Share

διήγημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου

Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν  ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του  εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των  πεύκων που κατέβαινε απ’ το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν  απ’ τα  ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ’ απ’ τα πόδια τους.

Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα:

– Τηλεφώνησαν απ’ την πόλη ότι…

Δεν  μπόρεσε  να  βρει γιατί, εκείνη τη στιγμή, ένιωσε άξαφνα σαν ένα μικρό παιδί, που πάνω απ’ το κεφάλι του έπαιξαν αναπάντεχα μιαν αποτρόπαιη καμπάνα. Αυθόρμητα αναζήτησε το χέρι της γυναίκας του. Μα εκείνη είχε κιόλας σηκωθεί απ’ την πάνινη πολυθρόνα της.

– Πρέπει να πάμε αμέσως κοντά της, είπε.

Σηκώθηκε κι εκείνος. Αισθανόταν  κάπως σαστισμένος, δειλός. Η μητέρα του ήταν κοντά ογδόντα-εξ χρονών, με κλονισμένη πια υγεία, με κατάγματα από παλιό πέσιμο. Θα ‘πρεπε να την περιμένει μια τέτοια  εξέλιξη, που διόλου απίθανο να οδηγούσε σύντομα στο αναπόφευκτο τέλος. Παρ’ όλ’ αυτά, κάτι κλοτσούσε μέσα του. Να ήταν η  καρδιά του;

Η γυναίκα του τακτοποίησε τα παιδιά να κοιμηθούν, κι ο ίδιος ετοίμασε το αυτοκίνητο. Ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα. Τα φώτα του αμαξιού  έφεγγαν πάρα πολύ δυνατά το δρόμο μπροστά, έτσι που γινόταν πιο σκοτεινός όλος ο άλλος χώρος στα πλάγια. Κι όμως εκείνος μάντευε τα σχήματα του τοπίου γύρω, που τώρα θα  παρακολουθούσαν  με κάποια  σιωπηλή ανησυχία το μεταμεσονύχτιο ταξίδι του. Τα δέντρα, οι λόφοι, τα σκαρφαλωμένα απάνω τους σπιτάκια των μικρών  χωριών, οι εκκλησιές, όλα, στα σίγουρα, θα έμεναν με άγρυπνα τα μάτια τους και κρατημένη  την  αναπνοή τους, γι’ αυτήν την απρόσμενη περιπέτεια. Ο αέρας που τρύπωνε απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, μιλούσε συνέχεια για τη διάχυτη συμπάθεια των πραγμάτων που τους  κύκλωναν. Ένιωθε συγκίνηση  και  ανακούφιση μαζί. Για σκέψου, όλα αυτά ήταν για τη μητέρα, τη μητέρα του.

Το ‘χε ξαναδοκιμάσει αυτό το συναίσθημα πριν χρόνια πολλά, δε  θυμάται  πια  πόσα. Θα  πρέπει να ήταν πολύ μικρός, γιατί είδε ξαφνικά τον εαυτό του με κοντά παντελονάκια να παίζει στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά, όταν μια γειτόνισσα, που είχε πάει  να  πιει καφέ  με  τη μητέρα του, βγήκε απρόσμενα στην πόρτα τους κι έβαλε τις φωνές, γιατί η φίλη της, λέει, έπεσε ξαφνικά χάμω αναίσθητη, σαν νεκρή. Έτρεξε πολύς κόσμος. Εκείνος όχι, δεν έτρεξε. Αισθανόταν ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Κάθισε στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού και βάλθηκε να κλαίει. Για τον μικρό κόσμο του η μητέρα του τότε ήταν  σαν ένα είδος ουρανός. Δεν τη σκεφτόταν όταν  έπαιζε  ή όταν έτρεχε με τ’ άλλα παιδιά στους δρόμους. Αλλά την ένιωθε αόρατα από πάνω του, σαν μια απέραντη στέγη σπιτιού, σαν μια γλύκα που υπήρχε πάντα στην ατμόσφαιρα. Μπορούσε τώρα αυτή η  μητέρα ν’ αρρωστήσει ; Μπορούσε να θαμπώσει ποτέ ο ουρανός; Μπορούσε η στέγη εκείνη να πάψει να τον σκεπάζει; Κι όμως ξαφνικά κι απότομα  αισθανόταν γυμνός, σαν να ‘ρθαν ξένοι κι άγνωστοι και τον ξέντυσαν, του πήραν όλα του τα ρούχα. Γι’ αυτό έκλαιγε. Δεν ήξερε πόσες ώρες. Ύστερα  ήρθαν ένα πλήθος χέρια και του χάιδεψαν το κεφάλι.  Άκουσε τρυφερές καθησυχαστικές φωνές:  “Μην κλαις, δεν είναι τίποτα. Μια μικρή  λιποθυμία που πέρασε. Η μητέρα σου σηκώθηκε κιόλας…” Ανάσανε. Και χαμογέλασε. Κι ας έτρεχαν ακόμα ποτάμι τα δάκρυα απ’ τα μάτια του…

Τώρα, βέβαια, μέσα στο αυτοκίνητο, δεν κλαίει. Νιώθει τη στοργή του σκοταδιού και τη συμπόνια του. Τον ανακουφίζει.

Ωστόσο…

Κοιτάζει λοξά τη γυναίκα του. Θέλει να της πει ότι παρ’ όλην αυτή τη στοργή, δεν αισθάνεται κανένα χέρι ν’ απλώνεται στο κεφάλι του, ούτε  ακούει καμιά φωνή να τον          παρηγορεί. Και θέλει να τη ρωτήσει: “Τι λες κι εσύ;”

Μα η γυναίκα του μένει σιωπηλή, κοιτάζοντας ολοϊσια μπροστά.  Σωπαίνει κι εκείνος. Σκέφτεται: “Είναι αστείο να της μιλήσω  για τέτοια πράματα τώρα…”

*

Έφτασαν  στη  νυχτωμένη πόλη χωρίς άργητα, πήγαν κατευθείαν στο σπίτι της μητέρας. Ήταν η αδελφή του εκεί, με τον  άντρα  της και τα παιδιά της. Του είπε με λίγα λόγια τα καθέκαστα:

– Έκανε να σηκωθεί, και ζαλιζόταν, κι όταν πλάγιασε, της ήρθε εμετός, και  δεν τον πρόλαβε, γέμισε το κρεβάτι, τα σεντόνια, και το πιο σπουδαίο ότι δε μιλούσε τίποτα, ούτε έδειχνε να καταλαβαίνει.  Φωνάξαμε αμέσως το γιατρό. Είπε:  εγκεφαλικό. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν  μπορούμε  να κάνουμε τίποτα. Θα περιμένουμε να ξημερώσει. Έστειλα αμέσως και σας ειδοποίησα.

– Πού την έχετε; ρώτησε εκείνος.

– Στην κρεβατοκάμαρη.

Η γυναίκα του πέρασε πρώτη να τη δει. Ο ίδιος ένιωσε, απροσδόκητα, ανίκανος να κάνει έστω κι ένα βήμα. Κάθισε  στα σκαλοπάτια της  εισόδου, έτοιμος  να κλάψει. Αισθανόταν σαν να ήταν μια στάλα μικρός, κι όλη του η ζωή ήταν ένας ουρανός, κι ο ουρανός αυτός τώρα από κάπου έσπασε, θόλωσαν τα χρώματά του, μερικά κομμάτια  του κρεμάστηκαν  σαν ξεκάρφωτα, μπορεί από στιγμή σε στιγμή να κατρακυλούσαν στο χάος. Η ψυχή του μαζεύτηκε σε  μια  γωνιά, σαν  ζωάκι κατάφοβο. Αν συντριβόταν και χανόταν αυτός ο ουρανός…;

Προσπάθησε  ν’ αντιδράσει. Ήταν λυπηρό να είναι ένας ολόκληρος άντρας με άσπρα κιόλας μαλλιά, με οικογένεια, με δικές του  έγνοιες  κι  ευθύνες, και ξαφνικά να νιώθει να διαλύεται όλη του η υπόσταση επειδή αρρώστησε η μητέρα του.

– Δε θα πας κι εσύ να τη δεις; ρώτησε η αδελφή του.

Έκανε μια γκριμάτσα, που δεν ήξερε κι ο ίδιος  τι σήμαινε.  Δεν  απάντησε. Κι  ωστόσο, δεν  πήγε. Κάθισε με τον γαμπρό του στην τραπεζαρία τους. Αμίλητος. Ο νους του πήγε σ’ ένα γραμμάτιο που  όφειλε  να  πληρώσει μεθαύριο. Ύστερα σ ‘ένα τηλεφώνημα που έπρεπε να κάνει στη γραμματεία του σχολειού της μικρής κόρης του, και το είχε ξεχάσει . Έπειτα, ξαφνικά, πήδησε πίσω, σ’ απροσδιόριστα χρόνια, κι είδε τη μητέρα νέα, να στέκει κοντά σ’ ένα παράθυρο και να πλέκει προσεκτικά, σαλεύοντας πότε-πότε τα χείλια, σαν να μετρούσε, ή να  προσευχόταν. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος παραδίπλα και διάβαζε, κι ανάμεσα σήκωνε κρυφά τα μάτια και  την  παρακολουθούσε. Δεν  ανέπνεε;  Πώς!  Αν πρόσεχες, θα ‘βλεπες ότι το στήθος της ανεβοκατέβαινε ανεπαίσθητα, ολόιδια με το στήθος της γης, που μέσα του εκτρέφει  την  ομορφιά του κόσμου. Έτσι το είχε σκεφτεί τότε. Ήταν έφηβος, και διάβαζε βιβλία με ποιήματα, και είχε κάποιες  μυστικές ανατάσεις  που δεν  μπορούσε να προσδιορίσει από πού ξεκινούσαν και προς τα πού κατευθύνονταν. Χαμογέλασε με τη  σκέψη του. Ήταν μάλλον  φιλολογική. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή ένιωσε έντονα τη διάθεση να τη ζωγραφίσει, παρ’ όλο ότι δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του μολύβι και χαρτί για κάτι τέτοιο. Το  αποφάσισε. Κι  έκανε  το σκίτσο της. Το ‘χει φυλαγμένο ακόμα. Θα πρέπει να το καντρώσει…

Απάνω στην ώρα βγήκε η γυναίκα του απ’ την κρεβατοκάμαρη. Ήταν σφιγμένη. Είπε:

– Δε νομίζω ότι θα μας βρει το πρωί…

Αμέσως  έστρεψε και κοίταξε εκείνον στα μάτια. Σαν να τον άκουσε που επαναλάμβανε μέσα του χωρίς να καταλαβαίνει:  “Δε  θα μας  βρει  το  πρωί…Δε  θα μας βρει το πρωί…” Του φάνηκε πως κρύωνε. Και την ίδια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να το πει της  μητέρας. Πάντα έτσι γινόταν, απ’ τα παιδικά χρόνια. “Μάνα, κρυώνω… Μάνα, πεινώ…..Μάνα, πονεί ο λαιμός μου…Μάνα,-…” Έκανε να  καταπιεί, και δεν μπόρεσε. Κιόλας είχε δεθεί ένας κόμπος μέσα του -δεν ήξερε  να  πει αν ήταν στο λαιμό, στο στήθος, ή χαμηλά, στην κοιλιά του. Γύρισε απελπισμένος  και κοίταξε την αδελφή του. Εκείνη δεν τον πρόσεχε. Συζητούσε με τη γυναίκα του για το  πώς θ’ αντιμετώπιζαν το  μοιραίο, τι  έπρεπε  να κάνουν, ποιον  να ειδοποιήσουν, πώς να φτιάξουν το σπίτι.

Νευρίασε, σηκώθηκε. Θυμήθηκε που μια φορά, στο σχολειό  -πόσα χρόνια  από  τότε, Θε  μου- είχαν αργία γιατί πέθανε η μητέρα του δασκάλου τους. Τι χαρές που έκαναν όλα τα παιδιά της  τάξης  του!  Γύρισε  σπίτι χοροπηδώντας.  “Δεν έχουμε μάθημα!…” Η δική του μητέρα τον κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο πικρό.  “Σκεφτήκατε ποτέ τι άσκημο που θα ‘ταν να χάνατε ο καθένας από σας τη μάνα του, και να γελούσαν  οι άλλοι από ευτυχία;” Πήγε στην καμαρούλα του σκυθρωπός. Εκείνος ο ουρανός που λέγαμε, για σκέψου να ράγιζε ξαφνικά… Ανατρίχιασε.

– Ευτυχώς που τη μετάλαβα προχτές…

Μιλούσε η αδελφή του. Κι όσο καταλάβαινε ότι ακόμα  και  τα λόγια, κι οι αναπνοές, κι οι εκφράσεις των ζωντανών μέσα στο σπίτι είχαν μπει στον κύκλο της μακάβριας τελετουργίας του τέλους, γνωστής κι απαίσιας όπως και να ‘χει το πράγμα, τόσο ένιωθε μιαν ενστικτώδη αντίρροπη δύναμη βαθιά του να θέλει ν’ αντιδράσει.  Είπε:

– Δηλαδή δε θα κοιμηθούμε ως το πρωί;

– Μάλλον να κάνουμε βάρδιες. Κάποιος πρέπει ν’ αγρυπνεί οπωσδήποτε, για κάθε ενδεχόμενο.

– Λοιπόν, βρείτε να κοιμηθείτε κάπου όλοι σας. Θα φυλάξω πρώτος εγώ.

Ήταν  μια  άξαφνη και σωτήρια λύση. Συμφώνησαν μαζί του. Έπιασαν άλλος μια πολυθρόνα, άλλος έναν καναπέ, άλλος ένα ντιβάνι.

Εκείνος πήγε με σταθερά βήματα στην κρεβατοκάμαρη. Είδε πρώτη φορά τη μητέρα ξαπλωμένη έτσι, άρρωστη, στο κρεβάτι της: ένα ηλικιωμένο, μικρό, αδύναμο, κι αξιολύπητο πτώμα. Μόνο που ανάπνεε. Ελάχιστα. Ήταν εκείνη;  Εκείνη η γυναίκα που στην αγκαλιά της κατάφευγε πάντα, στα μακρινά χρόνια των παιδικών απογοητεύσεων  και των δακρύων;

– Μανούλα μου !…,ψέλλισε.

Δεν  τον  άκουσε. Δεν  ήταν σε θέση να τον ακούσει. Ο θάνατος είχε κιόλας ακουμπήσει βαριά το χέρι του πάνω στα μεγάλα και κουρασμένα της βλέφαρα. Δεν τα ‘χε κλείσει ολότελα. Είπαμε: ανάπνεε ακόμα.

Πλησίασε στο κρεβάτι πατώντας στ’ ακροδάχτυλα, για να μην την ξυπνήσει.

– Μανούλα…,ξαναψέλλισε.

Καμιά απάντηση. Μήτε ένα σάλεμα των φρυδιών. Κι όμως, θυμήθηκε που κάποτε, σαν να ‘ναι τώρα, κάποτε, μικρούλης τόσο, καθώς κοιμόταν στο κρεβάτι του, ξύπνησε ξαφνικά απ’ το  ροχαλητό  της. ‘Ανοιξε  τα μάτια  και την είδε πλαγιασμένη δίπλα του. Κανένας άλλος θόρυβος. Καμιά άλλη κίνηση. Μόνο αυτό: άνοιξε τα μάτια. Πόσο μπορούσαν να θροϊσουν δυο παιδικά ματοτσίνουρα; Ωστόσο, εκείνη ξύπνησε. “Θέλεις τίποτα, αγάπη μου;” τον ρώτησε. “Όχι, τίποτα…” Η τρυφερότητα της φωνής της πέρασε μέσα του, τον γαλήνεψε. Ξανακοιμήθηκε αμέσως. Κι είδε όνειρο  ότι πετούσε πάνω σε φτερά, κι από κάτω περνούσαν με διάκριση μικροί άνεμοι, και τα φτερά σάλευαν μόλις, ίσα-­ίσα για να τον τυλίγουν σ’ έναν ύπνο γλυκύτατο, ζαλιστικό.

Κάθισε  κοντά της. Είδε έξω απ’ το σεντόνι κρεμασμένο, σαν εγκαταλειμμένο κι έρημο, το λιπόσαρκο χέρι της. Άπλωσε φοβισμένα το δικό  του, ακούμπησε ελάχιστα, με το δάχτυλο, τις φλέβες της. Ακόμα μέσα τους κυκλοφορούσε ζεστό το αίμα. Πήρε θάρρος. Ανασήκωσε το ετοιμοθάνατο χέρι και το πήρε με ιερή προσοχή στη χούφτα  του. Ήταν μικρό κι αδύναμο σαν πουλί που ξέμεινε. Σαν χελιδόνι, που ήταν να  φύγει  απ’ το φθινόπωρο, και πέρασαν οι γερανοί, κι αυτό απολησμονήθηκε, ξεχασμένο κάπου να χαίρεται τις ομορφιές του  θεού, κι οι γερανοί πήραν τους συντρόφους του κι έφυγαν, και το τρυφερό αθώο  χέρι  δεν  ήξερε πια τι θ’ απογίνει, κι αυτοεγκαταλείφθηκε. Τι ζεστό που ήταν, ωστόσο, ακόμα!…Το ίδιο ζεστό, όπως τότε  που  τον έδερνε  με μια σπιτικιά παντόφλα, όταν παράκουγε τις εντολές της, ή τότε που τον χάιδευε στα μαλλιά, στο πρόσωπο, όταν, πλημμυρισμένη απ’ την καλοσύνη της, ήθελε να του μεταδώσει τα βουβά της αισθήματα…

Θυμήθηκε που μια φορά έπαιζε στη γειτονιά με τ’ άλλα παιδιά.  (Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι μικροί φίλοι, αυτής της  απίθανης  παιδικής εποχής..;) Λοιπόν, έπαιζε, κι είχε απορροφηθεί απ’ το παιχνίδι τόσο, που ούτε την άκουσε όταν εκείνη τον φώναξε για να τον στείλει σε κάποια δουλειά. Ήταν ιδρωμένος κι αλαφιασμένος, κι ο νους του ήταν στο πώς θα νικούσε η ομάδα του στην αμπάριζα. Μόνο  την  τρίτη φορά έπιασε τ’ αυτί του αόριστα τη φωνή της. Και το ίδιο αόριστα υποψιάστηκε και τις άλλες δυο  προηγούμενες  φορές. Δεν έδωσε σημασία. Το παιχνίδι ήταν στην πιο κρίσιμή του καμπή.  Τη μητέρα  θ’ ακούμε  τώρα;  Εκείνη δεν ξαναφώναξε. Κάποτε η αμπάριζα τέλειωσε. Αλάλαξαν όλα τα παιδιά σαν τρελά  απ’ τη νίκη. Τότε  τον πλησίασε  ένα  κορίτσι απ’ τους νικημένους.  “Ναι, αλλά η μάνα σου ξελαρυγγίστηκε να σε φωνάζει!” Ξεροκατάπιε. Έβαλε  το  πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, τράβηξε και τις κάλτσες του που κρέμονταν ξεσκισμένες, και  πήγε σπίτι. Τον περίμενε πίσω απ’ την πόρτα τους.  Και μόλις έβαλε το πόδι του, τον άρχισε στο ξύλο με την  παντόφλα της, οργισμένη κι απελπισμένη. Ύστερα, πέταξε την παντόφλα σε μιαν άκρια κι έπεσε στον καναπέ κλαίγοντας με λυγμούς που την τράνταζαν ολόκληρη. Πήγε κοντά της κι έπεσε στα γόνατα. Ψιθύριζε μέσ’ απ’ τα δόντια: “Συγχώρεσέ με…Συγχώρεσέ με…”

Άλλες  φορές  έπεφτε  με πυρετό. Πολλές φορές, σαν παιδί, του συνέβαινε ν ‘αρρωστήσει. Ίδρωνε απ’ τα παιχνίδια και  κρυολογούσε.  Πρήζονταν  οι αμυγδαλές του κι έκαναν πύον. Καθόταν ανήσυχη κοντά του. Τον κοίταζε στα μάτια. Δε ρωτούσε τίποτα, δεν έλεγε τίποτα. Μόνο αυτό: τον κοίταζε στα μάτια, σαν να ‘ταν εκείνος πολιορκημένος από εχθρούς, κι εκείνη αγρυπνούσε και παραφύλαγε, έτοιμη να  ορμήσει  απάνω  σ’ όποιον θα τολμούσε να πλησίαζε περισσότερο. Φοβόταν ακόμα και τους γιατρούς. Τα λίγα της γράμματα την έκαναν σκοτεινά να πιστεύει ότι για να ‘ρχεται σπίτι ένας γιατρός, θα πρέπει  να είναι  πολύ επικίνδυνη η κατάσταση του αρρώστου. Με το να μην τον καλεί, ήταν σαν να εξόρκιζε το κακό. Αφηνόταν στο ένστικτό  της ,κι αντιμετώπιζε  τα περιστατικά με την καρδιά της, με τη στοργή της, με την αγρύπνια της, με τις αδιάκοπες φροντίδες της. Και τώρα που σκέφτεται  εκείνες τις ώρες, χαμογελά με την αφέλειά της. Κι όμως, με πόση εμπιστοσύνη της παραδινόταν! Ήταν  σαν  Θεός  του  -ένας παντοδύναμος, παντογνώστης Θεός, που μπορούσε με τη δική του δύναμη να διώξει μακριά κάθε κακό. Και το ‘διωχνε πράγματι. Κι ο πυρετός  κάποτε έπεφτε, κι άνοιγε τα μάτια του. Αισθανόταν το πιο αδύναμο πλάσμα του κόσμου, αλλά μαζί  και το πιο ευτυχισμένο, γιατί είχε κοντά του τη μητέρα του, αυτόν τον πανίσχυρο  προστάτη, που τον παράστεκε πάντα. Άκουγε την αναπνοή της, μπορούσε να βλέπει από πολύ μικρή απόσταση το πεταλούδισμα των βλεφάρων της. Άπλωνε το χέρι του και της έλεγε: “Κράτησέ-μου-το…” Κι εκείνη το ‘παιρνε στη ζεστή της χούφτα, ολόιδια όπως τώρα  δα  κρατούσε εκείνος στη δική του το φτωχό χέρι της. Θυμάται πόσο καθαρά  συνομιλούσαν τότε  αυτά  τα  χέρια. Ήταν  μια συζήτηση χωρίς λόγια, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ιδιαίτερους  χρωματισμούς. Ερχόταν  κατευθείαν  από μέσα, απ’ τα  σωθικά του καθενός τους, καβάλα στο αίμα που κυκλοφορούσε στις φλέβες τους. Όταν αυτό το αίμα έφτανε  στην  περιοχή των  χεριών, θαρρείς μεταμορφωνόταν σε λεπτές φωνές και νοήματα, που πηδούσαν απ’ τη μια χούφτα στην άλλη. Πόσα δεν έλεγαν: για αγάπη, για τρυφερότητα, για ομορφιά…

Δεν  το κατάλαβε ότι τα μάτια του έτρεχαν. Έκλαιγε; Μπορούσε να κλαίει έτσι ένας άντρας, φορτωμένος κιόλας τόσα  χρόνια  ζωής, τόσες εμπειρίες; Τι θα ‘λεγαν οι άλλοι όταν θα τον έβλεπαν; “Χριστιανέ  μου, η  μητέρα έκανε πια τον κύκλο της, μακάρι να πάμε στα χρόνια της…” Θέλησε ν’ απαντήσει αμέσως σ’ αυτή τη σκέψη. Αλλά ένας βαθύς εσωτερικός λυγμός τον τράνταξε .Η έννοια  “ομορφιά”, που πέρασε λίγο πριν απ’ το νου του, τον μετέφερε μ’ ένα πήδημα σε μιαν άλλη  εποχή, τότε  που, μπόμπιρας άβγαλτος ακόμα, γευόταν κοντά της το μεγαλείο της γύρω φύσης. Την άκουγε που του ‘λεγε: “Δες ‘μορφιά  βρε  γιέ  μου!…”  Δεν πολυκαταλάβαινε το νόημα της φράσης της. Ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις και τα σχήματα του κόσμου που τον περιτριγύριζε. Ωστόσο, κοίταζε προς  τα κει που  πετούσε το μάτι της -ένα μάτι θαυμαστικό, χαρούμενο, γελαστό, γεμάτο απ ‘ ό,τι έβλεπε: μια θάλασσα που στραφτάλιζε  παιχνιδιάρικα κάτω απ’ τα φιλιά του ήλιου, ή έναν ήλιο που βασίλευε  καταπόρφυρος πίσω απ’ τις μαλακές γραμμές των βουνών, ή ένα δέντρο ορθωμένο κατά τον ουρανό, μ’ ολάνοιχτα, σαν χέρια, τα κλωνιά του, για  ν’ αγκαλιάσει όλον τον κόσμο, ή ένα δειλό αγριολούλουδο στην άκρη ενός βράχου, απάνω σ’ ένα γκρεμό, ή ακόμα ένα σύννεφο περαστικό, φορτωμένο απαλά, ρόδινα χρώματα…”Δες ‘μορφιά βρε γιέ μου!…” Έπαιρνε βαθιά αναπνοή, θαρρείς για να μεγαλώσει όσο γινόταν περισσότερο το στέρνο της, να χωρέσει αυτά που θαύμαζε, να  χωρέσει  το Θεό  της, που πίστευε ότι ήταν κρυμμένος πίσω τους. Αυτές τις ώρες ήταν ευτυχισμένη. Κι η ευτυχία της αυτή άξιζε όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, προπάντων  όταν  η καθημερινή ζωή, με τις δυσκολίες της και τις αναποδιές της, τής δημιουργούσε τόσα προβλήματα, που αμαύρωναν τις μέρες της.

Θυμήσου και τον καημένο τον Άη-Γιάννη  τον Καλυβίτη!… Τι ιστορία!…Πόσες  φορές την άκουσε απ’ τα χείλια της, από τότε που έπιασε να ξεχωρίζει τις λέξεις και τα νοήματά τους. Ακόμα κι έφηβος θυμάται ότι την άκουσε, καθώς, καθισμένη κοντά του, προσπαθούσε πάλι να ξορκίσει από πάνω του κάποια αρρώστια του. Ο Άη-­Γιάννης, που έφυγε απ’ το σπίτι του, κι όταν γύρισε μετανιωμένος  και  πάμφτωχος ύστερα από χρόνια και δεν τον γνώρισαν οι δικοί του, αρκέστηκε  σ’ ένα καλυβάκι, στην άκρη της μεγάλης αυλής του αρχοντικού των γονιών του, όπου του ‘στερναν με τους υπηρέτες τους ένα πιάτο φαϊ, ενώ εκείνος προσευχόταν όλη μέρα στο Θεό για τη σωτηρία  της ψυχής τους…

– Μάνα, ψέλλισε τρυφερά.

Τα δάκρυά του έτρεχαν τώρα ανεμπόδιστα, καθώς ο νους του πετούσε  ακράτητος  σ’ όλες  εκείνες  τις παιδικές περιπέτειες μαζί της, όταν, ξαφνικά, του φάνηκε πως το χέρι της  έσφιξε  απότομα  το δικό  του. Δυνατό ρίγος πέρασε όλο του το κορμί. Σκούπισε βιαστικά τα μάτια του, και κοίταξε προσεκτικότερα. Ναι, δε λάθευε. Τ’ αδύνατα δάχτυλά  της  είχαν  γαντζωθεί  στον καρπό του, λες κι ένα αόρατο τρένο την έπαιρνε μακριά, κι εκείνη δεν ήθελε  ν’ απομακρυνθεί, και τον έσφιγγε, τον έσφιγγε. Η καρδιά του χτυπούσε πάρα πολύ γρήγορα. Άκουγε  κι  εκείνος τα σφυρίγματα και τ’ αγκομαχητό της μηχανής.  Θε μου, τι έπρεπε να κάνει για να καταφέρει να την αποσπάσει  απ’ τα  νύχια αυτού του αποτρόπαιου ταξιδιού; Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει. Δε βγήκε απ’ τα χείλη του  καμιά  φωνή. Κι όμως, δίπλα, στα άλλα  δωμάτια, ήταν  η  γυναίκα του, η αδελφή του, ο άντρας της. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν, να  φωνάξουν  έναν, δυο, τρεις γιατρούς, να φωνάξουν  όλη  τη γειτονιά, όλον τον κόσμο, η μάνα έφευγε, ήρθαν να την πάρουν, κι εκείνη δεν ήθελε, το ‘νιωθε απ’ το  χέρι  της, άκουγε τις  μυστικές φωνές απ’ το αίμα της, απ’ τη χούφτα της. Πώς όμως να σηκωνόταν να τους μιλούσε; Θα ‘πρεπε να εγκαταλείψει το  άρρωστο χέρι. Και το καταλάβαινε σίγουρα ότι, λίγο να χαλάρωνε, θα κόβονταν αμέσως οι δεσμοί που τους έδεναν ως εκείνη τη στιγμή, κι ευθύς θα χάνονταν  στο βάραθρο όλα τα παιδικά του χρόνια, τα χάδια της, το ξύλο με την παντόφλα της, ο ‘Αη-Γιάννης ο Καλυβίτης, εκείνη η φράση της “δες ‘μορφιά, γιε μου”, όλα, όλα. Άρχισε  να τρέμει. Φοβόταν πως  από  στιγμή σε στιγμή το σφίξιμο του χεριού της θα παρέλυε.  Και τότε…

– Μάνα!…, ξαναψιθύρισε απελπισμένος.

Ήταν απίστευτο, αλλά ήταν αλήθεια: τα μάτια της άνοιξαν. Ήταν θολά, χαμένα μέσα σ’ ένα πούσι πηχτό κι αδιαπέραστο. Κι όμως το βλέμμα της τον αναζήτησε! Και τον βρήκε. Πόση κούραση μέσα σ’ αυτό το βλέμμα, πόση απόγνωση!…

Έσκυψε με λαχτάρα κοντά της, είπε με θέρμη:

– Μάνα, είμαι κοντά σου, δίπλα σου, μη φοβάσαι…

Το μάτι της δε φοβόταν. Αλλά ήταν κατάκοπο. Έκανε να  κρατηθεί λίγο ακόμα πάνω του. Ήταν δύσκολο. Θόλωσε κι άλλο. Μια αδιόρατη γκριμάτσα πέρασε απ’ το πρόσωπό της, μια έκφραση απροσδιόριστης αδυναμίας. Αμέσως μετά τα βλέφαρά της έκλεισαν. Ήρεμα. Χωρίς κανένα άλλο σημάδι που να εξηγεί το παραμικρό. Μόνο το χέρι της χαλάρωσε, χαλάρωσε, ξεσφίχτηκε. Η αναπνοή της σταμάτησε.

Τα  δάκρυα ξαναπλημμύρισαν τα μάτια του. Και μέσ’ απ’ την υγρή τους διαφάνεια είδε μια θάλασσα στραφταλιστή, κι ένα άσπρο  περιστέρι να πετά στο φως, ενώ πίσω του ακολουθούσαν, σαν κυνηγημένα, ένα σμάρι μικρά πουλιά, χαμένα μέσα στην απεραντωσύνη, όλα τα περασμένα χρόνια ως τα σήμερα, αυτά τα χρόνια που, όσο ζούσε εκείνη, ήταν χρόνια εμπιστοσύνης, σιγουριάς, κι ομορφιάς, ήταν έτη παιδιού..

One Comment so far:

  1. Golfo Tsakumis says:

    Το διηγημα, ” ετη παιδιου” βγαλμενο μεσα απο την ιδια την ζωη και γραμμενο με τοση γραφικοτητα και ιδιαιτερη ευαισθησια, εστω και εαν ειναι συντομο…με εκανε να κλαψω πολυ…καλες και ασχημες αναμνησεις,αναμικτα συναισθηματα απο χαρες,λυπες,οργη και ισως και καποιες ενοχες, γυρισανε το ρολοι πισω πριν 5 χρονια που και εμενα η γλεικια μου μανουλα μια σπανια γυναικα κρατουσε το δικο μου χερι απο την μια και του εγγονου της απο την αλλη…που ταξιδεψε μαζι μου για να κλεισει τα ματακια της γιαγιας που τον ειχε μεγαλωσει και τον λατρευε…και να την βοηθησουμε με την αγαπη μας να περασει αυτο το μεγαλο ποταμι, οπως εκεινη το ελεγε…Κρατωντας της το χερι
    να περνει θαρρος και ενεργεια απο εμας…για την επομενη ζωη!!!

    Εκεινες τις στιγμες ενοιωθα τοσο αδυναμη μπροστα σε αυτη την Θεικη δυναμη που τιποτα και κανενας δεν μπορει να σταματησει…
    Ο πονος για τον χαμο της μητερας ειναι ενας και μοναδικος…Ολοι τον βοιωνουμε αργα η γρηγορα,αλλα στη ουσια ολοι τον νοιωθουμε στη καρδια μας το ιδιο…Αβασταχτος!!!
    Ο ομφαλιος λωρος θα μας συνδεει στην αιωνιοτητα…
    Ευχαριστω το περιοδικο diasporic literature,και τον Κο Χατζηαναγνωστου..
    Πολυ καλη εργασια
    Χρονια Πολλα σε ολες τις Μητερες
    Αξιζουμε πολλα!!!…Ειμαστε οι πυλωνες της ζωης και η συνεχεια της ..Ας δωσουμε εμεις το μηνημα στις νεες γενεες των κοριτσιων μας…
    ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

Leave your Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>