Μαστοροδήμου Χρύσα

Ξύπνησε με την ίδια νευρικότητα που ξυπνούσε τις τελευταίες μέρες. Απέφυγε τον καφέ πιστεύοντας ότι θα την κάνει χειρότερα. Ήξερε ότι κάτι θα συμβεί, το περίμενε. Όσο κι αν εθελοτυφλούσε τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Δεν ήταν μόνο οι ξένες μυρωδιές που κουβαλούσε ο σύζυγος της στο σπίτι, οι ώρες που εμφανιζόταν όλο και λιγότερες, ούτε τα μεγάλα διαστήματα σιωπής που είχαν πέσει πια ανάμεσα τους. Ίσως και να πίστευε πως θα περάσει, έτσι όπως της είχε μάθει η μάνα της. «Θα κλείνεις τα μάτια και θα περνάει, υπομονή παιδί μου». Αυτό το ήξερε καλά η Γεωργία, έκλεινε τα μάτια, έριχνε το βάρος στα παιδιά, στο σχολείο, στο νοικοκυριό και προσποιούνταν πως τίποτα δε συμβαίνει, πως όλα είναι καλά, μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά που μόλις είχαν σηκωθεί. Τα δύο αγόρια έτρεξαν στο μπάνιο γελώντας όπως έκαναν κάθε μέρα, κάνοντας αγώνες ταχύτητας.  Όταν έκλεισε την πόρτα του σχολικού  έμεινε λίγο στο πεζοδρόμιο να τα χαιρετήσει όπως έκανε κάθε μέρα τα τρία τελευταία χρόνια. Τα δίδυμα μεγάλωσαν πια του χρόνου θα πήγαιναν στην πρώτη δημοτικού.

Εκείνη τη μέρα όταν άνοιξε τη ντουλάπα, παρά τα αρνητικά της προαισθήματα, δεν περίμενε αυτό που είδε. Η ντουλάπα ήταν άδεια σαν πελώριο στόμα καρχαρία που ερχόταν καταπάνω της έτοιμο να την καταπιεί, σαν τις αντίστοιχες ταινίες που τόσο της άρεσαν. Την είχε προειδοποιήσει, αλλά εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε, πίστευε πως θα βρουν μια λύση, με τίποτα δε φανταζόταν αυτό. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει μήπως έφυγε κάποιο βιαστικό ταξίδι χωρίς να προλάβει να την ενημερώσει, αλλά τα τελευταία κομματάκια εγωισμού που της είχαν απομείνει αντέδρασαν έντονα. Δεν υπήρχε τίποτα να εξηγήσει,  της το είχε πει πως θέλει χρόνο για τον εαυτό του, να ηρεμήσει, λες και εκείνη δε χρειαζόταν τίποτε. Η άδεια ντουλάπα λες και την ειρωνευόταν. Δεν ήταν και κάτι τρομερό αυτό που ζούσε, αρκετές γυναίκες το  είχαν περάσει, δεν αποτελούσε τη φοβερή εξαίρεση.  Έτσι όπως στεκόταν μπροστά στα ανοιχτά πορτόφυλλα ωστόσο δεν άντεχε το βάρος της εγκατάλειψης, δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Μια βαριά λέξη την τριγύριζε: η μοναξιά.  Δεν είχε μάθει ποτέ να είναι μόνη. Δεν ήθελε να είναι μόνη.

Κάθισε μέσα στις ξύλινες τάβλες της ντουλάπας και ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει πάνω της,  της φάνηκε σα να γλίστρησε μέσα σε ένα αδυσώπητο σκοτάδι. Βρέθηκε στο χωριό που ήταν παιδί. «Γεωργία ο αδελφός σου κλαίει, τρέξε δεν ακούς;» «Γεωργία η κατσίκα πιάστηκε στο σκοινί, δεν ακούς που βελάζει, κακοχρονισμένο;» Πολλές φορές ανέβαινε στο δέντρο για να μη τη βρίσκουν, αλλά γρήγορα φοβόταν και έτρεχε με τους άλλους. Γλιστρούσε, γλιστρούσε τώρα σε μια κατηφόρα, γινόταν έφηβη στην πόλη που είχαν έρθει με τους γονείς. «Γεωργία ετοίμασες φαγητό,  ο αδελφός σου έφαγε;» Οι γονείς δούλευαν πολύ για να τα βγάλουν πέρα και εκείνη είχε πάρει το ρόλο της μάνας της. «Γεωργία  να πας στο μαγαζί για γάλα, μην αργήσεις». Όταν πήγαινε για εξωτερικά θελήματα, λοξοδρομούσε λίγο στεκόταν και κοίταζε τα άλλα παιδιά που έπαιζαν στο πάρκο, ήθελε και αυτή να είναι μαζί τους χωρίς  να τη νοιάζει για το νοικοκυριό και τα υπόλοιπα, αλλά το ήξερε πως δε γινόταν. Όταν καμιά φορά γκρίνιαζε της απαντούσαν πως έτσι είναι τα πράγματα, να μην κοιτάζει τι κάνουν οι άλλοι γιατί κάποιοι τα βρίσκουν εύκολα. Δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό και ούτε μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Έριχνε μια πέτρα με το παπούτσι και έτρεχε για το γάλα για να μην καταλάβουν που χαζολογούσε. Στο σχολείο δεν είχε πολλές φίλες, οι περισσότερες είχαν τις παρέες τους από πριν. Μόνο μια κοπέλα της έκανε παρέα, η Νατάσα που οι γονείς της είχαν χωρίσει και ζούσε με τη γιαγιά της εκείνη τη χρονιά. Η Νατάσα εξακολουθούσε να παραμένει η μοναδική της φίλη μετά από τόσα χρόνια παρόλο που ζούσε στη Θεσσαλονίκη.

Το κεφάλι της άρχισε να πονάει, συνειδητοποίησε ότι καθόταν μέσα στη ντουλάπα και πιανόταν από τα ξύλινα τοιχώματα σα να πνιγόταν. Σα να βυθιζόταν μέσα σε μια πελώρια δίνη αναμνήσεων. Τότε που ο έρωτας ήρθε όπως πάντα, απροσδόκητα,  ψηλός, μελαχρινός και σοβαρός να στέκεται στην άκρη της πλατείας. Κοπέλα πια, τελείωνε τη σχολή λογιστικής, οι γονείς της δεν ήθελαν να σπουδάσει μακριά ούτε και την ενθάρρυναν να σπουδάσει γενικά. Με πολλή προσπάθεια κατάφερε να τους πείσει να την αφήνουν να παρακολουθεί τα μαθήματα.

Ο Ανδρέας ήρθε σαν σανίδα σωτηρίας, να τη σώσει από μια μίζερη πραγματικότητα. Ότι κι αν έκανε το έβρισκε σπουδαίο, άλλωστε τελείωνε νομική, ήξερε πολλά πράγματα, όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Δε φανταζόταν καν ότι θα την πρόσεχε. Δεν πίστευε ότι ήταν όμορφη. Εκείνος όμως την πρόσεξε όταν βρέθηκαν στον ίδιο χορό. «Είσαι όμορφη της είπε. Θέλεις να χορέψουμε;» Χόρεψαν όλο το βράδυ και για πρώτη φορά χόρεψε έτσι η ψυχή της. Δεν είχε νιώσει πιο ευτυχισμένη ποτέ στη ζωή της. Το πιο σωστό ήταν ότι τότε μόλις άρχιζε η ζωή της. Όλοι είχαν να λένε για το πόσο ταιριαστοί και ερωτευμένοι ήταν. Ο γάμος ήρθε μέσα σε ένα χρόνο.

Δε μπορούσε να καταλάβει πότε άρχισαν να στραβώνουν όλα. Που είχε φταίξει; Ίσως το γεγονός ότι ασχολήθηκε με το σπίτι, δεν κοίταξε τον εαυτό της και όλα αυτά που διάβαζε στα περιοδικά να αναλύουν αιτίες που οδηγούν ένα γάμο στο τέλος. Ήταν και αυτή μια χωρισμένη σαν τις χιλιάδες που διάβαζε στα περιοδικά των κομμωτηρίων. Ένας αριθμός που βυθιζόταν και άκουγε, άκουγε ευθύνες, κατηγορίες, απόρριψη. Ύστερα εκείνη η άλλη, σα Λερναία Ύδρα, σε κάθε χτύπημα τηλεφώνου,  που εκείνος έτρεχε να προλάβει, σε κάθε βιαστική αναχώρηση, σε κάθε επαγγελματικό ταξίδι. Ήξερε, έκανε πως δεν καταλάβαινε, δεν ήθελε να καταλάβει, δε μπορούσε να καταλάβει. Δεν είχε εγωισμό, δεν είχε τίποτα, ήταν ένα πελώριο γιατί που δε μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν είχε μάθει να υπάρχει μόνη χωρίς κάποιος να την κατευθύνει ή να αποφασίζει για αυτήν.  Έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν στο τίποτα. «Θα περάσει, θα περάσει, δε συμβαίνει».  Γλιστρούσε και δεν υπήρχε επιστροφή να μαζέψει τον ειρμό των σκέψεων της λες και τώρα έβλεπε σαν ταινία μπροστά της όλη της τη ζωή, που της ζητούσε ευθύνες, αμετάκλητα έπρεπε να λογαριαστεί με τον εαυτό της και αυτό ήταν το δυσκολότερο που είχε κάνει ως τότε. Ο χειρότερος εχθρός της, ο ίδιος της ο εαυτός στεκόταν πια χωρίς περιθώρια αναβολής απέναντι της. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει.

Δε θυμάται πόσες ώρες έμεινε μέσα στη ντουλάπα να ανακαλεί μνήμες, χίμαιρες που την καταδίωκαν. Ίσως μέχρι που άκουσε το σχολικό να κορνάρει και επανήλθε βίαια στην πραγματικότητα που δεν καταλαβαίνει από πισωγυρίσματα.

Μετακόμισε σε καινούριο διαμέρισμα, βρήκε  δουλειά σε ένα λογιστικό γραφείο. Στάθηκε ξανά στα πόδια της. Τα παιδιά προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα με Σαββατοκύριακα που εκείνη έμενε μόνη και δεν ήξερε τι να τα κάνει. Ώσπου βρήκε τρόπο να αγαπάει τον εαυτό της, να μην αγανακτεί μαζί του, έμαθε να τον σέβεται. Έκανε καινούριους φίλους και άρχισε να ζει.  Πέρασε καιρός και όλα φαινόταν να παίρνουν το δρόμο τους. Μόνο όταν περνούσε μπροστά από ντουλάπες δε στεκόταν πολύ, έπαιρνε τα ρούχα και εξαφανιζόταν. Αγόρασε ένα μπαούλο – αντίκα και αποθήκευε τα χειμερινά.

Έτσι πέρασαν χειμώνες και καλοκαίρια με τα παιδιά να μεγαλώνουν, να γίνονται άντρες.  Ο Νίκος πέρασε νομική σαν τον πατέρα του και ο Γιώργος άνοιξε μαγαζί με ηλεκτρικά. Πάντα τον ενδιέφερε το εμπόριο. Σύντομα έκανε τη δική του οικογένεια και η Άννα έγινε γιαγιά- πράγμα που της έδωσε μεγάλη χαρά.  Τα παιδιά την πίεζαν να κοιτάξει κι εκείνη τη ζωή της, αλλά εκείνη ούτε που ήθελε να το ακούσει αν και τα παιδιά ήξεραν πως διατηρούσε σχέση για χρόνια με τον κυρ Βασίλη που το λογιστικό του γραφείο βρισκόταν δίπλα από το δικό της, ένα εξωστρεφή και καλόκαρδο άνθρωπο, χήρο με δύο κόρες.

Όσο για τον Ανδρέα ξαναπαντρεύτηκε όχι με η Λερναία Ύδρα όπως την αποκαλούσε αλλά με μια πλούσια κοσμική κληρονόμο που είχε ήδη δύο παιδιά.

Ο χρόνος όλα τα διορθώνει, σκεφτόταν εκείνο το πρωινό παραμονή των εβδομήντα της χρόνων κοιτώντας το δρόμο. Ένιωθε πλήρης αν και τελευταία ένιωθε κάποια δύσπνοια όταν κουραζόταν. Της ηλικίας τερτίπια σκεφτόταν. Συγυρίζοντας πέρασε μπροστά από τη ντουλάπα εκείνη που πριν χρόνια μέσα της είχε βυθιστεί σε παραλήρημα. Για κάποιο λόγο την είχε κρατήσει ή για κάποια ιδιοτροπία του μυαλού όπως έλεγε. Δε βιάστηκε να προσπεράσει όπως άλλοτε. Αντίθετα την άνοιξε και κοίταξε το είδωλο της στον καθρέφτη. Παρά τα χρόνια που είχαν περάσει εξακολουθούσε να παραμένει όμορφη. Επιτέλους σκεφτόταν ότι είναι όμορφη. Ο Βασίλης της το είχε μάθει αυτό, την είχε κάνει να νιώθει σπουδαία, ξεχωριστή, λίγο αργά βέβαια, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Τη βρήκαν το απόγευμα μέσα στη ντουλάπα να χαμογελά. Ανακοπή καρδίας είπαν. Είχε ξεπεράσει και την τελευταία της φοβία και ταξίδευε ανενόχλητη για τους ουρανούς παίζοντας ελεύθερη πια στους δρόμους της εφηβεία της.

 

Μαστοροδήμου Χρύσα

Leave your Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>