Μες στη ζωήν ετούτη πέρασες…

Share

Χρήστος Ν. Φίφης

Χρόνια αγαπούσα το φωτεινό σου γέλιο και τ’ αγαθό σου πρόσωπο.
Η τελευταία ανάμνηση μένει όταν σ’έβλεπα να μ’αποχαιρετάς
μ’ ένα μαντήλι στον Πειραιά.
Γερή και γέρικη βελανιδιά κρατιόσουν ορθός πάνω από οχτώ δεκαετίες.
Κι’ όμως ήσουν γλυκός κι ήσουν αθώος τόσο!

‘Ησουν ένα πλάσμα τόσο διαφορετικό απ’ τον προπάππο, τον Κύρη σου
που λένε πως ήταν σκληρός κι αψύς κι οξύθυμος.
Που το 1897, μια μέρα την ώρα που το χαλάζι τού κατέστρεφε
τη σοδειά, γεμάτος οργή, σήκωσε το κουμπούρι του
και πυροβολούσε τον ουρανό, βλαστημώντας.
Και το κουμπούρι του έπαθε εμπλοκή κι έσκασε στο χέρι του
που τόκοψε και το χέρι του κρεμόταν μια φούντα
ματωμένα κομμάτια.
Κι αυτός αμέσως άρπαξε το τσεκούρι, με τ’ άλλο χέρι π’ απόμενε
γερό, και ψύχραιμα το ίσιαξε πάνω στο κρεατοκόπι.
Εσύ ήσουν γλυκός κι ευγενικός κι ήσουνα πράος τόσο!

Πολλές δεκαετίες πάλευες με τη γη και τις άλλες δουλιές
για ν’ αναστήσεις τα ενιά παιδιά σου.
Ήσουνα κι εσύ απ’ τη γενιά που μεγάλωσε την Ελλάδα το 1912,
που δέκα ολόκληρα χρόνια τα πέρασες στρατιώτης
και στους πολέμους.
Δοκίμασες κι εσύ την αστοργία του ελληνικού κράτους
και τα βασανιστήρια της ελληνικής γραφειοκρατίας.
Είδες στα τελευταία χρόνια της ζωής σου ο Χάρος να σου
παίρνει δυο λεβέντες.
Όμως αγόγγυστα υπέμενες τη μοίρα. ΄Ητανε δύσκολη η ζωή
κι ωστόσο τη ζούσες στωικά, ανάκατη με λύπη και χαρά.
Πάντα κρατιόσουν στέρεος κι αλύγιστος σα βράχος.

Ποιος ενδιαφέρεται για τούτη τη μικρή σου ιστορία, μια συνηθισμένη
ιστορία σε τούτη τη γη, σε τούτη τη ζωή,
σε τούτο το μυστήριο κόσμο;
Μια βελανιδιά που μεγάλωσε στο δάσος, που
έκανε καρπούς, που πέρασε.
΄Ενα παιδί, πούρθε στη ζωή –κάποτε ήσουνα παιδί-
που βασανίστηκε στη ζωή, που γέρασε.
΄Ησουνα ένας από μια γενιά, – στην Ιστορία της Νέας Ελλάδας –
που πάλεψε, που πόνεσε, που πέρασε.

Χρήστος Ν. Φίφης
Μελβούρνη 1971

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *