Η ποιητική συλλογή «Βλέπω»

Share

Η ποιητική συλλογή «Βλέπω» του Γιώργου Βέη

1/ Πρώτη φορά διάβαζα ποίηση του Γιώργου Βέη και ομολογώ ότι με δυσκόλεψε πολύ. Βρέθηκα να περιφέρομαι ανάμεσα σε στίχους ρεαλιστικής δυνάμεως αλλά και σε στίχους υπαρξιακούς και μεταφυσικούς, κινούμενους μέσα σε καθαρά ιδεαλιστική αντίληψη πάσης εκφραζομένης πρακτικής δραστηριότητας. Βέβαια, αυτό συναντάται στην πορεία πολλών ποιητών, σπάνια όμως στην ίδια συλλογή. Σκέπτομαι αν ο Γιώργος Βέης είναι δισυπόστατος, έχει δηλαδή στιγμές συναισθηματικής και ιδεολογικής δισυποστασίας (ίσταται μετέωρος, όπως π.χ. ο γράφων), ή εάν πειραματίζεται συνειδητά επάνω στη μανιέρα του,  {καλύτερα : στον εκφραστικό του τύπο}, την οποία δεν έχει ακόμα οριστικοποιήσει. Μεγάλος λόγος, βέβαια, αφού εγγίζει το πρόβλημα της τέχνης, το απαντημένο διαφορετικά από διάφορους κριτικούς, εάν, δηλαδή, η ιδέα προηγείται της αισθητικής πράξης ή η αισθητική πράξη της ιδέας. Έτσι, πάντως, ή αλλιώς, εκτιμώ ότι ο Γ. Βέης διαθέτει το φυσικό δώρο της αίσθησης και της έκφρασης∙ αυτό, δηλαδή, που λέμε «τάλαντο».

Μια άλλη δυσκολία συνάντησα στη σύλληψη της ουσίας «δια της μορφής και εν τη μορφή». στην άμεση δηλαδή θεώρηση των εικόνων (αυτό το πέτυχα εύκολα) και στη μετατροπή τους σε αισθητική συγκίνηση (αυτό δεν το πέτυχα σε όλα τα ποιήματα) και τέλος στη μετατροπή της αισθητικής συγκίνησης σε συνείδηση (αυτό το πέτυχα εκεί που πέτυχα και το προηγούμενο).

Ο Γιώργος Βέης δεν είναι εύκολος ποιητής. Μου πήρε ένα τρίμηνο και οκτώ μεταμεσονύκτιες αναγνώσεις, ώστε να δυνηθώ να σύρω αυτές τις αράδες.

Καταθέτω, λοιπόν, την κατανόησή μου. (Σημείωση: Ως αναγνώστης, δεν είμαι κριτικός. Είμαι όμως απαιτητικός αναγνώστης της ποίησης και αυστηρός. Απεχθάνομαι όσους «αλλάζουνε με ήχους και συλλαβές/ τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά τους/ δημοσιεύουνε τα ποιήματά τους/ για να τιτλοφορούνται ποιητές». Η ποίηση είναι πράγμα ιερό.)

2/ Έχω μείνει με την εντύπωση ότι ο ποιητής κινείται «πλωτινικά». Στις «Μεταμορφώσεις» (σελ. 115) π.χ. ανεβαίνει από τις «ωραίες» αισθητές πράξεις στα ψυχικά και ηθικά, για να φτάσει στο «όνειρο του Ενός», το κάλλος του Ενός, το «κάλλος το υπέρκαλλον». Δε θέλω να αυθαιρετήσω, την πρόσληψή μου καταθέτω, όμως αυτή την πορεία διαβλέπω σε πολλά ποιήματα. Αισθητό ωραίο, ηθική κάθαρση, έκσταση. Και «πλωτινικά» με βολεύει να εξηγήσω και τον τίτλο της συλλογής «Βλέπω». Ο ποιητής ξεκινά από την αίσθηση, «τα μεν εν όψει τα δε εν ακοαίς», για να την εγκαταλείψει «καταλιπών την αίσθησιν κάτω περιμένειν» και να ανέλθει στα νοητά καλά «η ψυχή άνευ οργάνων ορά και λέγει» (βλέπει και ομολογεί). Ξεκινά από την «όψιν ομμάτων» (τη φυσική όραση) και κινείται προς την άριστη θέα. Είναι η θέα του αγαθού «ου ορέγεται πάσα ψυχή» και η ομορφιά κάθε κατηγορίας, η «ένδον όψις» του ψυχικού οφθαλμού. «Ούτος γαρ μόνος ο οφθαλμός το μέγα κάλλος βλέπει». Με αυτόν θα ιδούμε «της αρετής την θεοειδή αγλαΐαν εν αγνώ βεβώσαν βάθρω».

Βεβαίως, κατά τη γνώμη μου, ο ποιητής δε φθάνει σε μυστικιστικό παραλήρημα ούτε σε φανατικό «απριοριστικό» στοχασμό. Ευτυχώς όχι. Είναι «δικός» μας, γήινος, ανθρώπινος και οι θέσεις του παρέχουν έδαφος αισθητικής αξιοθεσίας. Και δε νομίζω ότι αναζητά να δει το Θεό, δε διαφαίνεται αυτό. Ίσως αναζητά το σωστό ανθρώπινο, «επιτηδεύματα καλά και πράξεις και έξεις και το των αρετών κάλλος». Φαίνεται, όμως, ν’ αντλεί απ’ το μυστικισμό του Πλωτίνου την άρση της αντίθεσης ανάμεσα στο «ορών» και στο «ορώμενον», στο υποκείμενο και στο αντικείμενο. «Ου γαρ ο μεν (δηλαδή ο ορών) έσω, το δ’ αυ θεώμενον έξω, αλλ’ έχει ο οξέως ορών εν αυτώ το ορώμενον». Βέβαια, για τον Πλωτίνο, «… ει δύναμην έχει εν αυτώ θεόν βλέπειν». Διαλέγετε και παίρνετε, δύο υποστηρίξιμες εκδοχές δίχως ουσιαστική απόσταση μεταξύ τους.

3/ Στην προκείμενη ποίηση του Γιώργου Βέη διαφαίνεται το Ανεκπλήρωτο, το Ανικανοποίητο, η Νοσταλγία, η Ρομαντική Διάχυση. Είναι, ίσως, μια ποίηση της μοναξιάς, ενδιατρίβει στην έκφραση του εσωτερικού κόσμου του υποκειμένου. Ευτυχώς, όμως, ο στενά ατομικός και προσωπικός χαρακτήρας καταφέρνει να ξεπεράσει τον ασφυκτικό τούτο χώρο (διαφορετικά δε θα μας ενδιέφερε) και να προσεγγίσει και να έλθει σε ανταπόκριση με το γενικά ανθρώπινο. Κάτω από την προσωπική απόκλιση ακούγεται αρκετά, καθαρή και έντονη, η κοινή φύση και μοίρα, η δικιά μας και όλων των ανθρώπων. Ακόμα κι όταν ο ποιητής εκφράζεται με μια προσωπική απόχρωση κι όταν, ως ξεκομμένο άτομο, εκφράζει μοναδικές προσωπικές αποκλίσεις, μέσα στο ατομικό συνηχεί το γενικό. Γίνεται αντιληπτή μια προσπάθεια διερμηνείας του νοήματος της ανεξάντλητης πραγματικότητας και συχνά ανοίγονται ορίζοντες λυτρωτικοί της κατάθλιψης του πεπερασμένου ατομικού εαυτού μας.

4/ Αν σταθώ, τώρα, αναλυτικότερα στην ποίηση του Γιώργου Βέη, πράγμα, βέβαια, που ως αναγνώστης δε χρειάζομαι, αφού, γενικά, εισέπραξα ό,τι είχα να εισπράξω, δηλαδή την αισθητική συγκίνηση και τον εξαγνισμό του ψυχικού μου κόσμου, τον κραδασμό που έδωσε στα συναισθήματα και στο «εγώ» μου πλησμονή και ανακούφιση, θα μπορούσα να επισημάνω τα ακόλουθα, εκφραζόμενος με ψυχικό αυτοματισμό, με την «ακρότητα της πρώτης αντιδράσεως», ως λέγει ο Α. Εμπειρίκος, και τούτο για να μη νοθεύσω τις πρώτες και άμεσες «ενστικτώδεις» σκέψεις που μου γεννήθηκαν στην επανάληψη των διαβασμάτων μου. Δεν εννοώ, βεβαία, ότι απουσιάζει η «σκόπιμη παράσταση» (να πω η φροϋδική «purposiveidea»;), αφού άλλωστε πιστεύω ότι στο υποσυνείδητο δεν υπάρχουν μυστικιστικά στοιχεία αλλά στοιχεία σωρευμένα από την εμπειρία και την ανθρώπινη πείρα τα οποία συνδέονται συνειρμικά με τη σκέψη του ατόμου σαν δραστηριότητα της συνείδησης και αναδεικνύονται (επιδρούν) κατά την εστίαση της σκέψης του σε ένα αντικείμενο. Εννοώ, λοιπόν, ότι διαβάζοντας τα ποιήματα άφησα να εκφρασθεί από μέσα μου ελεύθερα και αστόλιστα, αυτό που αναδυόταν ως προσληψή μου από την ανάγνωση. Να, λοιπόν, ανεπεξέργαστες οι γραμμές της γραφίδας μου, καθώς διάβαζα, να οι αναβλύζουσες από μόνες τους, χωρίς μαστορεμένη πειθαρχία, λέξεις:

4.1/ Ο στίχος ενσαρκώνει ηθικές ιδιότητες που, χωρίς να ανάγονται σε υψηλά ηθικά πρότυπα, περιέχουν νοήματα ειλικρίνειας, φιλανθρωπίας, σεμνότητας, κλπ..

4.2/ Επιχειρείται αρμονική ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου. του ποιητή δηλαδή και του κοινωνικού συνόλου (μετρίως) ή της φύσεως (περισσότερο).

4.3/ Γίνεται αναφορά στην ανάπτυξη των δημιουργικών δυνάμεων του ανθρώπου ως αυτοσκοπού.

4.4/ Το βάρος δίδεται περισσότερο στην υποκειμενική πλευρά και εκεί επιχειρείται η πραγμάτωση του αισθητικού ιδανικού: στα αισθήματα/ βιώματα/ εικόνες/ προτιμήσεις/ εκτιμήσεις/ νοήματα.

4.5/ Το αισθητικό ιδανικό εκφράζεται συχνά από αφηρημένες αρχές, αποσπασμένα από τη ζωή, υπάρχουν όμως και στοιχεία που μπορούν να χαρακτηρισθούν πανανθρώπινα, όπως η αναδεικνυόμενη ακεραιότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας.

4.6/ Συχνά στο πεδίο της συγκίνησης επιχειρεί αφηρημένα, σουρεαλιστικά, όχι με απόλυτη επιτυχία. Συχνά ο ρεαλισμός τού ποιητή φαίνεται αφελής, μια απλή αισθητηριακή εικόνα, που προβάλλει στη συνείδηση σαν αντανάκλαση των αισθητών πραγμάτων. Συχνά υποκειμενικός ιδεαλισμός: νόημα και ουσία πραγμάτων που αναφέρονται στα αισθήματα και στις εντυπώσεις του υποκειμένου ή σε μια αφηρημένη δημιουργική αρχή του κόσμου.

4.7/ Κάπου-κάπου μυστικοποιείται η συνείδηση, ξεφεύγουν οι γνωσιολογικές ρίζες.

4.8/ Διαφαίνεται εξάρτηση των ιδεολογικών φαινομένων της ποίησης από τις συνθήκες που υπάρχει και δρα ο ποιητής (που εξελίσσεται η ζωή του). Θεωρητικός συχνά ο χαρακτήρας/ παθητική θεώρηση (παθητική διαδικασία της αντίληψης).

5/ Υπάρχει όμως στη συλλογή ένα ποίημα της ιδιαίτερης αισθητικής μου προτίμησης. «Ο κόκκινος Ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος» σ. 99 επομ.. Θα τοποθετούσα, ίσως δίπλα του και το: «Γράφοντας τελευταία φορά στον Μάριο Μαρκίδη» σελ. 111 επομ. και, ίσως, «Η πίκρα της Νυχτερινής Βάρδιας», ιδίως υπό Ι, σ. 66, αλλά και το «Δεν έρχομαι» σ. 78 επ.

Ο «Ιβίσκος» παρουσιάζει έξοχη ρεαλιστική διαχείριση της εικόνας, όχι άψυχη νατουραλιστική αντιγραφή γεγονότων που δεν έχουν κατανοηθεί, όχι αναρχικό υποκειμενισμό του συναισθήματος, ενώ αποφεύγει το στείρο εγκεφαλισμό και τη θανάσιμη φορμαλιστική ρουτίνα. Κάτω από την επιφάνεια μιας κοινότοπης καθημερινότητας διαφαίνεται ένα ανθρώπινο δράμα, απ’ το οποίο παίρνουν έκφραση δυνάμεις άγνωστες και ανεξερεύνητες. Διαφαίνεται μια ολόκληρη ανθρώπινη ιστορία μόχθου, βασάνων, ηρωϊσμού, αδιεξόδων, αγώνων ενάντια στη Μοίρα, ή παραιτήσεων κλπ. Ένας κόσμος ολόκληρος. Δεν πρόκειται για τέχνη «αποσταγμένη». Αρπάζει την ουσία των πραγμάτων, την αλήθεια τους, και την αισθητοποιεί άμεσα. Δεν πρόκειται για μια δουλική αντιγραφή μιας πραγματικότητας ούτε για διαδοχικές εικόνες εξισωμένες σε σημασία, χωρίς διαβάθμιση. Δεν υπάρχει πραγμάτευση φάσεων της πνευματικής εμπειρίας ως «απολύτων». Υπάρχει ένας τρόπος διαλεκτικής της ζωής. Έχουμε κάτι περισσότερο από έναν χαοτικό, στοιχειακό ανθρωπισμό, έχουμε υγεία και ηθική ισορροπία.

6/ Να εξηγήσω εδώ ότι ο πιο αμφιλεγόμενος λογοτεχνικός όρος είναι ο «ρεαλισμός». Εύκαμπτος, διφορούμενος, πολυσήμαντος κλπ. Ο J.A. CUDDON, υπαινίσσεται στο λεξικό του ότι πολλοί θα μπορούσαν να κάνουν και χωρίς το συγκεκριμένο όρο. Μην ξεχνάμε ότι ο Μπωντλαίρ τον κατενόησε ως «αηδιαστική βρισιά», ενώ, άλλοτε, επιεικέστερα, «λέξη ασαφή και ελαστική».

Είμαι οπαδός του ρεαλισμού. Της τέχνης, δηλαδή, – αυτή είναι η κατανόησή μου – που πιστεύει στο πραγματικό και επιχειρεί να το αποδώσει «κυκλικά» και όχι μονόπλευρα, με αιτιοκρατούμενες σκέψεις, απολυτρωμένες και αποκαθηλωμένες από το χιμαιρικό, το αφηρημένο και το άκαρπο, από το «μεμονωμένο» στην θέση του οποίου αναζητά το «τυπικό»∙ που επιχειρεί ν’ αναδείξει έναν ανθρωπισμό, όχι σαν αφηρημένο και άψυχο λογικό σχήμα αλλά, όπως λέει ο Γ. Θέμελης «σε ένταση και καθαρότητα εσωτερικών γνωρισμάτων που ξεπερνούν κάθε επιμέρους περίπτωση»∙ που βοηθάει τις κρυμμένες δυνάμεις της πραγματικότητας ν’ ανεβούν στην επιφάνεια και να εκφρασθούν∙ που, κι αν προτείνει «αλλαγές» τις κάνει σύμφωνα με τις «εν δυνάμει» ή «εν ενεργεία» προϋποθέσεις της πραγματικότητας και όχι με εξιδανικεύσεις «τυφλών εξεγέρσεων». Έχω καταλήξει ότι ο ρεαλισμός έχει τη, σχετικά, μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ περιεχομένου και μορφής απ’ όλες τις τεχνοτροπίες, ότι υποτάσσει την ύλη στο μέτρο της απλότητας (-όχι της απλούστευσης) και δείχνει τη δυναμική της ανάμεσα στις αντιθέσεις. Στο πεδίο της ανθρώπινης προσωπικότητας, επιχειρεί την πιο γνήσια απεικόνισή της στις πολύμορφες σχέσεις της προς την πραγματικότητα, δηλαδή την αποκάλυψη του «τυπικού»∙ και ενσαρκώνει πιο ολοκληρωμένα από τις άλλες τεχνοτροπίες το «δέον» στην τέχνη, δηλαδή τη μεταρρυθμιστική φύση που αυτή πρέπει να έχει. Τέλος, και συναφώς προς το «δέον», ο ρεαλισμός της κατανόησής μου με βγάζει έξω από τον κύκλο της βιωτικής μέριμνας που κινείται σχεδόν όλη γύρω από το ένστικτο της αυτοσυντηρησίας (αυτό το κάνει ο νατουραλισμός), όπως λέει ο Α. Εμπειρίκος (Φως επί Φαλαίνας), «πλέω επάνω από τη συμφορά της βιοπάλης», και οδηγεί στον αριστοτελικό καθαρμό της ψυχής, ο οποίος γίνεται, όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης «δι ελέου και φόβου». Υπάρχει μέσα στη φύση της ρεαλιστικής τέχνης, η κατά Βάρναλη «ενέργεια της λύτρωσης».

Από την άλλη, δεν ξεχνώ, για να μην παρανοηθώ, ότι από την πλευρά της μορφής και της έκφρασης, το άλογο στοιχείο δεν είναι ξένο προς την έλλογη, ούτε τη ρεαλιστική ποίηση που εκφράζεται, κατά κανόνα, έλλογα, όπως, ως προς την ύπαρξη αλόγου στοιχείου στην έλλογη ποίηση, έχει επισημάνει κι ο Σεφέρης στις αναφορές του για τη «νεωτερικότητα» στην τέχνη και στο δημοτικό μας τραγούδι∙ αλλά, υποθέτω, και ο Παντελής Μπουκάλας όταν αναφέρεται στις «παραδειγματικά απελευθερωμένες παραλογές (σημ. της δημοτικής τέχνης), όπου ανατρέπεται η οικεία, ομαλή τάξη των αισθημάτων και του λογισμού».

Φλυάρησα από αδυναμία συμπυκνωμένης εκφράσεως των νοημάτων μου. Θέλω, λοιπόν, να πω, ότι ο «Ιβίσκος» αποτελεί μια «ολοκληρωμένη ζώσα μορφή», θα έλεγα «κατεργάζεται το πεπρωμένον του ανθρώπου», ξεχωρίζει, όπως λέει ο Τ. Μαν, τις αντιλήψεις από την ύπαρξη και δέχεται σα γνήσιο νόμισα μόνο τη δεύτερη, κι ίσως, έτσι βλέπω εγώ, επισημαίνει με τον τρόπο του τον κίνδυνο (παγκοσμίως) ενός βάρβαρου υποκόσμου που υφέρπει μέσα στον πολιτισμό μας και, κυρίως, τον επισημάνει σαν αναπόφευκτο (δυστυχώς) συμπληρωματικό παράγωγο του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Ελπίζω να μην πήγα μακριά τη βαλίτσα. Όπως και να έχει, ο Γ. Βέης μας έδειξε με τον «Ιβίσκο», «φλέβα δημιουργική».

7/ Από τα λοιπά ποιήματα, ξεχώρισα τα εξής: Αιθήρ, σ. 13, Στιγμών περιουσία, σ. 17, Ιχθυόσκαλες, σ.32, Ας ισχυριστούμε κι εμείς, σ. 34, το παλτό του Βενέδικτου, σ.54, το Νο. 1 της Πίκρας της νυχτερινής βάρδιας, σ. 66, Η αίγλη του αβαρούς, σ. 71, Ίμερος, σ.72, Ευλογία, σ. 82, Τίτλοι Ειδήσεων, σ. 93, Μάτια δόκανο, σ. 110, Απορία, σ. 114, Η συνέχεια των μεταμορφώσεων, σ. 115, Συνέπεια, σ. 118, Δώρο φίλου, σ. 126.

Ταύτα και μένω.

 

Κ. Π. Μαρκάκης
Διόνυσος Αττικής
1η και 4η  και 31η Μαΐου 2014
Δημοσίευση τεύχους 98 της Νέας Περιόδου Ζ΄
του περιοδικού ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΚΕΨΗ – Απρίλιος-Μάιος- Ιούνιος
τρίμηνη έκδοση Γραμμάτων και Καλών Τεχνών

Giorgos_Veis_Cover_20131Εκδόσεις Ύψιλον, 10 ευρώ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *