Μπονεγκίλα

Share

ΜΠΟΝΕΓΚΙΛΑ (BONEGILLA)

«Ma perche non mi vuoi? Guarda che bello ragazzo che sono! Vieni! Assomogli cosi tanto con la mia mama!»

Ο Άρης σήκωσε το κεφάλι και σε λίγο, όπως το περίμενε, πέρασε από μπροστά του η στρουμπουλή Ιταλίδα μεταφράστρια με μικρά βιαστικά βήματα. Από πίσω της ο νεοφερμένος συμπατριώτης της που την κατεδίωκε εδώ και μια βδομάδα.

«Sposami! Ho intenzioni serie! Dai! Di’ qualcosa!”»

Ο Άρης στερέωσε το πηγούνι του στο περβάζι και χάζεψε την σκηνή. Απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια του «μπλόκ» είχαν βγει και τους κοιτούσαν. Όσοι καταλάβαιναν την πολιορκία του νεαρού Ιταλού, γελούσαν πειράζοντάς τον ενώ όσοι δεν καταλάβαιναν, χάζευαν απλώς.

«Την έχει τρελάνει την κοπέλα» είπε διασκεδάζοντας η Ρούλα. Εκείνη την ώρα μπάλωνε μια λευκή φανέλα του άντρα της και το στρατιωτικό κρεβάτι έτριζε με κάθε της κίνηση.

«Της λέει πως την θέλει γιατί μοιάζει με την μάνα του, αλλά η Κάρλα από δίπλα επιμένει πως την θέλει για τ’ Αγγλικά της και μόνο» συνέχισε.

Ο Άρης δεν είπε τίποτα. Εδώ και χρόνια δεν έλεγε τίποτα. Η θεία του τον κοίταξε στενοχωρημένη.

«Δεν θες να παίξεις με τ’ άλλα παιδιά;»

Ο Άρης κούνησε το κεφάλι αρνητικά χωρίς να γυρίσει προς το μέρος της. Η Ρούλα σηκώθηκε και στάθηκε πλάι του.

«Έχει κι ελληνόπουλα, το ξέρεις… Βγες λίγο να πάρεις αέρα τουλάχιστον. Τόση ζέστη έχει εδώ μέσα» είπε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του.

Ο Άρης παρέμεινε ακίνητος. Η θεία του αναστέναξε κι επέστρεψε στο μπάλωμα.

Βρίσκονταν ήδη δυο βδομάδες στο Κέντρο Υποδοχής Μεταναστών της Μπονεγκίλα αλλά μέχρι στιγμής τίποτα δεν είχε πάει όπως τα υπολόγιζαν με τον άντρα της. Καταρχήν, δεν τους είχαν βρει δουλειά ακόμη όπως είχαν υποσχεθεί. Τριάντα μέρες στο καράβι το μόνο που την κρατούσε απ’ την τρέλα ήταν πως ερχόμενοι στην Αυστραλία, και δουλειά θα έβρισκαν αμέσως και το παιδί θ’ άλλαζε λόγω του περιβάλλοντος.

Ατένισε για λίγο την πλάτη του Άρη. Είχε ψηλώσει και οι πλάτες του είχαν ανοίξει. Παλικαράκι δεκατεσσάρων χρονών πια. Πέντε χρονών ήταν όταν χάθηκε η οικογένειά του και στα έξι τον υιοθέτησαν. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά αλλά κι αυτό να μην ήταν, ο Άρης δεν είχε άλλους συγγενείς απ’ τους ίδιους.

«Πάμε σινεμά! Θα έρθεις;»

Οι σκέψεις της Ρούλας διακόπηκαν απ’ την ανάλαφρη φωνή της Γιωργίτσας. Δυο χρόνια μικρότερη απ’ τον Άρη, οι γονείς της ήταν από ένα χωριό της Κορίνθου κι έμεναν δυο δωμάτια πιο πέρα. Κάθε μέρα περνούσε από κεί η μικρή και καλούσε τον Άρη να πάνε σινεμά ή για ένα παγωτό.

Η Ρούλα αποφάσισε να επέμβει δραστικά. Στάθηκε με τα δυο χέρια στο περβάζι και καλησπέρισε την μικρή.

«Καλησπέρα, Γιωργίτσα μου! Τι κάνεις;»

«Καλά, εσείς;»

«Δόξα τω Θεώ. Οι γονείς σου;»

Το μουτράκι της Γιωργίτσας συννέφιασε.

«Με την μαμά μου είμαι… Έστειλαν τον μπαμπά μου πάνω στις φυτείες, στα καλαμπόκια»

«Χωρίς εσάς;» η καρδιά της Ρούλας σφίχτηκε.

Το κοριτσάκι πλησίασε το περβάζι κι αφού πρώτα έριξε μια ματιά γύρω, ψιθύρισε συνωμοτικά:

«Μην το πείτε σε κανέναν αλλά δεν θα μείνουμε εδώ για πολύ… Άκουσα τον μπαμπά μου να λέει πως θα το σκάσει απ’ τις φυτείες να πάει στην Μερβούνη. Εκεί έχει εργοστάσια, είναι πόλη! Μόλις βρει δουλειά, θα έρθει να μας πάρει κι εμάς!»

Αυτό ακριβώς συζητούσε να κάνει και με τον άντρα της η Ρούλα. Η Αυστραλιανή κυβέρνηση ζητούσε συγνώμη που δεν μπορούσε να απορροφήσει όλους τους μετανάστες λόγω της οικονομικής ύφεσης εκείνη τη χρονιά, αλλά η συγνώμη δεν ήταν αρκετή για κανέναν. Στο Κέντρο Υποδοχής υπήρχαν μετανάστες απ’ όλη την Ευρώπη που ενώ τους είχαν υποσχεθεί πως η παραμονή τους στο Κέντρο θα ήταν προσωρινή, το πολύ για μερικές βδομάδες, κάποιοι βρίσκονταν εκεί ήδη δυο μήνες. Οι Ιταλοί μάλιστα είχαν αρχίσει να ξεσηκώνονται. Τους άκουγε τα βράδια που μαζεύονταν έξω απ’ το δωμάτιο της γειτόνισσας της Κάρλας και με τα λίγα Ιταλικά που είχε μάθει απ’ τους Ιταλούς στρατιώτες στην Πάτρα, η Ρούλα καταλάβαινε πως ήταν δυσαρεστημένοι με πολλά πράγματα στο Κέντρο Υποδοχής.

«Μην ανησυχείς, δεν θα το πω σε κανέναν» την καθησύχασε η Ρούλα κι αμέσως μετά: «Για πες μου τώρα, είναι ωραίο το σινεμά, Γιωργίτσα;»

Τα μάτια της μικρής έλαμψαν. Για τα παιδιά ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Υπήρχε το σινεμά, οι βόλτες γύρω απ’ το Κέντρο, τα περίεργα ζώα που έβλεπαν για πρώτη φορά στην ζωή τους, το κολύμπι στην τεχνητή λίμνη, τα μαθήματα Αγγλικών. Πιο εντυπωσιακό ακόμη ήταν το φαγητό που τους πρόσφεραν. Άφθονες ποσότητες από μαρμελάδα, κακάο, ψωμί και φρούτα όπως ανανά που πρώτη φορά έβλεπαν στην ζωή τους. Άλλωστε αυτά τα παιδιά ήταν και ο στόχος της Αυστραλιανής Κυβέρνησης. Ήταν τα καινούργια Αυστραλόπουλα κι αυτά έπρεπε να καλοπιάσουν. Αυτά θα μάθαιναν την γλώσσα πιο γρήγορα και θ΄αφομοιώνονταν πιο εύκολα. Οι μεγάλοι ας γκρίνιαζαν. Το συρματόπλεγμα γύρω απ’ το Κέντρο που κάποτε λειτουργούσε ως στρατόπεδο, η έλλειψη θέρμανσης τον χειμώνα, τα στρατιωτικά στρώματα και οι σιδερένιοι τοίχοι που έτριζαν όταν έπεφτε ο ήλιος δεν απασχολούσαν τα παιδιά. Γι’ αυτά η Μπονεγκίλα ήταν μια κατασκήνωση με απεριόριστη ελευθερία.

«Είναι υπέροχο το σινεμά! Και μετά θα πάμε βόλτα ως το μπλοκ 22!» πρόσθεσε η μικρή ενθουσιασμένη.

«Γιατί, τι έχει εκεί;» Η θεία ρωτούσε επίτηδες μήπως και κεντρίσει το ενδιαφέρον του Άρη.

«Θα δώσουν συναυλία οι Τσεχοσλοβάκοι!»

Η θεία χαμογέλασε εντυπωσιασμένη αλλά με την άκρη του ματιού είδε πως ο ανιψιός της ήταν όπως πάντα, αδιάφορος. Ξαφνικά, ο Άρης σηκώθηκε και βγήκε απ’ το δωμάτιο.

«Έχει πρόβλημα ο γιος σας, κυρία Ρούλα;» ρώτησε δειλά η μικρή.

Η Ρούλα αναστέναξε.

«Είναι γιος της αδερφής μου, αλλά τον αγαπάω σαν παιδί μου» εξήγησε. «Τον υιοθετήσαμε με τον άντρα μου όταν σκότωσαν οι Γερμανοί την οικογένειά του»

Η Γιωργίτσα την κοίταξε στενοχωρημένη.

«Δεν θέλει να μιλάει, όχι πως δεν ξέρει» συνέχισε η Ρούλα. «Είναι πανέξυπνος, όλα τα καταλαβαίνει απλώς δεν θέλει να μιλάει από τότε…»

Η Γιωργίτσα ακούμπησε το χέρι της γυναίκας.

«Μην ανησυχείτε! Θα τον κάνουμε εμείς τα παιδιά να μιλήσει, θα δείτε!» είπε γεμάτη αισιοδοξία η μικρή.

Η Ρούλα βούρκωσε. Μακάρι να γινόταν, μακάρι… Θα είχαν έτσι μια στενοχώρια λιγότερη…

Η Γιωργίτσα χαιρέτησε την Ρούλα κι έφυγε χοροπηδώντας να συναντήσει τις φίλες της για να πάνε στο σινεμά.

Ο Άρης στο μεταξύ περπατούσε ανάμεσα στα σιδερένια «μπλοκ» για να φτάσει ως την πύλη του Κέντρου. Προσπέρασε τον Γιουγκοσλάβο που για άλλη μια φορά πάλευε να τραβήξει στο δωμάτιο την στολισμένη γυναίκα του που ήθελε να πάει βόλτα. Προσπέρασε τον Πολωνό πιανίστα που καθόταν στα σκαλοπάτια του δωματίου του και πάντα σιγομουρμούριζε κάποιον σκοπό. Προσπέρασε δυο αδέρφια μαραγκούς απ’ την Λιθουανία που όλο έκαναν μερεμέτια κι έφτιαχναν μικροέπιπλα απ’ τα ξύλα που έβρισκαν πεταμένα κοντά στο συρματόπλεγμα. Όταν τον χτύπησε η δυσωδία απ’ τις τουαλέτες, ο Άρης κατάλαβε πως πλησιάζε στην κεντρική πύλη.

Κάθε «μπλοκ» είχε τα δικά του αποχωρητήρια τα οποία δεν ήταν άλλο από μια τεράστια τρύπα στο έδαφος με μια σανίδα με δέκα τρύπες για να αφοδεύουν. Ένας ξύλινος τοίχος χώριζε τις αντρικές απ’ τις γυναικείες αλλά τώρα με την αφόρητη ζέστη του Δεκέμβρη, πολλοί προτιμούσαν να κρατιούνται όσο μπορούσαν πριν τρέξουν να κάνουν την ανάγκη τους.

Ο Αυστραλός στρατιώτης στην πύλη χαιρέτησε τον Άρη. Πανύψηλος και ηλιοψημένος, όταν έβγαζε το καπέλο του, το κεφάλι του γυάλιζε απ’ το μπριλ κριμ. Ήταν όμως πάντα καλοσυνάτος και συμπαθούσε αυτούς τους παράξενους Ευρωπαίους που μονίμως γκρίνιαζαν για το φαί και τις συνθήκες.

«Going for a swim, mate?» του πέταξε μα ο Άρης τον προσπέρασε αμίλητος. «Have a good one!» τον άκουσε να φωνάζει από πίσω του.

Ο Άρης κατευθύνηθηκε προς το φράγμα και την τεχνητή λίμνη. Ο σκονισμένος δρόμος κάτω απ’ τις πατούσες του ήταν ακόμη ζεστός απ’ τους σαράντα έξι βαθμούς εκείνης της μέρας. Γύρω του, σκόρπιοι θεόρατοι ευκάλυπτοι και ξερά χόρτα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Στις όχθες της λίμνης όμως, το τοπίο άλλαζε. Η βλάστηση γινόταν πιο πυκνή και είχε σκιά όπου κατέφευγαν οι νεοφερμένοι κατά την διάρκεια της ημέρας. Μέχρι και το μεσημέρι, πολλοί βουτούσαν στα νερά να δροσιστούν ή είχαν φτιάξει αυτοσχέδιες σχεδίες και ψάρευαν στο κέντρο της λίμνης. Άλλοι πάλι απλά κάθονταν κρυμμένοι απ’ τον σκληρό ήλιο κι απολάμβαναν την ηρεμία των νερών. Μετά το απόγευμα όμως, τα πράγματα άλλαζαν. Οι όχθες γίνονταν σημείο συνάντησης για τα ζευγάρια, παντρεμένα και μη. Όσοι είχαν παιδιά, τ’ άφηναν σε κάποια γειτόνισσα και κατέβαιναν στην λίμνη για «μια βόλτα» όπως έλεγαν, αλλά όλοι ήξεραν τον λόγο.

Ο Άρης απέφυγε τα σημεία εκείνα όπου ακούγονταν απαλές φωνές και ψίθυροι και κατευθύνθηκε προς ένα πιο απομονωμένο σημείο. Κάθισε στην άκρη της όχθης κι άφησε τα πόδια του να βραχούν στο νερό. Ήταν μυστήριο το πόσο γρήγορα άλλαζαν οι θερμοκρασίες σ’ αυτήν την χώρα. Πριν λίγες ώρες το νερό ήταν χλιαρό και τώρα που έπεφτε ο ήλιος, είχε αρχίσει να παγώνει ήδη. Πήρε ένα ξύλο από δίπλα του και το έσυρε στην επιφάνεια του νερού παρατηρώντας τα κυματάκια. Ξαφνικά, μια φωνή διέκοψε την ησυχία του:

«Απόψε θα μπορέσουμε να κοιμηθούμε. Τι λες;»

Γύρισε το κεφάλι και είδε τον Χανς, τον Γερμανό φρουρό και μεταφραστή.

Όταν έφτασε  η φουρνιά του Άρη με τους υπόλοιπους Έλληνες, ο Χανς ήταν απ’ τους πρώτους που τους καλωσόρισε. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά κι όπως έλεγε, λάτρευε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ψηλός, με πυρόξανθα μαλλιά και κατακόκκινα μάγουλα, είχε έρθει κι εκείνος μετά τον πόλεμο όταν το στρατόπεδο της Μπονεγκίλα είχε αρχικά μετατραπεί σε Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων. Επειδή όμως εκτός από Γερμανικά, ήξερε πολύ καλά Αγγλικά, Ελληνικά και Ιταλικά, πολύ σύντομα έγινε φρουρός και μεταφραστής στην Μπονεγκίλα.

Ο Γερμανός κάθισε πλάι στον Άρη και τέντωσε τα μακριά πόδια του. Ο Άρης αδιάφορος συνέχισε να παίζει με το ξύλο και το νερό.

«Δεν μιλάς πολύ εσύ» παρατήρησε ο Χανς.

Ο Άρης κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

«Έχω πάει στην πατρίδα σου, πριν τον πόλεμο βέβαια… Πολύ όμορφη χώρα με αξιόλογη ιστορία»

Πέρασε λίγη ώρα και βλέποντας πως ο Άρης παρέμενε ανέκφραστος, ο Γερμανός σηκώθηκε.

«Κοίτα!» είπε κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του μικρού. Ο Άρης γύρισε προς το μέρος του κι εκείνος στερέωσε με προσοχή το τσιγάρο στον δείχτη του ενός χεριού του και το τίναξε με τον αντίχειρα του άλλου. Το τσιγάρο αντί να κάνει μια απλή καμπύλη στον αέρα και να προσγειωθεί στην επιφάνεια του νερού, διέγραψε με την καύτρα του έναν μικρό πύρινο κύκλο στον αέρα και μετά προσγειώθηκε κατακόρυφα στο νερό της λίμνης.

Ο Άρης κοκάλωσε.

«Πάω τώρα γιατί περιμένουμε καινούργιους απ’ την Ολλανδία και την Λάτβια απόψε» είπε και με μεγάλες δρασκελιές ο Γερμανός χάθηκε μέσα στην πρασινάδα που θα τον έβγαζε στον χωματόδρομο.

Γυρίζοντας στο δωμάτιό του εκείνο το βράδι, ο Άρης έπεσε στο κρεβάτι τρέμοντας ολόκληρος. Η θεία του τον σκέπασε μ’ όσες γκρι στρατιωτικές κουβέρτες είχε αλλά το τρέμουλο του παιδιού δεν σταματούσε. Το περίεργο ήταν πως δεν είχε καθόλου πυρετό.

Ανήσυχη η Ρούλα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και τον έτριβε πάνω απ’ τις κουβέρτες.

«Να τον πάμε στο νοσοκομείο! Είναι άρρωστος!» έλεγε στον άντρα της.

«Μα δεν έχει πυρετό. Κοίτα τον. Απλώς τρέμει…»

«Κι είναι φυσιολογικό αυτό;»

Ο θείος την κοίταξε σκεφτικός και κάθισε παραξενεμένος στην άκρη του κρεβατιού.

«Μήπως είδες κάτι που σε τρόμαξε;» είπε και χάιδεψε το απύρετο μέτωπο του παιδιού.

Ο Άρης τον κοίταξε και μονομιάς σταμάτησε να τρέμει.

«Να, είδες; Μια χαρά είναι το παιδί» είπε ο θείος του και βγήκε να πάει στα γραφεία του Κέντρου. Πλησίαζε εννέα κι έλπιζε μήπως είχαν αναρτήσει καινούργιες λίστες  με θέσεις εργασίας στα κεντρικά γραφεία.

Την επομένη ο Άρης δεν σηκώθηκε καθόλου απ’ το κρεβάτι. Καθόταν εκεί όλη μέρα κουκουλωμένος μ’ ένα σεντόνι, αμίλητος κι ανέκφραστος ώσπου κάποια στιγμή το απογευματάκι, άκουσε την θεία του να μιλάει με τον Χανς έξω στα σκαλοπάτια. Είχε φέρει την «Πολιτεία» του Πλάτωνα δώρο για τον Άρη.

«Αφού είναι απ’ τους ήσυχους τύπους…» τον άκουσε να λέει στην θεία του.

Όταν όμως του έδειξε το βιβλίο η θεία του, ο Άρης το άρπαξε κι άρχισε να σκίζει τις σελίδες του.

«Δεν ντρέπεσαι; Τι ’ναι αυτά που κάνεις;» άρχισε να του φωνάζει.  «Τι τρέλες είναι αυτές στα καλά καθούμενα; Ο άνθρωπος σου έκανε ένα δώρο κι εσύ φέρεσαι μ’ αυτόν τον τρόπο;»

«Δεν πειράζει. Έχω κι άλλα…» την διέκοψε η ήρεμη φωνή του Χανς.

Ο Γερμανός στεκόταν στο παράθυρο κι είχε παρακολουθήσει όλη την σκηνή.

Η θεία καταντράπηκε. Βιάστηκε να βγει έξω και να ζητήσει συγνώμη απ’ τον Χανς. Του εξήγησε πως ο Άρης ήταν πολύ κλειστό παιδί και πως δεν μιλούσε από τότε που έχασε τους γονείς του.

Ο Χανς άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον κι όταν ρώτησε πως έχασε τους γονείς του το παιδί, η γυναίκα τον κοίταξε με νόημα.

Ο Γερμανός κατάλαβε αμέσως κι έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.

«Λυπάμαι πολύ αλλά ελπίζω να καταλαβαίνετε πως δεν ήμασταν όλοι έτσι…» είπε απολογητικά και χαιρετώντας την βιάστηκε ν’ απομακρυνθεί.

Πέρασαν λίγες μέρες κι ο Άρης γινόταν όλο και πιο ανήσυχος. Δεν κοιμόταν τα βράδια, αντιδρούσε βίαια σε κάθε κουβέντα αλλά υπήρχαν και φορές που η θεία του έβλεπε μια τέτοια θλίψη στα μάτια του που φοβόταν μήπως κάνει καμιά τρέλα.

Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε ένας καινούργιος φίλος στο προσκήνιο. Ανιψιός της Κάρλας, της γειτόνισσας, ο Ένζο ήταν συνομήλικος του Άρη και παρόλο που δεν καταλάβαινε λέξη απ’ όσα έλεγε το ομιλητικότατο Ιταλόπουλο, η τραγουδιστή φωνή του τον ηρεμούσε. Αυτό, σε συνδυασμό με την πληθωρική φύση του Ιταλού και την κοινωνικότητά του, ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν ο Άρης για να βγει λίγο απ’ το καβούκι του.

Ανακουφισμένη η θεία του, έβλεπε τον Ένζο να τραβάει απ’ το μπράτσο τον ανιψιό της και να τον πηγαίνει σινεμά και σε διάφορες εκδηλώσεις που διοργανώνονταν για τους μετανάστες. Η πρώτη φορά όμως που ο Άρης ένιωσε πως ήταν πράγματι φίλος του ο Ένζο ήταν όταν ήρθε μια μέρα και του είπε να πάρει το «πασαπόρτο» του για να πάνε στην Αίθουσα Ψυχαγωγίας του Κέντρου.

Μπαίνοντας στην τεράστια αίθουσα με τα δεκάδες τραπεζάκια και καρέκλες, ο Ένζο του έδειξε τον τοίχο απέναντι. Κάτω απ’ την Αυστραλιανή σημαία κι ανάμεσα σε δυο φωτογραφίες του Βασιλιά Γεωργίου VI υπήρχε ένας θεόρατος χάρτης της Ευρώπης. Πλησιάζοντας, ο Άρης πρόσεξε τα δεκάδες βελάκια που ξεκινούσαν από κάθε χώρα και κατέληγαν το καθένα σε κάποια παιδική φωτογραφία διαβατηρίου.

Το έργο ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Δεκάδες φωτογραφίες μικρών παιδιών, άλλα ξανθά άλλα μελαχροινά, που όταν τραβήχτηκαν εκεί πίσω στην πατρίδα τους, κοιτούσαν σαστισμένα τον φακό, ενώ τώρα κοιτούσαν μια αίθουσα όπου προσπαθούσε να κυριαρχήσει ο αγγλοσαξωνικός τρόπος ζωής.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ένζο ξεκόλλησε τις φωτογραφίες απ’ τα διαβατήριά τους κι ανεβαίνοντας σε μια καρέκλα, τις στερέωσε στον χάρτη. Κατόπιν, τράβηξε δυο βέλη, ένα προς Ελλάδα κι ένα προς Ιταλία. Όταν κατέβηκε, στάθηκε πλάι στον Άρη και τον έπιασε απ’ τους ώμους.

«Guarda comme vicino sonno nostri paesi… E anche noi due!»

Όπως ήταν αναμενόμενο με τα παιδιά, απ’ τα πρώτα μαθήματα που πήρε ο Άρης απ’ τον Ένζο ήταν οι διάφορες «κακές λέξεις» στα ιταλικά. Το ιταλόπουλο έπιανε τα αχαμνά του κι έλεγε «Coglioni!» και μετά έψαχνε με το βλέμμα κάποια γυναίκα με μεγάλο στήθος, σούφρωνε τα χείλη κι έλεγε «Grande tete! Grande tete!». Κι αμέσως μετά ξεκαρδιζόταν στα γέλια παρασύροντας και τον Άρη.

Υπήρχε κι εκείνη η φορά που τον ένιωσε παραπάνω από φίλο του, αδερφό του ίσως. Η Κάρλα, εξήγησε στον Ένζο πως ο Άρης δεν μιλούσε από τότε που οι Γερμανοί είχαν σκοτώσει την οικογένειά του. Με δάκρυα να τρέχουν στα τροφαντά του μάγουλα, το ιταλόπουλο είχε πέσει πάνω στον Άρη και τον αγκάλιαζε σφιχτά να τον σκάσει. Κάτι του έλεγε ξανα και ξανά που η θεία του Άρη του μετέφρασε αργότερα. Ο Ένζο είχε χάσει κι εκείνος τον παππού του απ’ τους Γερμανούς. Καταγόταν από ένα χωριό της Βόρειας Ιταλίας κι ενώ το 1943 οι Ιταλοί του Νότου, υπέγραψαν συνθήκη με τους Συμμάχους, εκεί στον Βορρά, δεν επιτρεπόταν να μιλάνε εναντίον των Γερμανών. Ο παππούς του Ένζο όμως δεν έλεγε να συμμορφωθεί ώσπου μια μέρα τον εκτέλεσαν δυο Γερμανοί στρατιώτες στην πλατεία του χωριού προς παραδειγματισμό. Ο Ένζο είχε μεγάλη αδυναμία σε κείνον τον παππού γιατί εκτός απ’ το όνομά του όλοι έλεγαν πως ήταν φτυστός και σε χαρακτήρα και σε εμφάνιση.

Θα ’χαν περάσει δυο βδομάδες που έκαναν παρέα, όταν ο Ένζο εμφανίστηκε στο κατώφλι του δωματίου του Άρη κατάχλωμος κι αναστατωμένος.

«Devi venire con me! Devi verdere!» του έλεγε τρομοκρατημένος και τον τραβούσε επίμονα απ’ το μπράτσο.

Εκείνο το βράδι ένας εκπρόσωπος της Αυστραλιανής κυβέρνησης θα μιλούσε στους μετανάστες κι όπως όλοι κατευθύνονταν προς την αίθουσα εκδηλώσεων, κανείς δεν πρόσεξε τα δυο παιδιά που πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λίγο πριν πλησιάσουν στον στόχο που είχε ο Ένζο, τράβηξε τον Άρη ανάμεσα στα λιγότερο φωτισμένα σημεία και κάθε τόσο έφερνε το δάχτυλο στα χείλη παρόλο που ο φίλος του ήταν βουβός.

Όταν σταμάτησαν, ο Άρης κατάλαβε πως βρίσκονταν έξω απ’ τα δωμάτια του προσωπικού του Κέντρου. Ο Ένζο τον τράβηξε ανάμεσα σε δυο κτίρια  και του έκανε νόημα να σκύψει. Εκεί, στο ύψος του γόνατου περίπου, βρισκόταν μια τρύπα στον σιδερένιο τοίχο. Από μέσα έβγαινε φως. Ο Ένζο έσκυψε πρώτος κι έκανε νόημα στον Άρη να κάνει το ίδιο.

Στην αρχή το μόνο που έβλεπε ο Άρης ήταν ένα τραπέζι κι ένα στρατιωτικό κρεβάτι με πιο παχύ στρώμα απ’ αυτό που είχαν οι επισκέπτες του Κέντρου. Ο Ένζο τον πίεσε να κοιτάξει καλύτερα ώσπου ένα κόκκινο ύφασμα τράβηξε την προσοχή του. Το ελληνόπουλο τινάχτηκε απότομα προς τα πίσω και κοίταξε τον Ένζο που εκείνη την στιγμή είχε κλείσει τα μάτια κι έκανε το σημείο του σταυρού των Καθολικών. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ο Άρης ξαναέβαλε το μάτι στην τρύπα. Η ξύλινη δίφυλλη ντουλάπα ήταν μισάνοιχτη κι από μέσα φαινόταν κρεμασμένη η σημαία των Ναζί.

«Che ne dici? Andiamo dentro? Non ce’ nessuno!» είπε ο Ένζο σφίγγοντας την γροθιά του και του έδειξε το μισάνοιχτο παράθυρο από πάνω τους.

Ο Άρης κατάλαβε αμέσως και σηκώνοντας το παράθυρο, μπήκαν στο δωμάτιο. Φοβισμένοι στην αρχή, περπατούσαν ήσυχα ήσυχα παρατηρώντας τα πάντα γύρω τους κι αποφεύγοντας την ντουλάπα. Τελικά, ο Άρης άνοιξε και το άλλο φύλλο της ντουλάπας κι εμφανίστηκε ολόκληρη η ναζιστική σημαία καθώς κι ένα ζευγάρι στρατιωτικές μπότες στο πλάι.

«Bastardo Musolini! Bastardi Tedeschi!» άρχισε ν’αφρίζει το ιταλόπουλο. Ήταν τα τελευταία λόγια του παππού του πριν τον εκτελέσουν.

Ο Άρης έσπευσε να του καλύψει το στόμα. Ήθελε ν’ ανακαλύψει όσο γινόταν περισσότερα. Η υποψία που του δημιουργήθηκε εκείνη την ημέρα στην όχθη της λίμνης δεν είχε φύγει απ’ το μυαλό του παρόλο που περνούσε τόσες ξένοιαστες ώρες με τον Ένζο. Με πυρετώδεις κινήσεις, άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια του κομοδίνου. Έψαξε και μέσα στην ντουλάπα. Τίποτα. Τελικά, όταν σήκωσε το στρώμα, ο Άρης βρήκε αυτό που έψαχνε. Ήταν μια φωτογραφία του Χανς κατά δέκα χρόνια νεότερου και ήταν ντυμένος με την γκρι στολή των Γερμανών στρατιωτών.

«Madonna mia…» άκουσε τον Ένζο να μουρμουρίζει πάνω απ’ τον ώμο του.

Ο Άρης κάθισε στο κρεβάτι με την φωτογραφία του Χανς στα χέρια του κι άρχισε να κλαίει. Εκείνος ο πύρινος κύκλος της καύτρας στην λίμνη δεν ήταν τυχαίος λοιπόν…

Όταν είχαν μπει εκείνο το βράδι οι τρείς Γερμανοί  στο σπίτι του στο χωριό, δεν είχαν σκοπό να τους σκοτώσουν. Ο λοχαγός τους ήταν μεν ψυχρός αλλά το μόνο που ήθελαν ήταν να ψάξουν το σπίτι να μήπως έκρυβαν αντάρτες. Με δυο παιδιά και γυναίκα έγκυο, ο πατέρας του Άρη δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Έψαξαν όλο το σπίτι, το κατώι, την αποθήκη, ακόμη και το πηγάδι μα δεν βρήκαν τίποτα. Μετά τον έλεγχο, ο λοχαγός τους χαιρέτησε κι έφυγε το ίδιο ψυχρά όπως είχε έρθει. Απο πίσω του ακολούθησε αμέσως ο ένας στρατιώτης αλλά ο τρίτος παρέμεινε για λίγο στην πόρτα να καπνίζει. Ο Άρης, που ήταν πεντε χρονών τότε, κρύφτηκε τρομαγμένος κάτω απ’ το κρεβάτι των γονιών του περιμένοντας πότε θα κλείσει η πόρτα και θα εξαφανίζονταν οι απειλητικές μπότες. Του φάνηκε πως πέρασε μια αιωνιότητα μέχρι να δει τον Γερμανό να κινείται. Μόνο που οι μπότες δεν κατευθύνθηκαν προς τα έξω, αλλά ξανά προς τα μέσα. Άκουσε τον πατέρα του να λέει κάτι με τα λίγα Γερμανικά που ήξερε ως γραμματέας του χωριού κι αμέσως μετά το σπίτι τους τραντάχτηκε απ’ τους πυροβολισμούς. Τρέμοντας ολόκληρος ο μικρός Άρης έκλεισε τα μάτια και σκέπασε τ’ αυτιά του. Όταν πια βγήκε απ’ την κρυψώνα του, βρήκε τους γονείς του και την μικρή του αδερφή νεκρούς. Ο μικρός έτρεξε ως το παράθυρο κι εκει, μέσα στο μισοσκόταδο, είδε την φιγούρα του Γερμανού που είχε σκοτώσει την οικογένειά του. Μπροστά του και λίγο πιο ψηλά, είδε έναν πύρινο κύκλο, όμοιο με κείνον που είχε κάνει ο Χανς στην τεχνητή λίμνη.

Ο Ένζο πήρε την φωτογραφία απ’ τα χέρια του φίλου του και την ξανάβαλε με αργές κινήσεις κάτω απ’ το στρώμα. Κατόπιν, πλησίασε την ανοιχτή ντουλάπα, κατέβασε το παντελόνι του και κατούρησε την Ναζιστική σημαία.

«Per il mio nono!» φώναξε δυνατά κι άρχισε να γελάει.

Την επομένη, ο Χανς ήταν εξαφανισμένος. Συνήθως τριγυρνούσε μονίμως ανάμεσα στους ιταλούς και τους έλληνες αλλά εκείνη την μέρα δεν τον είδαν καθόλου τα παιδιά. Αργά το απόγευμα όμως ξεχάστηκαν κι έπαψαν να τον σκέφτονται. Μια παρέα μεταναστών είχε σκοτώσει με ξύλα μερικές δεκάδες κουνέλια γύρω απ’ το Κέντρο και τα έψηναν πάνω σε λαμαρίνες έξω απ’ την τραπεζαρία του «μπλοκ 22» όπου έμεναν οι περισσότεροι νοτιοευρωπαίοι. Μάταια έτρεχαν πάνω κάτω οι Αυστραλοί με τους μεταφραστές τους εξηγώντας πως αυτό που έκαναν απαγορευόταν και πως υπήρχε κίνδυνος φωτιάς. Κανείς δεν τους έδινε σημασία. Στο τέλος κάθισαν και οι μεταφραστές να φάνε και οι Αυστραλοί γύρισαν στα γραφεία τους συγχυσμένοι με τ’ «αγύριστα κεφάλια».

Καθισμένοι ανάμεσα σε Ιταλούς, Έλληνες και Ισπανούς, τα δυο παιδιά απολάμβαναν το νόστιμο κρέας και το κρασί που τους έδιναν κρυφά κάποιοι μεγάλοι. Ο Ένζο τραγουδούσε κι έτρωγε αστιευόμενος με τους πάντες όταν ξαφνικά ο Άρης τον ένιωσε να μαζεύεται. Κοίταξε προς το μέρος που κοιτούσε ο φίλος του και τότε τον είδε. Όρθιος, με το τσιγάρο στο χέρι, ο Χανς κάπνιζε με το βλέμμα του καρφωμένο στα δυο παιδιά. Ο Άρης κοίταξε κατάματα τον δολοφόνο της οικογένειάς του ώσπου εκείνος του χαμογέλασε ψυχρά κι έφυγε. Καθώς όμως απομακρυνόταν, ο μικρός είδε πάλι τον πύρινο κύκλο στο σκοτάδι.

Αυτή την φορά, ο πύρινος κύκλος δεν τον άφησε σε ησυχία. Όλη νύχτα στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του κι όποτε έκλεινε τα μάτια, η φωτογραφία του Χανς και ο πύρινος κύκλος ζωντάνευαν μπροστά του. Τελικά, λίγο πριν ξημερώσει, ο Άρης σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε γίνει το χθεσινοβραδινό τσιμπούσι. Έκοψε ένα κομμάτι λαμαρίνας ίσα με το μέγεθος της παλάμης του και σύρθηκε τοίχο τοίχο ώσπου έφτασε στο δωμάτιο του Χανς. Το παράθυρο ήταν και πάλι μισάνοιχτο κι ο Άρης πήδηξε μέσα με ευκολία. Χωρίς να χάσει ούτε μια στιγμή την ψυχραιμία του, άναψε την λάμπα στο τραπέζι και κοίταξε προς την ντουλάπα. Ήταν κλεισή και το κλειδί έλειπε απ’ την κλειδαριά.

Κατόπιν στράφηκε προς το κρεβάτι και τον Χανς που κοιμόταν ανάσκελα. Ο Άρης τον κοίταξε για λίγο εξεταστικά και με μια απότομη κίνηση, κάρφωσε το γόνατό του πάνω στο στήθος του Γερμανού ρίχνοντας όλο το βάρος του επάνω του. Με το ελεύθερο χέρι του κάλυψε το στόμα του. Ο Χανς άνοιξε τα μάτια σαστισμένος και προσπάθησε να ελευθερωθεί μα ο Άρης βύθισε πιο δυνατά το γόνατό του μέσα στο στήθος του κάνοντάς τον να βογγήξει.

«Φοβάσαι;» τον ρώτησε ο Άρης. Η φωνή του παιδιού ήταν βραχνή απ’ τα τόσα χρόνια αφωνίας/αχρησίας.

Ο Χανς κούνησε το κεφάλι τρέμοντας. Μέσα στον τρόμο του τα μάτια του έδειχναν πιο γαλανά.

Ο Άρης ακούμπησε την κρύα λαμαρίνα στο μέτωπο του Γερμανού και μετά την έφερε στον λαιμό του και την κράτησε εκεί.

«Θα πάρω το χέρι μου, αλλά αν φωνάξεις, θα σε σφάξω…» τον προειδοποίησε.

Ο Χανς βιάστηκε να συμφωνήσει. Ο Άρης πήρε το χέρι απ’ το στόμα του Γερμανού και το σκούπισε βιαστικά στα σκεπάσματα. Σιχαινόταν τα σάλια του.

«Γιατί;» ρώτησε ο Χανς λιπόψυχα.

«Δεν ξέρεις;» του απάντησε ο Άρης άγρια.

Ο Χανς έκλεισε τα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι. Όταν τα ξανάνοιξε, το βλέμμα του ήταν πια ήρεμο, σχεδόν υπεροπτικό.

«Νόμιζα πως έκανα λάθος. Μέτρησα τρία κεφάλια ενώ ήμουν σίγουρος πως ήταν τέσσερα… Εσύ ήσουν το τέταρτο λοιπόν;»

Ο Άρης κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

«Ήταν πόλεμος…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Γερμανός αλλά το ατσάλινο βλέμμα του Άρη τον έκανε να σωπάσει. Ήξεραν και οι δύο πως δεν χρειαζόταν να σκοτώσει την οικογένειά του.

«Απ’ την καύτρα με κατάλαβες;» τον ρώτησε ο Γερμανός. Ο Άρης ένευσε πάλι καταφατικά.

«Προσπάθησα να κόψω όλες μου τις συνήθειες, να κάνω μια καινούργια αρχή… Μόνο αυτό δεν κατάφερα, το τσιγάρο…»

«Και η ντουλάπα;» ρώτησε ο Άρης.

Ο Γερμανός χαμογέλασε ειρωνικά.

«Δεν καταλαβαίνεις…» άρχισε να λέει αλλά αμέσως μετά η όψη του άλλαξε κι έγινε όμοια με τρελού. «Εμπρός λοιπόν! Σκότωσέ με! Τι περιμένεις; Αυτό δεν θέλεις; Να εκδικηθείς για την οικογένειά σου; Σκότωσέ με λοιπόν! Δείξε μου αν είσαι άντρας, σιχαμένο Τουρκόπουλο! Ανάξιοι απόγονοι των Ελλήνων!»

Ατάραχος ο Άρης πίεσε την αυτοσχέδια λεπίδα του στον λαιμό του Γερμανού και τον είδε να σφίγγει τα δόντια αφρίζοντας καθώς περίμενε το τέλος του. Ο Άρης έσκυψε πιο κοντά στο πρόσωπό του.

«Μπορώ…» του είπε στο αυτί «..αλλά δεν το κάνω… Αυτή είναι η διαφορά μας…» κι έμπηξε μια τελευταία φορά το γόνατό του στο στήθος του Γερμανού.

Αμέσως μετά και πριν προλάβει ν’ αντιδράσει ο Χανς, τον απελευθέρωσε και πήδηξε απ’ το παράθυρο. Καθώς έτρεχε ο Άρης, από πίσω του άκουγε τον έξαλλο Γερμανό να ουρλιάζει: «Γύρνα πίσω! Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό! Γύρνα πίσω!»

Ο Άρης όμως δεν γύρισε πίσω. Μάλιστα δεν γύρισε ούτε καν αμέσως στο δωμάτιό του παρά κατευθύνθηκε προς την πύλη του Κέντρου. Ο Αυστραλός φρουρός ήταν εκεί και τον χαιρέτησε όπως πάντα. Αυτή τη φορά, ο Άρης στάθηκε για λίγο και προσπάθησε να θυμηθεί πως λένε το «Καλημέρα» σ’ αυτήν την χώρα.

«Γκουντάι..» είπε δειλά.

Ο Αυστραλός κατενθουσιάστηκε.

«G’ day, matey!» του απάντησε κι αμέσως έβγαλε ένα πακέτο μπισκότα και το πρόσφερε στον Άρη.

«Θενκ γιου…» τον ευχαρίστησε ο μικρός. Η φωνή του ήταν ακόμη λίγο βραχνή.

«Don’t mention it!» του απάντησε ο άλλος και ο Άρης τον χαιρέτησε και βγήκε απ’ το Κέντρο.

Ο ήλιος είχε ανατείλει πια για τα καλά και γέμιζε τον ουρανό. Είχαν ήλιο και στην Ελλάδα αλλά ποτέ δεν τον θυμόταν τόσο δυνατό, τόσο μεγάλο. Στο βάθος λαμπύριζε η τεχνητή λίμνη ενώ τα ψηλά χρυσαφί χορτάρια άχνιζαν απ’ την βραδινή υγρασία που εξατμιζόταν. Ο Άρης πήρε μια βαθιά ανάσα. Πρώτη φορά πρόσεχε πόσο μεγάλος ήταν ο ουρανός αυτής της χώρας, πόσο απλόχερα φώτιζε ο ήλιος τα πάντα.

Από πίσω του άκουσε μια γνώριμη φωνή να τον φωνάζει. Ήταν ο Ένζο κι έτρεχε ασθμαίνοντας να τον προλάβει. Είχε περάσει απ’ το δωμάτιό του να τον  πάρει για πρωινο κι όταν δεν τον είχε βρει, άρχισε να τον ψάχνει παντού. Ο Ένζο πήρε τα μπισκότα απ’ το χέρι του Άρη και μασουλώντας άρχισε να τον τραβάει προς την πύλη.

«Ho famme!» μουρμούριζε με παράπονο κι έτριβε την κοιλιά του.

Ο Άρης όμως τον σταμάτησε.

«Με ζάλισες με τα ιταλικά σου, το ξέρεις; Σήμερα θα πάμε για ψάρεμα και θα σε μάθω ελληνικά. Κατάλαβες;» του είπε.

Αγουροξυπνημένος όπως ήταν ο Ένζο έμεινε να κοιτάζει τον Άρη μπερδεμένος ώσπου τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.

«Ma tu parli!» φώναξε χαρούμενος κι αγκάλιασε τον φίλο του. Μετά άρχισε να χορεύει γύρω απ’ τον Άρη τραγουδώντας: «Mi parli! Mi parli!»

Ο Άρης ξεκαρδίστηκε με τον φίλο του και πιάνοντάς τον εκείνος απ’ το μπράτσο πια, άρχισε να τον παρασύρει προς την τεχνητή λίμνη.

Τον χειμώνα που ακολούθησε, τρείς νεαροί Ιταλοί που φιλοξενούνταν στο Κέντρο Υποδοχής αυτοκτόνησαν και οι συμπατριώτες τους άρχισαν να μοιράζουν φυλλάδια για τις απαράδεκτες συνθήκες του Κέντρου και τις ψεύτικες υποσχέσεις για δουλειά. Τον Ιούλο του 1952 2,500 Ιταλοί κατευθύνθηκαν προς τα γραφεία του Κέντρου σπάζοντας τα πάντα στην διαδρομή τους κι απαιτώντας να τους δώσουν δουλειά αλλιώς να τους στείλουν πίσω στην Ιταλία. Λίγο πριν φτάσουν στα κεντρικά γραφεία της Διεύθυνσης όμως, τους περίμεναν πέντε τανκς και διακόσιοι Αυστραλοί στρατιώτες αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν.

Ο ξεσηκωμός της Μπονεγκίλα μαθεύτηκε σ’ όλον τον κόσμο, αναγκάζοντας την Αυστραλιανή κυβέρνηση να βελτιώσει άμεσα τις συνθήκες στο Κέντρο Υποδοχής. Άρθρα δημοσιεύτηκαν σ’ όλες τις γλώσσες και οι Αυστραλοί έτρεχαν και δεν προλάβαιναν να βεβαιώσουν τους Ευρωπαίους πως φέρονταν καλά στους μετανάστες. Το άρθρο όμως που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ ήταν για μια τέταρτη αυτοκτονία…

Δυο μέρες μετά τον ξεσηκωμό, ένας Γερμανός φρουρός και μεταφραστής βρέθηκε κρεμασμένος από ένα κλαδί δέντρου στις όχθες της λίμνης. Κανείς δεν ήξερε γιατί είχε αυτοκτονήσει αλλά όλοι θυμούνται την ταραχή των υπευθύνων όταν ανακάλυψαν κάτι στο δωμάτιο του Γερμανού και βιάστηκαν να το κάψουν στην χωματερή του Κέντρου.

18/7/2013
Helen Papafilipou
epapafil@yahoo.com
hp

6 Replies to “Μπονεγκίλα”

  1. Αγαπητή Ελένη,όμορφο κείμενο, συγκινητικό! Ανοίγει ερωτηματικά αναπάντητα, διαρκή…Μιά αέναη μετανάστευση , μήπως, δεν είναι η ζωή μας! Απ’ τη μήτρα στη φύση, απ’αγκαλιά σε αγκαλιά, από σπίτι σε σπίτι, από χώρα σε χώρα…Άλλοτε με ακρότητες άλλοτε με συμβάσεις, μα τα κάγκελλα γύρω,ορατά ή αόρατα να πληγώνουν την ελευθερία. Η μόνη υπέρβαση.. η Αγάπη, η ποίηση, η “μετανάστευση” από βλέμμα σε βλέμμα ιερό, καθαρτήριο!
    Σ’ευχαριστούμε για τη συγκίνηση, κρατά ζωντανή τη μνήμη!
    τζενη

    1. Με άγγιξε αυτό το κείμενο. Ίσως γιατί μου φέρνει αναμνήσεις από την εποχή που κι εγώ βρισκόμουν στη Μπονεγκίλλα νέος 17 να βλέπω τους γονείς μου γεμάτους αγωνία για το μέλλον, να βλέπω τους ευκαλύπτους να σκεπάζουν τις καυτερές από τον ήλιο τρώγλες που ήταν το σπίτι μας για μερικές βδομάδες. Ήταν η εποχή της μετανάστευσης και η εποχή που τα λίγα ρούχα που φέραμε μαζί μας σε μια βαλίτσα που κούμπωνε δεν αρκούσαν.
      Σήμερα έμειναν μόνο οι αναμνήσεις και τα σενάρια που γράφουμε, για να θυμόμαστε και να μας θυμούντε.
      Χρόνια καλά, όμως γεμάτα ανησυχία και ερωτηματικά, αμέτρητα ερωτηματικά.
      Ιάκωβος

      1. Ιάκωβε, δεν έζησα η ίδια εκείνες τις εποχές οπότε είναι τιμή μου που το κείμενό μου σε άγγιξε. Σ’ ευχαριστώ. Ελένη.

    2. Χαίρομαι που σου άρεσε, Τζένη. Έτσι είναι όπως το λές, μια “αέναη μετανάστευση” η ζωή μας… Σ’ ευχαριστώ. Ελένη.

  2. to epapafil

    Διάβασα το Μπονεγκίλα, στο diasporic literature ημερομηνία Σεπτεμβρίου 18 2014
    μια αληθινή ανθρώπινη Ιστορία. Δεχθήτε τα συγχαρητήριά μου, με συγκίνησε τόσο!!! θυμήθηκα τον εαυτόν μου σαν παράνομο μετανάστη να γυρίζω όλη την υφήλιο…

    Και κάτι δικό μου. .
    Έφυγα από την Ελλάδα 12 Αυγούστου 1950 ως ναυτικός, με πρόθεση να μεταναστεύω, όμως η τύχη μου δεν ήθελε για 20 χρόνια γύριζα όλο τον κόσμο δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά.
    Την ημερομηνία αυτή Ιούλιος 1952 όπου έλαβαν μέρος τα γεγονότα της ιστορίας αυτής ευρισκόμουν σε ένα μικρό καραβάκι και ήμουνα στην Κούβα μετά και αφότου με είχαν απελάσει και κλεισει στα κρατητήρια του Ellis Island Νέα Υόρκη για 4 μήνες ως παράνομο. (λαθραίο)
    Σήμερα έχω ρίξει άγκυρα ως μετανάστης στη Νέα Υόρκη, θυμούμαι τα περασμένα τις κακουχίες και τις διακρίσεις επειδή προερχόμουν από την Ελλάδα και φιλοσοφώ.

    Ιάκωβε! κάτι τέτοιες αναρτήσεις τιμούν την Diasporic Literature
    Ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να διαβάσω αυτό το λογοτεχνικό-βιωματικό Διαμάντι, με ήρωες μετανάστες…
    Γαβριήλ Παναγιωσούλης
    Νέα Υόρκη

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *