Η Αδερφή Του Stradioti

Share

Ελένη Παπαφίλίππου

  «Έλα… Πάμε…» τον παρακάλεσε για πολλοστή φορά.

Ο Μάρκος έριξε μια κλεφτή ματιά στους υπόλοιπους stradioti. Τυλιγμένοι στις κάπες τους, κοιμούνταν ήρεμοι πλάι στ’ άλογα και τις οικογένειές τους.

«Τι τους τηράς, καημένε;» τον μάλωσε η Μαριώ. «Κοιμούνται. Έλα, θα μπούμε στην βάρκα και θα κάμουμε όπως όταν ήμασταν παιδιά και με πήγαινες βαρκάδα. Θυμάσαι;»

«Θυμούμαι» μουρμούρισε ο Μάρκος. Το πρόσωπό της έμοιαζε πιο χλωμό στο φεγγαρόφωτο.

«Δεν αντέχω αυτήν την μυρουδιά!» είπε κρεμώντας το κάτω χειλάκι της.

Η βενετική γαλέρα που τους μετέφερε απ’ την Μάνη στο Τζάντε εδώ και τρείς μέρες έζεχνε απ’ τις καβαλίνες που δεν προλάβαιναν να πετούν στην θάλασσα.

 «Μα αν με πιάσουν;» συμπλήρωσε φοβισμένος.

Το κρυστάλλινο γέλιο της Μαριώς αντήχησε μέσα στην νύχτα αλλά κανείς από τους συνταξιδιώτες τους δεν ξύπνησε. Πόσο καιρό είχε ν΄ακούσει το γέλιο της; Βάλσαμο στην καρδιά του. Η μοναδική του παρηγοριά. Άξαφνα, το γέλιο της κόπηκε και τα μάτια της στένεψαν γεμάτα καχυποψία.

«Δεν είπες πως δε θα ’σαι stradioti απο δω και στο εξής;»

Η αλήθεια βρισκόταν κάπου στην μέση… Το Τζάντε, ή Φιόρο, όπως το ’λεγαν οι Βενετοί, είχε καταστραφεί μετά το μένος των Τούρκων εναντίον των Φράγκων κατακτητών του. Τώρα που ο Σουλτάνος δέχτηκε ν’ αναλάβουν οι Βενετοί, εκείνοι έψαχναν τρόπο να γεμίσει καινούργιες ψυχές το ερημωμένο νησί. Πρόσφεραν λοιπόν δωρεάν γη σε stradioti να χτίσουν την ζωή τους εκεί και μαζί  και το νησί. Δεν θα πλήρωναν φόρους για τέσσερα χρόνια, όποτε όμως τους χρειάζονταν, θα ’πρεπε να πολεμούν για την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το τελευταίο ήταν που δεν είχε πει ακόμη στην αδερφή του.

«Α δε με πας βαρκάδα, σημαίνει που μου λέεις ψέματα…»

Η Μαριώ βούρκωσε. «Θα με παρατάς πάλι να πηγαίνεις σε μάχες, το ξέρω!»

«Όχι, όχι! Στ’ ορκίζομαι!» βιάστηκε να την καθησυχάσει ο Μάρκος.

«Είπες πως θα κάνουμε καινούργια αρχή!»

«Κι ακόμη το λέγω!» την καθησύχασε εκείνος.

Η Μαριώ ακούμπησε το κεφαλάκι της στον ώμο του κι έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του.

«Πάμε τότε… Να, σχεδόν φτάσαμε στο νησί. Μια βόλτα να κάμουμε και θα γυρίσουμε πριν το καταλάβει κανείς»

Ο Μάρκος δεν είχε καρδιά να της χαλάσει το χατήρι. Έλυσε τα σκοινιά της βάρκας που κρεμόταν στο πλάι της γαλέρας κι αφού πρώτα κατέβηκε ο ίδιος, μετά βοήθησε την αδερφή του. Δεν πρόλαβαν ν’ απομακρυνθούν μερικά μέτρα απ’ την γαλέρα κι η Μαριώ άρχισε να χοροπηδάει πάνω κάτω λικνίζοντας την βάρκα επικίνδυνα.

«Τρελάθηκες;» την μάλωσε τρομαγμένος. «Θα γυρίσει η βάρκα! Κάθισε κάτου!»

Η Μαριώ σταμάτησε να χοροπηδάει αλλά παρέμεινε όρθια να κοιτάει τ’ αστέρια.

«Τι όμορφα που είναι… » την άκουσε να λέει με θαυμασμό. «Κοίτα, κοίτα πόσα αστέρια! «Ούλα θέλω να τα μετρήσω! Ούλα!»

Ο Μάρκος χαμογέλασε. «Είναι παιδί ακόμη» σκέφτηκε.

Οι Τούρκοι είχαν σφάξει τους γονείς τους σε μια απ’ τις πολλές τους επιδρομές στην Μάνη όταν η Μαριώ ήταν νεογέννητο ακόμη. Ο Μάρκος που δεν ήταν μήτε δεκαεφτά χρονών παλικαράκι τότε, δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να γίνει stradioti. Μισθοφόροι καθώς ήταν, είχαν στρατόπεδο δικό τους αλλά ζούσαν με τις οικογένειές τους. Αυτό του άρεσε. Το μωρό θα ήταν προστατευμένο και οι άλλες γυναίκες θα το πρόσεχαν όταν εκείνος έλειπε στην μάχη. Άλλωστε ήταν τέτοια η τακτική τους που δεν έλειπαν ποτέ πολύ καιρό. Χτυπούσαν, προκαλούσαν ζημιές κι επέστρεφαν. Και το σημαντικότερο, όταν μετακινούνταν, το έκαναν όλοι μαζί σαν μια οικογένεια.

Η Μαριώ κουράστηκε να στέκεται τόση ώρα και κάθισε απέναντι απ’ τον αδερφό της παρατηρώντας τον καθώς τραβούσε κουπί. Η νύχτα ήταν ήρεμη και τα νερά του Ιονίου γαλήνια.

«Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι;» τον ρώτησε μετά από  λίγο.

«Τι παιχνίδι εδώ μέσα;» ρώτησε ο Μάρκος διασκεδάζοντας με τον παιδικό της αυθορμητισμό. Άλλες στην ηλικία της είχαν ήδη μωρό στην αγκαλιά εγκαταλείποντας για πάντα τα παιχνίδια.

«Να κάμουμε σχέδια για το μέλλον!»

Η καρδιά του Μάρκου σφίχτηκε.

«Αφού τα είπαμε αυτά» είπε απαλά θέλοντας ν΄αποφύγει την ίδια συζήτηση που επαναλαμβανόταν συνέχεια από τότε που αποφάσισαν να μετοικίσουν.

«Εγώ θέλω να τα ξαναπούμε!» έκανε πεισμωμένη η Μαριώ.

«Όχι!» Ο Μάρκος ήταν ανένδοτος. Η Βενετιά ήταν προτιμότερη απ’ την Τουρκιά κι αυτό ήταν αρκετό. Έτσι όπως αποκτούσαν όλο και περισσότερη δύναμη οι Τούρκοι στην θάλασσα, ήταν ζήτημα χρόνου να πάρουν όλη την Πελοπόννησο. Τουλάχιστον το Τζάντε ήταν πιο κοντά στην Βενετία.

Η Μαριώ σύρθηκε στα τέσσερα προς το μέρος του αλλά ο αδερφός της γύρισε αλλού το πρόσωπο.

«Δεν χωρούμε!» την αποπήρε. «Κάτσε επιτέλους σε μια μεριά! Θα γυρίσει η βάρκα και θα πνιγούμε και οι δύο! Αυτό θες;»

Η Μαριώ κόλλησε πάνω του όπως όταν ήταν μικρό παιδί κι εκείνος γύριζε απ’ την μάχη κουρασμένος.

«Κι όμως χωρούμε» του είπε γλυκά.

Ο Μάρκος ένιωσε να πνίγεται. Άφησε τα κουπιά απ’ τα χέρια του κι έκατσε απέναντι, εκεί που καθόταν πριν η Μαριώ. Η βάρκα σταμάτησε να κινείται κι απλά λικνιζόταν στο κύμα.

«Α δε κάτσεις φρόνιμα, δεν πάμε πουθενά!» την απείλησε.

«Είσαι κακός!» η φωνή της Μαριώς διαπέρασε τα μηνίγγια του Μάρκου. Δεν απείχαν πολύ απ’ την στεριά και οι σπηλιές που έχασκαν σ’ αυτήν την πλευρά του νησιού έκαναν αλλόκοτη την φωνή της.

Η μικρή, θυμωμένη, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και κοιτούσε πότε τον αδερφό της  και πότε τα γυμνά της πόδια. Βλέποντάς την έτσι ο Μάρκος, ξαναπήρε τα κουπιά στα χέρια του κι άρχισε να τραβάει κουπί κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο του αυτή τη φορά. Απέφευγε το βλέμμα της αλλά το ένιωθε να καίει επάνω του. Από μέσα του ευχήθηκε να μην την έπιανε η «αρρώστεια» της…

«Κι εκτός από κακός είσαι και ανόητος!» πρόσθεσε μετά από λίγο.

Ο Μάρκος έκλεισε τα μάτια και στα χείλη του σχηματίστηκε μια αυτοσχέδια προσευχή. Δεν έπρεπε να την ακούσει και να κατέβουν απ’ την γαλέρα. Μπροστά σε άλλους ήταν ήρεμη αλλά όταν ήταν μόνοι τους, τα πράγματα άλλαζαν. Εκείνη άλλαζε.

«Δεν απαντάς;» απαίτησε να μάθει η Μαριώ.

«Τι ν΄απαντήσω;»

«Πού πάμε;»

«Βαρκάδα. Αυτό δεν ήθελες;»

«Δεν εννοώ αυτό. Γιατί φύγαμε απ’ το χωριό;»

«Πάμε στον καινουργιο μας τόπο»

«Γιατί;»

«Γιατί θα είναι καλύτερα για μας»

«Για σένα εννοείς;»

«Και για τους δυο μας» της απάντησε κοιτώντας την αυτήν την φορά στο πρόσωπο. Πόσο τον βασάνιζε αυτή η χλωμάδα της…

Η Μαριώ σαν να ηρέμησε λίγο με την απάντησή του κι έγειρε το στήθος πάνω απ’ την βάρκα. Στήριξε το πηγούνι της στο ένα μπράτσο και με το άλλο χέρι χάιδεψε την επιφάνεια του νερού. Οι μαύρες κοτσίδες της έλαμπαν κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο.

Ξαφνικά, ίσιωσε το σώμα της.

«Θα παντρευτούμε;»

Ο ιδρώτας άρχισε να σχηματίζει χοντρούς κόμπους στα μελίγγια του Μάρκου.

«Σου μιλώ!» Η φωνή της πάλι αλλόκοτη.

«Δεν καταλαβαίνω τι λες» είπε μέσα απ’ τα δόντια του.

Η Μαριώ γέλασε αλλά αυτή τη φορά το γέλιο της ήταν σαν γριάς μάγισσας στα παραμύθια. Σκληρό, επίπονο για τ’ αυτιά του.

«Ξεχνάς δηλαδή;»

Η καρδιά του Μάρκου σφίχτηκε. «Μη, Θε μου..! Μη..!»

«Τ’ αδέρφια δεν παντρεύουνται» της απάντησε. Ο λαιμός του ήταν στεγνός λες κι όλη η αλμύρα της θάλασσας είχε κολλήσει στον ουρανίσκο του.

«Δε χρειάζεται να μείνουμε με τους άλλους. Μπορούμε να πάμε αλλούθε. Ποιός θα το μάθει πως βγήκαμε απ’ την ίδια κοιλιά;»

Δεν ήταν η πρώτη φορά που του πρότεινε αυτό το σχέδιο. Ο ίδιος όμως δεν ήθελε να ξεκόψει απ’ την οικογένειά του, τους stradioti. Όπου πήγαιναν εκείνοι, εκεί ήθελε να πάει κι αυτός. Έπειτα, ήταν και η Ελένη. Τον αγαπούσε από μικρό παιδί, της είχε τάξει γάμο πριν γίνουν όλα όσα έγιναν. Η οικογένειά της παρέμεινε στην Μάνη αλλά αυτός ακόμη έλπιζε πως θα ’ρχόταν κάποια στιγμή να τον βρει. Αν έφευγε απ’ τους stradioti, πώς θα τον έβρισκε;

«Είχα δίκιο…» η φωνή της ήταν επικίνδυνα ήρεμη.

«Νομίζω πως είναι ώρα να γυρίσουμε» την έκοψε απαλά, αλλά καθώς έστριψε ανάποδα τα κουπιά για να πάρουν τον δρόμο του γυρισμού, η Μαριώ χίμηξε επάνω του και τον έπιασε απ΄ τους καρπούς μπήγοντας τα μακριά της νύχια της μές στο δέρμα του.

«Πας να με γελάσεις!» του σφύριξε με κακία.

Ο Μάρκος βόγγηξε απ’ τον αφόρητο πόνο. Τα νύχια της αδερφής του μπήγονταν όλο και βαθύτερα στην σάρκα του. Προσπάθησε να τινάξει τα χέρια της από πάνω του αλλά ήταν πιο δυνατή και κρατούσε τους καρπούς του καρφωμένους στα πλευρά της βάρκας.

«Νομίζεις πως το ν’ αλλάξεις τόπο, να πας σ’ άλλο χωριό, άλλη πόλη, θα είσαι αλλιώτικος;»

Τα λόγια της τον καθήλωσαν. Αυτή μυρίστηκε την ήττα του και συνέχισε ακάθεκτη.

«Τίποτα δεν αλλάζεις, μαύρε μου..! Τίποτα, ακούς; Είσαι αυτούνος που είσαι! Όσο μακριά και να πας! Όσο και να θες να ξεφύγεις, πάντα ο ίδιος θα ’σαι!»

«Δεν είναι αλήθεια…» ψιθύρισε εκείνος με τρεμάμενη φωνή.

«Είναι και το ξέρεις πολύ καλά!» ούρλιαξε στο πρόσωπό του. «Φεύγεις! Φεύγεις και πας που; Άλλα μέρη; Άλλη γη; Θα ξεχάσεις τι έγινε; Θα ξεχάσεις τι μου έκαμες;»

Οι ώμοι του Μάρκου κύρτωσαν απ΄το βάρος των λόγων της. Το πρόσωπό του τραβήχτηκε και με τα χέρια σταυρωμένα δεξιά κι αριστερά απ’ την ίδια του την αδερφή, το στήθος του άρχισε να τραντάζεται απ’ τους λυγμούς. Για πρώτη φορά άφησε ελεύθερο τον εαυτό του και ούρλιαξε μ΄όλη του την δύναμη, εκεί στην μέση της θάλασσας με τις σπηλιές από πίσω να αντηχούν και να πολλαπλασιάζουν τον πόνο του. Ένα ουρλιαχτό που δεν ήταν ανθρώπινο πια. Ήταν μια σειρά από άναρθρες κραυγές που από μήνες κατέσκιζαν τα σωθικά του και τώρα έβρισκαν διέξοδο.

Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε έτσι. Όταν γδάρθηκε πια ο λαιμός του, όταν το σώμα του ήταν άδειο καυκαλο της ύπαρξής του και μόνο, τότε βουβάθηκε. Η Μαριώ στο μεταξύ είχε αφήσει τα χέρια του και καθόταν πάλι στην θέση της.

«Δεν μου απάντησες» του είπε. «Θα ξεχάσεις τι μου έκαμες;»

Ο Μάρκος κούνησε το κεφάλι εξαντλημένος. Τα μάτια του έκαιγαν.

«Σ΄όποιον τόπο και να πας, όπου και να ζήσεις…»

«Σ’ όποιον τόπο και να πάω, όπου και να ζήσω…» επανέλαβε μηχανικά τα λόγια της.

Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε ικετευτικά.

«Τι να κάνω, πε μου…»

Η Μαριώ έγειρε πάλι πάνω απ’ την βάρκα κι άφησε το χέρι της να κάνει κύκλους στο νερό. Τα νερά δεν ήταν γαλήνια όπως πριν. Πλησίαζαν το βόρειο άκρο του νησιού και η θάλασσα αγρίευε, αφιλόξενη και απειλητική. Η Μαριώ όμως ήταν ήρεμη κι άρχισε να σιγομουρμουρίζει ένα παιδικό τραγούδι που της είχε μάθει ο αδερφός της. Ακούγοντας τον σκοπό, ο Μάρκος έριξε το κεφάλι του μέσα στις παλάμες. Αυτή τη φορά έκλαψε ήσυχα, σιγανά. Όταν ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει το κεφάλι του, το άρπαξε κι άρχισε να το φιλάει μουσκεύοντάς το με δάκρυα.

«Συχώρα με, συχώρα με… Πε μου τι να κάνω… Συχώρα με…» της μουρμούριζε κι αν ξημέρωνε εκείνη την στιγμή, θα ’βλεπε πως τα δάκρυά του είχαν μουτζουρώσει το αίμα που είχε κολλήσει κάτω απ’ τα νύχια της αδερφής του.

«Εσύ μόνο ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, καλέ μου… Δεν χρειάζεται να σου πω εγώ…»

Ο Μάρκος σκούπισε το πρόσωπό του και πήρε τα κουπιά ξανά στα χέρια του. Τα κύματα ήταν πιο ψηλά απ’ την βάρκα τώρα, μουσκεύοντας τα πόδια του και το στήθος του αλλά εκείνος έβαζε όλη του την δύναμη να σπρώξει την βάρκα όλο και πιο βόρεια. Κάθισε πλάι στην αδερφή του κι αδιαφορώντας για το πόσο επικίνδυνα έγερνε η βάρκα, συνέχιζε να τραβάει κουπί. Οι σπηλιές που τους συνόδευαν ως τώρα είχαν αντικατασταθεί από μυτερούς, μαύρους βράχους. Η θάλασσα έσκαγε μανιασμένα επάνω τους, σχηματίζοντας ασημί ποτάμια με αφρό που κυλούσαν ξανά μέσα στα σκοτεινά νερά. Και τότε, πίσω από έναν τέτοιο βράχο, ο Μάρκος είδε το μεγαλύτερο κύμα που είχε δει ποτέ στην ζωή του.

 

Το πτώμα του Μάρκου το βρήκαν δύο stradioti την επόμενη μέρα. Όταν αποβιβάστηκαν απ’ την γαλέρα, τους πήγαν όλους, γυναίκες, παιδιά, άλογα σ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά στην ακτή. Οι άντρες άφησαν εκεί τις οικογένειές τους και σκόρπισαν δυο δυο, τρείς τρείς να διαλέξουν ποιά γη τους άρεσε περισσότερο και να μαρκάρουν την καινούργια τους πατρίδα.

«Δικός μας! Τρέξε!» φώναξε ο ένας stradioti στον άλλον αναγνωρίζοντας αμέσως τον λινοθώρακα που φορούσε ο νεκρός.

Ο άλλος στάθηκε βουβός μπροστά στο τσακισμένο στα βράχια πτώμα και την διαλυμένη βάρκα στην βάση του.

«Τον θυμάμαι στο πλοίο» συνέχισε ο πρώτος. «Κάθουνταν μόνος του και παραμιλούσε. Δεν φαινόταν στα καλά του… Μετά με πήρε ο ύπνος και δεν τον ξαναείδα… Γιατί να φύγει με την βάρκα όμως; Τον ήξερες;»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι.

«Τον ήξερα…» άρχισε να λέει. «Μ’ άλλους δυο, κάνανε μια μεγάλη κουταμάρα μια βραδιά… Κάποιος πραματευτής τους έδωσε ένα βοτάνι σαν αυτούνο που παίρνουν οι Τούρκοι λέει, για να γίνουν ατρόμητοι στην μάχη… Τούτος, ο Μάρκος, ήταν λεπτοκαμωμένος, δεν ήταν φτιαγμένος για την ζωή μας… Και οι άλλοι δύο είχαν αρχίσει να γερνάνε. Ψάχναν δύναμη και οι τρείς τους…»

«Και τι γίνηκε;» ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο πρώτος.

«Το βοτάνι τους θόλωσε το μυαλό… Οι άλλοι δύο σκότωσαν τις γυναίκες τους… Τούτος δω γύρισε στο σπίτι και μόλεψε την αδερφή του. Δεκαπέντε χρονών κορίτσι ήταν… Δεν άντεξε και κρεμάστηκε απόνα δέντρο μετά από δυο μέρες… Τον θυμάμαι ακόμη την μέρα που ήρθε στο στρατόπεδο. Τα είχε χαμένα… Ορφανό, δεν ήξερε τι να κάμει το μωρό κι έγινε stradioti. Της είχε μεγάλη αδυναμία… Αυτούνος την μεγάλωσε…»

Ο άλλος ψαχούλεψε το σώμα του νεκρού και πρόσεξε τα σημάδια στους καρπούς του.

«Κοίτα… Σαν νυχιές είναι…» παρατήρησε.

«Μπα… Απ’ τους βράχους θα ’ναι.. Πάμε να φωνάξουμε τους άλλους να τον θάψουμε, να ησυχάσει η ψυχή του…»

 

9/6/2013
Helen Papafilipou
epapafil@yahoo.com

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *