“Η Ελένη”…

Share

Η Ελένη[1] του Γιάννη Ρίτσου

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Απόσπασμα από
την ανέκδοτη Συλλογή,

Κριτικές Μελέτες

Γενικά

Πρόκειται για ένα ακόμα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου που εκδόθηκε μόνο του, και  είναι το όγδοο στη σειρά, μυθολογικό ποίημα, στη συλλογή ποιημάτων του: Τέταρτη Διάσταση. Η ‘ωραία’ Ελένη, ‘το μήλο της έριδος’ ανάμεσα στον Μενέλαο και στον Πάρη αρχικά και στη συνέχεια η αιτία για τον Τρωικό Πόλεμο, έχει απασχολήσει αριθμό λογοτεχνών ή διανοουμένων, παντού, εκεί όπου η αρχαιοελληνική ιστορία, η ελληνική μυθολογία και τα ελληνικά κλασσικά έπη, ενδιαφέρουν. Από τους Έλληνες λογοτέχνες – διανοούμενους, ο Νίκος  Καζαντζάκης, στην τραγωδία του: Βούδας[2], αναφέρει την Ελένη ως σύμβολο παρόρμησης για το άνοιγμα του Νου, των Ελληνίδων και των Ελλήνων εν γένει,  ενώ στην τραγωδία του Οδυσσέας[3], την παρουσιάζει με διαφορετικά πρόσωπα και ικανότητες.

Ο Ρίτσος είναι στα εξήντα του όταν ασχολείται με το μύθο της Ελένης. Κατέχεται από την κατάθλιψη των ανθρώπων που έχουν περάσει στην τρίτη ηλικία.   Η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει διέξοδο στο ανίατο πρόβλημα της ηλικίας, ούτε και στη φθορά της, που έρποντας κυριολεκτικά, επιβάλλεται στο ανθρώπινο σώμα με το πέρασμα του χρόνου, δεν βοηθά τον διανοούμενο-ποιητή. Επηρεάζεται προσωπικά, περαιτέρω μάλιστα και η πνευματική του δημιουργικότητα, καθότι ως μοιραίο φαινόμενο συνδέεται με το σκεπτικό του και διογκώνει την αγωνία του και τον βασανίζει.

 

Ελένη

Στο ποίημα Ελένη, που χρησιμοποιείται ως σκεύος της έμμεσης εξομολόγησής του,  αποκαλύπτεται η ειλικρίνειά του, ενδεικτική ηρωικού ανδρός, τουτέστιν, ο ποιητής με αρωγό την ωριμότητά του, αποδέχεται μειλίχια την αναπόφευκτη ήττα του στον αγώνα του, με τον χρόνο. Η ιστορία της Ελένης του ποιητή Γ. Ρίτσου, εξελίσσεται σε μισοερειπωμένο παλάτι. Η εγκατάλειψη της προσπάθειας για τη διατήρηση του κτίσματος, είναι εμφανής.  Ο επισκέπτης που παρουσιάζεται εδώ, είναι παλιός γνωστός της άλλοτε ωραίας Ελένης, και δεν την έχει συναντήσει για πολλά χρόνια: ‘εικοσιδύο; Εικοσιτριώ;’ αναρωτιέται. Την τελευταία φορά που την είχε συναντήσει, δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ηλικία της.  Ετούτη τη φορά όμως, όταν η Ελένη  εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του, του προκαλεί σοκ: ‘Όχι, όχι -δεν είναι δυνατόν.  Γριά –γριά- εκατό, διακοσίω χρονών’, συλλογιέται ο άντρας.  Σε ετούτη όμως τη φθαρμένη από το πέρασμα του χρόνου, παρουσία,  εκ πρώτης όψης, ξεχωρίζουν τα μάτια, τα μάτια της Ελένης,  που εξακολουθούν να σαγηνεύουν, που ως πολύτιμο κόσμημα διατηρούν από την αλλοτινή εξαίσια γυναίκα, την ακτινοβολία της παρελθούσης ομορφιάς της. Όμως ο επισκέπτης κοιτάζοντας τα  ίδια αυτά μάτια διαπιστώνει πως δεν είναι ακριβώς έτσι, πως είναι μάλλον ‘πιο μεγάλα, αυταρχικά, διεισδυτικά, άδεια’. Ανακαλύπτει επιπλέον κάτι πολύ σημαντικό, ότι η Ελένη έχει αλλάξει και ως προς το πνεύμα, και το δείχνει καθώς επιχειρεί να τον χειραγωγήσει με τα λόγια της:  ‘ναι, ναι, -εγώ είμαι.  Κάτσε λίγο.  Κανένας πια δεν έρχεται.  Κοντεύω να ξεχάσω τα λόγια’, του εξομολογείται. Με δύο κοφτές φράσεις η γυναίκα ζωγραφίζει την εικόνα της εγκατάλειψής της, από την ομήγυρη που συνήθιζε να έχει, αφότου μαράθηκε η αταίριαστη ομορφιά της. Ούτε εκείνος ο περίφημος μύθος της αλλοτινής αρπαγής της από τον Πάρη, έχει πλέον τη δύναμη να διατηρήσει την παλαιά έλξη της, στο γήρας.

Η συμπεριφορά της Ελένης πείθει πως ετούτη έχει συνθηκολογήσει με τη νέα μορφή της, εφόσον ούτως ή άλλως δεν έχει εκλογές. Μόνιμοι σύντροφοί της σε ετούτο το στάδιο της ζωής της, είναι   η αποδοχή της για  τη λησμονιά των άλλων, η μοναξιά της, η ταπείνωσή της.  Ωστόσο το μεγαλειώδες παρελθόν της είναι πάντα παρών, διατηρείται ολοζώντανο μέσα της και δεν εννοεί να την εγκαταλείψει: ‘σα να κρατιέμαι απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα’, ομολογεί ηττημένη από την πραγματικότητα του γήρατος και των συνεπειών της.  Είναι ευχής έργο το γεγονός ότι η μνήμη της διατηρείται ακμαία και ότι το παρελθόν της είναι πάντα παρόν και πολύ δυνατό, σε σημείο που να αισθάνεται ότι είναι αδύνατον να την αφήσει ήσυχη. Να λοιπόν η φωτογραφία της μητέρας της, Λήδας[4] -σημαντικό μέρος της μνήμης της-, που βρίσκεται μπροστά της, ενώ οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου αποτελούν απόηχους μόνο, ενός πολυσήμαντου παρελθόντος.

Ο Ρίτσος έχει απομακρύνει την ηρωίδα του από το αρχέτυπο περιβάλλον της –εκείνο του Ομήρου- όπως κάνει και με όλους τους άλλους μύθους της Τέταρτης Διάστασης, την έχει μεταφέρει σε μία άλλη χρονική διάσταση, ένα άλλο χρονικό πλάνο, αυτό της εποχής του. Έτσι η Ελένη κινείται μέσα στα όρια  του σύγχρονου, του δικού του περιβάλλοντος, που στην ουσία αποτελεί μία ξένη πραγματικότητα για την ηρωίδα και όχι απλά ιστορική, αλλά και ως προς την μετάθεσή της στο γήρας και στην εγκατάλειψη, όπως τονίζει, από τη νιότη και τη φήμη: ‘απ’ το ρολόϊ της Μητρόπολης σε άλλη διάρκεια’,  λέει[5] τονίζοντας ετούτη τη μετάθεση. ‘Το παρελθόν βαραίνει.  Όταν εσύ φύγεις κάποιος άλλος παίρνει τη θέση σου’, λέει πάντα με λύπη και νοσταλγία, η Ελένη.  Πρόκειται βέβαια για τη λυπηρή διαπίστωση του ποιητή, δια στόματος γυναίκας και δη της Σπαρτιάτισσας Ελένης -Πελοποννήσιας όπως ο ίδιος-που η απαγωγή της – θρύλος, είχε αλλοτινά κατασπαράξει τόσους ήρωες και ακόμη περισσότερους στρατιώτες.  Ο μαρασμός που της επιβάλλεται παρά τη θέλησή της σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, αποτελεί οδυνηρή χασμωδία που αντικαθιστά ένα φανταχτερό παρελθόν. Το διάσημο παρελθόν της άλλοτε ωραίας γυναίκας, δεν αποτελεί τελικά μία ανάμνηση χαράς και ευτυχίας, αλλά την κυνηγά ανελέητα, υπό τη μορφή   φαντάσματος.

Τα παρόμοια συμβαίνουν και στο ποίημα Χρυσόθεμις, επίσης από την Τέταρτη Διάσταση του Γ. Ρίτσου, όπου  η μελλοντική απουσία που πλησιάζει με αυξανόμενη ταχύτητα με το πέρασμα του χρόνου, είναι το μόνο αληθινό φαινόμενο που  επιβάλλεται και αναμφίβολα δεν μπορεί να αγνοηθεί.  Επικρατεί ο ρεαλισμός, η υπαρξιστική θεωρία, πως ότι γεννιέται είναι εκ φύσεως μελλοθάνατο. Πρόκειται για την ωμή πραγματικότητα, αυτή που καθορίζει την πορεία του ανθρώπου ή οιουδήποτε άλλου οργανισμού, στο κλείσιμο του κύκλου του, της ζωής, όπως αυτή  καθορίζεται: από το σκοτάδι στο φως και πάλι στο σκοτάδι, όπως την παρουσιάζει  ο H.Bergson[6] στη θεωρία του Elan Vital. Η ανάγκη της παρηγοριάς παραμένει αναπάντητη και όταν υπάρχει, το αποτέλεσμά της είναι τραγικά απατηλό: δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή!

Το αρνητικό στοιχείο της απουσίας, διαγράφεται έντονο γύρω από την Ελένη. Ενισχύει ακόμη περισσότερο το συναίσθημά της ότι οι νεκροί ζουν, ενεργούν και επηρεάζουν, έστω και από μία άλλη, ξένη προς εκείνη, διάσταση.  Ετούτο  οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι είναι ακόμη ζωντανή και τους θυμάται, έστω και αμυδρά.  Δεν την ενοχλούν, καθότι αποτελούν δυναμικό της μνήμης της. Αισθάνεται λοιπόν ότι οι νεκροί κυκλοφορούν, ότι αδιαφορούν για τα επίγεια και ότι είναι τόσο ανόητοι όσο και οι θνητοί,  ‘μονάχα πιο ήσυχοι[7]!

Η Ελένη, έχει απομακρυνθεί από το πολυσήμαντο παρελθόν της, προ πολλού.  Διαπιστώνει τώρα ότι η κατάληψη του σώματός της από το γήρας, άλλους τους ενοχλεί και άλλους τους ενδυναμώνει. Οι δούλες της για παράδειγμα, δεν την αποδέχονται λόγω της ηλικία της, ούτε ενδιαφέρονται καθόλου για την αλλοτινή αίγλη της.  Δεν την υπολογίζουν πλέον ως παρουσία κυριότητας, ακόμη και όταν ζητά ένα καφέ. Όμως για την Ελένη, ετούτες  είναι το λιγότερο άσχετες, ακοινώνητες δεν κατέχουν παιδεία και επομένως ούτε την ιστορία. Ωστόσο και αν ακόμα πολλοί την εκλαμβάνουν ως αδύνατη παρουσία, λόγω γήρατος, η Ελένη που κατέχει πλήρη συνείδηση της  προσωπικότητάς της και του παρελθόντος της, γνωρίζει, ότι ως θρύλος τουλάχιστον, επικεντρώνει την προσοχή, και μάλιστα κατ’ επανάληψη, και επιπλέον -που είναι και το σπουδαιότερο απ’ όλα-,  επειδή είναι ακόμα ζωντανή, η φήμη του θρύλου της, την καθιστά αθάνατη.  Αναμφίβολα λοιπόν, δεν ανήκει στη μάζα των ρηχών υπάρξεων. Ως μεγαλειώδης σκιά του παρελθόντος, έχει επιπλέον κατορθώσει να απομακρύνει από μέσα της, τη μνήμη των ηρώων του Τρωικού Πολέμου και αφού μπορεί και επιλέγει τις μνήμες της, εκείνη την αφήνει να  ξεθωριάσει μέσα της.  Η εμπειρία που απέκτησε με  το πέρασμα των χρόνων τη δίδαξε ότι πολλά φοβερά ή σπουδαία γεγονότα, παραμερίζονται και ίσως ακόμη και να ξεχνιούνται, όπως για παράδειγμα ‘ο φόνος του Αγαμέμνονα ή η σφαγή της Κλυταιμνήστρας’.  Αυτό πιθανόν να ισχύει επειδή ο άνθρωπος αρέσκεται να ξεχνά τα άσχημα και εκείνα που τον πονούν, και να καταφεύγει σε ειρηνικές εικόνες, φαινομενικά ασήμαντες, όπως εκείνη, όπου ‘ένα πουλί καθισμένο στη ράχη ενός αλόγου’.  Αυτή η εικόνα αποτελεί μία ασήμαντη ίσως ανάμνηση, ανεξήγητου ωστόσο μυστηρίου!  Άλλωστε ο εκ φύσεως ευαίσθητος άνθρωπος δίνει σημασία στα σοβαρά  πράγματα που απαντά στην καθημερινότητα της ζωής του, αλλά και σε κάποια, όχι μεγάλης σημασίας ή ενδιαφέροντος, όπως λόγου χάριν όταν σκοντάφτει, ανησυχεί μήπως τον είδε κανείς, γιατί απλά υπολογίζει την κριτική του.  Αλλά ακόμη κι ένα άψυχο πράγμα σαν το χαρτί, επισύρει την προσοχή ενός, καθώς η χειραγώγησή του, αφήνει ένα ιδιάζον τρίξιμο[8].

Αλλά η Ελένη αισθάνεται περισσότερο από ποτέ, την κούραση από την επανάληψη των γεγονότων στην πορεία της ζωής της, ακόμα και αυτό το ιστορικό της την κουράζει. Τόσες και τόσες σπουδαίες στιγμές έχουν ξεπεραστεί.  Πολιτείες όπως η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος, η Θήβα, η Σικυών, έχασαν την αίγλη τους των κλασσικών χρόνων[9], πόσο μάλλον ένας απλός άνθρωπος, έστω και αυτή η φημισμένη ‘Ωραία’ της Μυθολογίας!   Και ετούτη  η ανθρώπινη λαιμαργία κουράζει την Ελένη, καθώς όλο και περισσότερο αποδεικνύεται μάταια.  Υπογραμμίζει το φαινόμενο της ταπεινής συμπεριφοράς των δούλων της. Οι πράξεις τους είναι πράξεις χθαμαλών υπάρξεων, όταν αφαιρούν τα έπιπλά της. Όσο για την ίδια,  όταν αντιλαμβάνεται τις ποταπές πράξεις τους, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από του να τ’ αποχαιρετά με ένα απλό: ‘Γεια σας’. Άλλωστε  δεν τα χρειάζεται πια[10].  Στην ηλικία της,  διαπιστώνει όλο και καθαρότερα τη λαιμαργία των ανθρώπων να συνάζουν πολλά πράγματα, σε ένα μικρό χώρο!

Η Ελένη προχωρεί ακόμη παραπέρα, στη σύγκριση των φύλων, κυρίως ως προς τη ματαιοδοξία τους. Συγκρίνει και συμπεραίνει ότι το θήλυ διαθέτει περισσότερο χρόνο να σκεφτεί, αντίθετα από τους άρρενες, που ‘δε σταματούν… να σκεφτούν – ίσως φοβούνται… δειλοί ματαιόδοξοι, πολυάσχολοι, προχωρούν στο σκοτάδι’.  Εξομολογείται ταπεινά ότι τους άντρες τους αγάπησε στον ύπνο τους[11], τότε που ηρεμούν, γαληνεύουν, φαίνονται πιο ανθρώπινοι, προσιτοί και αδύναμοι: ‘κι ο ύπνος σου επιβάλλει το σεβασμό, γιατί ’ναι τόσο σπάνιος[12],  λέει αποκαλύπτοντας τη φιλοσοφική της διάθεση, το σκεπτικισμό της του ευαίσθητου όντος και παράλληλα τα τρυφερά συναισθήματά της προς τον άντρα, της μητέρας ή απλά της γυναίκας!

Αλλά περισσότερο από όλα η Ελένη είναι κατειλημμένη, από το πολυσήμαντο φορτίο των αναμνήσεών της, που ξεκινούν  από την Σπάρτη πηγαίνουν στην Τροία και πάλι πίσω στην Σπάρτη.  Η Ελένη,  έχει αναπτύξει τις δικές της σχετικές θεωρίες, ότι οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου, ότι ως τέτοιες δε συγκινούν και ότι είναι απρόσωπες και γαλήνιες[13]. Όταν ήταν νέα και όμορφη, ορθωνόταν ‘-ελεύθερη από το φόβο του θανάτου και του χρόνου’,  με κρυμμένο το χαμόγελο της ελευθερίας, πίσω από ένα λουλούδι κρεμασμένο στα χείλη. Υπήρξε σύμβολο του έρωτα και ακόμα εκείνη η φήμη της, καλά κρατεί. Όμως στην πραγματικότητα του ‘τώρα’, όλα αυτά αποτελούν παρελθόν και η ίδια είναι μία ανήμπορη, μία ξεπερασμένη παρουσία.  Τώρα μπορεί να κρίνει και συμπεραίνει ότι η Τροία υπήρξε η δοξασμένη πόλη της νιότης της και η Σπάρτη η πολιτεία-σταθμός του γήρατός της[14]: ‘και ν’ ακούς με το νερό που κοχλάζει / κάτι δακτυλικούς εξαμέτρους από κείνη την Τρίτη / Ραψωδία[15].

Η Ελένη προσγειωμένη πλέον στο ρεαλισμό της πραγματικότητας, διάγει το υπόλοιπο της ζωής της. Τώρα περιορίζεται στα κοινά, στα ανθρώπινα, καθώς εκ των πραγμάτων έχει ξεφύγει από εκείνη, την αλλοτινή της αίγλη.  Δεν ωφελεί να γυρνά κανείς τα μάτια της ψυχής του, σε κάτι που έσβησε προ καιρού και για πάντα. Ούτε και είναι δυνατή η αναζωπύρωσή τους.  Σε ετούτο το τελευταίο στάδιο, η ζωή της στην Σπάρτη πλέον, αποδεικνύεται άδοξη, βασική, στοιχειώδης, η αλληλογραφία της σχεδόν ανύπαρκτη και οι συλλυπητήριες κάρτες που λαβαίνει, υπερτερούν. Η παρουσία του θανάτου σκιαγραφείται έντονη γύρω της.  Μάταια άλλοτε ο Μενέλαος γυρνούσε πίσω στις παλιές ιστορίες, κάποιας σημασίας.  Ακόμη και η θρυλική Οδύσσεια ήταν μία δικαιολογία του συνώνυμου ήρωά της.  Και οι ‘Συμπληγάδες… τις νιώθεις ασάλευτες, μαλακωμένες / πιο τρομερές από πριν· γιατί  ‘-δεν συνθλίβουν, πνίγουν σ’ ένα πηχτό μαύρο ρευστό / δε γλυτώνει κανένας[16], λέει και με αυτή τη μεταφορά της  περιγράφει την μοιραία πορεία, προς το σιωπηλό σκοτεινό και άγνωστης υφής, θάνατο.  Οι Συμπληγάδες σε αντίθετο  ρόλο από τον γνωστό, αποστασιοποιούνται του μύθου, τοποθετούνται σε ακινητοποίηση, αποβαίνουν είσοδος στον Άδη και η ηρωίδα πορεύεται ανάμεσά τους, σταθερά και γρήγορα, χωρίς μάλιστα να υπάρχει η ανάγκη της βιασύνης.  Στο τέλος της η ζωή -όσο περισσότερο μικραίνει ο χρόνος της-φαίνεται να τρέχει με ασύλληπτη ταχύτητα προς το κλείσιμο του κύκλου της.  Εκείνη που απουσιάζει ουσιαστικά είναι η  συντριβή, καθώς το τέλος είναι η σιωπή και όχι η κραυγή μιας οδύνης, που ουσιαστικά είναι ανύπαρκτη[17].

Έχοντας φτάσει στο τέλος του απολογισμού της ζωής της, η Ελένη, έχει κουραστεί.  Ζητά από τον επισκέπτη της να φύγει: ‘Μπορείς να φύγεις τώρα’, λέει χωρίς πάθος. Έφτασε η στιγμή που περίμενε: την αποχώρησή του, ώστε να κοιμηθεί, να  ξεκουραστεί. Κατευθυνόμενος προς την εξώθυρα ο επισκέπτης, ακούει φωνές. Επιστρέφει βιαστικά, για να βρει την Ελένη καθιστή στο κρεβάτι της. Είναι όμως νεκρή.  Όταν οι αστυφύλακες έχουν τοποθετήσει τη σωρό της, εκείνος ορίζει: ‘Για το νεκροτομείο’.  Νιώθει ολομόναχος στην απέραντη σιωπή του κενού που δημιουργεί η απουσία της Ελένης.   Αναρωτιέται,  ‘Πού θα πήγαινε τώρα;’ και ταυτόχρονα διαπιστώνεται το λάθος της Ελένης:  στο γήρας της,  και παρά τις προβλέψεις της, είχε πετύχει να γεμίσει το κενό, ενός ακόμη ανθρώπου.

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Σύδνεϋ, Αυστραλία

[vsw id=”helyZFswjJU” source=”youtube” width=”640″ height=”440″ autoplay=”no”]

Βιβλιογραφία

Robert Graves, Greek Myths, Illustrated Edition, Cassell  Ltd., 1985,  pp. 53-54

Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, N. York, 1935

Ν. Καζαντζάκης, ΒούδαςΓ’ Θέατρο, Δεύτερη Ανατύπωση, 1998, σ. 737

Ν. Καζαντζάκης, Οδυσσέας, Α’ Θέατρο, Τραγωδίες με αρχαία θέματα, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Β΄Ανατύπωση, Αθήνα, 1998

Ν. Καζαντζάκης: Ιουλιανός ο Παραβάτης, Β’ Θέατρο, Τραγωδίες με αρχαία θέματα, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Β΄Ανατύπωση, Αθήνα, 1998

Ομήρου, Ιλιάς, Πάπυρος, εν Αθήναις  1940, Εισαγωγή εις το Ομηρικόν έπος υπό Βιλάμοβιτς, Μετάφρασις και σημειώσεις: Νικ. Ι. Σηφάκι

Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, Συνολική θεώρηση του έργου του, β’ έκδοση, Κέδρος 1983

Γιάννης Ρίτσος, Ελένη, Τρίτη έκδοση, Κέδρος  (το ποίημα Ελένη, ανήκει επίσης στην ποιητική  συλλογή του Γ. Ρίτσου: Τέταρτη Διάσταση)

Γιάννης Ρίτσος, Τέταρτη Διάσταση, 1956-1972, Τόμος ΣΤ, Ενάτη έκδοση, Κέδρος, ποιήματα: Φιλοκτήτης, Ορέστης, Αίας

Γιάννης Ρίτσος, Χρυσόθεμις, Δωδέκατη έκδοση, Κέδρος


[1] Γιάννης Ρίτσος, Ελένη, Τρίτη έκδοση, Κέδρος και επίσης στη συλλογή ποιημάτων του: Τέταρτη Διάσταση
[2] Στο δράμα Βούδας, δια στόματος του Α’ Έλληνα, ο ποιητής ερμηνεύει την αξία του μύθου της αρπαγής της Ελένη: ‘ίσκιος η Ελένη, βλογη- / μένος ο ίσκιος της! Γιατί για τον ίσκιον ετούτον / πολεμώντας, πλατύναμε το νου μας, αντρειέψαμε / τα κορμιά μας, γυρίσαμε στην πατρίδα κι ήταν τα / φρένα μας γιομάτα περιπλάνησες κι αντρεία· και / τα καράβια μας / Γιομάτα  λεβεντιά…’ Ν. Καζαντζάκη, Βούδας,  Γ’ Τόμος, Δεύτερη Ανατύπωση, 1998, σ. 737.
[3] Στην Τραγωδία: Οδυσσέας, η Ελένη αποκτά ποικιλία ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών όπως όταν ο Τηλέμαχος την παρουσιάζει να τον γαληνεύει με βοτάνι μαγεμένο, στο κρασί του και με τη φωνή της να τον ενθαρρύνει να αναλάβει τα ηνία στη θέση του αγνοούμενου πατέρα του Οδυσσέα (485).  Ο Οδυσσέας αναφέρεται στα λόγια της στον Τηλέμαχο (σ.445) που πιστεύει στη συνέχεια ότι μόνο την Ελένη δεν ξεγέλασε ο Οδυσσέας, όταν κουρελιάρης, την Αθηνά μπήκε να κλέψει και να φέρει τη Νίκη στο στρατό τους στην Τροία (σ.450).  Παρουσιάζει ακόμη τη ζήλεια της Πηνελόπης για την Ελένη και τη διαβεβαίωση του Οδυσσέας ότι ‘η δόξα’ της ‘της άμυαλης,…, δε μοιάζει Ελένης!’ (σσ.476-477), Ν. Καζαντζάκης, Α’ Θέατρο, Τραγωδίες με αρχαία θέματα, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Β’ Ανατύπωση, Αθήνα, 1998.
[4] Μεταξύ άλλων μύθων είναι και ετούτος κατά τον οποίο η Ελένη είναι θυγατέρα του Δία και της Λήδας, και αδερφή των Διοσκούρων: Κάστορα και Πολυδεύκη, Robert Graves, Greek Myths, Illustrated Edition,  Cassell  Ltd., 1985,  p. 72.
[5] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 12.
[6] Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, N. York, 1935.
[7] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 14.
[8] ‘ένα  τρίξιμο ιδιαίτερο’ σελ. 19.  Ίσως έτσι να ‘γυρεύει κάποιον αδέκαστο μάρτυρα για τη σεμνή μυστική του πορεία’ δηλώνει έμμεσα ο λεπτολόγος ποιητής Από  αυτή τη σεμνότητά του ορμώμενος ο Γ. Ρίτσος, θεωρεί αναγκαία την ειλικρινή κριτική, η οποία θα ανασύρει την παρουσία του από τη σκιά στο φως, θα αναγνωρίσει το έργο του και θα του παρέχει αιτία και δύναμη για να συνεχίσει. Το τρίπτυχο: Αρχέτυπος Μύθος,  Προσωπικός Μύθος, Διαχρονικό Κοινωνικό, Πολιτικό, Ιστορικό περιβάλλον, χειροπιασμένα αναδύονται και εδώ, όπως και απανταχού στο έργο του Τέταρτη Διάσταση.
[9] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 19.
[10] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 20, Γνωστή η λαϊκή φράση: ‘μαζί της (-του) θα τα πάρει;’ Για κάποιον που δεν χρειάζεται υλικά πράγματα εκεί που πρόκειται να πάει.
[11] Στο έργο του Ν. Καζαντζάκη: Ιουλιανός ο Παραβάτης η  Μαρίνα  αισθάνεται  τρυφερότητα προς τον άπιστο αγαπημένο της όταν  εγκαταλείπεται στην αγκαλιά του ύπνου σαν ένα αθώο παιδί, και είναι επομένως απροστάτευτος που χρήζει προστασίας.  Στην προκειμένη περίπτωση από τους εχθρούς του και κυρίως τους Ναζωραίους.
[12] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 22.
[13] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 22.
[14] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 25.
[15] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 25.
Πρόκειται για την Τρίτη Ραψωδία της Ιλιάδος του Ομήρου, όπου αρχικά ο Αλέξανδρος – Πάρις προκαλεί σε μάχη τους άρχοντες των Ελλήνων αλλά υποχωρεί με τρόμο μόλις ο Μενέλαος έρχεται εναντίον του (στιχ. 1-37, σσ. 140-144).  Η Ελένη παρουσιάζει δύναμη χαρακτήρα στην πίεση της Αφροδίτης της προστάτισσας του Αλεξάνδρου – Πάρι, να σμίξει με αυτόν. Τελικά υποκύπτει στις απειλές της.  Διατηρεί επίσης τον θαυμασμό της προς τον Μενέλαο (στιχ. 383-447, σσ. 172-178), Ομήρου Ιλιάς, Πάπυρος, εν  Αθήναις, 1940, Εισαγωγή εις το Ομηρικόν έπος υπό Βιλάμοβιτς, Μετάφρασις και σημειώσεις Νικ. Ι. Σηφάκι.
[16] Γ. Ρίτσος, Ελένη, ο. π., σ. 27.
[17] Παρόμοια όπως υποστηρίζει η θεωρία του Βούδα.

Ακολουθεί το θεατρικό έργο του Γιάννη Ρίτσου “Η Ελένη”

Γ. Ρίτσος – Ελένη (Αποσπάσματα)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *