Το κλειδί της χαμένης ευτυχίας
Share

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Άνοιξε το παράθυρο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στα ψηλά, εκεί όπου ένα θολό σύννεφο έπαιρνε διάφορους σχηματισμούς, πριν διαλυθεί και φανεί πλέον ο ουρανός στο γαλανό του χρώμα. Ο δροσερός αέρας άγγιζε τα θεόρατα κτίρια, αφαιρώντας απ’ την επιφάνειά τους ό,τι βρώμικο και φθαρμένο ασχήμιζε την ατμόσφαιρα· τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια. Απέναντι ξεχώριζαν τα διαμερίσματα σαν μικρά φωτεινά κουτάκια με τις εγκλωβισμένες ανθρώπινες φιγούρες σε ακατάπαυστη κίνηση.

Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και του έπνιγε τη σκέψη. Κάτω στους δρόμους, η βουλιαγμένη Αθήνα, ταλαιπωρημένη και ανεξέλεγκτη δεν ησύχαζε ποτέ. Μια σιδερένια γροθιά το πηγαινέλα των περαστικών, μια μοχθηρή κλωτσιά στο στήθος του αυτό το μεγαθήριο, που στράγγιζε μέρα τη μέρα τα οράματά του.

Ο Κώστας Αθανασίου ήταν ψηλός και γυμνασμένος με πανέξυπνα μάτια και ευγενικά χαρακτηριστικά, αλλά η θλίψη σιγόκαιγε μέσα του· φλόγα τρεμουλιαστή που αντανακλούσε τον ταραγμένο κόσμο του σ’ ένα χαμόγελο σκοτεινό και πικραμένο, φανερώνοντας κάποιες αποκαρδιωτικές κινήσεις στο βάδισμά του.

Ο ζητιάνος στη γωνία, κάθε πρωί, λες και διάβαζε τις σκέψεις του, τον χαιρετούσε μ’ ένα ζωντανό και απροσποίητο χαμόγελο. Σαν να ξεχείλιζαν τα κέρματα στο μικρό τενεκεδένιο κουτί που κρατούσε, κι εκείνα άστραφταν στον ήλιο μαζί με τη γεμάτη ζωή. Δεν είχε καν το συνηθισμένο κακόμοιρο ύφος που προξενεί λύπηση. Έμοιαζε τόσο αξιοπρεπής μες τη δεινή του θέση. Τα λόγια, του έστηναν περίεργα παιχνίδια, του τριβέλιζαν το μυαλό:

«Τι θα μπορούσατε να στερηθείτε πραγματικά κ. Αθανασίου; Τι θα μπορούσε να σας προξενήσει τόσο μεγάλο πόνο για την απώλειά του;»

Ποιος άραγε βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση; Μήπως ο πλούτος ανταλλάσσεται με τη φθορά και τη δυστυχία, ενώ η φτώχεια με την αιωνιότητα και την ευτυχία;

Έκλεισε το παράθυρο βιαστικά, σχηματίζοντας στο πρόσωπό του έναν πικρό μορφασμό. Κάθισε στο γραφείο, ακουμπώντας πάνω στα στοιβαγμένα έγγραφα που περίμεναν τις υπογραφές του. Έμεινε συγκεντρωμένος για ώρα στη  φωτογραφία των παιδιών. Παρατηρούσε εκείνο το παιχνιδιάρικο χαμόγελο που ανάβλυζε από τα ροδοκόκκινα μαγουλάκια, τα παιδικά ματάκια με το αιώνιο γιατί μπροστά τους… Θα έπρεπε να τα αποχαιρετήσει μ’ ένα φιλί κι ύστερα να χαθεί στην αναζήτησή του, χωρίς να υποψιαστεί κανείς τίποτα. Στη γυναίκα του χρωστούσε μια τελευταία προσφορά, μια νύχτα εκστατική, γεμάτη ερωτισμό και ηδονή, μια νύχτα χωρίς αύριο.

«Αύριο θ’ αρχίσει. Όλα είναι έτοιμα, όλα θα γίνουν σαν μια συνηθισμένη μέρα», σκέφτηκε. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω στα ψυχρά έπιπλα, στη μακέτα του πρώτου εργοστασίου που κατάφερε να δημιουργήσει με την πολύτιμη συνδρομή του αλησμόνητου πατέρα του. Και αργότερα την αλυσίδα εργοστασίων κονσερβοποιίας: «Αθανασίου και Υιός». Οι καπνοί των φουγάρων είχαν γράψει την δική τους ιστορία στον Αττικό ουρανό. Πώς μπορούσε ν’ αφήσει μόνους τους εργάτες του χωρίς να τους αποχαιρετήσει, που σαν μυρμήγκια πηγαινοέρχονταν σ’ ασταμάτητο ρυθμό; Τους φανταζόταν στο προαύλιο, ανασκουμπωμένους και ιδρωμένους κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων φορτοεκφορτώσεων, ειδικά τις μέρες που προγραμματίζονταν οι εξαγωγές.

Σαραντάρης πλέον, επιτυχημένος, μ’ ένα πέπλο ασφάλειας απλωμένο γύρω του δε θα μπορούσε κάτι άλλο να ποθήσει. Όλα προσφερμένα, όλα έτοιμα να του παραδοθούν μ’ ένα νεύμα, με μία εντολή.

«Τι θα μπορούσατε πραγματικά, κ. Αθανασίου, να στερηθείτε; Την οικογένειά σας, τα πλούτη σας, τα πανάκριβα αμάξια σας, τις κρουαζιέρες σας; Τι θα μπορούσατε να θυσιάσετε με στόχο την υστεροφημία σας;».

Το ίδιο αμείλιχτο όνειρο, πάντα αφόρητο μες τον νυχτερινό ίλιγγο του ύπνου, να του κόβει την αναπνοή! Η ίδια πικρή και αυστηρή φωνή να ελλοχεύει σε κάθε κίνησή του, να τον επιθεωρεί για κάθε άστοχη πράξη  του, η τιμωρός φωνή μιας χαμένης ευτυχίας, μιας ζωής αφιερωμένης στη φθορά.

Ήπιε τον καθιερωμένο καφέ με τη σύζυγο του. Φόρεσε το συνηθισμένο επίσημο κουστούμι. Φίλησε τα παιδιά στον ύπνο τους και πήρε τη μεγάλη τσάντα με τα απαραίτητα και κατευθύνθηκε στο εργοστάσιο, αλλά δεν πέρασε την πύλη του μαντρότοιχου. Έριξε μια τελευταία ματιά στη φωτεινή επιγραφή και πάτησε γκάζι απότομα. Η πανάκριβη Αudi TT γουργούρισε σαν να αποχαιρετούσε το γκρίζο κτίριο, τους καπνούς, τα λερωμένα χέρια και τις μονότονες μηχανές, τον μόχθο του εργάτη. Έτσι απαλλαγμένη από βάρη τάχυνε πιο αποφασιστική, παίρνοντας την εθνική οδό, μια μικρή ασημένια κουκίδα και πάνω της ο Κώστας Αθανασίου αφιερωμένος στην ιερή έκσταση της ταχύτητας, να προσπερνάει μια πρόσκαιρη ζωή μες τις ανέσεις για κάτι πιο αληθινό. Αύριο, οι εφημερίδες θα γράψουν με μεγάλους εντυπωσιακούς τίτλους: «Μυστηριώδης εξαφάνιση εργοστασιάρχη».

Η ευτυχία υπήρχε παντού γύρω του, όμως δεν την έβλεπε, ούτε την ένιωθε. Ο ψυχολόγος του είχε πει ξεκάθαρα πως  έπρεπε να κάνει μια νέα αρχή, για να μην βουλιάξει σε μια ανυπόφορη κατάθλιψη. Τον προέτρεπε να γράφει αυτά που αισθάνεται και σκέφτεται για να ξεφεύγει από το άγχος της κορυφής. Τώρα τελευταία πίστευε πως είχε κατακτήσει τα πάντα, εκτός του εαυτού του, που τον πρόδιδε συνεχώς μ’ αντιφατικά συναισθήματα και επιζήμιες σκέψεις. Μολονότι δεχόταν την απεριόριστη αγάπη της γυναίκας του και των παιδιών του, τα γέλια και τις αταξίες τους, αυτή η οικογενειακή γαλήνη από μόνη της δεν ήταν αρκετή να γαληνέψει τον πόνο μέσα του. Σαν να έγινε η ανταρσία της ψυχής πάνω στην καρδιά κι όλα του φαινόταν αξεδιάλυτα. Δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς πήγαινε να κάνει. Να αυτοκτονήσει; Όχι, σίγουρα όχι.

Μια πράξη δειλίας δεν ταίριαζε στην ψυχοσύνθεσή του· ήταν μακριά από κάθε ανήθικη αφαίρεση της ζωής. Ήθελε πρωτίστως να εξαφανιστεί για λίγο καιρό, χωρίς να δώσει καθόλου σημεία ζωής, ν’ απομονωθεί μακριά από κάθε παρουσία γνωστών και αγνώστων, προκειμένου να πάρει ανεπηρέαστος τις αποφάσεις του. Μια εσώτερη ανάγκη τον καθοδηγούσε εδώ και χρόνια, με αυξανόμενη ένταση πως έπρεπε ν’ ανακαλύψει απ’ την αρχή το άτομό του, ν’ ακροαστεί τις επιθυμίες του ξανά, να δει τι ήταν αναγκασμένος να κάνει χωρίς τη θέλησή του και με γενναιότητα να δημιουργήσει καινούργιες σταθερές· έναν ωφέλιμο κώδικα προτεραιοτήτων και αξιών που να προσδιορίζουν μελλοντικά την προσωπικότητα του.

«Υπάρχουν στιγμές που λαχταράς να βρεθείς κοντά σ’ ένα ποτάμι, κάτω απ’ τον ίσκιο των γέρικων πλατάνων, ν’ ακούσεις τη μουσική των πιο λεπτών, δυσδιάκριτων συναισθημάτων. Μες τη φύση μπορούν κάποιες κρυφές λεπτομέρειες, που σου διαφεύγουν, να φανούν αποκαλυπτικές. Το φως, η ηρεμία, η δροσιά του αέρα και το κελάηδημα των πουλιών, λες και πλέκουν μια όμορφη ιστορία για κάθε ταλαιπωρημένη ζωή! Παίρνεις βαθιές ανάσες και διώχνεις το σκοτάδι από μέσα σου, την κούραση, την ταραχή, τις πιο μικρές μέχρι τις πιο μεγάλες έγνοιες και τότε καταλαβαίνεις πως ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους για να ζούνε μόνο στην εξοχή, μακριά από τις περιπέτειες και τα άγχη της μεγαλούπολης.

   Εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα ανακαλύπτεις ότι έτρεφες στα πρώτα χρόνια της νεότητάς σου μια αδικαιολόγητη αγάπη για τον συνωστισμό και πότιζες μ’ αυτόν τα όνειρά σου. Μια πολύ καλά κρυμμένη απάτη που σε ξεγελούσε διαρκώς με τα πρόσκαιρα οφέλη της. Η πόλη, που ζωντάνευε τις επιθυμίες σου, έγινε τελικά το αιμοβόρο τέρας, παίρνοντας πίσω εκδικητικά ένα-ένα αυτά που είχες αποκτήσει, τις βάσεις της ζωής σου, ανταμείβοντάς σε με αρνητικά ή απειλητικά συναισθήματα. Αυτό ακριβώς ήταν και το τεράστιο φράγμα, που δεν αφήνει τη φιλία να περάσει στην απέναντι όχθη, στον άλλο άνθρωπο και νιώθεις προδομένος και διαψευσμένος απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου. Έτσι επιπλέει στις σχέσεις πάντοτε μια αδιαφορία, μένει ασυγκίνητη η ψυχή, η οποία βλέπει μόνο αυτό που φαίνεται και όχι εκείνο που τη γεμίζει φόβο, μα αρνείται να το δεχτεί.

   Η γυναίκα μου, η Άλκηστη, με κοιτούσε αποσβολωμένη. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει από καιρό ότι «κάτι έτρεχε», αλλά δεν μπορούσε να το αξιολογήσει με βάση τη σοβαρότητά του. Μολονότι η οικονομική μας κατάσταση ήταν πολύ καλή, είχαμε συμφωνήσει από κοινού να μην προσλάβουμε οικιακή βοηθό και παιδαγωγό για τα παιδιά μας. Θέλαμε να τους δώσουμε με τον πιο κατάλληλο τρόπο αγωγής τις αρχές μας, διότι και οι δυο μας τύχαμε φιλόστοργων γονιών, με ειλικρινή αγάπη και ενδιαφέρον για τα πραγματικά προβλήματά μας. Έτσι, η γυναίκα μου ανέλαβε το νοικοκυριό του σπιτιού και τη διαχείριση των εξόδων του, πράγμα που την ευχαριστούσε πολύ.

   Προ πολλού είχε αρχίσει να μου ανοίγει συζητήσεις πως η δέσμευση και η αφοσίωση στη δουλειά μου είχε ανοίξει πολλές πληγές: έλλειψη χρόνου για διασκέδαση και ταξίδια, ελάχιστη διάθεση για παιχνίδι με τα παιδιά. Παρόλη την αλληλοκατανόηση και την αγάπη, δεν αποφεύχθηκαν τελευταία κάποιες μικροεντάσεις και συγκρούσεις για ασήμαντους λόγους. Τότε μου πρότεινε ν’ αναθέσω για λίγο καιρό την όλη διοίκηση της επιχείρησης στον διευθυντή μου και να φύγουμε για διακοπές σ’ εξωτικά μέρη. Το «στήριγμά» μου έψαχνε τρόπους ν’ αποτρέψει τα χειρότερα, αντιμετωπίζοντας τις εκρήξεις του θυμού μου, που γινόταν από μέρα σε μέρα όλο πιο συχνές και μεγάλες σε διάρκεια. Τότε, ανέσυρε πάλι εκείνη την ιστορία με το πατρικό μου σπίτι, πως έπρεπε να το συμμορφώσουμε λιγάκι, να τακτοποιήσουμε τον κήπο του, ν’ αντικαταστήσουμε ό,τι ο χρόνος έφθειρε, για να λάμψει και πάλι όπως παλιά.

   Ξέρω στο βάθος πως επιθυμούσε κι εκείνη ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλον, μα δεν τολμούσε να το πει καθαρά, γιατί το τίμημα θα ήταν μεγάλο, κυρίως όσον αφορά τη μόρφωση των παιδιών και τις επαγγελματικές τους ευκαιρίες. Αυτή ήταν η παγίδα που μας κρατούσε χρόνια δεμένους στην Αθήνα… χωρίς να παίρνουμε την μεγάλη απόφαση της φυγής. Βλέπαμε πως το καράβι είχε ναυαγήσει, πιστεύαμε όμως πως μπορούσαμε να σωθούμε και να βγούμε στην απέναντι στεριά, χωρίς απώλειες. Τα πρώτα συμπτώματα είχαν φανεί, ήταν ο συναγερμός που μας προειδοποιούσε: συχνές αϋπνίες και φριχτά όνειρα. Έβλεπα πως έχανα συνεχώς από μπροστά μου ό,τι αγαπούσα, πως ό,τι άγγιζα έλιωνε στα χέρια μου, πως όλοι οι φίλοι μου με περίμεναν μ’ ένα μαχαίρι, κρυμμένοι σε μια γωνιά. Οι πάντες ήταν πρόθυμοι να με λασπολογήσουν, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και τότε ξεκίνησε να βγαίνει στην επιφάνεια ένας πολύ απειλητικός και καταπιεστικός κόσμος… Ο «ευτυχισμένος» ζητιάνος, κάθε πρωί στη γωνία, με σιγόκαιγε με τα λόγια του: «Τι είσαστε διατεθειμένος να χάσετε, να θυσιάσετε αληθινά, κ. Αθανασίου, για κάποιες ξέγνοιαστες στιγμές;». Ερχόταν και τα βράδια μες τον ύπνο μου να ταράξει τη φαινομενική γαλήνη μου με την εικόνα της φτώχιας που ακολουθεί μια ανέμελη ζωή».

   Ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ανθρώπου είναι η στάχτη των παλιών αναμνήσεων, που όσο την ανακατεύεις, βρίσκεις από κάτω μια φωτιά έτοιμη να ξανανάψει. Σπάνια μετάνιωνε για κάτι ή λυπόταν για μια ενέργεια που δεν έφερνε τ’ αναμενόμενα αποτελέσματα. Το αρπακτικό γεράκι που πετούσε πάνω απ’ τις σκέψεις του, ήταν το ενοχλητικό πουλί της δόξας που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.

«Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, όταν έχεις να κάνεις με το εργατικό προσωπικό, να προσπαθείς και να καταφέρνεις να μένουν όλοι τους ικανοποιημένοι!», έλεγε συχνά με μία δόση απογοήτευσης.

Μετά από πέντε ώρες διαδρομή αντικρίζει τον Λευκό Πύργο. Ίσως να μην ήταν ο μοναδικός προορισμός του η Θεσσαλονίκη·  υπήρχε ταυτόχρονα και η δυνατή επιθυμία να φτάσει στην αυτογνωσία. Στα λικνιζόμενα νερά του Θερμαϊκού μια απλόχερη γαλήνη του προσφέρεται, μια αίσθηση μοναδική που τώρα μόλις παίρνει μέρος σε μια παλιά ζωή. Τόσο παλιά και απλή, μια καθαρή ανάμνηση που το απαλό της χέρι αφαιρεί το επώδυνο άλγος της κορυφής. Από εκεί ψηλά δεν τολμάς να κοιτάξεις κάτω, γιατί στη βάση βρίσκεται το παρελθόν με όλες τις  ανησυχίες και τις απογοητεύσεις. Εκείνος κρατάει σφιχτά το σκουριασμένο κλειδί, που έκρυβε για χρόνια, τον μόνο αληθινό θησαυρό μέσα στο χρηματοκιβώτιο του.

Pages: 1 2

Leave your Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>