΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις

Share

Χρήστος Ν. Φίφης

Οι γυμνασιακές σπουδές τη δεκαετία του 1950 σ’ ένα επαρχιακό γυμνάσιο είχαν συχνά περιορισμένους ορίζοντες. Στο γυμνάσιο του Θέρμου, πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα, περιορίζονταν για την πλειοψηφία των μαθητών, στην παπαγαλία μιας αυτολεξεί μετάφρασης των αρχαίων κειμένων, την προβλεπτικότητα και ρηχότητα των εκθέσεων ιδεών, χωρίς καν μια κριτική συζήτηση των κυρίαρχων ιδεών, τη θεωρητική ποδοσφαιρολογία, καμιά βόλτα νωρίς το βραδάκι, πότε πότε χαρτιά στα κρυφά για το φόβο εφόδου των καθηγητών. Και για μας από τα μακρινότερα χωριά που πληρώναμε νοίκι κανένα θεληματάκι πότε πότε για την εξασφάλιση κάποιου χαρτζηλικιού.

Το Θέρμο δεν είχε κινηματογράφο, σπάνια το επισκεπτόταν καμιά θεατρική ομάδα, αλλά και αν γινόταν κάτι τέτοιο που να φτουρήσουν ψιλά για τέτοιες πολυτέλειες, όταν η εξασφάλιση του ψωμοτυριού ήταν προβληματική. Το κατηχητικό, ιδιαίτερα για μας που μέναμε σε ενοίκιο ήταν σχεδόν υποχρεωτικό και το ίδιο και ο εκκλησιασμός την Κυριακή, αν δεν λείπαμε στα χωριά μας. Την Κυριακή έβγαζε κήρυγμα ο θεολόγος μας και κατηχητής μας. Στα κηρύγματα πρόσεχα τις ιδέες που αράδιαζε και το περιεχόμενο. Μερικοί θαύμαζαν τις εντυπωσιακές λέξεις και τη ρητορική του δεινότητα. Παρατήρησα, όμως, ότι πάρα την ευγλωττία του μερικές φορές οι προτάσεις του κατέληγαν σε ασυναρτησίες. ΄Ημουν σίγουρος ότι δεν έκανα λάθος αλλά έτσι ν’ ακούσω και μια άλλη γνώμη, το είπα μια μέρα εμπειστευτικά στο φίλο μου Κοκκαλάκη, που ήταν άσσος στη γρήγορη κατανόηση κειμένων και λόγων. «Το ίδιο παρατήρησα και εγώ», μου είπε. Φυσικα το θέμα δεν το πήγαμε παραπέρα.

Πέρα από την παπαγαλία των σχολικών βιβλίων υπήρχε ένα βάλτωμα της σκέψης. Βιβλιοθήκη δεν υπήρχε ούτε στο σχολείο, ούτε στις υπηρεσίες της τότε Κοινότητας. Υπήρχαν λίγα λογοτεχνικά βιβλία σε κάποια ράφια στο διάδρομο του σχολείου αλλά ήταν κλειδωμένα και κανένας δεν ενθαρρυνόταν να τα ζητήσει για ανάγνωση. Μερικοί που θέλαμε να διαβάσουμε κάτι παραπάνω από τα μονόχνωτα σχολικά βιβλία καταφεύγαμε σε αλληλοδανεισμούς. ΄Ηταν, όμως, λάθος λέξη. Πού να τα βρούμε τα βιβλία εμείς να τα δανείσουμε και σε άλλους; Απλώς παρακαλούσαμε κάποιον βιβλιόφιλο υπάλληλο της τραπέζης ή νεαρό δικηγόρο ή άλλο τοπικό διανούμενο. Εξάλλου ελάχιστοι ήταν οι μαθητές που ενδιαφέρονταν για το εξωσχολικό βιβλίο.

Θυμάμαι πως με τον τρόπο του δανεισμού πέσανε στα χέρια μου μερικά κλασικά και άλλα λιγότερο σπουδαία βιβλία: οι ‘΄Αθλιοι’ του Βίκτορα Ουγκώ, οι ‘Μεγάλες Προσδοκίες’ του Τσαρλς Ντίκενς, ο ‘Χοκ Φιν’ του Μαρκ Τουαίν, τα ‘΄Αγουρα Χρόνια’ του Α. Τζ. Κρόνιν, η ‘Ζωή εν Τάφω’ του Στρατή Μυριβήλη, η ‘Αιολική Γη’ του Ηλία Βενέζη, τα ‘Άπαντα’ του Βαλαωρίτη, τα ‘Τραγούδια των Βουνών’ του Αθάνα και μερικά άλλα. Δύσκολα, όμως, εύρισκε κανένας βιβλία για κοινωνικά ή φιλοσοφικά θέματα. Ο Καζαντζάκης ήταν γνωστός μόνο ως φήμη. Ο Καβάφης περιoριζόταν στα 4-5 ποιήματα των σχολικών βιβλίων. Ακόμη και ο Παλαμάς περιοριζόταν στα ποιήματα των σχολικών. Ο Βάρναλης και ο Ρίτσος ήταν σχεδόν άγνωστοι.

Είχα διαβάσει σε ένα σημείωμα εφημερίδας για το Βάρναλη αλλά δεν είχα διαβάσει κανένα ποίημά του. Μια φίλη μου από την Αθήνα, η Μάνια, με την οποία τυχαία γνωριστήκαμε, με αυτή και τη μητέρα της, σε κάποιο συγγενικό μου σπίτι στα Γιάννενα, σε κάποια εκδρομή του σχολείου μας εκεί, μού έγραφε πότε πότε για τις πνευματικές εκδηλώσεις της Πρωτεύουσας. Αυτή, αν και μικρότερη από μένα, γνώριζε περισσότερα για λογοτέχνες, διανοούμενους και ζητήματα διανόησης. Κάποτε κάποτε πήγαινε με τη μητέρα της σε διαλέξεις και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις. Σε ένα γράμμα της μού έγραφε ότι πήγε με κάτι φίλους της σε μια διάλεξη και οι οργανωτές αναφέρθηκαν στο Βάρναλη που ήταν παρών και καθόταν στην πρώτη σειρά. Στο τέλος τού ζήτησαν να πει μερικά λόγια. Ο γερο-Ποιητής δεν άκουγε καλά, έλεγε ό,τι αυτός ήθελε να πει και στο τέλος, ανταποκρινόμενος σε κάποιες παρακλήσεις από το ακροατήριο, απάγγειλε το ποίημά του «Η Θάλασσα».

Η Μάνια, στο ίδιο γράμμα, αντέγραψε για μένα σε μια σελίδα το ποίημα του Βάρναλη «Οι Μοιραίοι» που τής άρεζε ιδιαίτερα. Είχα διαβάσει γι’ αυτό κάπου αλλά ποτέ δεν είχα διαβάσει το ίδιο το ποίημα. Τώρα το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα στο αντίγραφο τής Μάνιας μέχρι που το έμαθα απέξω.

Μ’ αυτά και μ’αυτά τελείωσα το Γυμνάσιο τον Ιούνιο του 1960 και πήγα στο χωριό. ΄Επιασα δουλειά με έναν ξάδερφό μου σε ένα συνεργείο μεταφοράς κολόνων του ΟΤΕ. Παίρναμε τις κολόνες από το Δρυμώνα που τις άφηνε το αυτοκίνητο και τις κουβαλούσαμε στον ώμο μας κοντά στα σημεία που θα μπήγονταν στη γραμμή για την Αμβρακιά. Η γραμμή περνούσε μέσα από τα Διάσελα του Μηλιού για να φτάσει ευθεία γραμμή στην Αμβρακιά και να ενώσει το χωριό τηλεφωνικώς με το Θέρμο. Κάνα δυο μήνες αργότερα, ο θείος μου ο Μήτσος από την Αθήνα, μού έστειλε ένα γράμμα. Μού λέει, τώρα που τελείωσες το Γυμνάσιο έλα στην Αθήνα, θα κοιτάξουμε να βρεθεί καμιά δουλειά

΄Ενα πρωί, προς τις αρχές Οκτωβρίου, ξεκίνησα για την Αθήνα. Χαιρόμουν που θα έβλεπα ξανά την οικογένεια του θείου μου Μήτσου και επίσης τη Μάνια. Είχα μερικά χρήματα για τα απαραίτητα γιατί είχα πληρωθεί για τα ημερομίσθια που έκανα στις κολόνες του ΟΤΕ. Πήρα το λεωφορείο στο Θέρμο για το Αγρίνιο και από εκεί το άλλο για την Αθήνα. Στο λεωφορείο για την Αθήνα κάθισα δίπλα σε έναν καλοντυμένο τριαπεντάρη στα  μπροστινά καθίσματα της τρίτης δεξιάς σειράς. Ο κύριος με κοίταξε με ένα διαπεραστικό βλέμμα σα να προσπαθούσε να με ζυγίσει. Διάβαζε ένα αγγλικό περιοδικό αλλά δεν φαινόταν φαντασμένος, όπως μερικοί τέτοιοι. Απεναντίας, έδειχνε προσηνής και ομιλητικός. Του έγνευσα καλημέρα και με ρώτησε ευγενικά από πού είμαι και για πού ταξιδεύω. Του είπα ότι τελείωσα το Γυμνάσιο Θέρμου και πηγαίνω στην Αθήνα. Το όνομά του ήταν Γρηγόρης αλλά δεν έδωσα προσοχή στο επίθετό του και δεν το συγκράτησα. Μου είπε ότι έμενε στην Τρίπολη. ΄Ηταν εμπορικός αντιπρόσωπος μιας εταιρείας και είχε πάει για δουλειές στην Πάτρα, τα Γιάννενα και το Αγρίνιο και τώρα θα πήγαινε στην Κόρινθο. Είχε σπουδάσει φιλολογία στο πανεπιστήμιο αλλά όταν πήγε μετά στην Αγγλία έκανε εμπορικές  σπουδές.

– Θα πάτε στο Πανεπιστήμιο; με ρώτησε.

– ΄Οχι για φέτος. Θα πρέπει να βρω εργασία. Μετά βλέποντας και κάνοντας, ίσως αργότερα να δώσω εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο.

΄Ισως να νόμισε ότι ήμουν λίγο αφελής και υπεραισιόδοξος.

΄Εβγαλα και διάβαζα την ποιητική συλλογή ενός φίλου μου, παλιού μαθητή τού Θέρμου που τώρα σπούδαζε Νομικά στην Αθήνα, τα «Ρουλελιώτικα» του Θανάση Παπαθανασόπουλου. Ο Θανάσης είχε περάσει από το Θέρμο τον Ιούνιο και όταν συναντηθήκαμε μού χάρισε την πρόσφατα τυπωμένη ποιητική του συλλογή. Ο συνεπιβάτης μου κάποια στιγμή ρώτησε:

 – Τι είναι το βιβλιαράκι που διαβάζετε;

Τού εξήγησα.

-Μπορώ να κοιτάξω και εγώ μετά την ποιητική συλλογή του φίλου σας; Τού την έδωσα. Προς έκπληξή μου συνέχιζε να τη διαβάζει προσεκτικά μέχρι που φτάσαμε στο Αντίριο. Στο Φέρι μποτ καθίσαμε στο σαλόνι.

– Παραδοσιακή αλλά ενδιαφέρουσα η συλλογή του φίλου σου, μου είπε. Τώρα μού μιλούσε στον ενικό.

– Συνεχίζει την παράδοση της Ρούμελης, του Αθάνα, παρατήρησα.

-΄Οχι ακριβώς. Η παράδοση της Ρούμελης δεν είναι μόνο ο Αθάνας. Υπάρχει και ο Παλαμάς, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Μίλτος Μαλακάσης, ο Θανάσης Κυριαζής και άλλοι. Βλέπω στα ποιήματα τού φίλου σου μια διαφορετική κοψιά από τον Αθάνα. Ο Αθάνας μιλάει  αφ’ υψηλού για τις εμπειρίες της επαρχίας. Ο νεαρός ποιητής εδώ είναι ο ίδιος από το λαό όταν μιλάει για τις εμπειρίες του. Τι άλλο διαβάζεις, εκτός από τα σχολικά;

– Δεν είχα σπουδαίες ευκαιρίες. Κάποια μυθιστορήματα. Κάποιους ποιητές.

– Διαβάζεις κάποια ξένη γλώσσα;

– ΄Οχι βέβαια.

– Πρέπει να μάθεις κάποια ξένη γλώσσα, όσο είσαι νέος ακόμα. Διαβάζεις κριτικούς;

– Στην πραγματικότητα κανέναν.

– Κακώς. Ελπίζω να το κάνεις στην Αθήνα. Η λογοτεχνία μιλάει με συναισθηματισμούς, με υποκειμενικότητα. Χρειάζεται την κριτική να την αποφορτίζει, να την αξιολογεί, να μας λέει αν κάτι αξίζει.

Μιλούσε με κάποια συγκατάβαση, με απόλυτη αυτοπεποίθηση. ΄Αρχισα να συγχύζομαι κάπως αλλά τώρα κατεβαίναμε για να μπούμε ξανά στο λεωφορείο.

– ΄Ηταν το πρώτο μου ταξίδι για την Αθήνα αλλά είχα ξαναταξιδέψει τη διαδρομή για το Ξυλόκαστρο και την Κόρινθο πριν μερικά χρόνια. Μέχρι τον Ισθμό, όχι πιο πέρα. Κοίταζα τη γνώριμη θάλασσα και τα βουνά που έλαμπαν στον φθινοπωρινό ήλιο.

– Δεν υπάρχει λογοτεχνία χωρίς το λόγο και τον αντίλογο της κριτικής, είπε ο συνεπιβάτης μου, συνδέοντας το νήμα με την προηγούμενη συζήτηση.

– Δεν χρειαζόμαστε κριτική για να γνωρίσουμε την αξία του Σολωμού, του Βαλαωρίτη, του Παλαμά, των δημοτικών τραγουδιών, παρατήρησα.

– Μπα!…, αναφώνησε έντονα. Πώς όχι! ‘Με λογισμό και μ’ όνειρο…’, δεν λέει ο ποιητής; ΄Ολοι και όλα δεν είναι το ίδιο. Η λογοτεχνία δημιουργεί είδωλα, μύθους, συχνά ψεύτικους μύθους -οξύμορο ε!. Η κριτική σκέψη τα βάζει στη θέση τους, τα εξηγεί, τα δένει με την πραγματικότητα. ΄Οταν πράγματι υπάρχει κριτική. Χρειαζόμαστε τις διαφορετικές εξηγήσεις να διακρίνουμε τη ρεαλιστική διάσταση.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος φαινόταν διαβασμένος.

– Καλά, πώς δεν επιδιώξατε να διοριστείτε καθηγητής; τον ρώτησα, αλλάζοντας κάπως τη συζήτηση.

– Γιατί να διοριστώ καθηγητής, δεν είμαι καλύτερα εδώ που είμαι; Οικονομικά είμαι καλύτερα και έχω και την ανεξαρτησία μου. ΄Εχω φυσικά περισσότερες έγνοιες.

‘Όποιος έχει τα γένια του έχει και τα χτένια του’, σκέφτηκα αλλά δεν τού το είπα.

Οι άλλοι γύρω μιλούσαν για τα πολιτικά, άλλοι για ποδοσφαιρικά. Φωνασκούσαν. Δύο μιλούσαν για την ανεπάρκεια ενός αγροφύλακα στο χωριό τους. Αρρώστησε ο προηγούμενος αγροφύλακας. Αυτός γνώριζε κάποιο βουλευτή, διορίστηκε με μέσο, αν και ήταν χοντρός και πλησίαζε τα εξήντα.΄Ηταν δυσκίνητος, πρώην χωροφύλακας, δεν μπορούσε να τρέχει στα χωράφια.΄Επιανε τα καφενεία ή κάποιο δρόμο και ρωτούσε δήθεν ανακριτικά: ‘Μην ακούσατε για καμιά αγροζημία εδώ πέρα;’ Κάποιοι και κάποιες συζητούσαν για μια νέα ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Εμείς μιλούσαμε, ιδιαίτερα ο Γρηγόρης, ζωηρά κάπως, χωρίς όμως να φωνασκούμε. Παρατήρησα ότι κάποιοι, έστηναν αυτί στο διάλογο που είχα με τον άγνωστό μου Γρηγόρη. Αυτός το πρόσεξε και τους κοίταζε μάλλον αδιάφορα και ειρωνικά.

-΄Εχεις διαβάσει Ρίτσο; με ρώτησε ο Γρηγόρης.

– Καθόλου. Μόνο ένα ποίημα του Βάρναλη, τους «Μοιραίους». Τού το απήγγειλα.

– ‘Τι φταίει;’ ρωτάει ο Βάρναλης, είπε ο Γρηγόρης, Ο Ρίτσος, όμως, τού απάντησε τι φταίει. Μού απήγγειλε τους σχετικούς στίχους του Ρίτσου.

– Τι Βάρναλης και Ρίτσος, πετάχτηκε κάποιος από το πίσω κάθισμα. Αυτοί είναι κομμουνισταί!

– Διαβάζετε ποίηση, κύριε, τον ρώτησε ο Γρηγόρης.

– Καμιά φορά. Διάβαζα στο Γυμνάσιο.

– ΄Εχετε διαβάσει το Βάρναλη και το Ρίτσο;

 – Τι να διαβάσω; Κομμουνιστικές φυλλάδες; Τον Ρίτσο, πώς τον λέτε, δεν τον είχαν στείλει εξορία; Τού επέτρεψαν να γυρίσει σπίτι του και αυτός αμετανόητος εξακολουθεί να γράφει τις ίδιες φυλλάδες.

– Δεν μπορείτε κύριε να απορρίπτετε έναν συγγραφέα χωρίς να τον έχετε διαβάσει καθόλου, είπε ο Γρηγόρης με έναν αδιόρατο τόνο ειρωνείας.

– Συμφωνάτε με το Βάρναλη ή το Ρίτσο; ρώτησα το Γρηγόρη.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος προέβαλε πάλι την αναντίρρητη αυτοπεποίθησή του.

– Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνώ με κανέναν από τους δύο, είπε. Να τους γνωρίζω ναι. Μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς με κάποιον, τόνισε λίγο πιο έντονα, προφανώς για ν’ ακούσουν και οι άλλοι του πίσω καθίσματος, αλλά πρέπει να έχεις απόψεις και επιχειρήματα.

Σε λίγο συνέχισε απτόητος τη διάλεξή του:

-΄Εχεις διαβάσει τα έργα του Καζαντζάκη;

– Δεν έχω διαβάσει κανένα.

– Ελπίζω να το κάνεις στην Αθήνα. Να πηγαίνεις στις βιβλιοθήκες.

– Πού θα βρω το χρόνο; Θα κοιτάξω να βρω εργασία.

– ΄Ακου να σου πω νέε φίλε μου. Μη νομίζεις ότι επειδή έβγαλες το Γυμνάσιο έχεις μάθει κάτι. Συγγνώμη, είπε εμφατικά, μπορεί πολλοί άλλοι γύρω σου να είναι ντενεκέδες ξεγάνωτοι αλλά και συ δεν διαφέρεις πολύ. ΄Εχεις και συ άγνοια των πάντων. Και στο Πανεπιστήμιο να πας μη νομίζεις ότι θα μάθεις τίποτα περισσότερο για τη ζωή και την πραγματική γνώση. Πρέπει να σκάπτεις καθημερινά μέσα σου. Να καλλιεργείς τον εαυτό σου. Διαφορετικά θα είσαι έρμαιο των παπάδων και των βουλευτάδων. Και βεβαίως και των δασκάλων. Θα πρέπει να είσαι σε θέση να τους κρίνεις, είπε με κάποια έπαρση. Να τους βάνεις στη θέση τους.

Στη ρητορική του φόρα γινόταν πολύ ριζοσπαστικός. Κάποιοι γύρω στα άλλα καθίσματα έδειχναν να αποδοκιμάζουν αυτά που άκουγαν τα αυτιά τους.

– Εσείς τους βάζετε στη θέση τους; τόλμησα να ρωτήσω.

– Καλή ερώτηση. Πρέπει να προσπαθώ να τους βάζω. Στην ιδιωτική μου ζωή προσπαθώ περισσότερο. Σε επηρεάζουν οι παπάδες και οι δάσκαλοι;

– Δεν πρέπει; Μας διδάσκουν. Μας δίνουν τις γνώσεις για τη ζωή…  ή για την αιώνια ζωή, παρατήρησα.

 – Μπα! Δεν δίνουν τις γνώσεις, αγαπητέ μου. Δίνουν κονσερβοποιημένες γνώσεις.

Συνέχισε μια μάλλον μακρά διάλεξη ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να διδάσκουν οι δάσκαλοι τους μαθητές τους είναι πώς να μαθαίνουν κάτι μόνοι τους.

– Δεν πιστεύεις ό,τι ακούς και διαβάζεις, μού είπε. ΄Η μήπως αυτό κάνεις; ΄Οχι, αν δεν το φιλτράρεις πρώτα με τη σκέψη σου και την κριτική σου. Μίλησες για την αιώνια ζωή. Φοβάσαι τους παπάδες;

– Δεν τους φοβάμαι. Αλλά αν υπάρχει αιώνια ζωή θα πρέπει να έχουν και αυτοί το ρόλο τους, είπα.

– Αν υπάρχει! Δεν το γνωρίζω. Αλλά και τι με νοιάζει αν υπάρχει αιώνια ζωή; Το χρέος μου είναι να ζω την παρούσα ζωή ως άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους.

– Μα αυτό δεν λένε και οι παπάδες;

– ΄Οχι ακριβώς. ΄Εχεις διαβάσει τον Παλαμά;

– Μερικά ποιήματα.

– ΄Εχεις διαβάσει το ‘Ζωή δεν είναι τίποτα…;’

– Δεν το γνωρίζω αυτό το ποίημα.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος απαγγέλλει:

‘Ζωή δεν είναι τίποτα για μας έξω από σένα…’

– Ακούγεται θαυμάσιο! είπα.

– Είναι θαυμάσιο! Η υποχρέωσή σου είναι σε αυτήν εδώ τη ζωή. ΄Οταν πεθάνεις, αργά ή γρήγορα όλοι θα πεθάνουν, αν υπάρχει κάποια αιώνια ζωή θα είναι μια διαφορετική πραγματικότητα. Μια καινούργια αρχή.

Μετά από λίγο η ζωηρή συζήτηση κόπηκε ξαφνικά. Φτάναμε στην Κόρινθο και το λεωφορείο σταμάτησε στο Πρακτορείο. Ο Γρηγόρης σηκώθηκε κρατώντας την τσάντα του. ΄Ηταν μετρίου αναστήματος, μάλλον αδύνατος, με ζωηρά μάτια, καστανά μαλιά και μουστάκι. Η έκφρασή του τον έδειχνε σοβαρό και με αυτοπεποίθηση. Σηκώθηκα για να περάσει στο διάδρομο. Μού έδωσε το χέρι του.

– Γεια σου νεαρέ. ΄Εχεις πολύ να διαβάσεις ακόμη. Τώρα αρχίζεις.

Οι διπλανοί που άκουγαν τη συζήτηση τον κοίταζαν που κατέβαινε. Κάποιοι μιλούσαν αποδοκιμαστικά γι’ αυτό που ονόμαζαν ‘μεγάλη φλυαρία του’ και που φαινόταν να έρχεται σε αντίθεση με το σοβαρό παρουσιαστικό του.

Μετά τον Ισθμό βυθίστηκα σε σκέψεις. Καθώς κοίταζα το Σαρωνικό από την Κακιά Σκάλα, την τόσο γνωστή από τη μυθολογία, πίστευα ότι δεν συμφωνούσα με πολλά από αυτά που έλεγε ο Γρηγόρης. Ωστόσο τα σκεφτόμουνα. Ποτέ στο σχολείο μας δεν είχαμε τέτοια ελεύθερη συζήτηση. ΄Ο,τι έλεγαν οι καθηγητές και τα βιβλία τα επαναλαμβάναμε παπαγαλιστί. ΄Αλλη άποψη δεν ενθαρρυνόταν.

Σε λίγο από τη Λεωφόρο Αθηνών φάνηκε να προβάλει η Αθήνα μέσα στην αχλύ του απογεύματος, η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός. Από το μπαλκόνι του σπιτιού του θείου Μήτσου στο Χαϊδάρι έβλεπα επίσης κάθε πρωί, τις επόμενες μέρες, ολόκληρη την Αθήνα να βγαίνει από την διάφανη πρωινή καταχνιά.

Τις δυο πρώτες εβδομάδες επισκέφτηκα την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό, τον Πειραιά. Με τη Μάνια που έμενε στο Παγκράτι κάναμε μια βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Πήγαινε στο σχολείο. ΄Ενα άλλο απόγευμα πήγαμε με τη Μάνια και τη μητέρα της στη θεία της, στον Πειραιά. Γνώρισα τον ξάδερφό της, τον Κώστα, που πήγαινε στην τελευταία τάξη τού Γυμνασίου. Ο Κώστας μάς πήγε στο Πασαλιμάνι και κάναμε και οι τρεις μια βαρκάδα, μέσα στο ρόδινο μούχρωμα του δειλινού. Πάντα, όμως, στριφογύριζε στο μυαλό μου το ποίημα του Παλαμά που απάγγειλε ο Γρηγόρης. Δεν θυμόμουν τα λόγια εκτός από τον πρώτο στίχο. Ούτε η Μάνια το ήξερε. Μου πρότεινε να κάνω μια έρευνα στα βιβλία του Παλαμά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Πράγματι, μια μέρα περί τις 10 το πρωί ανέβηκα τα σκαλιά της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Με σταμάτησε στην είσοδο ένας παχουλός μεσόκοπος κύριος με παπιγιόν.

– Τι θέλετε κύριε;

– Να δω μερικά βιβλία στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

– Κύριε, είστε φοιτητής;

– ΄Οχι…, δηλαδή υποψήφιος φοιτητής.

– Κοιτάχτε! Η καλύτερη βιβλιοθήκη για σας να διαβάσετε βιβλία είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη.

– Ευχαριστώ, αλλά πού είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη;

– Στο Δημαρχείο! Στην οδό Αθηνάς.

Δεν πήγα αμέσως. Την επόμενη εβδομάδα είχα βρει μια διαφημιστική δουλειά. Κάποιο εκδοτικό συγκρότημα επανακυκλοφορούσε την εβδομαδιαία εφημερίδα ‘Εμπρός’. Συγκεντρωνόμασταν μια ομάδα νεαρών και μάς έπαιρνε κάποιος με ένα αυτοκίνητο σε διάφορα προάστια. ΄Ηταν μια ευκαιρία να γνωρίσω κάπως γεωγραφικά την Αθήνα. Ο καθένας αναλάμβανε μια οδό και άφηνε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο στην είσοδο κάθε σπιτιού ή καταστήματος ή τα έδινε σε διερχόμενους πεζούς και σταματημένα αυτοκίνητα. Δούλεψα εκεί περί τις δύο εβδομάδες. Την Τρίτη εβδομάδα ο θείος Μήτσος μού είπε ότι τηλεφώνησαν από την Κλινική Λυμπέρη στη Γλυφάδα, όπου είχα πάει για συνέντευξη. Θα με προσλάμβαναν ως πρακτικό νοσοκόμο και θα έμενα εσωτερικός. Η Γλυφάδα ήταν αρκετά μακριά από το Κέντρο, το λεωφορείο έπαιρνε πολλή ώρα και αν δεν είχα ρεπό σπάνια ανέβαινα στην Αθήνα.

Πάντα, όμως, στριφογύριζε στο μυαλό μου ο τίτλος του ποιήματος του Παλαμά. Μετά από κανα δυο μήνες, μια μέρα που είχα ρεπό, ανέβηκα στην Αθήνα και πήγα, επί τέλους, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Βρήκα μια πιο πρόσχαρη ατμόσφαιρα από την κρυάδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο υπάλληλος με έμπασε σε μια μεγάλη αίθουσα με τραπεζάκια για ανάγνωση και ράφια με βιβλία στους τοίχους. ΄Εβλεπα κάμποσο κόσμο να ξεφυλλίζει βιβλία, να διαβάζει, να παίρνει σημειώσεις. Φοιτητές, δημοσιογράφους, συγγραφείς. Σε ένα τραπεζάκι πήρε το μάτι μου τον διανοούμενο Μπάμπη Κλάρα που τον είχα δει σε μια φωτογραφία στην εφημερίδα, νομίζω, τη ‘Φιλολογική Βραδυνή’. ΄Αρχισα να ξεφυλλίζω τους τόμους του Παλαμά. Διάβαζα διάφορα ποιήματα. Κάποια στιγμή αναπήδησα. Βρήκα τους στίχους του ποιήματος που είχε απαγγείλει ο Γρηγόρης. Αμέσως τους αντέγραψα σε ένα τετράδιο σημειώσεων που είχα μαζί μου:

Ζωή δεν είναι τίποτα για μας έξω από σένα.
Αγάπα και ξεφάντωνε και δούλευε και ζήσε
Και προσηλώσου στη ζωή σαν τον κισσό στο δέντρο
Και δέσου με την γην αυτή, στρείδι στο βράχο επάνω,
Και μη σε μέλει πού θα πας τα μάτια σου όταν κλείσεις.

Από τότε το ποίημα αυτό χαράχτηκε στο μυαλό μου. Αργότερα, στο στρατό, στο ταξίδι μου για την Αυστραλία, στην εγκατάσταση σε μια ξένη χώρα, στους χώρους της δουλειάς, στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, στους διαλογισμούς μου για το μυστήριο της ζωής πάντα θυμόμουν τον Παλαμά και τον άγνωστο εκείνο Γρηγόρη. Τι να απέγινε άραγε εκείνος ο Γρηγόρης, καλή του ώρα όπου και να βρίσκεται! Πάντα οι στίχοι εκείνου του παλαμικού ποιήματος μού θυμίζουν τη ζωηρή συζήτηση στη διαδρομή του λεωφορείου, εκείνης της ημέρας, από το Αγρίνιο μέχρι την Κόρινθο. Θα μπορούσε να ήταν μια απλή διαδρομή με λεωφορείο, όπως τόσες άλλες, έστω και αν ήταν το πρώτο μου ταξίδι στην Αθήνα, ήταν όμως μια διαδρομή διαφορετική. Και πολλές φορές ακούω να λέω  στον μέσα εαυτό μου: ‘΄Εχεις ακόμα πολύ διάβασμα να κάνεις. Τώρα αρχίζεις’.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων
του Χρήστου Ν. Φίφη, ‘Κομμάτια Ζωής’

 

 

2 Replies to “΄Εχεις ακόμη πολύ διάβασμα να κάνεις. Tώρα αρχίζεις”

  1. Αγαπητέ Χρήστο,

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο σου. Το διάβασα με ευχαρίστηση αλλά και με κάποια συγκίνηση. Έζησα και γω σαν φοιτήτρια στην Αθήνα την εποχή εκείνη με τις σκηνές που περιγράφεις. Την άφιξη σε μια άγνωστη πόλη, την πρωινή καταχνιά της Αθήνας αλλά και τον ζεστό Φθινοπωρινό της ήλιο, τον αιώνιο Ελλαδίτη με τα “κομματικά” του, την…. αβεβαιότητα.

    Σοφός ο συνομιλητής σου, ενδιαφέρουσες οι συζητήσεις σας. Σου άνοιξαν καινούργιους δρόμους, σου ενδυνάμωσαν την αγάπη για τη Λογοτεχνία, ίσως και να έβαλαν και κάποιο λιθαράκι στη μετέπειτα επιτυχημένη σταδιοδρομία σου. “Εχεις πολλά να διαβάσεις ακόμη”. Και διάβασες, στ` αλήθεια!

    Με τους χαιρετισμούς μου,

    Φρειδερίκη

    1. Ευχαριστώ για το σχόλιό σου Φρειδερίκη.
      Σε διαβάζω και σε ακούω επίσης.
      Να είσαι καλά.
      χνφ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *