Ο τρόμος ως απλή μηχανή

Share

Του Γιώργου Βέη

«Ένας άνθρωπος θα πάλευε όλη του τη ζωή για να μη συρθεί μες στις φλόγες. Αυτό δεν είναι επαγωγή. Είναι τρόμος. Δηλαδή, με άλλα λόγια, μέρος της ουσίας της πίστης». Λούντβιχ Βιττγκενστάιν*

Παραθέτω το χαρακτηριστικότερο ίσως ποίημα από το τελευταίο βιβλίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου με τίτλο «Η απλότητα του τρόμου»:

«Είναι απλό: Δεν σε πεθαίνει ο τρόμος. / Ο τρόμος μόνο σε ξεγεννάει. / Βγάζει το φίδι απ’ την κοιλιά σου. / Ο μαιευτήρας σού χαμογελά, / Που ζεις μια τέτοια αιθέρια νύχτα / Είναι απλό: Ο τρόμος δεν σε ταπεινώνει. / Σε αίρει στο ύψος των περιστάσεων. / Απλώς πατάς πάνω στον εαυτό σου. / Ο τρόμος δεν επείγεται. Σε περιμένει. /Μπορείς, σκεπτόμενος, να διαφύγεις./ Απλώς δεν μπορείς να σκεφτείς./ Στον τρόμο ένα κι ένα κάνουν δύο./ Απλώς δεν βρίσκεις το πρώτο και το δεύτερο: / Τη στιγμή αυτή ο ένας σε ψάχνει / Κι ο δεύτερος του φανερώνει τη θέση σου. / Ο τρόμος προνοεί. Είναι ψύχραιμος. / Εξάλλου ξέρετε κι οι δυο τι θα αξιώσει. / Πίνει ακόμη μια γουλιά απ’ τον καφέ του / Κι απλώς σηκώνει τα μάτια του πάνω σου. / Είναι απλό: Η φωνή του αέρα, / Οι ψίθυροι οι σοφοί των ερειπίων, / Το κουρέλι από την υγρασία που απομένει / Σε κάποια σκιερή γωνιά του πυρετού, / Όλα γλιστράνε μέσα στο φρεάτιο. /Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι / Και κάνεις τη βουτιά. Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα / Σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».

Η επάρκεια των σημασιολογικών σχηματισμών, οι μελετημένοι εσωτερικοί ρυθμοί και η δυναμική χρήση του στοιχείου της μεταφοράς υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, την άρτια ολοκλήρωση του πρωταρχικού ποιητικού σχεδιασμού. Η στρατηγική του αιφνιδιασμού, σε συνδυασμό μάλιστα με την ισομερή ανάπτυξη του δεδομένου ποιητικού ζητήματος, αποδίδει και πάλι καρπούς. Το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό μόρφωμα διακρίνεται για τόσο για την καθαρότητα του διαβιβαζομένου εννοιολογικού φορτίου, όσο και την πρωτοτυπία της διάρθρωσής του. Άλλωστε, όπως υποστήριξε και ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, αυτό κατορθώνεται, μεταξύ άλλων, «με λέξεις που έχουν καταλήξει σε ατόφιο κρύσταλλο ή σε κοφτερό γυαλί, με εικόνες που συνταιριάζουν τα ετερογενή και τα ανόμοια ψηφία τους δίχως να διαταράσσουν τη βαθύτερη ενότητά τους (γεγονός το οποίο ενισχύει την αίσθηση του παραλογισμού), με πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, το όνειρο και το παραμύθι, με ποιητικές ιστορίες που φτάνουν στο τέρμα έχοντας τινάξει στο αέρα την αφετηρία τους, όπως και με μιαν υποβλητική εκφορά δωματίου» (Βλ. εφ. «Ελευθεροτυπία», 31 Ιουλίου 2010).

Το κλίμα ψυχής στον Τρόμο ως απλή μηχανή παραπέμπει τόσο στις τρέχουσες γνωστές συνισταμένες της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όσο και στη γενικότερη συνθήκη ζωής, όπως βιώνεται όταν οι σχέσεις μεταξύ διοικούντων και διοικουμένων παρουσιάζουν εκασταχού εκάστοτε μείζονα προβλήματα ηθικής τάξης, δικαίου συνύπαρξης, εξουσιαστικού εκφυλισμού και ραγδαίας ανθρωπιστικής υποτίμησης. Εξ ου και η ρητή αποκαθήλωση που ακολουθεί: «Δώστε του λίγο χρόνο! Τραυλίζει / Αλλά πετάνε φλόγες τα μάτια του. / Ή άυπνος είναι ή τρελός / Ή ήτανε μπροστά και τα είδε όλα. / Μην τον φοβάστε τόσο, μη βιάζεστε! / Λαχάνιασε, του πήρε ώρα / Να σκαρφαλώσει από την κοιλιά ως τ’ αυτιά σας. / Κρόταλα ασύλου, στρίγγλισμα τροχών, / Τι να την κάνεις πια την ευγλωττία…». Πρόκειται για το ποίημα «Ο ρήτορας», ο οποίος υπενθυμίζει με τη σειρά του ανάλογα πάθη, ανάλογες αποτιμήσεις κι ανάλογες διαψεύσεις παλαιοτέρων περιστάσεων του ημετέρου και όχι μόνον συλλογικού βίου. Παραθέτω τα εξής για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Ο Μέγας ρήτορας, κοροϊδευτής, στο βήμα, / βρήκε την κρύπτη του θεριού, έτσι τους δήλωσε. / Όλοι φέραν το χέρι ξαφνικά / οπλισμένο στο μέρος της καρδιάς τους, / αλλά κείνος τους έγνεψε μη, / πριν γεννηθεί ο θηριοκλάστης. / Τότε οι πολίτες ένιωσαν βαρειά / τη μοίρα που γέννησε ο λόγος / κ΄ έπεσαν μπρούμυτα κι άρχισαν να περπατούν / με χέρια και με πόδια, / να ουρλιάζουν, ν΄ απειλούν τους ρήτορες», σε αλληλουχία με το «Ύστερα έφυγε με την πληγή στα μάτια / εγκαταλείποντας τέτοιο μέρος φρικτό / που ο πρώτος του εδόθη άπεφθος τρόμος». (Βλ. Κρίτων Αθανασούλης**). Ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης παραμένει αναγνωρίσιμος σε όλη την έκταση της συλλογής, αλλά δεν φαλκιδεύει την αρμονική περιέλιξη των υπολοίπων εμπεδώσεων ενός μεικτού, καθόλα ευάρμοστου ύφους. Το επίκαιρο άλγος καθίσταται κοντολογίς η πρωταρχική ύλη και καθοριστική εστία αναφορών του ευθύβολου αυτού ποιητικού λόγου. Δεν θα γινόταν διαφορετικά βέβαια, λαμβάνοντας υπόψιν την όλη πορεία της εν λόγω ποιήτριας, η οποία δεν παύει να αναπνέει εν εγρηγόρσει πάντα. Όμως η τρέχουσα συνισταμένη των παθημάτων, αυτό το συσσωρευμένο άγος, δεν φυλακίζει το πάλλον εγώ σε μια περιοριστική σκηνή δρωμένων, σε μια φυλακή εμμονών και παραστάσεων, αλλά ενεργεί ως εφαλτήριο για την περαιτέρω ρηματική δράση.

Αποφεύγοντας σιωπηρώς πλην επιμελώς και σαφώς τις μιμήσεις πράξεων, οι οποίες τελέστηκαν πανηγυρικά στα προηγούμενα βιβλία της, η ποιήτρια συνεχίζει να εξετάζει συστηματικά και στην παρούσα, ενδέκατη κατά σειρά συλλογή της, νέα πεδία εκφορών και νέες δυνατότητες αποτύπωσης των ποικίλων νοουμένων της. Ανανεώνοντας από βιβλίο σε βιβλίο τη θεματογραφία της, η γραφή είναι φανερό ότι εκ παραλλήλου εξελίσσεται, αναδιπλώνεται και ανατροφοδοτείται ευλόγως. Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται άλλωστε στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της γενιάς του ’70. Το 2008, το ένατο ποιητικό της έργο, με τίτλο Λιμός, που εξέδωσε η Νεφέλη, απέσπασε, ως γνωστόν, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η γραφή της έχει διακριθεί προ πολλού τόσο για την προωθημένη λεκτική της ευθύτητα, όσο και την ισχυρή πρόθεση για την πλήρη διερεύνηση των ειδοποιών ποσοτήτων, των συστατικών στοιχείων, των εναντιωματικών δεικτών, αλλά και των κρισίμων ποιοτήτων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Μάλιστα έχει διατυπωθεί σχετικά προσφάτως και δικαίως η άποψη ότι «θα μπορούσε, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν σχέσεις που επιβιώνουν μέσω άλλων, να είναι η εγγονή της Ζωής Καρέλλη, η θυγατέρα της Ελένης Βακαλό και η μικρή αδελφή της Κικής Δημουλά, ωστόσο, επιμένοντας περισσότερο στο ζήτημα των κληρονομικών αποταμιεύσεων, θα έλεγα ότι εμφανέστερες είναι οι συγγένειες του λόγου, της ρητορικής και της τεχνικής της με τις πρωτοπόρες Αμερικανίδες, την παλαιότερη Εμιλι Ντίκινσον και τη νεότερη Σίλβια Πλαθ». (Βλ. Αλέξης Ζήρας, περιοδικό «Διαβάζω», τ. 507, Μάιος 2010). Σωματικός, κυριολεκτικός, σαρκαστικός, υπονομευτικός, όταν χρειάζεται, και πολιτικός ταυτοχρόνως ο λόγος έχει μάθει να επεξεργάζεται με ιδιάζουσα προσοχή και τη δέουσα λεπτότητα υφολογικών χειρισμών το αντικείμενό του.

Αρδεύοντας συνειδητά από το βαθύ πηγάδι της καθημερινότητας ό, τι φρονεί ότι της αρμόζει καλύτερα, η δημιουργική γραφή λειτουργεί, φρονώ, περισσότερο ως πνευματικό στήριγμα του εξομολογητικού υποκειμένου, παρά ως απλός δίαυλος σημείων, ως μονοσήμαντη δηλαδή γέφυρα διεκπεραίωσης των μηνυμάτων. Αν κατά τον Ουάλας Στήβενς η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η ευθυμία της γλώσσας», εδώ τουλάχιστον καλύπτει τις ανάγκες του πολλαπλώς διωκομένου όντος ως αρωγός στοργής, τροφός καλώς συγκερασμένης παραμυθίας και μέσον λυτρωτικής αυτογνωσίας. Στο διπλό μάλιστα ερώτημα ενός άλλου στοχαστικού ποιητή, του Μάριου Μαρκίδη (Βλ. την Ομιλία του στα Πρακτικά του 20ου Συμποσίου Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, σ. 14), ο οποίος σημειωτέον κατέφευγε επίσης στον ανοικτίρμονα σαρκασμό και στην αποστομωτική ειρωνεία, ήτοι: «…σε εποχές τέτοιας βαρβαρότητας στις οποίες μας επέστρεψε η παταγώδης ήττα των ιστορικών προοπτικών, σε εποχές τέτοιας έκπτωσης της αξίας και του περιεχομένου της ανθρώπινης ζωής, δεν είναι ευνόητο ότι ευτελίζονται και οι αισθητικές αξίες, ότι αναξιοπαθεί, ότι αδυνατεί να εκφράσει το ανθρώπινο δράμα, ότι καραγκιοζίζει και η μορφή; Γιατί στ΄ αλήθεια να παραιτείται από την καίρια δοκιμασία της, από εκεί συγκεκριμένα όπου ένα ποίημα εξακολουθεί να είναι γραμμένο σαν ποίημα;» η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου απαντά με σθένος ότι, ως αυθεντική οικοδόμος λόγου, δεν παραιτείται: η ποίηση, αναλαμβάνοντας το πρόσθετο βάρος του ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών με τις συλλογικές αυταπάτες και άλλες ψυχικές εξαρθρώσεις, παραμένει υπόθεση ενός ύστατου Ανθρωπισμού. Από «κούφον χρήμα», που θεωρεί τον ποιητή ο αδέκαστος πλατωνικός Ίων, αναβαθμίζεται εν ολίγοις ακόμη μια φορά στη γραμματολογική εμπειρία σε θεράποντα ερειπίων. Ή φύλακα αυτών για να θυμηθούμε στην προκειμένη περίπτωση τον αείμνηστο ποιητή Αλέξη Τραϊανό.

Βέβαια το τοπίο αυτής της προϊούσας ομαδικής πτώσης, όπου η ύπαρξη προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, κάποτε ουχί ματαίως, έχει δεινώς αποδοθεί και παλαιότερα από την ίδια δημιουργό. Θυμίζω ενδεικτικά το εξής, το οποίο προλέγει κατά τρόπο σπερματικό και ακριβολόγο ταυτοχρόνως τη σημερινή διάσταση της κατά κύριο λόγο ηθικής – αξιακής κρίσης: «Την τροφή σου, την τροφή σου πού τη σέρνεις; / Εσύ μπορείς να ταφείς εδώ, / Με τις ανόητες τιμές των οικείων σου, / Σαν να ‘σουν σ΄ οτιδήποτε χρήσιμος. / Μα η τροφή σου, α, η τροφή θα μείνει άταφη. / Για τόση τροφή χώρος δεν υπάρχει. / άρτων βουνά, εξωτικοί καρποί, γλυκίσματα . / Θα μείνουν στα σκυλιά και στα ποντίκια. / Να δούμε τώρα πώς θ΄ αντέξει η ψυχή σου, / Ατροφική και αποστεωμένη, / Εξόριστου μακρά οδοιπορία, / Κάτεργο πείνας, βούρδουλα λιμού, / Πού θα ΄βρεις, να γλυκάνεις τα χείλη σου, / Ψίχουλο που ούτε το πουλί χορταίνει». (Βλ. «Για την ασιτία», συλλογή: Το κυπαρίσσι των εργατικών, Καστανιώτης, 1995). Σήμερα, στην ενδοχώρα νέων αλληλουχιών, αντιθετικών συμπλεγμάτων και διάσπαρτων αλληγοριών, όπως ακριβώς καταγράφονται στον Τρόμο ως απλή μηχανή, επανέρχεται στον υπερθετικό βαθμό η αγωνία της ύπαρξης να διαφυλάξει τα όσα ιερά και όσια της απέμειναν. Ως θλιβερή προοπτική των ορατών αντιξοοτήτων, τις οποίες συνεπάγονται καθημερινά οι συγκυρίες ενός βαρύτατα αγχωτικού, πένθιμου παρόντος, οι χρήστες της κοινωνικής κυψέλης βλέπουν στο σύνολό τους τον επερχόμενο αφανισμό τους. Το τοπίο είναι εξοντωτικό. Θα μπορούσε μάλιστα να είναι μια ψηφίδα του αρχετυπικού τοπίου μιας ακραίας ελλειμματικής συμπεριφοράς των στελεχών της κοινωνικής κυψέλης. Αναφέρομαι σ΄ ένα πεδίο γενικής Οργής. Εκείνο το τόσο γνώριμο από τον Ιερεμία της Βίβλου, τον Ρεμπώ, τον Γκόγια, τον Στάινμπεκ, τον Μπρεχτ. Η μεταφυσική αποφλοιώνεται, οι πεποιθήσεις αντιστρέφονται κι εδώ πλήρως. Ό, τι ακολουθεί είναι η περίσκεψη του όντος που χάνει το παν. Παραθέτω την ενδεικτική«Σαρακοστή», όπου το ποιητικό υποκείμενο αποκαθηλώνει ως και τη νοσταλγία των ιάσεων: «Ελάτε, φοβεροί κυνηγοί, / Οπλίστε και αποκοιμηθείτε. /Έντρομο θήραμα, σοφή η σφαίρα. / Διαλύονται σαν ξεθαμμένο ρούχο / Πεποιθήσεις και ασφάλιστρα./ Πότε στη Σταύρωση, πότε στη Γέννα/ Το σώμα παρατάει το αίμα του./ Απογοητεύουν εξ ίσου. /Αν τώρα μ’ ένα σφουγγαράκι ξύδι /Γυαλίσουμε τα χρώματα των προσώπων,/ Θα είναι η θρέψη του πανίσχυρου βλέμματος; / Ή οι βιταμίνες μιας ξινής σαλάτας;»

Αν όντως «είναι πιο εύκολο να χάσεις την πίστη σου παρά ένα ζευγάρι γάντια», όπως διατείνεται ο Τσέχωφ, τότε η καταγραφή αυτής της απώλειας παραμένει μια από τις αναφαίρετες αποστολές της Ποίησης. Ό, τι ακριβώς προβάλλει και εμπεδώνει με ιδιαίτερη ένταση εδώ η κειμενική βούληση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου. Εκεί όπου άλλοτε φύτρωνε το δικαίωμα μιας προσδοκίας ευπρόσωπης ζωής, τώρα σέρνεται το σώμα του επαίτη, του πάμφτωχου, του άστεγου, του άτυχου μετανάστη, του θύματος των ανελέητων εμπρησμών. Το σώμα, ενίοτε ανεπαρκές ή έωλο, πάντως πολύτιμο σκεύος Βίου, αυτή «η βιο – πολιτική πραγματικότητα», όπως διδάσκει ο Μισέλ Φουκώ (βλ. Επιλογή από τα Dits et écrits, εκδόσεις «στιγμή», 2011), σπεύδει να αποδείξει μια ακόμη φορά το εύρος της αντοχής του. Οι μαρτυρίες άγους της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, αυτά τα εκατό ποιήματα – ιστοί παθών, για να το διατυπώσω διαφορετικά, δεν θέλουν να στεγνώσουν μιαν ικμάδα έστω ανάκαμψης. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στο επιμύθιο ορισμένων ποιημάτων, όπως φέρ΄ ειπείν συμβαίνει στο δίσημο επίγραμμα με τίτλο «Τόποι και τόποι»: «Είδα τον Βόσπορο, την Προποντίδα, / Μα πουθενά των εκχριστιανισμό των Σλάβων. / Στους δρόμους, πάντως, ο παλμός μιας ίντριγκας / Ίσως το τσάι, τα μπαχαρικά… / Είδα τον Κορινθιακό, το Ταίναρο,/ Διάφανη πλάκα, θάλασσα θαμμένη,/ Ψάρια μονάχα με το ψαροκόκαλο./ Στα βουνά, όμως, κάποια αλληλεγγύη. Ίσως τα πουλιά, ίσως οι μύθοι…».

Σημειώσεις
* Διαλέξεις για τη θρησκευτική πίστη, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Βαγγέλης Αθανασόπουλος, εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη, 1993.
** Κρίτων Αθανασούλης, Ο αγριόχοιρος, εκδόσεις Δίφρος, 1963.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
Ο τρόμος ως απλή μηχανή

Eκδόσεις Πατάκη, 2012

Πηγή: Bookpress.gr

Join the Forum discussion on this post

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *