Η κυρία του Μπαλκονιού

Share
«Σ’ αυτό το μπαλκόνι
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο εκθέτει»
(Κική Δημουλά)

BalconyΚάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο…

Τα εκατόν δεκαεπτά τετραγωνικά, που της ανήκαν εξ ημισείας με τον άνδρα της, έγιναν το δικό της βασίλειο από τότε που χάθηκε εκείνος. Αποτραβηγμένη στο μικρόκοσμό της και αποστρεφόμενη κάθε κοινωνική συναναστροφή του τύπου: καφές ίσον κουτσομπολιό, έκλεινε την πόρτα της σε παρόμοιες εκτονώσεις και προτιμούσε το δικό της κόσμο με τα βιβλία, τα λουλούδια και το μεγάλωμα των παιδιών της. Όταν της έφυγαν κι εκείνα, η ψυχαγωγία της έγινε το μπαλκόνι της!

Κάθε Τρίτη, με τα ψώνια της λαϊκής, αγόραζε τα απαραίτητα, για τον καλλωπισμό του, γλαστράκια με λουλούδια εποχής: τριαντάφυλλα και πετούνιες, αγιοδημητριάτικα και κρεμαστά γαρύφαλλα, γαλαζάκια, ντάλιες, πελαργόνια και κυρίως βασιλικούς, που θα τους μεγάλωνε ως τις 14 του Σταυρού, για να τους προσφέρει πρώτη στον παπά της ενορίας της. Τα κρεμούσε λοιπόν όλα στα κάγκελα, στο «χείλος μιας πράσινης μοναξιάς», δίπλα στις γερμένες φίλες της, τις κόκκινες μπουκαμβίλιες, πρωταγωνίστριες στο χρωματισμένο της παράδεισο, γιατί το κόκκινο όλοι τ’ αγαπούν!

Μια φορά το χρόνο, και κυρίως τη Μεγάλη Εβδομάδα, η βεράντα της έχανε τη συνήθη ευταξία της, αφού θα ασβεστωνόταν με περισσή φροντίδα, για να ’ναι έτοιμη τις ημέρες των Παθών και φυσικά αστραποβολούσα την ημέρα της Λαμπρής! Μάλιστα προηγούνταν, ανήμερα της Μ. Πέμπτης, το κρέμασμα του κόκκινου πανιού στα κάγκελα – σύμβολο του αίματος που θα ’χυνε ο Χριστός στο Σταυρό – ενώ κατόπιν με τρυφερότητα θα αφαιρούσαν τα χέρια της τα φυλλαράκια εκείνα, που με κάλτσες θα αποτύπωνε στις περίφημες «περδίκες» της.

-Και του χρόνου, μονολογούσε, αν ο Θεός μ’ αξιώσει να ζήσω! Και βουτούσε μέσα στη μπακιρένια κατσαρόλα με τη μπογιά «Σημαία» το πρώτο αυγό για βάψιμο.

Κάθε ώρα, μήνας, χρόνος άφηνε τα χνάρια του στο μικρό βασίλειό της, όπου κανείς δεν μπορούσε να εισβάλλει, παρά μόνο ως φιλοξενούμενος στις πράσινες πλαστικές του καρέκλες και να σεβαστεί άλλοτε τη σιωπή της, άλλοτε τις νοσταλγικές της θύμησες κι ενίοτε την κουβεντούλα της για τα λουλούδια της, που μεγάλωναν κι αυτά μαζί της και κάποια αποχαιρετούσαν οριστικά το μάταιο τούτο κόσμο.

-Μάνα, σαν την Ιουλιέτα στέκεσαι στο μπαλκόνι σου, τι περιμένεις; την πείραξε μια μέρα ο γιος της.

-Τις χαρές που με προσπέρασαν κι εκείνες που ’θε να ’ρθουν, τον τσίγκλησε εκείνη, και από τότε δεν την ξαναρώτησε, αλλά έμεινε μετέωρος ο λόγος της να πλανιέται και να δίνει ο καθένας την ερμηνεία του, καθώς του ταίριαζε μέσα του!

Όμως, εκείνη τη στιγμή που τον ξεστόμιζε, την έφερα στο νου μου, έτσι όπως καθρεφτιζόταν στις μαυρόασπρες φωτογραφίες με τα μεσάτα της φουστάνια και το φουρό τους ν’ ανεμίζει τον ποδόγυρο, με τις ψηλοτάκουνες γόβες, τα άσπρα της γάντια και το τσαντάκι, να διασχίζει με όλη την αέρινη ομορφιά της την κεντρική πλατεία της πόλης. Έτσι την είδε και ο «Νάσος της» και την ερωτεύτηκε σφοδρά και πήγαινε κρυφά στο σοκάκι της γειτονιάς που έμενε, για να της τραγουδήσει ξημερώματα το σουξέ της εποχής: «.. άναψε το τσιγάρο δώσ’ μου φωτιά, έχω μεγάλο ντέρτι μες στην καρδιά…» μέχρι το «Φανούλι» να γίνει δικό του.

– Σ’ αυτήν τη μνήμη άραγε, έριχνες το σεντόνι από το μπαλκόνι σου μητέρα; Να πιαστεί και να σκαρφαλώσει, σαν άλλος εραστής, να κάτσει δίπλα σου στην πλαστική καρέκλα και να συστηθείτε ξανά; Και ’κείνες τις στιγμές που το κεφάλι σου έγερνε και ακουμπούσε στο κάγκελο, σε ποια θύμηση σταματημένη ζωντάνευες; Ήταν μήπως μια από ’κείνες τις φορές, που με λαθραία διάθεση εισβάλλαμε στη χαρά σου, όταν με το μειδίαμά σου, κρυμμένο θαρρείς ενοχικά πίσω από σφραγισμένα δάχτυλα, παράσερνες μονάχη σ’ ένα τρελό χορό φύλλα και κλαράκια γεμάτα άνθη στις μυρωδάτες Αμπελακιώτικες αυλές, που κοριτσάκι μας έλεγες, μεγάλωσες; Ή μήπως βρισκόσουν ξανά στον Κλήδονα, πηδώντας μεθυσμένη πάνω από φωτιές, όσο η στάμνα με το αμίλητο νερό περιφερόταν στις ανυπόμονες συντροφιές σας και μέσα σε χαχανητά και πειράγματα σας ανακοίνωνε τους χρησμούς της; Ποιες χαρές ακόμη σε προσμένουν, όταν ο πόνος σου λύγισε τα γόνατα αλύπητα, κι ας υποστήριζες πάντα πως κανείς δεν πήγε με άνεση στους Ουρανούς!

– Μα τι σκαρφίστηκε το μυαλό σου παιδί μου; αποκρινόταν η εύλαλη σιωπή της. Ζήσε το σήμερα! Το κάθε λεπτό που μας δωρίζεται είναι ανεπανάληπτο. Κοίτα τα λουλούδια μου! Ξέρουν μήπως ότι την επόμενη στιγμή δε θα υπάρχουν; Κι όμως στρέφονται στον ήλιο με άπειρη ευγνωμοσύνη, φορώντας την καλύτερη φορεσιά τους για χάρη του! Ο θάνατος είναι απών κι ας καιροφυλαχτεί ο φθόνος του την ομορφιά τους. Μα κοίτα λοιπόν! Τα πέταλά τους δε θα γείρουν άδοξα στην αγκάλη του, γιατί επιτέλεσαν τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκαν! Κι αν μαραθούν το επόμενο πρωί, η αγάπη τους στη Ζωή θα γίνει λίπασμα για να βλαστήσει η επόμενη γενιά τους.

Και επέστρεφε η αύρα της φωνής της στο μετέωρο κόσμο της χαρμολύπης της, των σκέψεων και των αναμνήσεων και του απολογισμού της για τα πεπραγμένα μιας ζωής, βολεμένη μέσα στη σιγώσα ευτυχία της. Οι περαστικοί τη γνώριζαν πια ως την «Κυρία του μπαλκονιού», μα και η πολυκατοικία της αναγνώρισε την τιμή της «σταθερής αξίας». Κάθε καλοκαίρι, οι ένοικοι εξακολουθούν να στέκονται στο κατώφλι της και αυτή, ως άλλη κλειδοκράτορας, δέχεται την εμπιστευμένη φύλαξη των σπιτιών τους, αλλά και τη φροντίδα των λουλουδιών τους. Κι εκείνα όμως με τη σειρά τους μήνυσαν στους ιδιοκτήτες τους πως μόνο εκείνη θέλουν! Γιατί σε ξένα χέρια, που δε ξέρουν ν’ αγαπούν, φυλλορροούν και καταλήγουν άδοξα!

Μητέρα! Έγινε ο εξώστης σου καράβι και εσύ «βαριά κωπηλασία μνήμης» στα στερνά της ζωής σου. Το κομποσκοίνι σου στα χέρια έγινε μόνιμη έγνοια για τα παιδιά σου και τα καλοκαιρινά απόδειπνα ισοκρατούν τη νυχτερινή ανάσα των λουλουδιών σου. Δεν ξέρω αν ονοματίζεις τ’ αστέρια τα καλοκαιρινά σου βραδινά. Μικρά μας μάλωνες να μην τα μετρούμε, γιατί θα βγάζαμε μπαστραβίτσα**! Τώρα είμαι κι εγώ «ένα ρόδο που γέρνει» και τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει τη στιγμή εκείνη, που η ανάγκη μου σε στήνει στα ματωμένα μου όνειρα, με τα ρυτιδωμένα σου πέταλα να μου χαϊδεύουν το μάγουλο.

Το μπαλκόνι σου, μόνιμος συνταξιδιώτης των εποχών, κρέμεται σαν τους πίνακες των ζωγράφων εκείνων που παρουσιάζουν ένα θέμα σε τέσσερις εκδοχές. Θα του ταίριαζε ακόμη και η μουσική παραλλαγή ενός Βιβάλντι, ως υπόκρουση, σε τόνους κρεσέντο ή ντιμινουέντο στο μυστικό ποτάμι των συναισθημάτων σου. Και εσύ εκεί, απαράλλακτη μέσα στο βάθρο της καρδιάς μας, αρυτίδωτη και ακμαία, γιατί «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».
Τώρα που το κορμί σου γέρνει περισσότερο στην πλαστική σου πολυθρόνα, το πρόσωπό σου σε πείσμα των καιρών, διατηρεί τη λάμψη μιας κοριτσίστικης νεότητας. Και σαν έρχεται το σούρουπο, «απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι υποσκάπτονται…. Σε χώρους θάμπους κλείνονται να μη μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας. Νυχτώνει».*

Κατερίνα Αξούγκα
__________
**σπυράκια-Λαϊκή δοξασία
Διήγημα σε Aνθολογίες Αθηνών ( Ν. ΑΡΙΑΔΝΗ) και Λάρισας ( ΕΛΟΣΥΛ )

2 Replies to “Η κυρία του Μπαλκονιού”

  1. “…Τώρα είμαι κι εγώ «ένα ρόδο που γέρνει» και τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει τη στιγμή εκείνη, που η ανάγκη μου σε στήνει στα ματωμένα μου όνειρα, με τα ρυτιδωμένα σου πέταλα να μου χαϊδεύουν το μάγουλο. …K.A.”

    Κατερίνα μου,
    ένας γλυκός ύμνος στην Μητέρα, το κείμενο που αναντίρρητα σε δένει με την μητέρα σου!
    Χάρηκα σύγχρονη ελληνική διηγηματογραφία, σφιχτή, καλοζυγισμένη ζύμη, με άπειρες προεκτάσεις σκέψης.
    Κόσμημα για την Εορτή της Μητέρας, στις αρχές του Μάη.
    Να είσαι καλά,
    Υιώτα Στρατή,
    αστοριανή,
    Γουέστμπερυ, Λ.Ι., ΝΥ

  2. Σας ευχαριστώ. Άλλωστε το διήγημα αυτό στις ανθολογίες που επιλέχθηκε, ήταν αφιερωμένο στη μητέρα μου. Από την ανοιξιάτικη Ελλάδα ένα γλυκό χαιρετισμό σε όλους τους Έλληνες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *