Εξομολόγηση μπροστά σε μια άδεια σελίδα…

Share

Κάθε φορά που σ’ έχω μπροστά μου, άδεια, λευκή, ανέγγιχτη, παιδεύω τη σκέψη μου ν’ απλώσει επάνω σου τα ίχνη της και η κάθε μου λέξη τη σκιά της. Επάνω σου έμαθα να ξεδιπλώνω πτυχές του εαυτού μου, χωρίς υποκρισία. Να καταθέτω την ψυχή μου, χωρίς τσιγκουνιά. Ν’ αφήνω κάθε μου ευαισθησία να γίνεται φύλλο και φτερό, δίχως ντροπή. Στον αργαλειό της μνήμης υφαίνω το χρόνο με τη νοσταλγία. Αναπολώ το παρελθόν που χάθηκε κι επαναφέρω τις αναμνήσεις στο τώρα. Στα κλαδιά των λογισμών μου, πλέκω ανάσες, ανησυχίες και ανασφάλειες, ανεμοσκορπίσματα… κι αμφιβολίες ακόμα, δίχως άγχος. Σε σένα έρχομαι, να βρω παρηγοριά κι εσύ με προκαλείς να σε γεμίσω, δίχως άλλο… Κι ενώ στραγγίζω την καρδιά μου να βγάλει τις γλυκές ή έστω τις πικρές σταγόνες της, εσύ με κάνεις να μεταμορφώνομαι σε επαίτη και να ζητιανεύω ένα ξεροκόμματο έμπνευσης, χωρίς οίκτο…

         Τι παράξενο, αλήθεια, εσύ κενή από λέξεις κι εγώ με συμπτώματα πνευματικής ατροφίας. Στραγγίζει ώρες ώρες τούτο το μυαλό, μη νομίζεις… Είναι στιγμές που νιώθω ανίκανος να αντιδράσω στα ερεθίσματα που δέχομαι. Είναι δύσκολο –και το ξέρεις– να εκφράζεις κάποιες φορές –ακριβώς και με μέτρο– τις σκέψεις σου, τις ανάγκες σου, τις θλίψεις… Κι εγώ, όλα τούτα, θέλω να τα εκφράζω ελεύθερα, χωρίς να διεκδικώ το αλάθητο. Να υπερασπίζομαι τις ανησυχίες μου, δίχως να φοβάμαι μη και φανούν οι ατέλειες, οι αδυναμίες, τα πάθη ή οι πληγές μου. Με φοβίζει η σιωπή των λέξεων, όμως τις ψάχνω και προσπαθώ να τις αραδιάσω τη μια δίπλα στην άλλη, να τις βάλω στη σειρά, σαν ψηφίδες ενός μωσαϊκού, να τις κάνω φράσεις και να τις ομορφύνω με όσα πολύτιμα στολίδια έχω μαζέψει κατά καιρούς, δανεισμένα από λογής-λογής διαβάσματα.

Μου χαρίζεις χαμόγελα, σαν ήλιος, σου χαρίζω στιγμές, πότε απ’ τις λιακάδες της ψυχής μου και πότε από τις συχνές συννεφιές της. Το χέρι μου γίνεται η προέκταση αυτής της ψυχής, που ψάχνει να βγάλει από το μέσα της, απ’ τα ξεφτισμένα υφάδια που της έχουν απομείνει, λέξεις απλές και ξάστερες. Μα, αυτές αγκομαχούν, νιώθω βαριές τις ανάσες τους, αφουγκράζομαι το λαχάνιασμα και τη λαχτάρα τους, καθώς δραπετεύουν. Κι όπως ξεχύνονται προς τα έξω παρασέρνουν κι εμένα μαζί τους, να τις αποτυπώσω στη λευκή επιφάνειά σου. Να μείνουν στη συντροφιά σου. Η μια απαραίτητη για την άλλη. Λέξεις αγαπημένες και σίγουρα αληθινές που, ποιος ξέρει, ίσως κάποια στιγμή τις πάρει ο αέρας και ταξιδέψουν. Για να περιγράψουν. Να δείξουν. Να πούνε…

Κι ενώ, μετά από τόσο βάσανο, εσύ γεμάτη με όλα τούτα, ανακαλύπτω πως είναι πιο πολλά τα σβησίματα από τις ολοκληρωμένες φράσεις. Σ’ αφήνω στην άκρη. Δεν σε πετώ. Ποτέ. Παίρνω μιαν άλλη, άδεια όπως ήσουν και εσύ πριν και… καθαρογράφω όσα απέμειναν. Πιο άνετος τώρα, σε στολίζω με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα, από εκείνα με τις καμπύλες και τις ουρές, που μ’ έμαθε να τα γράφω εκείνη η προικισμένη δασκάλα μου στο σχολειό. Ύστερα κάθομαι και σε διαβάζω. Αυτό κάνω και τώρα. Διαβάζω και κρίνω. Διαβάζω και απορώ. Απορώ με μένα. Τα κατάφερα πάλι! Μέχρι πότε;…

Ουφ… καταλάγιασε η έντασή μου, εκτονώθηκαν τα συναισθήματα, ξεμπέρδεψα με τις σκέψεις μου. Με αποθέματα ηρεμίας πλέον, νιώθω ικανοποίηση. Ώρα πια να σε παραδώσω στην τεχνολογία. Απ’ το πληκτρολόγιο στην άχαρη οθόνη του υπολογιστή μου και μετά να σε σώσω στο μπαούλο του (μνήμη το λένε τώρα). Να μείνεις εκεί, μη και σε κιτρινίσει ο χρόνος.

Στράτος Δουκάκης
mithymnaios@gmail.com

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *