Βόηθα, Γέρο!

Share

Με το που έβαλε το ψωμί στο στόμα, η γυναίκα απέναντί της άρχισε να κλαίει. Η Άννα πάγωσε. Αν μπορούσε να φτύσει την μπουκιά της και να την ξανακολλήσει στο καρβέλι, θα το ’κανε.

«Μην της δίνεις σημασία» είπε ο άντρας κι αγριοκοίταξε την γυναίκα του.

Το κλάμα της ήταν σαν Φθινοπωρινό ψιλόβροχο, επίμονο κι εκνευριστικό.

«Φεύγεις κι εσύ;» ρώτησε ο άντρας δείχνοντας την βαλίτσα της Άννας.

Η νεαρή κοπέλα έσφιξε μηχανικά την βαλίτσα κάτω απ΄την μασχάλη της κι ένευσε καταφατικά. Δεν της άρεσαν οι πολλές κουβέντες.

«Αυστραλία;» την ξαναρώτησε.

«Γερμανία» αποκρίθηκε εκείνη αποφεύγοντας το βλέμμα του.

«Ποιά πόλη; Έχω κάνει και στην Γερμανία».

Προσπάθησε να θυμηθεί τι έγραφαν τα χαρτιά της. Θες τ’ οτι ήταν μεγάλη λέξη, θες τ’ οτι οι ερωτήσεις του ξένου άντρα την πανικόβαλλαν, δεν μπορούσε να θυμηθεί.

   «Μόναχο…» απάντησε έτσι για να πει κάτι.

Ο άντρας εντυπωσιάστηκε. Λίγοι πήγαιναν στο Μόναχο. Οι περισσότεροι «γκασταρμπάιτερ» προορίζονταν για τα βιομηχανικά περίχωρα.

«Εμείς πάμε στην Αυστραλία» είπε εκείνος χαμογελώντας.

Η γυναίκα του δυνάμωσε δυο κλικ το κλάμα της κι ο άντρας επίτηδες ξαναπρόσφερε ψωμί στην Άννα. Αυτήν την φορά αρνήθηκε την προσφορά του.

«Απ’ το πρωί κλαίει πως είναι το τελευταίο καρβέλι που ζύμωσε στην Ελλάδα!» είπε αγανακτισμένος και στρεφόμενος προς την γυναίκα του, την αγρίεψε: «Τι κλαίς, μου λες; Κι εδώ να μέναμε, το τελευταίο δεν θα ’ταν;»

Τα κοφτά του λόγια συνέφεραν αμέσως την γυναίκα. Σκούπισε βιαστικά μάτια και μύτη και στράφηκε προς το παράθυρο και το τοπίο που έφευγε συνέχεια. Δεν θα ’ταν πολύ μεγαλύτερη απ’ την Άννα. Είκοσι πέντε, είκοσι εφτά. Κάπου εκεί. Στο μεταξύ, το κοριτσάκι που γέμιζε το κενό στο κάθισμα ανάμεσά τους είχε κολλήσει στην μάνα του και πιπιλούσε τον αντίχειρα ρίχνοντας πλάγιες φοβισμένες ματιές στον πατέρα της. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα η Άννα. Μ’ αυτό ξεκινούσαν την ζωή τους οι δειλοί.

«Μας έκανε πρόσκληση ο αδερφός μου» συνέχισε ο άντρας απτόητος. Κατόπιν, έβγαλε ένα χιλιοδιπλωμένο απόκομμα εφημερίδας απ’ το σακάκι του και της το ’δειξε με καμάρι. Ήταν μια φωτογραφία απ’ το υπερωκεάνιο «Πατρίς».

Η Άννα ξανακοίταξε την γυναίκα του φοβούμενη πως θα πατούσε πάλι τα κλάματα. Τώρα όμως είχε το πιο θλιμμένο, το πιο παραδομένο ύφος. «Πληγωμένες Παναγιές» τις έλεγε κάτι τέτοιες οι γιαγιά της.

«Αν θες, μπορώ να σου δώσω διευθύνσεις από φίλους που είναι ακόμη στην Γερμανία… Μπορεί να θελήσεις παρέα…» είπε καθώς ξανάβαζε το απόκομμα στην τσέπη του.

Δεν της άρεσε το βλέμμα του, ούτε το πως χαμήλωσε την φωνή του.

«Με περιμένει ο ξάδερφός μου» είπε ψέματα η Άννα.

Είχε ακούσει για κάποιους λιγούρηδες χωριάτες που ακόμη και παντρεμένοι, πήγαιναν στην Γερμανία και κυνηγούσαν τις απροστάτευτες συμπατριώτισσές τους. Σκέφτηκε μήπως έπρεπε να είχε διαλέξει την Αυστραλία. Ήταν όμως τόσο μακριά και την τρόμαζε που δεν είχε ακούσει ιστορίες για εκεί. Αλλά μήπως είχε γυρίσει και κανείς απ’ την μακρινή εκείνη χώρα; Μόνο απ’ την Γερμανία γύριζαν. Με την Αυστραλία ήταν λες κι άνοιγε μια τρύπα και τους κατάπινε.

Η Άννα στράφηκε ολόκληρη προς το παράθυρο δίνοντας έτσι σήμα στον άντρα πως δεν ήθελε άλλες κουβέντες. Εκείνος ευτυχώς το κατάλαβε και δεν της ξαναμίλησε.

Έξω, το τοπίο πάντα έφευγε. Το τρένο διέσχιζε τώρα τον Θεσσαλικό κάμπο και η Άννα ακούμπησε το μέτωπο στο παγωμένο παράθυρο. Κάποια στιγμή τής φάνηκε πως διέκρινε στο βάθος τα λιγοστά καπνοχώραφα της Θεσσαλίας και η καρδιά της πετάρισε αναστατωμένη. Όπως τότε που είδε πρώτη φορά την «Κραυγή» του Μουνκ σ’ ένα λεύκωμα.  Από τότε ονειρευόταν να ’χε την δύναμη ν’ ανάψει φωτιά σ’ όλα τα καπνοχώραφα και να κοκκινίσει σαν αίμα ο ουρανός. Να διαλύσει την φτώχεια και την ταλαιπωρία που τα συνόδευε, να τρομάξουν οι άνθρωποι και να συνέρθουν.

Τα μισούσε. Μισούσε τα μεταμεσονύχτια καραβάνια των χωρικών να προλάβουν να κόψουν τα φύλλα πριν ξημερώσει και γίνουν λάστιχο. Μισούσε την εξάντλησή της όταν αποκοιμιόταν μπροστά στις ρίζες, γονατιστή παιδούλα σαν ξεχασμένος προσκυνητής. Μισούσε κι αυτούς που «τα ’βρισκαν» με τους εμπόρους κι όταν έριχνε ο ένας την τιμή, τους έπαιρνε όλους η μπάλα. Πόσες σκηνές απελπισίας δεν είχαν εκτυλιχτεί στην πλατεία του χωριού όταν οι χωρικοί – μαζί κι ο πατέρας της – μετρούσαν τα λιγοστά χρήματα της σοδειάς μόνο για να διαπιστώσουν πως δεν έφταναν ούτε καν για να ξεχρεώσουν τον μπακάλη;

Μα περισσότερο απ’ όλα, εκείνο που μισούσε η Άννα ήταν η πικρίλα του καπνού. Όπως όλα τα παιδιά, είχε δοκιμάσει κι εκείνη την παχύρευστη κόλλα που έμενε στα χέρια όταν περνούσαν την βελόνα μές απ’ τα φύλλα. Όσο εύκολο όμως ήταν να ξύσεις αυτήν την κόλλα με μαχαίρι και να σαπουνιστείς καλά καλά, τόσο δύσκολο ήταν ν’ αποδιώξεις την γεύση της απ’ την γλώσσα. Κι αυτό γιατί η πικρίλα κολλούσε στην μνήμη και γινόταν μυρωδιά και γεύση μαζί.

Τα δάχτυλά της έπαιξαν νευρικά. Η ύπουλη ανάμνηση της πικρίλας κολλούσε και πάλι στον ουρανίσκο της. Έχωσε βιαστικά τα χέρια στις τσέπες να μην τα βλέπει, να μην θυμάται. Δεν άντεχε πια την φτώχεια του χωριού. Δεν άντεχε να είναι παραπεταμένη ανάμεσα σε τρία αδέρφια. Όταν είπε στους δικούς της πως φεύγει, ο πατέρας της δεν της ξαναμίλησε, ούτε κι όταν τον αποχαιρέτησε. Και η μάνα της έκλαιγε. Την εκνεύρισε εκείνο το κλάμα. Τώρα θυμήθηκε πως είχε κόρη;

Έκλεισε τα μάτια εξαντλημένη. Το ήξερε πως υπήρχαν άλλα μέρη πιο όμορφα, πιο δίκαια. Απλά, έπρεπε να πιστεύει πως θα τα βρεί. Το μυαλό της ταξίδεψε στο αγαπημένο της ποίημα, το «Ναμάζι» του Φώτη Αγγουλέ.

Οι Μπεντουβίνοι τέλειωσαν απ’ ώρα
το βραδινό τους το ναμάζι
Στη Λυβική την έρημο βραδιάζει.

Οι σαύρες. τα μαμούνια, τα ζουζούνια
στις τρύπες τους κρυφτήκαν. Δεν σαλεύει
μήτε φτερό, μήτε κλαδί,
κι ατάραχη η γαλήνη βασιλεύει.

Η Άννα πήρε μια χούφτα άμμο με το ένα χέρι, λίγα μαμούνια με τ’ άλλο κι έστησε στο μυαλό της την γαλήνια έρημο του Αγγουλέ. Σε λίγο αποκοιμήθηκε.

Όταν ξύπνησε, το τρένο έμπαινε πια στην Αττική. Νταμάρι γι’ άλλη μια φορά η Αθήνα. Αυτή η πόλη δεν καλυτέρευε ποτέ. Μόνο μεγάλωνε κι ασχήμαινε. Το ξενοδοχείο στην Πλατεία Αττικής επίσης άσχημο και βρώμικο. Μια βραδιά ήταν όμως μόνο, θα περνούσε.

Την επομένη που ξημέρωνε και Μεγάλο Σαββάτο, η Άννα πήρε την βαλίτσα της και κατέβηκε στο λιμάνι του Πειραιά. Η νεαρή κοπέλα τα ’χασε όταν είδε τον κόσμο που πηγαινοερχόταν στις προβλήτες. Κάποια στιγμή μάλιστα, της φάνηκε πως πήρε το μάτι της την «Πληγωμένη Παναγιά» με την φαμίλια της. Ίσως να ’κανε και λάθος όμως. Άλλωστε όλοι οι ταξιδιώτες μοιάζουν μεταξύ τους.

Ρωτώντας, έφτασε σ΄ένα καφενείο και κάθισε να ξαποστάσει. Ο ήλιος έλαμπε μες στην ανοιξιάτικη ομορφιά του και τότε ήταν που η Άννα έχασε για πρώτη φορά το θάρρος της. Πόσο άδικο οι χώρες με άπλετο φως να είναι και οι φτωχότερες… Το είχε βέβαια δηλώσει πως δεν ήθελε να έρθει κανείς στο λιμάνι. Τα δάκρυα και τα φιλιά του αποχαιρετισμού της θύμιζαν κηδεία. Μα, αν ερχόταν τώρα κάποιος – οποιοσδήποτε – και την έπαιρνε απ’ το χέρι λέγοντας: «Έλα… Πάμε πίσω στο χωριό. Θα φτιάξουν τα πράματα…», θα το ’κανε.

«Στην Γερμανία πας;» η μπάσα αντρική φωνή ερχόταν απ’ το διπλανό τραπεζάκι. Δίπλα του μια γυναίκα της χαμογελούσε δειλά. Η Άννα ένευσε καταφατικά.

«Μόνη σου;» ξαναρώτησε εκείνος.

«Ναι»

Το ζευγάρι δεν περίμενε άλλη πρόσκληση. Πήραν τις βαλίτσες τους και κάθισαν στο τραπέζι της Άννας.

«Με λένε Γιάννη κι αυτή είναι η γυναίκα μου η Κατίνα»

«Εγώ είμαι η Άννα» απάντησε.

«Θα σε προσέχουμε εμείς. Έτσι, Κατίνα;» είπε ο Γιάννης.

Η Κατίνα συμφώνησε αλλά αυτή ήταν και η τελευταία επικοινωνία που είχαν οι δυο γυναίκες μέχρι να φτάσουν στην Γερμανία. Όπως και η «Πληγωμένη Παναγιά» του τρένου, η Κατίνα ήταν μια βουβή παρουσία πλάι στον άντρα της, αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έκλαιγε.

«Ξέρετε ποιό είναι το πλοίο;»

Η Άννα ήθελε την μοναξιά της, αλλά την έτρωγε και η περιέργεια. Ο Γιάννης τής έδειξε το «Κολοκοτρώνης» στ’ αριστερά τους και η καρδιά της βούλιαξε. Καμία σχέση με το «Πατρίς»… Ετούτο έμοιαζε με το πλοίο που έκανε την γραμμή Περαία-Μπαξές. Παλιό, μικρό με την σκουριά σαν αποτυπωμένα δάκρυα να τρέχουν απ’ τα όκια.

«Αυτός είναι ο γερο-Θόδωρος! Δεν σου γεμίζει το μάτι ε;» προσπάθησε ν’αστιευτεί ο Γιάννης.

Η Άννα δεν απάντησε. Της γέμιζε, δεν της γέμιζε το μάτι, η μοίρα της ήταν πια δεμένη μ’ αυτό το σαπιοκάραβο.

«Μη φοβάσαι τίποτα» της είπε «Θα ’σαι συνέχεια μαζί μας μέχρι να σε παραλάβουν οι άνθρωποι του εργοστασίου» κι αμέσως μετά πέταξε ένα τάληρο στο τραπεζάκι τους και σηκώθηκε.

«Μαζεύτηκε κόσμος. Πάμε γιατί δεν θα βρίσκουμε θέση» είπε αγχωμένος.

Η Άννα ακολούθησε τον Γιάννη και την Κατίνα που σπρώχνονταν μέσα στο πλήθος. Μποξάδες, βαλίτσες, μπόγοι, άνθρωποι με αλλιώτικη προφορά. Η Άννα ζαλίστηκε. Πού βρέθηκε τόσος κόσμος; Θα τους χωρούσε όλους το πλοίο; Ο Γιάννης έσπρωχνε συνέχεια. Φτάνοντας στο κέντρο του καταστρώματος, η Άννα κοίταξε γύρω της. Δεν υπήρχε πουθενά πάγκος ή κάθισμα. Μόνο άνθρωποι όρθιοι ή καθισμένοι στο κατάστρωμα.

«Από δω!» της φώναξε ο Γιάννης.

Είχε βρει μια επίπεδη υπερυψωμένη επιφάνεια όπου μπορούσαν να καθίσουν και οι τρείς. Κι εκεί είχε ανθρώπους, όχι όμως τόσο κολλημένους μεταξύ τους. Ο Γιάννης έκανε λίγο χώρο σπρώχνοντας τις βαλίτσες των άλλων και μετά στρίμωξε απ’ την μια την Άννα κι απ’ την άλλη την Κατίνα. Ο ίδιος κάθισε ανάμεσά τους.

«Δεν θα σηκωθείτε από δω μόνες σας» τις προειδοποίησε «Κι αν χρειαστεί να πάτε στο μέρος, θα πάμε και οι τρείς» συμπλήρωσε.

Όχι πως μπορούσαν να κουνηθούν έτσι κι αλλιώς. Η βαλίτσα του διπλανού πίεζε τα πλευρά της Άννας και σε λίγο ήρθαν άλλα τέσσερα άτομα που προσπάθησαν κι αυτά να στριμωχτούν πλάι τους. Ο Γιάννης πέρασε τα χέρια του πάνω απ’ τους ώμους των δύο γυναικών σαν να μαρκάριζε την περιοχή του, να μην την πειράξουν. Δεν της άρεσε το χέρι στον ώμο κι ας ήταν για προστασία.

Το κατάστωμα γέμιζε όλο και περισσότερο. Η Άννα χάζευε τα πρόσωπα όλων αυτών των κακοντυμένων ταλαίπωρων ώσπου η ματιά της στάθηκε σ’ένα. Ψηλότερος απ’ τους υπόλοιπους, με κατάξανθα μαλλιά, της θύμιζε αρχαίο ελληνικό άγαλμα, τόσο όμορφος ήταν. Ακόμη και η κορμοστασιά του ήταν περήφανη σαν άγαλμα κι ας φορούσε μπαλωμένα ρούχα. Μιλούσε ενθουσιασμένος και πείραζε δυο συχωριανούς του. Ήταν ίσως ο μόνος που χαμογελούσε εκείνη την ώρα στο κατάστρωμα. Η Άννα τον χάζεψε για λίγο γοητευμένη μα όταν εκείνος έπιασε το βλέμμα της, εκείνη κοίταξε γρήγορα αλλού.

Ο «Κολοκοτρώνης» βγήκε απ’ το λιμάνι κι άρχισε να διασχίζει την θάλασσα αργά αργά αγκομαχώντας. Το μόνο που άκουγες ήταν οι λαμαρίνες του σαπιοκάραβου που έτριζαν και τα κορμιά γύρω που έβγαζαν διάφορους ήχους. Η Άννα δεν έβλεπε τίποτα, ούτε τοίχους, ούτε πάτωμα. Μόνο ουρανό, θάλασσα και κορμιά. Μάταια περίμενε να βγει κάποιος υπεύθυνος να τους μιλήσει. Τι να περιμένουν, πως να προστατευτούν, ποιά τα δικαιώματά τους στην ξένη χώρα. Θαρρείς κι ήταν ένα κοπάδι από ζώα και τίποτ’ άλλο…

Σιγά σιγά οι φωνές άρχισαν να χαμηλώνουν. Νύχτωνε και κουρασμένοι όλοι έγειραν τα κεφάλια είτε στο στήθος είτε σε κάποιο αποκούμπι να κοιμηθούν. Η Κατίνα έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του Γιάννη κι αν και ο ώμος ήταν εκεί και προσφερόταν, η Άννα δεν τόλμησε. Έκλεισε τα μάτια και οι επόμενες δυο στροφές απ’ το «Ναμάζι» τριγύρισαν στο μυαλό της:

Καθώς περνά η Σελήνη και κοιτά
με τη γλυκιά θωριά της κάτου,
ριγά μπρος στην ασκήμια του θανάτου.

Χιλιάδες άταφοι νεκροί,
μέσα στην Έρημο σπαρμένοι,
με τρύπια μάτια, δόντια ασπριδερά,
σαρκάζουν τη φθορά, που δεν τους παίρνει

   Αυτή τη φορά η Άννα αγριεύτηκε… Τα κορμιά γύρω της έμοιαζαν πράγματι με  άταφους νεκρούς.

Κατά τα μεσάνυχτα, μια ντουντούκα ξύπνησε όλο εκείνο το κοπάδι.

«Ξυπνήστε! Ξυπνήστε να κάνουμε Χριστός Ανέστη!»

Η συνοδός, μια νταρντάνα με το μαλλί κότσο να της τσιτώνει τα χαρακτηριστικά, βγήκε να πει το «Χριστός Ανέστη». Η φωνή της στεγνή, χωρίς ίχνος θέρμης. Τα κορμιά γύρω μουρμούρισαν νυσταγμένα το «Αληθώς ο Κύριος» μα τα χείλη της Άννας παρέμειναν πεισματικά κλειστά. Την έπνιγε η οργή. Καμία επαφή νωρίτερα λες και ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή άλλης πατρίδας. Λες και δεν είχαν καλλιεργήσει τα άγονα χωράφια αυτού του τόπου. Λες και δεν είχαν πολεμήσει γι’ αυτά τα χώματα. Και τώρα που ξυπνούσε αυτούς τους άμοιρους μόνο και μόνο για να κάνει το Χριστιανικό της χρέος δεν ήταν παρά σαν να τους έφτυνε στο πρόσωπο. Έτσι το ’νιωθε η Άννα.

Η συνοδός ξανακρύφτηκε μέσα στην καμπίνα με τον καπετάνιο και τα ξημερώματα, εκεί λίγο έξω απ’ την Κέρκυρα έπιασε θάλασσα. Δυο τρείς γυναίκες αρρώστησαν και φώναζαν αλλά μια αντρική φωνή σκέπαζε τις δικές τους. Κάποιοι μετακινήθηκαν αναστατωμένοι και η Άννα μπόρεσε να δει πως δεν ήταν άλλο απ’ το ξανθό παλικάρι που χάζευε νωρίτερα. Χλωμός, με τα μάτια του να γυρίζουν στις κόγχες τους, είχε χάσει την γη κάτω απ’ τα πόδια του απ’ την ναυτία. Οι δυο συχωριανοί του δεν ήξεραν τι να τον κάνουν. Προσπαθούσαν να του δώσουν κουράγιο με τα λόγια αλλά όταν τον είδαν να πέφτει πάνω στο ρέλι, τρόμαξαν και τον έπιασαν απ’ τα πόδια μην πέσει στην θάλασσα.

Κρεμασμένος πάνω απ’ το σημείο που έγραφε «KOLOKOTRONIS», ο νεαρός μούγκρισε χτυπώντας την λαμαρίνα με τις παλάμες του.

«Βόηθα, Γέροοοο!» τον άκουσαν όλοι να φωνάζει υπόκωφα.

Στην αρχή κανείς δεν αντιδρούσε στα λόγια του.

«Βόηθα, Γέροοοο!» μουγκάνισε πάλι και δώστου να χτυπάει με τις χερούκλες του τις λαμαρίνες του σαπιοκάραβου.

Η Άννα δεν άντεξε την απελπισία του νεαρού και πανικόβλητη κατέφυγε για άλλη μια φορά στο «Ναμάζι»:

Κι η φρίκη ολόγυμνη γυρνά
στην ερημιά τα βράδια
μοιράζοντας στους άταφους
νεκρούς, τα κρύα της χάδια.

Κι ενώ η Σελήνη πάει να κρυφτεί,
το Λιβυκό αντιμάμαλο παφλάζει
στις έρημες ακτές, σαν να φωνάζει
της αγωνίας βραχνά η κραυγή,
“Κοιτάξτε πως γλυκοχαράζει
στην Λιβυκή την έρημο η Αυγή”.

Αρπάχτηκε απ’ τους τελευταίους δυο στίχους και τους επανέλαβε ξανά και ξανά όταν ξαφνικά ένα κύμα γέλιου υψώθηκε σ’ όλο το κατάστωμα σκεπάζοντας τις φωνές του «σαλεμένου». Όπου κι αν κοιτούσε η Άννα, έβλεπε στόματα να χάσκουν κοροϊδεύοντας ξεδιάντροπα το παλικάρι. Κοίταξε δίπλα της κι έκπληκτη είδε πως ακόμη κι ο Γιάννης με την Κατίνα τραντάζονταν απ’ τα γέλια. Ο Γιάννης έπιασε το βλέμμα της κι έσκυψε προς το μέρος της:

«Γέλα!» της σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια του κι όταν είδε πως η Άννα δεν το έκανε, της έσφιξε το μπράτσο απειλητικά: «Αν νομίσουν πως δεν είναι στα καλά του, θα τον στείλουν πίσω, το καταλαβαίνεις; Το ’χω ξαναδεί, σου λέω! Δεν είναι τίποτα. Βουνίσιος θα ’ναι και μερικοί απ΄αυτούς τρελαίνονται όταν βρίσκονται στην θάλασσα για πρώτη φορά. Θα του περάσει όταν φτάσουμε στο Πρίντεζι. Γέλα! Γέλα να τον σώσουμε!» της ξανασφύριξε.

Η Άννα συγκλονίστηκε Στο μυαλό της ήρθε η «Κραυγή» του Μουνκ με το παραμορφωμένο απ’ τον τρόμο πρόσωπο. Το κατάστρωμα ήταν το ανάποδο του πίνακα – ένα κοπάδι που γελούσε ξεδιάντροπα – αλλά η ουσία ήταν η ίδια, ο σπαραγμός του ανθρώπου, ο σπαραγμός της φύσης. Δεν είχε σημασία το οτι προσπαθούσαν να τον σώσουν, σημασία είχε πως τα σωθικά της ανακατεύονταν με το τι αναγκάζονταν να κάνουν.

Δεν πέρασαν δυο λεπτά κι άνοιξε η πόρτα της καμπίνας.

«Τι συμβαίνει;» απαίτησε να μάθει μ’ αυστηρό ύφος η συνοδός.

Σαν να ’πεσε σήμα, αλλά χωρίς να σταματήσουν να γελούν, το πλήθος μετακινήθηκε και πρόλαβαν να κρύψουν τον ξανθό νεαρό πριν τον δει η συνοδός. Ένας άντρας με τραγιάσκα που στεκόταν κοντά στην καμπίνα, έσπευσε να πλησιάσει την πλησιάσει.

«Να, μωρέ, τόσο ταξίδι… Καλαμπουρίζουμε λίγο να περάσει η ώρα… Τι να κάνουμε δηλαδή, να κλαίμε χρονιάρα μέρα;» και της χαμογέλασε λάγνα.

Η συνοδός τον κοίταξε γεμάτη καχυποψία κι αποστροφή και προσπάθησε να δει πάνω απ’ τον ώμο του. Ο άντρας με την τραγιάσκα έβγαλε αμέσως ένα τσιγάρο κι ακουμπώντας με τον ένα ώμο στην πόρτα της καμπίνας, της το πρόσφερε. Η άνεσή του έπεισε αμέσως την συνοδό η οποία ξαναμπήκε στην καμπίνα. Μετά από λίγο, τα γέλια έπαψαν, το ίδιο και οι φωνές του νεαρού παλικαριού.

Το πλήθος τότε μετακινήθηκε για άλλη μια φορά και η Άννα ξαναείδε τον νεαρό. Καθισμένος πια στο κατάστωμα, με τα πόδια απλωμένα μπροστά του, τα ρούχα του έζεχναν απ’ τον εμετό που τα κάλυπτε. Η Άννα πρόσεξε πως το μπαλωμένο παντελόνι του ήταν μούσκεμα στον καβάλο. Απ’ τον τρόμο του γι’ αυτό που βίωνε, δεν είχε μπορέσει να κρατηθεί ο άμοιρος. Οι δυο συχωριανοί του τον κρατούσαν σφιχτά ανάμεσά τους και τον φρόντιζαν μέσα στο παραλήρημά του. Εκείνος, πότε έπιανε το πρόσωπο του ενός και πότε του άλλου, κοιτώντας τους ικετευτικά.

«Δεν βοηθάει, Αρίστο…» έλεγε στον ένα φίλο του «Δεν βοηθάει, πανάθεμά τον…» και συνέχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί.

Η Άννα δεν ξαναείδε το παλικάρι. Στο Μόναχο το «κοπάδι» χωρίστηκε, ο καθένας για το εργοστάσιο που είχε επιλεγεί. Όποτε όμως θυμόταν το ταξίδι εκείνο και τον όμορφο σαν αρχαίο άγαλμα νεαρό, η ψυχή της σφιγγόταν. Και δεν ήταν από οργή για τα γέλια, ούτε από οίκτο γιατί είχε δει έναν νέο άνθρωπο να κάθεται τσακισμένος και ταπεινωμένος μέσα στον εμετό του. Ήταν γιατί μαζί μ’ αυτόν, είχε καθίσει τσακισμένη ολόκληρη η Ελλάδα στο κατάστρωμα ενός πλοίου που – τι ειρωνεία – το έλεγαν «Κολοκοτρώνης»…

© Helen Papafilipou
epapafil@yahoo.com
3/7/2013

2 Replies to “Βόηθα, Γέρο!”

  1. Eλένη μου, με συγκίνησε βαθιά το κείμενό σου, καλογραμμένο, κι άλλο τόσο με πόνεσε, γιατί η Ελλάδα είναι πάλι σ’ένα “σαπιοκάραβο” μόνο που οι ξανθοί άγγελοι πετούν με κάποιο αεροπλάνο, με την αξιοπρεπή θλίψη πίσω απ’ τα μοντέρνα γυαλιά τους, με τα τελευταία ευρώ συνοδεία της πτυχιακής και την αηδία στο πέτο, κονκάρδα της παγκοσμιοποίησης!”Αχ Κεμάλ αυτός ο κόσμος δεν θ’αλλάξει ποτέ!?”
    Σ’ευχαριστώ πολύ
    τζ

    1. Ζητώ συγνώμη που άργησα να απαντήσω στο σχόλιό σου, Τζένη μου. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Αν και αναφέρομαι σε μια αλλοτινή εποχή, στην πραγματικότητα την σύγχρονη Ελλάδα είχα στο μυαλό μου… Να ‘σαι καλά. Ελένη

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *