Το Γκρίζο Κασκόλ – XIII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XIII

Ο στρατιώτης με το γκλοπ μας πλησίασε. Όλοι μαζί πλησιάσαμε τον ξεσκούφωτο λοχαγό. Εκείνος, χωρίς να μας δώσει καμιά απολύτως σημασία και, χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του απ’ το θέαμα της υποδοχής που τόσο επίμονα παρακολουθούσε, μας έκανε νόημα με το χέρι του να προχωρήσουμε πιο πέρα. Συμμορφωθήκαμε με το κέλευσμά του και προχωρήσαμε στο διπλανό αντίσκηνο. Κι εδώ μας περίμενε άλλος λοχαγός, πιο βλοσηρός και πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Καθόταν σαν κέρβερος στην καρέκλα του. Το τραπέζι του μπροστά του ήταν γεμάτο χαρτιά και φακέλους.

Μόλις πλησιάσαμε κοντά του, έδωσε ένα απότομο παράγγελμα ‘’προσοχή’’, που μας ξάφνιασε και μας άφησε όλους ‘’κόκαλο’’. Οι πόνοι κατασούβλισαν τα σακατεμένα κορμιά μας. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα το Λημνιό συνάδελφό μας. Ο λοχαγός, καθισμένος στην καρέκλα του, κοίταξε από πάνω ως κάτω το Στρατή, που στεκόταν ανάμεσα στους πρώτους. Μετά, κοίταξε και μας τους άλλους έναν-ένα. Ξαναγύρισε το βλέμμα του και το κάρφωσε επίμονα πάνω στο Στρατή. Χωρίς καν να σηκωθεί απ’ τη θέση του, φώναξε ‘’ημιανάπαυση’’ κι απευθύνθηκε με χυδαιότητα στο Στρατή.

– Δε βλέπεις μπροστά σου, ρε βλάκα; Όταν περπατάς, πού χαζεύεις ρε; . . . και πρόσθεσε μερικές χυδαίες βρισιές που θύμιζαν καταγώγια. Δεν μπόρεσες να κάνεις ούτε δυο βήματα στα αγιασμένα ετούτα χώματα του νησιού μας και τσακίστηκες στα βράχια;

Εκείνη την ώρα περνούσε έξω απ’ το αντίσκηνο ένας στρατιώτης παλιότερος στο νησί. Ο λοχαγός τον είδε και με την αυστηρή φωνή του τον φώναξε δυνατά.

– Ρεβύθης.

Ο στρατιώτης έμεινε ακίνητος σε στάση προσοχής και απάντησε αμέσως με δυνατή φωνή.

– Διατάξτε κύριε λοχαγέ.

– Τι είναι τούτα τα χώματα της Μακρονήσου;

– Αγιασμένα και ιερά, κύριε λοχαγέ, απάντησε ο στρατιώτης χωρίς να κινηθεί.

– Μάλιστα, ξεφώνισε ικανοποιητικά ο λοχαγός και τον ρώτησε στον ίδιο τόνο. Τι δουλειά κάνεις, Ρεβύθη, στην πολιτική σου ζωή;

– Δάσκαλος, κύριε λοχαγέ, δάσκαλος.

– Α να χαθείς ηλίθιε. Τσακίσου από δω βλάκα. Και τροχάδην. Όχι περπάτημα. Τρο-χά-δην, επανέλαβε, τονίζοντας μια-μια τις συλλαβές.

– Μάλιστα, κύριε λοχαγέ, απάντησε ο Ρεβύθης και τό ‘βαλε στο τροχάδην. Ο λοχαγός ξαναγύρισε στο Στρατή.

– Τ’ ακούς; φώναξε δυνατά. Άκουσες τι είπε ο δάσκαλος;           Αγιασμένα και ιερά.

Κάτι πήγε να πει ο Στρατής αλλά δεν του επέτρεψε. Τον σταμάτησε με την αγριοφωνάρα του, λέγοντάς του.

– Α να χαθείς, ηλίθιε.

Φαίνεται πως αυτή η φράση ήταν η πιο αγαπητή απ’ όσες ήξερε ο λοχαγός. Ξανακοίταξε το Στρατή και του είπε με δριμύτητα.

Στο εξής, άνοιγε τα μάτια σου και βλέπε μπροστά σου πού βαδίζεις. Όχι κοιμισμένα πράγματα. Εδώ θα ξυπνήσεις. Εδώ θα ξυπνήσετε όλοι σας. Τ’ ακούτε; Όλοι σας. Πώς λέγεσαι;

Ο Στρατής είπε τ’ όνομά του και τα άλλα στοιχεία του. Ο λοχαγός άνοιξε τα δευτέρια του και άρχισε να γράφει. Ο θυμός του φαινόταν έντονος στο πρόσωπό του.

Εμείς οι άλλοι κερώσαμε. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε μια τέτοια βαρβαρότητα. Μια τέτοια χοντροκομμένη και θρασύτατη παραποίηση της αλήθειας. Μια τόσο σκαιώδη συμπεριφορά από Έλληνα αξιωματικό.

Για μια στιγμή, ο λοχαγός ξανασήκωσε τα μάτια του απ’ τα χαρτιά του και ξανακοίταξε το Στρατή. Είδε την κομματιασμένη χλαίνη του, που κρατούσε κουβάρι στα τραυματισμένα χέρια του κι ένα νέο κύμα θυμού συννέφιασε το πρόσωπό του.

– Τι χάλια είναι αυτά; βρυχήθηκε. Πώς τόλμησες να καταστρέψεις έτσι στρατιωτική περιουσία; Έσχισες τη χλαίνη που σού ‘δωσε η Πατρίδα; Και τη φέρνεις και δω μπροστά μου έτσι προκλητικά; Ξέρεις τι θα πει αυτό; φώναξε με περισσότερο θυμό. Αυτό θεωρείται δολιοφθορά, σαμποτάζ, προδοσία.

Κάτι ξαναπήγε να πει ο Στρατής αλλά τον σταμάτησε απότομα, φωνάζοντας και πάλι δυνατά.

– Αύριο στην αναφορά. Ακούς; Αύριο να βγεις στην αναφορά και να ζητήσεις μόνος σου να τιμωρηθείς για ό,τι έκανες.

Σηκώθηκε όρθιος. Χτύπησε οργισμένος το χέρι του πάνω στο τραπέζι και πρόσθεσε φωνάζοντας. Αλίμονό σου αν ξεχάσεις ή αν κάνεις πως το ξέχασες. Α να χαθείς, ηλίθιε, επανέλαβε και ξανακάθισε στη θέση του.

Εκείνη τη στιγμή ο Αριστομένης Γραβός μου φάνηκε μάλαμα.

– Εσύ πώς λέγεσαι; ρώτησε με το ίδιο θρασύτατο ύφος εμένα, ενώ διορθώνονταν καλύτερα στην καρέκλα του.

Είπα το όνομά μου και τα άλλα μου στοιχεία. Εκείνος τά ‘γραψε. Μετά, μας είπε επιτακτικά.

– Στη διπλανή σκηνή για αντίσκηνα. Ένα ατομικό στους δυο σας. Κι ύστερα, στο παραδίπλα για νερό. Ψωμί δε δικαιούστε σήμερα. Μόνο νερό. Και τσακιστείτε από μπροστά μου. Α να χαθείτε από δω, ηλίθιοι, ξαναεπανέλαβε.

Σταθήκαμε προσοχή. Εγώ χαιρέτησα. Ο Στρατής προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε να σηκώσει το χέρι του. Βγήκαμε απ’ τη σκηνή-γραφείο του λοχαγού και πήγαμε στη διπλανή. Πήραμε το ατομικό αντίσκηνο που μας έδωσε ένας δεκανέας, αφού πρώτα υπογράψαμε κανονικά και το χρεωθήκαμε επίσημα και προχωρήσαμε για το νερό.

Πιο πέρα, ξέμακρα κάπως απ’ τον καταυλισμό, ήταν μερικά σιδεροβάρελα ξαπλωμένα δίπλα-δίπλα στο ύπαιθρο. Πέντε-έξι όλα μαζί. Ένα ήταν όρθιο και ανοιχτό από πάνω. Ένας στρατιώτης καλοξυρισμένος, με άσπρα ντοκς στα πόδια και άσπρη ζώνη –σήμα κατατεθέν της φρουράς- στεκόταν μπροστά σ’ αυτό το γεμάτο νερό πετρελαιοβάρελο και μοίραζε το περιεχόμενό του με μια παράξενη μεγάλη κουτάλα. Δηλαδή, ένα τενεκεδένιο κονσερβοκούτι, μάλλον από καλαμάρια, δεμένο με σύρματα σ’ ένα μακρύ χοντροκάλαμο. Βουτούσε την κουτάλα του αυτή στο ανοιχτό βαρέλι με το νερό και έδινε μια κουταλιά στον καθένα.

Πλησιάσαμε και μεις να πάρουμε το μερίδιό μας. Ο νερουλάς περίμενε νά ‘ρθουν κι άλλοι, για να αρχίσει τη διανομή. Περισσότερο, ήθελα λίγο νερό εκείνη την ώρα, για να ξεπλύνω τις πληγές του Στρατή, που του είχε προξενήσει το ‘’πέσιμό του στα βράχια’’, όπως είχε πει ο λοχαγός. Βγάλαμε τα παγούρια μας απ’ τα σακίδια, όσοι είχαμε και σιμώσαμε στο βαρέλι.

– Τα τενεκεδάκια σας, πρόσταξε με ύφος δικτάτορα ο νερουλάς. Μειδίασε ειρωνικά, σα μας είδε με τα παγούρια στο χέρι και φώναξε δυνατά. Πού ρε νομίζετε ότι βρισκόσαστε και μού ‘ρθατε εδώ με τα παγούρια σαν τις κοκότες; Τενεκεδάκια, τενεκεδάκια, επανέλαβε και κούνησε την παράξενη κουτάλα του στον αέρα.

– Μα δεν έχουμε τενεκεδάκια, συνάδελφε, πήγε να πει κάποιος από μας αλλά ο νερουλάς τον διέκοψε, φωνάζοντας δυνατότερα.

– Πρώτα-πρώτα, κύριε συνάδελφε και ύστερα, δεν το ξέρετε, ρε καθάρματα, ότι εδώ τα παγούρια δεν περνούν; Και με απότομο ύφος πρόσθεσε κοφτά. Όσοι δεν έχουν κουτιά να φύγουν. Θά ‘ρθουν να πάρουν νερό στην αυριανή διανομή. Και θά ‘ρθουν με κουτιά. Όχι παγούρια. Τα παγούρια θα τα παραδώσετε αύριο όλοι σας, όσοι έχετε, στο λόχο.

Όλοι, ένας μετά τον άλλο προσπεράσαμε το βαρέλι με το λαδωμένο νερό, χωρίς να πάρουμε ούτε μια γουλιά. Μόνο ο Γιώργος σταμάτησε. Άπλωσε το κονσερβοκούτι του, εκείνο που τού ‘χε χαρίσει ο ναύτης λίγο νωρίτερα στο αρματαγωγό και περίμενε.

– Έτσι μπράβο, είπε ο νερουλάς ικανοποιημένος και τού ‘δωσε μια κουταλιά νερό.

Ο Γιώργος έκανε να φύγει. Ο νερουλάς, μ’ ένα νεύμα της κουτάλας του, τον σταμάτησε.

– Πάρε λίγο ακόμη εσύ με το καινούριο κουτί, μια που είσαι ο πιο προνοητικός και ο μόνος από όλους εδώ, απ’ ότι βλέπω, που δικαιούσαι νερό σήμερα. Ύστερα, για να δείτε ότι δεν υπάρχει μόνο φιλότιμο εδώ αλλά έχουμε και το χουβαρντάδικο μέσα μας. Και, λέγοντας αυτά, τού ‘δωσε και δεύτερη κουταλιά, κοντογεμίζοντας σχεδόν το κίτρινο κονσερβοκούτι.

Στο καθαρό κουτί του Γιώργου φάνηκαν αμέσως μπόλικες οι χρωματιστές κηλίδες του πετρέλαιου, που βιαστικές ξεχώρισαν και χτυπητές βγήκαν στην επιφάνεια.

– Κύριε συνάδελφε, είπε ασυλλόγιστα κάποιος κοιτάζοντας την επιφάνεια του νερού που γυάλιζε πολύχρωμα. Τούτο το νερό . . .

– Δε σου κάνει; τον διέκοψε απότομα ο νερουλάς και πρόσθεσε νευριασμένος. Αν δε σου κάνει, ξαναρίχτω στο βαρέλι και στα τσακίδια από μπροστά μου. Να ξέρεις, όμως και συ και όλοι οι ‘’σύντροφοί’’ σου εδώ –κι είπε το σύντροφοί σου τόσο ειρωνικά και πικρά- πως ετούτος εδώ ο τόπος δεν είναι κέντρο παραθερισμού. Είναι ‘’επίλεκτος στρατιωτική μονάς’’. Ένα κέντρο με κανονισμούς και διαταγές. Επίσης, να ξέρετε πως μια τέτοια κουταλιά (και κούνησε χαρακτηριστικά την περίεργη κουτάλα του) θα είναι το νερό που δικαιούται την ημέρα ο καθένας σας. Κι αυτό, για να πιει, να πλυθεί και να πλύνει και τα ρούχα του, αν θέλει. Και να σας πω και κάτι; συνέχισε αλλάζοντας κάπως τον τόνο της φωνής του. Αφήστε τις εξυπνάδες και τις κακές προθέσεις σας κατά μέρος. Τα συστήματά σας και τις μεθόδους σας τις ξέρουμε. Τούτο το νερό είναι το καλύτερο νερό του κόσμου. Μέχρι και ο διοικητής μας το είπε πολλές φορές και το βεβαίωσε επανειλημμένα. Και μην προσπαθείτε, κακομοίρηδες, να δυσφημίσετε τη Μονάδα μας με τις ξενοκίνητες φαντασιοπληξίες σας. Το παραμύθι, ότι το νερό είναι βρόμικο δεν περνάει σε μας. Πετρέλαια και λάδια στο νερό του Β.Τ.Σ. μόνο τα δικά σας μάτια βλέπουν. Τα μάτια εκείνων που ήρθαν εδώ για να μας κάνουν αντεθνική προπαγάντα.

Όσο έλεγε, τόσο αγρίευε περισσότερο. Το πρόσωπό του είχε ανάψει και η φωνή του είχε γίνει στριγκλιά. Μας αγριοκοίταξε και πρόσθεσε κοφτά.

Και να ξέρετε. Όσα μάτια δεν βλέπουν σωστά σε τούτο το νησί, εγώ τα βγάζω.

Δεν είπαμε κουβέντα. Φύγαμε τσακισμένοι και αμίλητοι. Προχωρήσαμε στο απέναντι μέρος της μικρής χαράδρας, όπου μας είχαν υποδείξει να στήσουμε τα αντίσκηνά μας.

 

* * * * *

 

 

Η ‘’χαράδρα’’, όπως την έλεγαν οι παλιότεροι στρατιώτες του ΒΤΣ, ήταν ένα αβαθές, μάλλον κοίλο νεροφάγωμα, με αρκετές πέτρες και μερικούς ανάριους μικρούς καχεχτικούς σκίνους. Στα πλευρά της έχασκαν εδώ κι εκεί μισοξέσκεπες απ’ τις βροχές και την πολυκαιρία γκριζόχρωμες κοτρόνες. Άλλες μικρότερες κι άλλες μεγαλύτερες, όλες αποκρουστικές, κοφτερές και επικίνδυνες.

Έβαλα το Στρατή να καθίσει δίπλα σ’ ένα μαδημένο θάμνο και τον σκέπασα με τη χλαίνη μου. Κρύωνε πολύ. Πήρα μια πέτρα, την πιο πλατιά και την πιο κοφτερή που βρήκα εκεί κοντά και άρχισα να σκάβω με βιασύνη, για να ισοπεδώσω όσο γινόταν το μέρος που θα έστηνα το μικρό μας αντίσκηνο. Θέλησε κι ο Στρατής να με βοηθήσει αλλά τα χέρια του ήταν πρισμένα και καταματωμένα. Δεν τον άφησα. Εκείνος δάκρυσε κι εγώ έκανα πως δεν τον είδα. Έσκυψα χαμηλότερα το κεφάλι μου και βάλθηκα να σκάβω πιο γρήγορα. Δεν ήθελα να δει και κείνος τα δικά μου μάτια.

Γύρω μας, εδώ κι εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και στα σκίνα, πάσχιζαν κι άλλοι συνάδελφοι της αποστολής μας να στήσουν τα σάπια και μουντόχρωμα αντίσκηνά τους πριν τους πάρει η νύχτα.

Με τη μυτερή πέτρα συνέχισα το σκάψιμο. Ίσαξα ένα μικρό μέρος στην άκρη της πλαγιάς και έστησα το αντίσκηνό μας. Μετά, μάζεψα λίγα ξερά χόρτα, από κείνα τα λιγοστά που βρίσκονταν εδώ κι εκεί ανάμεσα στους γύρω σκίνους και τις πέτρες και τά ‘στρωσα για στρώμα στο φρεσκοσκαμμένο δάπεδο. Έστρωσα και μια κουβέρτα, την κουβέρτα του Στρατή, που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή πιο κοντά μου και ετοίμασα έτσι το γιατάκι και το σπίτι μας.

Είχα βάλει και τα σακίδιά μας μέσα, στο επάνω μέρος του ‘’κρεβατιού’’, για προσκέφαλα κι ετοιμαζόμουνα να βγω μπουσουλώντας με τα τέσσερα προς τα πίσω, για να πάρω και το Στρατή.

– Επ, ακούστηκε η φωνή του Γιώργου, που είχε πλησιάσει στο αντίσκηνο και έσκυβε για να δει το εσωτερικό του και να θαυμάσει και την αρχιτεκτονική, τη διαρρύθμιση και την εσωτερική του διακόσμηση. Το ετοίμασες κιόλας; με ρώτησε κάπως εύθυμα μόλις βγήκα έξω, ενώ τού ‘ριχνε μια δεύτερη ματιά, γεμάτη αστείο θαυμασμό και προσποιητή ικανοποίηση. Ο Θεσσαλός συνάδελφος κρατούσε στο νέρι του το κονσερβοκούτι με το νερό και μου το πρότεινε.

– Πάρ’ το, μου είπε. Θα το χρειαστείς εσύ περισσότερο από μένα. Θα το χρειαστείς για το Στρατή, επανέλαβε πειστικότερα και άφησε το κουτί προσεχτικά δίπλα στο αντίσκηνο. Τον κοίταξα στα μάτια και ήμουν έτοιμος να τον αγκαλιάσω. Συγκρατήθηκα, όμως, γιατί δε θα μπορούσα να αποφύγω το ξέσπασμα. Δεν είπα τίποτα. Γύρισα αλλού κι έκανα πως στερέωνα κάποιο πασσαλάκι ή τέντωνα κάποιο σκοινί.

Εκείνος κατάλαβε την ταραχή μου και δεν περίμενε απάντηση, γι’ αυτό και, σχεδόν αμέσως, συνέχισε σε πιο εύθυμο τόνο.

– Είμαστε γειτόνοι. Να, εκεί δίπλα. Λίγα βήματα πιο κάτω, πίσω από κείνη την κοτρόνα με τα σπανά σκίνα στήνουμε και μεις το δικό μας τσαρδί. Είμαστε συγκάτοικοι με το Θανάση. Εδώ θα τα λέμε πρωί-πρωί στους φράχτες και θα αλληλοδανειζόμαστε τα υπάρχοντά μας, σαν καλές γειτόνισσες, είπε και χαμογέλασε προσποιητά.

Μετά, έκανε δυο βήματα, πλησίασε περισσότερο το Στρατή και του είπε ενθαρρυντικά.

– Τι γίνεται καπετάνιο; Δε σού ‘λεγα κουράγιο κι έχουμε φουρτούνες μπροστά μας;

Έσκυψε κοντά του και τον ακούμπησε φιλικά κι όσο πιο μαλακά γινόταν στον ώμο, λέγοντας.

Μη φοβάσαι, φίλε. Μη φοβάσαι. Κουράγιο και κάπως θα τα βολέψουμε. Βλέπεις, σε σένα έτυχε τούτη τη φορά η μοίρα. Έλα τώρα να σε πλύνουμε λίγο και να σε βάλουμε στο γιατάκι σου να ξεκουραστείς. Κοιμήσου και το πρωί όλα θα είναι καλύτερα.

Πήρε δίπλα απ’ το αντίσκηνο το κονσερβοκούτι και το νερό και τό ‘φερε στα πόδια του Στρατή. Έβγαλα κι εγώ ένα καθαρό μαντίλι απ’ την τσέπη μου. Εκείνος έριχνε λίγο-λίγο το νερό κι εγώ, βρέχοντας το μαντίλι, ξέπλενα σιγά-σιγά τις πληγές του Στρατή. Ο δόλιος πονούσε τρομερά αλλά δεν έλεγε τίποτα. Τα ξερά αίματα και τα λασποχώματα δεν ξεκολλούσαν και δεν έφευγαν εύκολα απ’ τις σάρκες του.

– Το πρόσωπό σου είναι εντάξει, Στρατή, το καθάρισα, του είπα με προσποιητή ικανοποίηση, ενώ το θέαμα που παρουσίαζε ράγιζε την καρδιά μου. Δώσε μου τα χέρια σου, πρόσθεσα με ενδιαφέρον μητέρας προς το μωρό της. Παρ’ ότι έβλεπα τα χάλια του, προσπαθούσα να κάνω τον εύθυμο. Εκείνος τα άπλωσε σιγά-σιγά προς το μέρος μας. Ύστερα, του πλύναμε και το πόδι.

– Άντε τώρα για ύπνο, τον πρόσταξε ο Γιώργος χαμογελώντας σαν τελειώσαμε και το καθάρισμα του ποδιού του.

Ο Στρατής μας κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια, χωρίς να πει λέξη. Το βλέμμα του μας έλεγε χίλια ευχαριστώ.

Τον κρατήσαμε κι οι δυο μας απ’ τις μασχάλες και τον βοηθήσαμε να μπει μπρούμυτα στο αντίσκηνο και να ξαπλώσει. Ο φουκαράς υπέφερε πολύ, ώσπου να περάσει το στενό άνοιγμα του μουσαμά και να ξαπλωθεί στο στρώμα του. Βογκούσε απ’ τους πόνους, παρ’ ότι εμείς, γονατιστοί από δω κι από κει, τον κρατούσαμε σχεδόν στην αγκαλιά μας. Δεν μπορούσε να στηριχτεί καθόλου πάνω στα σακατεμένα χέρια του. Κι έπρεπε να περπατήσει με τα τέσσερα για να μπει στο αντίσκηνο.

Η ώρα στο μεταξύ είχε περάσει. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και κόντευε να νυχτώσει για καλά. Εκεί που βάζαμε με το Γιώργο και τα υπόλοιπα πράγματα του Στρατή και τα δικά μου μέσα στη σκηνή, ήρθε κι ο Θανάσης, για να δει το δύστυχο συνάδελφό μας. Είχε κι αυτός το χέρι του δεμένο πρόχειρα και το κρατούσε κρεμασμένο μέσα στο άνοιγμα του χιτωνίου του. Φαινόταν πως πονούσε πολύ. Προσπαθούσε, όμως, να μην το δείχνει.

Δεν πρόλαβε να μας πλησιάσει κι ένας στρατιώτης της φρουράς, που φαινόταν σα να περιπολούσε πέρα στην άλλη άκρη του καταυλισμού μας, σα μας είδε τρεις μαζί, έβαλε τις φωνές. Ενοχλημένος ίσως απ’ την ‘’πολυπληθή’’ και παράνομη συγκέντρωσή μας, μας πρόσταξε από μακριά να διαλυθούμε. Βιαστικός και μανιασμένος έτρεξε κοντά μας. Ήταν ο Μιχάλης. Ο στρατιώτης της φρουράς, που είχε δώσει πριν από λίγο κάτω στην προκυμαία το μαντίλι του για το Στρατή.

Μόλις μας πλησίασε, άλλαξε ύφος. Μας κοίταξε φιλικά, καλοσυνάτα.

– Πού είσαστε, ρε παιδιά και σας ψάχνω τόση ώρα; είπε με κάποια ανακούφιση.

Μετά, ρίχνοντας μια ματιά στο μικροσκοπικό μας αντίσκηνο, μας ρώτησε. Εδώ βολευτήκατε;

– Εδώ, του απάντησα μονολεκτικά, κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι μου.

– Και πώς είναι ο χτυπημένος συνάδελφος; ξαναρώτησε με ενδιαφέρον.

– Στα χάλια του, είπε στενοχωρημένα και χαμηλόφωνα ο Γιώργος.

Ο Μιχάλης έκανε αόριστα δυο μικρά βήματα, έσφιξε μια βρισιά στα δόντια του και πλησίασε περισσότερο τη σκηνή μας. Στάθηκε για λίγο αδιάφορος, δήθεν, μπροστά στο μισοανοιγμένο πανί της πόρτας της και μετά, σα να ήθελε να κάνει κάποιο έλεγχο, το άνοιξε περισσότερο με το γκλοπ που κρατούσε στο χέρι του. Έσκυψε λίγο κι έριξε μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό του. Δεν είπε τίποτα. Ξανασήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε βιαστικός γύρω του, σάμπως νά ‘θελε να βεβαιωθεί πως δεν τον παρακολουθεί κανείς και, σταματώντας διακριτικά το βλέμμα του επάνω μας για να τον προσέξουμε περισσότερο, είπε.

– Πάρ’ τε αυτό και κάνετε κάτι στο φίλο σας. Μην προσπαθήσετε να τον πάτε αύριο στο γιατρό, γιατί το πράγμα θα αγριέψει περισσότερο.

Και, με μια γρήγορη κίνηση, έριξε βιαστικά απ’ το άνοιγμα της ‘’πόρτας’’ ένα κομπόδεμα μέσα στο αντίσκηνο, πλάι στον κατάκοιτο Στρατή.

– Το στέλνει ο Φώτης, συνέχισε κοιτάζοντάς μας κατάματα, πότε τον ένα και πότε τον άλλο. Δεν είναι πια ταχυδρόμος ο δύστυχος, πρόσθεσε στενοχωρημένα. Είναι ‘’νοσοκόμος’’ στο λόχο μας.

Τα λόγια του αυτά με ξάφνιασαν. Κέρωσα μόλις τα άκουσα.

– Ο Φώτης!! . . . είπα παραξενεμένος και η φωνή μου κόπηκε. Κάτι προσπάθησα να πω ακόμη αλλά ο Μιχάλης δε μ’ άφησε να συνεχίσω. Συνέχισε εκείνος.

– Είναι στο αναρρωτήριο. Στη μπαλωμένη σκηνή με τον πέτρινο περίγυρο. Δίπλα στη σκηνή-γραφείο του λοχαγού, πρόσθεσε κι έδειξε μ’ ένα νεύμα του χεριού του προς την κατεύθυνση του παλιού καταυλισμού με τα μεγάλα αντίσκηνα. Μια γκριμάτσα λύπης σκίασε το πρόσωπό του. Κατέβασε το χέρι του, χαμήλωσε περισσότερο τη φωνή του και συνέχισε. Χτυπημένος στο κεφάλι . . . στο πρόσωπο . . . σ’ όλο του το κορμί . . . Τώρα είναι νοσοκόμος και ασθενής. Ξαπλωμένος στο στρώμα του, άκουσε μέσα στα βογκητά του κι ανάμεσα απ’ τους επιδέσμους του τα ονόματά σας όταν ήσασταν στο γραφείο του λοχαγού και σκίρτησε. Έτυχε να είμαι κοντά του. Μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο, με παρακάλεσε . . .

Όσο ο Μιχάλης μιλούσε, τόσο εγώ ξαφνιαζόμουνα και τα έχανα περισσότερο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ένα τέτοιο πράγμα. Δεν περίμενα να συναντήσω το Φώτη εδώ και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση. Το μυαλό μου δε θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί τέτοια πράγματα, γι’ αυτό και τα λόγια του καινούριου φίλου μας με έβρισκαν τελείως απροετοίμαστο και με κάρφωναν άψυχο άγαλμα στη θέση που βρέθηκα. Μόνο κατάφερα και είπα.

– Σε τούτο το νησί ο Φώτης! . . . χτυπημένος απ’ τους συναδέλφους του και κατάκοιτος στο αναρρωτήριο . . . σε κείνη τη μπαλωμένη σκηνή! . . .

Οργισμένος, γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος της διοίκησης του λόχου. Αύριο το πρωί θα . . . Ο Μιχάλης δε μ’ άφησε να συνεχίσω. Μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο και μου είπε αυστηρά.

– Πρόσεξε. Προσέξτε όλοι, είπε προστακτικά. Μην πάτε και τον δείτε. Όχι. Προς Θεού. Δεν πρέπει. Θα του κάνετε κακό. Θα τιμωρηθεί και πάλι συστηρά. Θα τον κλείσουν στα σύρματα. Και, στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν είναι για σύρματα. Έτσι έγινε και με την προχθεσινή αποστολή των νεοφερμένων. Πήγε σα νοσοκόμος να βοηθήσει κάποιο χτυπημένο. Πλήρωσε, όμως, ακριβά το απερίσκεπτο τόλμημά του.

– Μα . . . αφού είναι νοσοκόμος! . . . ψέλισε παραξενεμένος ο Γιώργος.

– Περίθαλψη τέτοιων τραυμάτων, είπε ο Μιχάλης σοβαρά, δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα του νοσοκόμου σε τούτη τη μονάδα και, κάθε παράβαση καθήκοντος, τιμωρείται εδώ αυστηρά και με άλλο τρόπο. Αλλά, σαν πολλά νομίζω πως είπαμε παιδιά γι’ απόψε, πρόσθεσε κάπως φοβισμένα και, θέλοντας να δώσει τέλος στη συζήτηση, έκανε ένα βήμα για να φύγει. Ταυτόχρονα, πήρε μισοαυστηρό ύφος και πρόσθεσε όσο πιο ήπια μπορούσε. Διαλυθείτε τώρα παιδιά. Διαλυθείτε, επανέλαβε σε τόνο, που, περισσότερο έδειχνε πως μας ικέτευε, παρά πως μας διέτασσε. Κούνησε στον αέρα το γκλοπ που κρατούσε στο δεξί του χέρι κι έφυγε καληνυχτίζοντάς μας χαμηλόφωνα.

Είπαμε και μεις καληνύχτα πνιχτά και χωρίσαμε βιαστικά. Δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε προβλήματα στον καλό συνάδελφο.

Ο Γιώργος με το Θανάση έφυγαν σκεπτικοί για το αντίσκηνό τους.

Σύρθηκα κι εγώ μπρούμυτα μέσα στο δικό μας και βολεύτηκα δίπλα στο Στρατή, όσο πιο προσεχτικά μπορούσα. Γεμάτος περιέργεια και θλίψη, άνοιξα το κομπόδεμα που είχε ρίξει πριν από λίγο ο Μιχάλης και τώρα βρίσκονταν πεσμένο κοντά στο ‘’μαξιλάρι’’ του Στρατή. Είχε μέσα ένα επίδεσμο κι ένα άσπρο κουτάκι με μια κιτρινωπή αλοιφή. Έσφιξα το δεματάκι στο χέρι μου και δάγκωσα τα χείλη μου για να μη φωνάξω. Ένιωσα σ’ όλο τους το μέγεθος την ανθρωπιά και την ασυνειδησία, την καλοσύνη και τη βαρβαρότητα, την αγάπη και το μίσος να συγκρούονται μέσα στη χούφτα μου. Έσφιξα την καρδιά μου.

Ξανάβρεξα το μαντίλι του Μιχάλη με νερό απ’ το κονσερβοκούτι του Γιώργου κι έπλυνα σιγά-σιγά και πάλι το πρόσωπο του Στρατή. Άνοιξα με κάποιο δέος το άσπρο κουτάκι του Φώτη και συγκινημένος του έβαλα προσεχτικά λίγη αλοιφή.

Φαίνεται πως θα τον έτσουξε λίγο, γιατί με ρώτησε κάπως ενοχλημένος.

– Τι είναι;

– Αλοιφή, απάντησα με δυσκολία, ενώ ήθελα να του δώσω κουράγιο και να του ενισχύσω την εμπιστοσύνη του στο φάρμακο και την πεποίθησή του πως θα γίνει τώρα πια γρήγορα καλά. Ο φίλος μας . . . Ο Μιχάλης . . . ο φρουρός . . . που σού ‘δωσε το μαντίλι του . . . στην προκυμαία . . . Προσπάθησα να του εξηγήσω αλλά σταμάτησα.

Ο Στρατής φαίνεται πως κατάλαβε. Αναστέναξε με παράπονο.

Ήθελα να του πω κι άλλα. Να του πω και για το Φώτη. Για τους επιδέσμους του. Για το αναρρωτήριο . . . Δεν είχα, όμως, κουράγιο. Σώπασα.

Σιωπηλός έκοψα τον επίδεσμο κομμάτια και τού ‘δεσα, όπως μπορούσα κι όσο έβλεπα, τις πληγές. Τον σκέπασα με την κουβέρτα μου και με τα κομμάτια της χλαίνης του και έγειρα κι εγώ στο πλευρό.

Μείναμε για αρκετή ώρα σιωπηλοί.

Εκείνος στους πόνους του σώματος. Εγώ στους πόνους της ψυχής.

 

* * * * *

 

 

Το πανί της σκηνής μας άρχισε να νοτίζει. Έπεφτε η βραδινή υγρασία. Η στενή ατμόσφαιρα κάτω απ’ την τριγωνική μας οροφή γινόταν όλο και πιο βαριά. Όλο και πιο αποπνιχτική. Ο μουσαμάς, παλιός και βρόμικος, καταχωνιασμένος από καιρό στις αποθήκες, μύριζε σαπίλα. Η μυρωδιά μας έφραζε την αναπνοή και μας βάραινε το στήθος. Κανείς δεν είπε τίποτα. Μόνο ξεροβήξαμε μια-δυο φορές και προσπαθήσαμε με τη σιωπή μας να κρύψουμε τα αισθήματά μας και τον πόνο μας ο ένας για τον άλλο.

Κάποια στιγμή, ένιωσα το Στρατή να κλαίει. Προσπαθούσε να πνίξει τα αναφιλητά του και έσφιγγε το στήθιος του.

Άπλωσα το χέρι μου και τον έπιασα προσεχτικά απ’ τον ώμο. Τον έσφιξα λίγο και τον κούνησα ελαφρά. Θέλησα να του δώσω κουράγιο. Δεν του είπα τίποτα. Έμεινα κάμποση ώρα έτσι γυρτός στο πλευρό του, με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στην παλάμη μου. Το υγρό ταβάνι του ασφυκτικού αντίσκηνου ήταν λίγους μόνο πόντους πάνω απ’ το πρόσωπό μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και το κεφάλι μου βούιζε. Σ’ όλο το στρατόπεδο επικρατούσε μια άγνωστη ως τώρα φοβισμένη ησυχία. Χειρότερη κι απ’ τη νεκρική των παραμυθιών. Όλα τα τύλιγε η φοβέρα και η απόγνωση και τα σκέπαζε ο ασταμάτητος και βαθύς κρότος των κυμάτων της θάλασσας, που έσπαζαν ορμητικά και μανιασμένα στα κοφτερά κι απότομα βράχια της ακτής.

Μέσα στο απόκοσμο αυτό βουητό και στον παράξενο αχό της νύχτας, ξανάκουσα τα χτυπήματα των δεκανικιών του Γιάννη. Είδα ολοζώντανη μπροστά μου τη μορφή του Δημήτρη. Μαζί του και η ατέλειωτη στρατιά των θυσιασθέντων για την Πατρίδα. Ένιωσα όλους εκείνους τους αδικοσκοτωμένους να σπαράζουν μπροστά μου, μέσα στον άχαρο καταυλισμό μας, πέρα ως τη σκηνή του λοχαγού, τρυπημένοι απ’ τα βόλια των Γερμανών, όπως σπάραζε τώρα δίπλα μου ο Στρατής, χτυπημένος απ’ τα ρόπαλα των δικών μας. Των ‘’συναδέλφων’’ μας. Άκουσα το κροτάλισμα των φασιστικών πολυβόλων, ανακατεμένο με τα ξεφωνητά, τις βρισιές και τα χτυπήματα της δικής μας φρουράς, που πριν από λίγο μας υποδέχτηκε. Ξανάρθε ολοκάθαρα στ’ αφτιά μου, μαζί με τις οιμωγές των δικών μας συναδέλφων και το λεβέντικο τραγούδι του θανάτου, με το οποίο τα παλικάρια εκείνα της κατοχής περιφρόνησαν το θάνατο, δρασκέλισαν τις πόρτες της ζωής και βάδισαν στις λεωφόρους της αθανασίας.

 

‘’Λαοί της γης κι αδικημένοι συναχτείτε . . .’’

 

Οι στίχοι μου μπερδεύτηκαν με τους στίχους του γυαλάκια συναδέλφου μας πάνω στο τζέημς στην Αλεξανδρούπολη:

 

‘’Απόψε που με διώχνουνε Μητέρα

και με πετούν σκληρόκαρδα αδέρφια στη βροχή . . .’’

 

Το σύμπλεγμα αυτό γινόταν μέσα μου βαρύ, καταθλιπτικό, ασήκωτο. Οι λιγμοί φούντωσαν στο στήθος μου. Με είχαν κυριέψει σύγκορμο. Ο Στρατής, ποτισμένος στις δικές του, ποιος ξέρει πόσο ζοφερές σκέψεις και στους πόνους του, δεν συγκρατούσε πια τα αναφιλητά του. Μέσα στους λιγμούς και στο παραλήρημά του, είπε πνιγμένα.

– ‘’Πού είναι ο Ήφαιστος να μας δει, Κώστα;’’

Κι εγώ δεν άντεχα άλλο. Μόνο του απάντησα με πνιγμένη φωνή.

– ‘’Πού είναι ο Θεός, Στρατή;’’

Δεν μπόρεσα ν’ αντέξω περισσότερο. Κουκουλώθηκα με τη χλαίνη μου και έκλαψα πικρά. Κλάψαμε μαζί, κλεισμένοι ο καθένας στον εαυτό του, για αρκετή ώρα.

Εκείνες τις στιγμές, μέσα στο σκοτάδι και κάτω απ’ το υγρό αντίσκηνο, άρχιζε για μας ένα άλλο μαρτύριο. Το μαρτύριο της Μακρονήσου.

Μια άλλη τραγική σελίδα ξεδιπλώνονταν αναπάντεχα στη ζωή μας και στη ζωή της δύστυχης Πατρίδας μας κι ένα νέο μαύρο κεφάλαιο άνοιγε στην ιστορία μας.

 Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Τ Ε Λ Ο Σ

[seriesposts title=”Το Γκρίζο Κασκόλ” expand=1]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *