε ακίνητος στη θέση του, ξαφνιασμένος κι ο ίδιος απ’ την τόση άγνοιά του. Σα να βρισκόταν σε όνειρο, έκανε μηχανικά δυο αργά βήματα, πήρε το άδειο κουτί στα χέρια του και γύρισε πιο άχρωμος τώρα στη θέση του.

Ξανάρθε δίπλα μας σαστισμένος. Μας κοιτούσε με απορία στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο ικεσία, σα να ζητούσε από μας να απορρίψουμε τα όσα άκουσε απ’ το ναύτη και να διαψεύσουμε τη φοβερή πραγματικότητα. Μας παρακαλούσε με τη θλιμένη του ματιά να τον λυτρώσουμε απ’ το μαρτύριο που ένιωθε να γιγαντώνεται μέσα του και να του ισοπεδώνει όλα του τα όνειρα και να τον γκρεμίζει και τον ίδιο σε βαθύ και απίθμενο χάος. Κρατούσε το άδειο κονσερβοκούτι στο χέρι του και μουρμούριζε αόριστα, σα να ρωτούσε τον εαυτό του.

– Καλά και πού ήταν τόσον καιρό χαμένο το μέρος αυτό; Πώς δεν άκουσα εγώ τίποτα ως τώρα γι’ αυτό το νησί! Και, με περισσότερο παράπονο, συνέχισε. Αντί, λοιπόν, για κλείστρα και στόχαστρα, κοτρώνες και βράχια του ξερονησιού;

Έμεινε και πάλι σιωπηλός κι αμίλητος κι έδειχνε πως βρισκόταν ξεκομμένος απ’ την πραγματικότητα και μετέωρος πάνω σ’ ένα σωρό από συντρίμμια. Συντρίμμια από κανόνια, κλείστρα, οβίδες. Πάνω απ’ τα συντρίμμια των ονείρων του, που με τόση θέρμη και λαχτάρα έπλαθε για χρόνια στο μυαλό του. Τα ωραία και γεμάτα σημασία και νόημα γι’ αυτόν γράμματα του ΚΕΒΟΠ έπεφταν θρύψαλα μπροστά του. Γινόταν μια άπιαστη οπτασία κι ένα εξανεμισμένο όνειρο. Τη θέση τους έπαιρναν τα πέτρινα γράμματα της ξεροπλαγιάς ΒΤΣ, που, τραχιά και αποκρουστικά, κάγχαζαν τώρα απέναντί του.

Η ασπράδα τους ήταν αηδιαστική και οι ασβεστωμένες πέτρες που τα αποτελούσαν φαίνονταν στα μάτια του σα γυμνά και σκόρπια κόκαλα νεκροταφείου.

Έμεινε στη θέση του βουβός και ανέκφραστος σα μαρμαρωμένος.

Κοίταξε την πλαγιά με τα γράμματά της, τον καταυλισμό με τα αντίσκηνά του, το νησί με την ερημιά και την αγριάδα του και δεν έβγαλε μιλιά. Έδειχνε σα να βρίσκονταν χαμένος στο κενό ή να είχε ποντιστεί σε κάποιο απέραντο χάος.

Φαίνεται πως το κρύο τον κέντρισε πρώτο, γιατί κάποια στιγμή κουνήθηκε κάπως τρέμοντας απ’ τη θέση του. Αργά-αργά έσκυψε, πήρε τη χλαίνη του από κάτω και την έριξε στις πλάτες του. Μετά, γύρισε τα μάτια του προς το μέρος μας και ρώτησε.

– Ακούσατε ποτέ κάτι εσείς παιδιά;

– Ναι, το ξέραμε. Ξέραμε για πού μας έφερνε το ΧΙΟΣ, είπε ο Γιώργος και πήρε το άδειο κουτί απ’ τα χέρια του Στρατή, που ακόμη το κρατούσε ασυναίσθητα.

Ο Θανάσης κι εγώ τον κοιτάξαμε στα μάτια με συμπόνια και του γνέψαμε με το κεφάλι καταφατικά.

Στο μεταξύ, το βίντσι είχε στρέψει το βραχίονά του προς τη θάλασσα και η βάρκα είχε κρεμαστεί στο κενό πάνω απ’ τα κύματα. Τα καρούλια του μικρού γερανού έτριξαν απότομα και διαπεραστικά, καθώς το συρματόσκοινο ξετυλίγονταν σιγά-σιγά και άφηνε τη μετέωρη βάρκα, με τη βενζινομηχανή στο πίσω μέρος της στημένη, έτοιμη στη θέση της και τα τέσσερα γκρίζα κουπιά της δεμένα με τάξη από μέσα στα πλευρά της, να κατεβαίνει ομαλά και ήσυχα στη θάλασσα.

Για μια στιγμή, όλων τα μάτια στράφηκαν προς το βίντσι και το ογκώδες φορτίο του κι έμειναν για λίγο εκεί να το παρακολουθούν, ώσπου η βάρκα χαμήλωσε τόσο που ξέφυγε το ύψος της κουπαστής και του καταστρώματος και χάθηκε απ’ τα μάτια μας. Το σταμάτημα σε λίγο του τριξίματος των καρουλιών έδειξε πως το φορτίο τους βρισκόταν τώρα καθισμένο πάνω στις ράχες των κυμάτων. Εκεί κάτω τους περίμενε ψυχρή κι αδιάφορη η βάρκα, για να τους περάσει ζωντανούς στην άλλη μεριά του Αχέροντα, αδιάφορο αν είχαν ή όχι τον οβολό των πορθμείων.

Το φοβερό μυστικό είχε πια κοινοποιηθεί. Το μυστήριο είχε λυθεί και η κάθε αμφιβολία είχε τώρα διαλυθεί.

Προοριζόμασταν για απομόνωση και μας φέραν στη Μακρόνησο. Είμασταν εξόριστοι. Κανένας δεν είχε πια την παραμικρή ψευδαίσθηση. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Είχαμε ήδη κάνει την πρώτη επαφή με την αλήθεια πάνω απ’ το κατάστρωμα του ΧΙΟΣ. Τώρα, επρόκειτο να αντιμετωπίσουμε και την πραγματικότητα στην απέναντι πλαγιά.

Όλων τα πρόσωπα ήταν άχρωμα και πελιδνά. Η αϋπνία, η φουρτούνα, η πείνα, το κρύο και προπαντός η τραγική αλήθεια που μαθαίναμε έτσι ξαφνικά και η αδυσώπητη πραγματικότητα που αντικρίζαμε τώρα και μάλιστα τόσο απότομα και ωμά, είχαν αφαιρέσει κάθε ζωτικότητα και διάθεση απ΄ όλους μας.

– Ίσως εδώ να έχουν μεταφερθεί τα Κέντρα Εκπαίδευσης, είπε κάποια στιγμή ο Στρατής, σα να εξέφραζε την τελευταία του ελπίδα. Δεν ήθελε ακόμη να πιστέψει αυτό που έβλεπε και να παραδεχτεί αυτό που αντίκριζε. Τι ξέρεις; Όλα γίνονται είπε και μια αμυδρή αχτίδα ελπίδας φάνηκε βαθιά στο βλέμμα του.

Χίλιοι πεντακόσιοι στρατιώτες, θάλασσα ολόκληρη, στεκόμασταν τώρα βουβοί και τσακισμένοι, με χείλια σφιγμένα και όψεις κρύες και ωχρές πάνω στο κατάστρωμα και με το άδειο μας βλέμμα παρατηρούσαμε την ξερή κι ολόγυμνη πλαγιά που μας περίμενε. Σ’ όλων τις καρδιές ο ίδιος πόνος, σ’ όλων τα πρόσωπα η ίδια θλίψη, σ’ όλων το νου οι ίδιοι συλλογισμοί. Η σκέψη πως βρεθήκαμε έτσι ξαφνικά κι αδικαιολόγητα εξόριστοι μας πίεζε το στήθος, μας έφιγγε το λαιμό και μας βασάνιζε τους λογισμούς. Μια σκέψη που ήταν αδύνατο να τη χωρέσει τόσο γρήγορα ο νους μας, όσο κι αν προσπαθούσαμε να το πάρουμε απόφαση και να το δεχτούμε σαν τετελεσμένο γεγονός. Δεν μπορούσαμε ακόμη να το πιστέψουμε. Ακόμη και κείνοι που το γνώριζαν καθαρά απ’ την αρχή. Δεν μπορούσαν κι αυτοί να παραδεχτούν μια τόσο ακατανόητη πραγματικότητα, παρ’ όλο που την αντίκριζαν τώρα ψυχρή και ολοζώντανη μπροστά τους. Δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τίποτα, έστω και κάποιο μέρος μόνο, απ’ όλα αυτά στις συνειδήσεις τους.

Γιατί άραγε όλη αυτή η αχαριστία;

Χίλια ερωτηματικά ανεβοκατέβαιναν στο μυαλό τους και χίλιες-δυο σκέψεις αυλάκωναν το νου τους. Ο καθένας, κλεισμένος στον εαυτό του, αναπολούσε τα περασμένα, θυμόταν τα πρόσφατα κι έψαχνε να βρει λόγους και αιτίες που στάθηκαν ικανές, ώστε να του χαρίσουν τον τότλο του εξόριστου.

Κλείστηκα κι εγώ στον εαυτό μου κι άρχισα να σκέφτομαι. Σκάλιζα το παρελθόν επίμονα αλλά δεν έβρισκα κανένα σφάλμα ή άλλο ψεγάδι και μάλιστα τόσο σοβαρό και ικανό για να με φέρει σε τούτον τον τόπο. Αναπόλησα γρήγορα τη ζωή μου. Έφερα στο μυαλό μου, όπως έκανα πάντοτε στις δύσκολες ώρες, το χωριό μου, το σπίτι μου, τους δικούς μου. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό συχνά. Ίσως ζητούσα έτσι κάπου να ακουμπήσω, κάπου να στηριχτώ. Άκουσα διαπεραστικό και πάλι στ’ αφτιά μου τον ξερό και μονότονο κρότο των δεκανικιών του αδερφού μου. Ξαναπέρασα μαζί του βιαστικά την Κονδυλόβρυση, την Κατάρα, το Ανάθεμα. Κατηφόρισα στ’ αμπέλι μας και στάθηκα με δέος μπροστά στη γέρικη αμυγδαλιά. Κοίταξα ψηλά τον ουρανό μέσα απ’ τα γυμνά κλωνάρια της κι είδα ξανά τα συννεφάκια να τρέχουν αδιάφορα στο γαλανό στερέωμα. Είδα τη μορφή του Δημήτρη, καθαρή κι ολοζώντανη εκεί ψηλά και μού ‘ρθε να δακρύσω. Στα αφτιά μου αντήχησαν μακρινές κι απόκοσμες οι φωνές των παλικαριών εκείνων που τραγουδώντας βάδιζαν στο θάνατο και που θα θρηνούν και θα σπαράζουν τώρα, βλέποντας εμάς να οδεύουμε την οδό της εξορίας και της ταπείνωσης, αντί να βαδίζουμε την οδό της τιμής και της αναγνώρισης. Άκουσα το κροτάλισμα των πολυβόλων. Είδα να σπαράζουν μπροστά μου τα καταματωμένα κορμιά τους κι ένιωθα να μου τρυπάει τ’ αφτιά ο τελευταίος ρόγχος τους. Μού ‘ρθε να φωνάξω δυνατά, να κλάψω με δάκρυα. Να θρηνήσω την παραγνώριση και την ταπείνωση εκείνων στη μεταχείριση τη δική μας. Μέσα στη φουρτούνα μου, ξανάκουσα έντονα και ολοκάθαρα τα λόγια του τελευταίου τραγουδιού τους.

 

‘’Δε θέλει κλάματα και θρήνους ο χαμός μας
και μη θρηνείτε σαν και μας εσείς νεκρούς . . .’’

 

Συγκρατήθηκα και έσφιξα τα δόντια μου. Τύλιξα το γκρίζο κασκόλ σφιχτότερα στο λαιμό μου κι έκλεισα με θέρμη τα τρία γράμματα της άκρης του στην κρύα χούφτα μου, ζητώντας τις δύσκολες αυτές στιγμές να πάρω δύναμη και κουράγιο απ’ αυτά. Θυμήθηκα τον Παναγιώτη. Τον ένιωσα δίπλα μου. Ένιωσα και πάλι ζεστή τη φωνή του να με εμψυχώνει. Να δίνει κουράγιο σ’ όλους μας. ‘’Ζήστε δυνατά παιδιά’’. ‘’Ζήστε για πάντα’’, μας έλεγε. ‘’Κάντε κουράγιο’’, μας φώναζε με δύναμη. ‘’Κάντε κουράγιο’’.

Τα λόγια του ανεκτίμητου εκείνου φίλου έφταναν τώρα όλο και πιο ζεστά, όλο και πιο παρήγορα στ’ αφτιά μου και μού ‘διναν ζωντάνια, θάρρος και δύναμη. Τον άκουγα πια ολοκάθαρα, σα νά ‘ταν ολοζώντανος εκεί μπροστά μου, όπως εκείνη τη στιγμή που μ’ αγκάλιασε κρεμασμένος στα παραπέτα της καρότσας του τζέημς. ‘’Κάποτε θα βρούμε τους τάφους τους. Θα πάμε μαζί. Θά ‘ρθουν κι άλλοι μαζί μας. Πολλοί άλλοι. Θα τους πάμε λουλούδια’’, μού ‘λεγε με ζεστασιά και με ψύχωνε. Κι εγώ, με λαμπερά απ’ τη συγκίνηση μάτια, καρφωμένα στο καθάριο βλέμμα του φίλου μου, μουρμούριζα τώρα ανάμεσα στα δόντια μου. ‘’Τους βρήκαμε Παναγιώτη. Τους βρήκαμε τους τάφους των ηρώων μας. Νά ‘τοι  Είναι μέσα στις καρδιές μας’’.

Ο αέρας της θάλασσας ξανάφερε ολοκάθαρη και εποικοδομητική τη φωνή του Παναγιώτη και την έκανε να αντιβουίζει μέσα μου. ‘’Μπράβο αδέρφι. Μπράβο. Καρδιά και κουράγιο. Το λιγερό καλάμι λυγάει στην ορμή του μανιασμένου αέρα . . .’’

Πραγματικά, ο αέρας της μοίρας μας, ο αέρας της οργής των άλλων, που μας χτυπούσε τώρα από παντού, ήταν πολύ μανιασμένος. Και μεις όλοι καλάμια στον άνεμο.

συνεχίζεται…

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *