Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Share

ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ (SAN TON MEGALEXANDRO)

«Τον πατέρα σου ψάχνεις;»

Ο Σταύρος αναπήδησε ανακουφισμένος αλλά το παιχνιδιάρικο χαμόγελο του Αλέκου δεν ήταν αρκετό για να γλιτώσει την κατσάδα.

«Που είσαι; Γιατί μας αναστάτωσες όλους έτσι, μου λες;» τον αποπήρε.

Ο Αλέκος κατέβασε τα μούτρα. Φορούσε πυτζάμες κι ήταν ξυπόλητος με τα δάχτυλα των ποδιών του χωμένα μές στην άμμο. Ο Σταύρος έβγαλε με νευρικές κινήσεις το σακάκι του και το έριξε στους γέρικους ώμους του πατέρα του. Κατόπιν, τον έπιασε απ’ το μπράτσο κι άρχισε να τον τραβάει προς το αυτοκίνητο. Με το που έφτασαν όμως στο πλακόστρωτο που έβγαζε στον κεντρικό δρόμο, ο Αλέκος «τα στύλωσε» που λέμε και δεν προχωρούσε βήμα.

«Τι κάνεις; Πάμε! Σε ψάχνουν απ’ το Γηροκομείο!»

  «Δεν πάω πουθενά!» του απάντησε ο άλλος πεισμωμένος.

Ο Σταύρος έπιασε το μέτωπό του και πίεσε τα μελίγγια του που πάλλονταν απ’ το πρωί.

«Πατέρα, σε παρακαλώ… Είναι περασμένες δέκα κι έχω δουλειά. Δεν είναι ώρα για παιχνίδια…»

«Κι εγώ έχω δουλειά»

«Σαν τι δουλειά;»

Στους οκτώ μήνες που βρισκόταν στο Γηροκομείο, ήταν η τέταρτη φορά που το ’σκαγε ο Αλέκος. Η διευθύντρια, που ήταν και οικογενειακή φίλη του Σταύρου, ωρυόταν απ’ το τηλέφωνο πως θα χαλάσει η φήμη του Γηροκομείου σε περίπτωση κάποιου ατυχήματος. Στα είκοσι χρόνια λειτουργίας τους ποτέ δεν είχαν «χάσει» γέρο ή γριά. Η ασφάλειά τους ήταν άψογη αλλά αυτός ο γεράκος με το λεπτό μουστακάκι και τα ξεθωριασμένα γαλανά μάτια πάντα έβρισκε τρόπο να τους ξεγελάει και να τους ρεζιλεύει. Τις πρώτες τρείς φορές είχαν κάνει υπομονή μιας κι ο Σταύρος ήταν απ’ τους πλουσιότερους Ελληνοαυστραλούς του Σύδνεϋ και οι δωρεές του τόσο στην Εκκλησία όσο και στο Γηροκομείο ήταν πολλές. Αυτήν την φορά όμως, το ποτήρι είχε ξεχειλίσει και η διευθύντρια μιλούσε ακόμη και για «αποβολή» του ηλικιωμένου άντρα απ’ το ίδρυμα.

«Πρέπει να βρω τον Ψαρή μου!» είπε ο Αλέκος κι έχωσε τα χέρια του βαθιά στις τσέπες.

Ο Σταύρος δαγκώθηκε προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η μέρα του είχε πάει κατά διαόλου απ’ την ώρα που ξημέρωσε. Ξύπνησε με πονοκέφαλο, ο αρχιμάγειρας που ήταν υπεύθυνος και για τα πέντε εστιατόριά του είχε παραιτηθεί, δυο σερβιτόροι είχαν διαπληκτιστεί με πελάτες και τέλος διαπίστωσε πως ο γιος του ήταν ο πιο άχρηστος γιος που θα μπορούσε να έχει αφού είχε παραγγείλει δεκαπέντε κιλά μπακλαβά για την Γιορτή της Μητέρας, λες και θα τάιζαν ολόκληρο χωριό.

«Τον βρήκες τον πατέρα σου;» Ο Αλέκος τον κοιτούσε στα μάτια γεμάτος προσμονή.

Σπάραζε η καρδιά του Σταύρου να τον βλέπει έτσι. Σπάραζε και η καρδιά του που τον είχε βάλει στο γηροκομείο, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Η γυναίκα του δεν τα πήγαινε καλά με τον πεθερό της κι ο ίδιος ο Σταύρος δεν είχε χρόνο ν΄ασχοληθεί.

«Τον βρήκα» απάντησε.

«Ωραία! Πάμε τώρα να βρούμε τ’ άλογό μου» αποκρίθηκε ο Αλέκος και πριν προλάβει να τον σταματήσει ο γιος του, κατέβηκε τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν στην άμμο κι άρχισε να προχωράει προς την θάλασσα.

Ο Σταύρος έτρεξε να τον σταματήσει.

«Είναι αργά τώρα… Άσε, θα ψάξουμε αύριο για τ’ άλογο»

«Όλο έτσι λες και ποτέ δεν πάμε!» του πέταξε συγχυσμένος ο Αλέκος και τράβηξε απότομα το μπράτσο του.

«Μπαμπά.. Σε παρακαλώ, άκουσέ με… Δεν πήρες τα χάπια σου και μπερδεύτηκες πάλι…»

Μέσα στον οδυρμό της για το μέλλον του Ιδρύματος, η διευθύντρια του Γηροκομείου του είχε αποκαλύψει πως είχαν βρει τα χάπια του Αλέκου μέσα στην σιδερένια πάπια κάτω απ’ το κρεβάτι του.

«Δεν μπερδεύτηκα καθόλου!» ύψωσε το μικροσκοπικό του ανάστημά «Πας να με βγάλεις άχρηστο!» συνέχισε. «Ωρίστε!» είπε κι έβγαλε λίγο άχυρο απ’ την τσέπη της πυτζάμας του. «Να! Του έφερα κι απ’ το καλό σανό!»

Ο Σταύρος σάστισε.

«Πού το βρήκες αυτό;»

«Τι κουτή ερώτηση είναι αυτή;» τον αποστόμωσε ο πατέρας του. «Εκεί που το βρίσκω πάντα!»

«Ωραία… Έλα σε παρακαλώ να μιλήσουμε πρώτα» του είπε.

Ο Αλέκος μελέτησε το πρόσωπο του γιου του με καχυποψία.

«Και μετά θα πάμε να βρούμε τον Ψαρή μας;»

Ο Σταύρος συμφνώνησε βιαστικά κι ο Αλέκος τον ακολούθησε σ’ ένα απ’ τα παγκάκια που κοιτούσαν προς την θάλασσα.

«Ωρίστε, κάθισα» είπε με την πλάτη ολόισια. «Λέγε, τι έχεις να μου πεις»

«Μου υπόσχεσαι πως θα μ’ ακούσεις ήρεμα και ωραία;»

«Ναι, μπαμπά…» απάντησε υπάκουα ο Αλέκος κι αμέσως μετά έσκασε στα γέλια χτυπώντας τις παλάμες στα γόνατα.

Με το που άνοιξε το στόμα του να μιλήσει ο Σταύρος, χτύπησε το κινητό του.

«Ναι, τον βρήκα… Μια χαρά είναι. Τώρα τον πάω πίσω… Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω…» κι έκλεισε το κινητό.

«Η αρχόντισσα ήταν;» Ο Αλέκος τον κοιτούσε ειρωνικά.

«Έτσι της πας κόντρα και τα ’χεις κάνει μαντάρα» απάντησε ο Σταύρος ανάβοντας ένα τσιγάρο.

Ο Αλέκος θίχτηκε τα μάλα.

«Εγώ; Αυτή δεν με θέλει! Δεν με σέβεται καθόλου!»

«Ναι, αλλά ενδιαφέρθηκε και στενοχωρήθηκε που το ’σκασες πάλι»

Ο Αλέκος πήρε μια ψευτοστενοχωρημένη έκφραση, κάτι μεταξύ θλιμμένου Γκιωνάκη και καταστενοχωρημένου Αυλωνίτη.

«Και ηρέμησε τώρα η αρχόντισσα;» και χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε «Δεν μας παρατάει κι αυτή; Μ’ ένα βρακί την πήρα απ’ το χωριό της κι αυτό τρύπιο! Εγώ της αγόρασα τα τέσσερα βρακιά απ’ την Πάτρα πριν την φέρω στην Αυστραλία! Εγώ!»

«Αυτά να μην έλεγες και θα σε είχε στα όπα όπα, πατέρα…»

«Την αλήθεια λέω! Δεν δούλεψε ούτε μια μέρα στην ζωή της! Σε ποιόν οφείλει αυτή την ζωή, μου λες; Σε μένα! Εγώ της έδωσα την ευκαιρία να ξεφύγει απ’ την φτώχεια της! Αλλιώς, άντε να είχε καταλήξει ράφτρα στην Πάτρα! Του κώλου ράφτρα δηλαδή γιατί ένα παντελόνι που της έδωσα κάποτε να μου σηκώσει, σαν τα μούτρα της το έκανε!»

«Πατέρα, δεν υπάρχει άλογο»

Τα λόγια του Σταύρου ήταν καθαρά κι ο τόνος της φωνής του σταθερός. Ο Αλέκος τον κοίταξε για λίγο σαν να μην καταλάβαινε και μετά γούρλωσε τα μάτια.

«Είσαι τρελός! Και βέβαια υπάρχει ο Ψαρής μας!»

«Ο Ψαρής πέθανε…»

Ο Αλέκος γύρισε το πρόσωπο αλλού συγχυσμένος. Ο Σταύρος πρόσεξε πως τα χέρια του έτρεμαν καθώς έτριβε τα γόνατά του.

«Το ξέρω» είπε ο Αλέκος στο τέλος κι αμέσως μετά έβγαλε ένα κομμάτι σανό απ’ την τσέπη του κι άρχισε να το μασουλάει κοιτώντας ευθεία μπροστά του.

«Πνίγηκε, το θυμάσαι; Έσπασε το πόδι του και πνίγηκε… Πριν πολλά χρόνια»

«Λέγε που θες να καταλήξεις!» αντέδρασε εκνευρισμένος ο Αλέκος. «Αυτά τα ξέρω!»

«Τότε;»

«Ζωή σε λόγου μας! Τι να σου πω;»

Ο Σταύρος πέταξε το τσιγάρο του στο έδαφος και το πάτησε με μανία. Έτσι του ’ρχόταν να τον βουτήξει και τον πάει με το ζόρι στο αυτοκίνητο.

«Δεν βγάζω άκρη μαζί σου!» είπε απελπισμένος.

Ο Αλέκος μαζεύτηκε.

«Για στάσου, βρε παιδί μου…» η φωνή του ήταν μειλίχια τώρα «Σου ζήτησα εγώ ν΄αναστήσουμε τον Ψαρή; Όχι, πες μου εσύ που δεν τα μπερδεύεις. Στο ζήτησα;»

Ο Σταύρος έμεινε να τον κοιτάει.

«Όχι» απάντησε μόνος του ο Αλέκος. «Τότε γιατί πας να με βγάλεις τρελό;»

Ο Σταύρος άρπαξε το σανό που κρεμόταν απ’ το στόμα του πατέρα του.

«Αυτο τι το θες τότε;»

«Δώρο» απάντησε ο Αλέκος με πληγωμένο ύφος.

«Δώρο σε πεθαμένο άλογο;»

Ο Αλέκος δεν άντεξε την σκληρότητα στην φωνή του γιού του.

«Να πας σπίτι σου!» ξέσπασε και πετάχτηκε απ’ το παγκάκι. «Να μ΄αφήσεις ήσυχο, ακούς; Δεν σ’ έχω ανάγκη ούτε εσένα ούτε κανέναν! Μόλις βρω τον Ψαρή μου, θα ’μαι πάλι βασιλιάς, να ζηλέυετε όλοι!» κι αμέσως μετά «Λέγε τώρα για να τελειώνουμε μια και καλή! Θα με βοηθήσεις να τον βρούμε;»

«Όχι, δεν θα σε βοηθήσω! Δεν υπάρχει άλογο λέ-με!» του είπε με έντονο ύφος.

«Είσαι κακός!» άρχισε να ωρύεται ο ηλικιωμένος άντρας. «Ψέματα έλεγες πως τον αγαπούσες! Το ’χα καταλάβει εγώ! Το’ξερα εγώ!»

Ο Σταύρος τρόμαξε. Δυο ποδηλάτες είχαν σταματήσει πιο πέρα και τους κοιτούσαν.

«Ηρέμησε… Ρεζίλι γίναμε! Θα φωνάξουν καμιά αστυνομία!» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια του.

Ο Αλέκος όμως ήταν εκτός εαυτού. Έβγαλε το σακάκι του Σταύρου που φορούσε και το πέταξε περιφρονητικά στα πόδια του γιού του. Οι δυο ποδηλάτες κατάλαβαν πως ήταν οικογενειακός καυγάς κι οτι ο ηλικιωμένος άντρας όχι μόνο αντιδρούσε, αλλά το έκανε κι έντονα. Ο ένας του φώναξε κι ένα «You tell ‘im, mate!» κι έφυγαν γελώντας.

«Δεν πας στο διάολο κι εσύ!» του πέταξε ο Αλέκος πριν στραφεί στον γιο του και πάλι.

Με το δάχτυλο του πατέρα του τεντωμένο μπροστά στο πρόσωπό του, ο Σταύρος ξανάγινε δεκαπέντε χρονών όπως τότε που είχε κάνει κοπάνα για να πάει στην θάλασσα μ΄έναν φίλο του Μαλτέζο. Ο Αλέκος τον είχε κάνει τσακωτό με την πετσέτα στον σταθμό του Ρέντφερν.

«Τα ξέχασες όλα..! Που καιγόσουν στον πυρετό και σου ’σωσε την ζωή! Που σε κουβάλησε στην πλάτη του τρείς ώρες μές στο χιόνι! Τι με κοιτάς; Αν δεν ήταν ο Ψαρής, δεν θα στεκόσουν εδώ κουστουμαρισμένος μ΄ακριβά παπούτισα, το ξέρεις; Θα σε είχαμε θάψει στην Ελλάδα!»

Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητοι. Ο Αλέκος να τρέμει σύγκορμος κι ο Σταύρος με μια απέραντη θλίψη στα μάτια του. Στο τέλος, έπιασε το δάχτυλο του πατέρα του και το κατέβασε αργά αργά.

«Εσύ με κουβάλησες στην πλάτη σου, πατέρα, όχι ο Ψαρής…»

«Δεν ξέρεις τι λες! Τα ξέχασες όλα! Είσαι κακός!»

«Μα, γιατί με λες κακό; Τι ξέχασα; Τίποτα δεν ξέχασα!» διαμαρτυρήθηκε ο άλλος.

«Αλήθεια; Θυμάσαι ε;» το δεξί του μάτι στένεψε λίγο όπως έκανε πάντα όταν ήταν δύσπιστος «Θυμάσαι που λιαζόμασταν στο αλώνι όταν σου είπα πως θα φύγουμε για την Αυστραλία;»

«Ναι, το θυμάμαι…»

«Που ήθελες να πάρουμε πολύ σανό μαζί μας; Που σου είπα πως δεν θα τον πάρουμε; Κι οτι στην Αυστραλία θα έχουμε αυτοκίνητο; Το θυμάσαι;»

Όλα τα θυμόταν ο Σταύρος. Πριν δυο χρόνια όταν είχε πάει διακοπές στην Ελλάδα, είχε επισκεφτεί τ’ αλώνι εκείνο κι είχε ξαπλώσει στα ξερόχορτα όπως τότε με τον πατέρα του. Ο διάλογός τους είχε ζωντανέψει μέσα του και θυμήθηκε την ζήλεια που τον κατέτρωγε επειδή ο Ψαρής θα έμενε στην θειά του την Κατίνα και θα τον καβαλούσαν άλλα παιδιά, κι όχι εκείνος.

«Με κατηγορείς!» η στριγγιά φωνή του Αλέκου τον επανέφερε στο παρόν. Το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. «Μην λες ψέματα! Με κατηγορείς που δεν τον πήραμε! Είπες πως φταίω εγώ που πέθανε!»

«Δεν το θυμάμαι αυτό, πατέρα.. Κι αν το είπα, ήμουν μικρό παιδί… Ηρέμησε, σε παρακαλώ, μην πάθεις τίποτα…» Έτρεμε μην τον χτυπήσει κανένα εγκεφαλικό.

Ο Αλέκος κάθισε στο παγκάκι εξαντλημένος. Ο Σταύρος έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Τα εστιατόρια θα έκλειναν σε λίγο κι αυτός δεν ήταν ακόμη εκεί. Τίναξε το παντελόνι του απ’ την άμμο που είχε κολλήσει επάνω. «Καταραμένη μέρα!» σκέφτηκε. Ο πονοκέφαλος δεν έλεγε να φύγει.

«Δηλαδή…» συνέχισε δειλά αυτή τη φορά ο Αλέκος «…όταν λες πως τα θυμάσαι όλα, μήπως θυμάσαι κι όταν τον βρήκαμε, τόσο δα πουλαράκι;»

«Όχι, αυτό δεν το θυμάμαι…» είπε ο Σταύρος και πληκτρολόγησε ένα σύντομο μήνυμα στον γιο του λέγοντάς του να κλειδώσει εκείνος και να βάλει τους συναγερμούς.

Το πρόσωπο του Αλέκου έλαμψε.

«Που λες… την πρώτη φορά που τον είδα, ήταν ένα τόσο δα πουλαράκι..! Αδύνατο, αβοήθητο, κοκαλιάρικο σωματάκι… Νομίζαμε πως δεν θα ζούσες για πολύ… Γεννήθηκες πρόωρα, βλέπεις… Με το ζόρι σε τάιζε η μακαρίτισσα η μάνα σου δυο σταγόνες απ΄το στήθος της… Μετά όμως δυνάμωσες! Να το λυπάσαι ήταν το καημένο το πουλαράκι…»

«Πατέρα…» προσπάθησε να τον διακόψει ο Σταύρος.

«Μα, γαμώ το κέρατό σου μέσα! Δεν θα μ΄αφήσεις να πω μια ιστορία χωρίς να με διακόψεις;» Πάλι έτρεμε.

«Καλά, συνέχισε» απάντησε ο Σταύρος και του πέρασε το σακάκι του στους ώμους πάλι.

Ο Αλέκος συνέχισε ικανοποιημένος την «εξέταση» του γιο του.

«Θυμάσαι πού σε πήγαινα βόλτα με την καρότσα το καλοκαίρι; Που σε πήγαινα, ε; Πού;»

«Στο Δερβένι, στην παραλία…»

Αν ήταν δάσκαλος, θα του ‘βαζε άριστα με τόνο, τόσο ικανοποιημένος ήταν με την απάντηση του γιου του.

«Α, μπράβο! Να, σαν αυτήν εδώ την παραλία δεν ήταν; Με τα ταβερνάκια της, τον κόσμο να κάνει την βόλτα τους, τους ψαράδες της…» η φωνή του ήταν γλυκιά, τρυφερή.

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο.

«Και να σου πω και κάτι μεταξύ μας;» συνέχισε με συνωμοτικό ύφος ο Αλέκος. «Την μάνα σου να μην την υπολογίζεις και πολύ… Φοβάται και την σκιά της ακόμη, να το ξέρεις! Όλο «μην πέσει το παιδί» και «μην πέσει το παιδί!» Εγώ θέλω να σε κάνω άντρα, σαν τον Μεγαλέξανδρο πάνω στον Βουκεφάλα!» είπε σφίγγοντας τις αδύνατες γροθιές του «Ατρόμητος! Τίποτα να μη φοβάσαι! Γι΄αυτό σ’ ανέβαζα στον Ψαρή απ’ τα μικράτα σου! Μόνο τ’ άλογο σε κάνει να νιώσεις βασιλιάς! Τίποτ’ άλλο! Καλά δεν έκανα, Σταύρο μου;»

Πριν προλάβει ν’ απαντήσει ο γιος του, ο Αλέκος έβγαλε δυο παρωπίδες απ’ την τσέπη του και του τις έδειξε.

«Του Ψαρή μας;» ο Σταύρος τις ακούμπησε με τ΄ακροδάχτυλα κι ο Αλέκος έβαλε τα γέλια.

«Αμ, ποιανού άλλου; Άκου τι λέει! Πρώτα τις καθάρισα μ’ ένα ειδικό λάδι και μετά τις έτριψα καλά καλά. Καθρέφτη τις έκανα, είδες; Πάρτες! Δικές σου είναι!»

«Μα, τι να τις κάνω..;» η φωνή του Σταύρου έσπασε.

Ο Αλέκος τον έπιασε απ’ τον σβέρκο και τον τράβηξε προς το μέρος του.

«Να τις βάλουμε στον Ψαρή μας, βρε κουτό! Να τον στολίσουμε ντε!»

«Αχ, βρε πατέρα…» μουρμούρισε ο Σταύρος και φίλησε το μέτωπο του ηλικιωμένο άντρα.

Ο Αλέκος άνοιξε το στόμα του αλλά μιλιά δεν έβγαινε.

«Τι είναι;» τον ρώτησε ο Σταύρος χαιδεύοντας τα λιγοστά άσπρα μαλλιά.

«Να… Θέλω να βρω τον Ψαρή μου… Αλλά δεν μπορώ μόνος μου, κατάλαβες..; Πρέπει να τον βρούμε μαζί.. Οι δυο μας… Να γίνουμε πάλι βασιλιάδες…»

Ο Σταύρος τον κοίταξε και χαμογέλασε.

«Γιατί δεν το λες τόση ώρα; Άντε, λοιπόν… Πάμε να τον βρούμε…» είπε και σηκώθηκε.

Η χαρά του Αλέκου ήταν απερίγραπτη αλλά το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν: «Τον βρήκες τον πατέρα σου;»

Ο Σταύρος έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του και τα πέταξε πιο πέρα. Μετά έπιασε τον πατέρα του αγκαζέ και πατώντας στην άμμο ξεκίνησαν για να βρούν τον Ψαρή.

16/6/2013
Helen Papafilipou
epapafil@yahoo.com

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *