Άπικο (Apiko)

Share

«Τζιφ Τζεφ Σμιθ!» είπε χτυπώντας το χέρι του στην πολυθρόνα.

Οι γειτόνισσες κοιτάχτηκαν με απορία.

   «Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

«Όλους!» επανέλαβε κοφτά κι αφού κοίταξε ένα γύρο της αμίλητες γυναίκες, συμπλήρωσε πιο ήρεμα: «Βέβαια, εμείς οι ελληνοαυστραλοί έχουμε τα δικά μας ονόματα, διαφορετικά ο καθένας…»

«Χριστός και Παναγία! Αυτό μας έλειπε!» σταυροκοπήθηκε η κυρα Σοφία που πάντα ήθελε να τα πηγαίνει καλά με όλους.

Ο παππούς μου μόλις είχε αγοράσει το ασβεστωμένο σπίτι με τις δυο λεμονιές στην μπροστινή αυλή κι εκείνο το μεσημέρι μετά από εντολή της γιαγιάς μου, είχε καλέσει τις γειτόνισσες για καφέ.

«Και δε μας λες, κυρ Παναγιώτη» άρχισε γεμάτη περιέργεια η κυρα Ακριβή «Το δικό σου όνομα το λέγανε, μπορούσαν να το προφέρουνε που λέμε ή μπερδεύονταν στ’ αστραλέζικα;»

«Εμένα με λέγανε ‘Πίτερ’» ήταν η γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση που πήρε. «Για συντομία όμως με φώναζαν ‘Πίτα’.»

Οι γειτόνισσες δαγκώθηκαν. Η κυρά Σοφία, πιο αγαθή απ’ τις άλλες βιάστηκε να σχολιάσει.

«Πως το ’πες αυτό; Πίτα; Σαν να λέμε αυτή με το φύλλο;» και μη περιμένοντας απάντηση ξέσπασε σε γέλια  παρασύροντας και τις άλλες.

«Τι γελάτε, μωρέ;» τις αγρίεψε ο παππούς μου. «Τι είπα;»

«Μα ‘Πίτας’, κυρ Παναγιώτη; Σπανακόπιτα είσαι;» ρώτησε η κυρά Μαρίτσα που μετά τα δυο ποτηράκια κοκκινέλι το μεσημέρι, τα μάγουλά της είχαν ροδοκοκκινίσει σαν την αυγούλα πάνω απ’ τα Καμίνια.

Ο παππούς μου κόρωσε.

«Μωρέ, θα μ’ αφήσετε να τελειώσω την ιστορία μου επιτέλους ή θα κακαρίζετε σαν τις κότες;»

Η γιαγιά μου καταντράπηκε.

«Βρε, Πάνο μου…»

Μετά από 40 χρόνια γάμου, είχε αποδεχτεί τον απότομο χαρακτήρα του αλλά ετούτες ήταν οι καινούργιες της γειτόνισσες και δεν ήθελε να δημιουργηθεί καμιά παρεξήγηση με τους άντρες τους πριν καλά καλά προλάβουν να στεριώσουν στο καινούργιο τους σπιτικό.

«Άσε με κι εσύ, καημένη! Πάω να πω μια κουβέντα και γελάνε!» κι αμέσως μετά στρεφόμενος προς τις γειτόνισσες είπε: «Έτσι κακαρίζετε και στους άντρες σας όταν σας μιλάνε;»

Άλλο δεν ήθελαν οι γειτόνισσες και ξέσπασαν σε πιο δυνατά γέλια. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν πιο τσιριχτά και στο βλέμμα τους έλαμπε σαν δροσοσταλίδα η πονηριά. Η κυρα Ακριβή σήκωσε το χέρι στον αέρα και το ανέμισε σαν να κρατούσε μαντήλι.

«Τώωωρα το κακάρισμα, κυρ Παναγιώτη! Τους έχεις δει τους άντρες μας; Κάααποτε ήταν τα κοκόρια μας! Τώρα πάει! Τώρα ροχαλίζουνε μοναχά!»

«Εγώ πάντως το λέω, κακάριζα πολύ στα νιάτα μου» παραδέχτηκε η κυρα Σοφία κι απόθεσε το χέρι στο στήθος όπως όταν παίρνουμε όρκο.

«Μη ξεχάσεις να το πεις του παπά!» την αποστόμωσε η κυρά Ακριβή.

«Ε, καημένη κι εσύ… Σάμπως μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς τότενες;» απάντησε η κυρα Μαρίτσα. «Με το κακάρισμα δείχναμε και το νάζι μας και το ενδιαφέρον μας.»

Ο παππούς μου πετάχτηκε εκνευρισμένος απ’ τη θέση του και η σαιζ λονγκ του έτριξε επικίνδυνα.

«Πάω να κοιμηθώ!»

«Στάσου, κυρ Παναγιώτη…» τον κανάκεψε η κυρα Μαρίτσα. « Εσύ δε μας είπες να κάνουμε αυστραλέζικο μεσημέρι, να μην κοιμηθούμε για να μας πεις μια ιστορία;»

«Κι εγώ νύσταξα…» χασμουρήθηκε η κυρα Σοφία.

«Πιε καφέ να ξυπνήσεις!» την αποπήρε η κυρα Ακριβή. Την βόλευε αυτό το μεταμεσημεριανό ξενύχτι γιατί όποτε κοιμόταν την ημέρα, το ροχαλητό του άντρα της την κρατούσε ξύπνια όλη νύχτα. «Θα μας πεις εκείνη την ιστορία λοιπόν, κυρ Παναγιώτη;» είπε σταυρώνοντας τα χέρια στην ποδιά της σαν υπάκουο παιδάκι.

Ο παππούς μου κοντοστάθηκε. Ήθελε να πει την ιστορία αλλά τις ήθελε όλες απίκο, ήσυχες και να μην τον διακόπτουν. Όπως τότε που δούλευε στο σανατόριο πάνω απ’ την Πάτρα, πριν φύγει για την Αυστραλία. Μάζευε τις νοσοκόμες στο γραφείο του μετά την βάρδια του και τους έλεγε ιστορίες. Εκείνες όμως δεν κακάριζαν σαν χωριάτες. Ήταν Πατρινιές και γουργούριζαν σαν χορτάτες γάτες. Έτσι τις ήθελε τις γυναίκες. Κοίταξε ένα γύρο τις γειτόνισσες. Τώρα ήταν ήσυχες, γεμάτες προσμονή. Στο τέλος κάθισε.

«Πού είχα μείνει;» είπε μετά από μια μικρή παύση.

«Ότι σε λέγανε Π…» ξεκίνησε να λέει η κυρά Ακριβή αλλά τελευταία στιγμή κρατήθηκε. Η κυρα Σοφία νομίζοντας πως προλάβαινε καταστάσεις αυτήν την φορά επενέβη.

«Οι Αυστραλοί είναι τζούφιοι!» είπε θριαμβευτικά αλλά μέχρι να καταλάβει τι είπε, οι άλλες τραντάζονταν στα γέλια κρατώντας τις κοιλιές τους. Η κυρά Μαρίτσα μόνο που δεν πνίγηκε πάνω στον καφέ της.

«Που ’σαι, Σπύρο μου, ν’ ακούσεις!» έβγαλε μια τσιριχτή φωνή και το χέρι της κούνησε πάλι το αόρατο μαντήλι.

Ο παππούς μου πετάχτηκε σαν πύραυλος απ’ την καρέκλα του και μπήκε στο σπίτι βροντώντας την εξώπορτα από πίσω του.

«Τι είπα;» είπε εμβρόντητη η κυρά Σοφία που πολύ της στοίχιζε που στενοχώρησε τον ξένον άνθρωπο.

Η γιαγιά μου ήταν ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Κοίταξε τις γειτόνισσες καταντροπιασμένη κι ενώ ήθελε να τις κεράσει απ’ το γαλακτομπούρεκο που είχε φτιάξει το πρωί, δεν τόλμησε να πει τίποτα. Μετά από λίγο, αφού είδαν πως δεν γύριζε ο παππούς μου, σηκώθηκαν μία μία και κατευθύνθηκαν προς το πορτόνι.

Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιό της η γιαγιά μου βρήκε τον παππού μου όρθιο πλάι στο παράθυρο να παρακολουθεί τις γειτόνισσες που μιλούσαν έξω απ’ το πορτόνι.

«Έλα εδώ» είπε στη γιαγιά μου και τράβηξε την δαντελένια κουρτίνα ένα εκατοστό παραπάνω. «Κοίτα τες… Τις βλέπεις πώς στέκονται;»

«Ρεζίλι γίναμε, Πάνο…» είπε η γιαγιά μου πλέκοντας τα δάχτυλά της.

Ο παππούς μου αντέδρασε αστραπιαία.

«Ποιος το ’πε; Κοίτα! Σου φαίνονται θυμωμένες; Όχι, πες μου!»

Η γιαγιά μου κούνησε το κεφάλι για να του κάνει το χατήρι όπως πάντα.

Ευχαριστημένος ο παππούς μου ξάπλωσε στο κρεβάτι.

«Να δεις που από δω και στο εξής δεν πρόκειται να με ξαναδιακόψουν όταν μιλάω!» αναφώνισε. «Άναψε τώρα την ηλεκτρική κουβέρτα» και σκεπτάστηκε ως την μύτη.

«Με τέτοια ζέστη;» απόρησε η γιαγιά μου.

Ο παππούς μου έκλεισε τα μάτια και μετά από λίγο άκουσε το κουμπάκι της κουβέρτας ν’ ανάβει.

«Εγώ δεν θα ξαπλώσω» την άκουσε να λέει. «Θα βάλω το γαλακτομπούρεκο στο ψυγείο και θα δω λίγη τηλεόραση» και μετά άκουσε την πόρτα να κλείνει απαλά.

Ο παππούς μου χαμογέλασε καθώς η ζέστη απ’ την ηλεκτρική κουβέρτα άρχισε να τον τυλίγει.

«Έτσι τις θέλω…» μονολόγησε καθώς τον έπαιρνε γλυκά ο ύπνος. «Απίκο!»

 

28/5/2013
Helen Papafilipou
epapafil@yahoo.com

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *