Ο Γερο-ποιητής

Share

Φώτης Γαλανόπουλος

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας , βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.

Στον κόσμο του.

Τα παμπάλαια χέρια γράφουν για μια ακόμη φορά…

Στην θολή ματιά της ομίχλης βαπτίζεται ο ποιητής.
Με αυτή πορεύεται,
με αυτή μπορεί και βλέπει τον κρύσταλλο της πάχνης
υπέρλαμπρο αστέρι σε κόσμους υπαρκτούς!

Πως μπορείς να τραγουδήσεις μπροστά σε ένα τυφώνα, πως μπορείς να απαγγείλεις ποίηση μπροστά σε ένα θυμωμένο, τυφλωμένο από τα μίσος άνθρωπο.

Δεν έχει σημασία η αιτία της προέλευσης του τυφώνα, δεν έχει σημασία το άδικο του μίσους που βάφει με το μαύρο του σκοτάδι την ψυχή.

Σημασία έχουν τα όπλα που διαθέτεις απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, για να μπορείς να αντιμετωπίσεις την μανία της φύσης τους,

Ένα καταφύγιο χωμένο βαθειά μέσα στην γη για τον τυφώνα, μια τρύπα ψηλά μες την ψυχή πλημμυρισμένη από το φως των αστεριών των πιο ευγενικών συναισθημάτων της ύπαρξης , για το μίσος.

Και πως γίνεται αν δεν τα πεις, αν δεν τα τραγουδήσεις, αν δεν τα ζωγραφίσεις όλα αυτά, όσο πιο γλαφυρά όσο πιο δυνατά μπορείς, αν δεν βοηθήσεις να χτιστούν όσο το δυνατόν περισσότερα καταφύγια επιστρατεύοντας όλα τα όπλα που διαθέτεις, να έχεις την απαίτηση όταν βγεις από την τρύπα. να συναντήσεις και άλλους ανθρώπους. ώστε να μην είσαι αναγκασμένος να αντιμετωπίσεις το κενό του βαράθρου της μοναξιάς.

Και τότε συναντάς ένα υπέροχο τοίχο χτισμένο από τούβλα βλακείας .

Θα λοιδορηθείς για την πρόγνωσή σου για τον τυφώνα ,θα σε ρίξουν στην πυρά γιατί δεν έχεις συναίσθηση του άδικου, αναίσθητο αιρετικό που δεν μπορείς να μοιραστείς την αγανάκτηση ,ένα ακόμη κόκκινο πανί στον ήδη ανταριασμένο ταύρο , για το μίσος.

Όλα αυτά τα διλλήματα τα έχει ζήσει, τα έχει αντιμετωπίσει πολεμώντας τα στα μετερίζια της ύπαρξής τους από την μια άκρη ως την άλλη.

Είχε γράψει πριν χρόνια όταν τυφώνες αδικίας από άρρωστες ηγεσίες   σάρωναν τα σπίτια των γειτόνων του καταδικάζοντας τους στην μιζέρια της ανέχειας και του μίσους…

Στην κόψη της ακτής εκεί που το κύμα ακονίζει,
Θέλω να βρεθώ παρέα με τα ξωτικά μου.
Κουβέντα φιλική να ανοίξω
Του ανέμου τις παραινέσεις να αναλύσω
Στης βαθειάς μου ύπαρξης την άβυσσο να βουτήξω
Τις χιλιάδες αντανακλάσεις του εαυτού μου να διαλύσω.
Και σαν μικρό παιδί από αυτής της κολυμπήθρας τον εξαγνισμό
να βγω να σας μιλήσω.

Μακριά από τις αρρώστιες των καιρών
Κόντρα στην μιζέρια των μυαλών
που με εμποτισμένο   το μαχαίρι του φόβου
στης άγνοιας την συμφορά
ψυχές σκοτώνουν μαζικά
ΘΥΣΙΑ !
Στον άμορφο χρυσό βωμό του Μαμμωνά.

 

Και τότε είδε στα βλέμματά τους αυτό το κόκκινο της απαξίωσης της αγανάκτησης… και ποιος είσαι εσύ…δεν πείνασες ποτέ, δεν σου κόψανε το ρεύμα δεν είδες τα ικετευτικά μάτια των απογόνων σου να ζητούν το παιχνιδάκι, δεν ένοιωσες το κλομπ των ταγμάτων ασφαλείας στο κορμί σου, και την άγρια θάλασσα της καταστολής και του φόβου που σέρνει πίσω της… Ποιος είσαι εσύ που μιλάς περίεργε, εκκεντρικέ βολεμένε τύπε…

Και όμως όλα αυτά τα ξανάζησε πριν από αυτούς , σε άλλες εποχές, άλλα χρόνια, όταν ο καυτός ήλιος της ευδαιμονίας του χρήματος και του πλουραλισμού των ηδονών που αντανακλά σκέπαζε με την θαλπωρή και τις ευχές των ίδιων ηγεσιών την ίδια γειτονιά.

Τότε ταξίδευε στις γωνιές του κόσμου και αντιμετώπιζε τους τυφώνες μόνος, ψάχνοντας απεγνωσμένα να ακούσει μια φωνή συμπαράστασης, ένα καλό λόγο να ζεστάνει την ψυχή του μια καλή συμβουλή να ανατάξει τη ζωή του. Και, αφού ανακάλυψε την κατάφωτη τρύπα της ψυχής του και την θαλπωρή της ύπαρξης του πνεύματός του, ορκίστηκε πως ποτέ ξανά δεν πρόκειται να μείνει αμέτοχος σε όλα αυτά τα δεινά, και ότι θα τα πολεμάει συνεχώς με το πιο δυνατό μέσο που διαθέτει. Την τέχνη του.

Και μέσα απ΄την ομίχλη του βουνού,
και πέρα απ΄τον ορίζοντα εκεί,
όπου το μάτι και αν γυρίσεις,
άνθρωποι, νερά, βουνά, και ζώα,
όλα δικά σου είναι.

Όλοι τα ίδια λένε…
Σουλτάνοι, βαρόνοι και Ωνάσηδες,
Πρωθυπουργοί και Γύφτοι.
Γιέ μου μικρέ μου άρχοντα εσύ,
σα μεγαλώσεις και γίνεις παλικάρι
όλα δικά σου θα είναι …..

Και τότε πρωτοείδε στα βλέμματά τους το μπλε γαλαντονόμο της απαξίωσης της αγανάκτησης …. ποιος είσαι εσύ καημένε ανθρωπάκο που έχεις το θράσος να κριτικάρεις την ζωή και τις απόψεις μου, το μέλλον των απογόνων μου , μέσα από τις τρύπες του άθλιου σακακιού σου Ποιος είσαι εσύ που μιλάς περίεργε γραφικέ φτωχέ τύπε….

Μάταια προσπαθούσε να τους μιλήσει, μάταια προσπαθούσε να τους κάνει να δουν την καλά κρυμμένη αλήθεια του σκληρού φωτός αυτού του άρρωστου ήλιου, που το μόνο που έκανε ήταν να τους δηλητηριάζει τυφλώνοντας τους με τον απαράμιλλο εγωισμό ενός κόσμου χωρίς αξίες με μόνη αυτή του χρήματος, ενός κόσμου χωρίς ένα πλατάνι δροσιάς για την ταλαίπωρη αναισθητοποιημένη ψυχή τους.

Σε καιρούς ληγμένους οι ποιητές σιωπούν.
Γράφουν λαξεύοντας τους βράχους του μυαλού τους
με βρώμικα συνθήματα.
Δεν είναι η πτώση που μετράει.
Είναι το χάος της ομίχλης που σκεπάζει πονηρά το τέλος.
Είναι αυτό που ζει έτσι , που πρέπει να ζήσει έτσι.
Είναι αυτό που πρέπει να μάθει να ζει έτσι.
Και αυτά που πραγματικά τους καίνε
Αυτά που ανάβουν το καμίνι της ψυχής τους, αιώνες τώρα
Βαρέθηκαν να λένε και να λένε.
Τις αόρατες αιώρες της υπέρτατης ηδονής
Ένα κομμάτι πανί, σε δυο κλαδιά δεμένο
Στο πράσινο της άνοιξης ανέμελα ριγμένο
Βαρέθηκαν να περιγράφουν.
Σε καιρούς ληγμένους οι ποιητές σιωπούν

Ρίχνει μια τελευταία ματιά στο ξύλινο φρεσκοβαμμένο χιλιάρμενο σκαρί του που παίζει δεμένο στο μικρό μουράγιο με τους κυματισμούς του υγρού στοιχείου , και η μνήμη του ζωντανεύει.

Τον παίρνει σαν ένα κίτρινο φύλλο και τον ταξιδεύει σε δρόμους και πλατείες , καλύβες και πλατάνια ,   βουνά και αγριάδες , πάγους και ιδρώτες , αγάπες ψηλές και θεόρατες που αγγίζουν τον γαλαξία μέσα από την απόλυτη αρμονία του φωτός και της γαλήνης τους.

Η γλυκιά ευτυχία του ταξιδιού τον συνεπαίρνει, και όλα αυτά που έζησε, όλα αυτά για τα οποία πολέμησε , μεταμορφώνονται σε πρόσωπα μυθικά, έτοιμα να τον ακολουθήσουν, παρέα ανεκτίμητη παντοτινή.

Ο μικρός κόλπος της αυλής του , η μήτρα που τον γέννησε και στην οποία βαπτίζει πνεύμα και σώμα χρόνια τώρα, αλλάζει χρώματα, θολώνοντας όλες τις λεπτομέρειες αυτού του κόσμου και αντανακλώντας τα, βάφει χέρια , χαρτί και την τελευταία τελεία ζωής και ποίησης…

Τι είναι ο ποιητής
Φεγγάρι ολόγιομο, φως βουτηγμένο στην απεραντοσύνη του σκότους;
Ήλιος λαμπρός, της απομόνωσης δωμάτιο στον κόσμο τον μικρό μας,
ή ταξίδι φωτός στην αγκαλιά του σύμπαντος.
Τίποτε δεν είναι ο ποιητής.
Ένας απλός   κολυμβητής
στα πεντακάθαρα νερά του κόλπου που τον γέννησε
θαρρώ πως είναι.

Φώτης Γαλανόπουλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *