Θα επιμένω να ‘μαι κει

Share

Σαράντα κι ένα χρόνια πριν, πήραμε το στρατί της προσφυγιάς,
Ανηφορίσαμε το Τρόοδος προς άγνωστη πορεία,
πατήσαμε τα βουνά της Πιτσιλιάς.
Φύγαμε κυνηγημένοι, με στόχο να επιστρέψουμε σε λίγες μέρες.
Έχουμε ακόμα το κλειδί του σπιτιού μας συλλογιζόμενοι
πότε πια θά ‘ρθει εκείνη η ώρα. Του γυρισμού.

Δεύτερη εισβολή…
Εικόνες θολές,
βήματα μπερδεμένα στο χορταριασμένο μονοπάτι.
Όνειρο ζωντανό μας αφυπνίζει,
Η θύμηση έγινε σιωπή
για όλα όσα χάσαμε
κι όσα κερδίσαμε όλα τούτα τα χρόνια.
Το σπίτι, η αυλή μας περιμένουν!
Δεκατέσσερις Αυγούστου
Πριν και τώρα
Πότε εκεί, πότε εδώ.
Ο νους δεν παύει να γνέθει το νήμα της ελπίδας.
Θα ‘ρθω μια μέρα
Να ξεκρεμμάσω απ ‘ τον τοίχο
Την παλιά φωτογραφία
Να ποτίσω τη γλάστρα στο μπαλκόνι
Κι αν πάλι με διώξουν
Εγώ θα επιμένω να ‘μαι εκεί
με το κλειδί στο χέρι να σ’ ανοίξω.

Άντρια Γαριβάλδη

5 Replies to “Θα επιμένω να ‘μαι κει”

  1. Ζω καθημερινά τη θλίψη που απορρέει από την προσφυγιά και που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και στις σκέψεις του πιο προσφυλούς μου ανθρώπου. Κι ίσως αντιλαμβάνομαι και νιώθω τον πόνο του χαμού των πατρικών μονοπατιών, των μπαλκονιών και της αυλής που έπαιζαν παιδιά… Ίσως περισσότερο από κάποιους ηγέτες που όχι μόνον δεν έχασαν αλλά κέρδισαν από την κατάσταση.
    Οι μάνες από τότε δεν σταμάτησαν να θρηνούν… Θέλω να θυμάμαι ένα ποίημα της Κλαίρης Αγγελίδου με τίτλο “Μάνες της Κύπρου” που αρχίζει κάπως έτσι:
    ‘Περπάτησα
    στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας
    κι άκουσα την Εκάβη να θρηνεί
    για τα παιδιά της.
    Γύρω χορός
    οι μάνες Καρπασίτισσες
    με τα κεφαλομάντηλα της θλίψης…’

    Κι όταν τα σκεφτώ αυτά αισθάνομαι τον πόνο πιο πονεμένο, αισθάνομαι το κλάμα πιο υγρό να ρέει στην εσωτερική πλευρά από τα μάγουλά μου. Το δάκρυ το εσωτερικό είναι πιο καυτό…
    Τίποτα δεν μπορώ να κάνω για ν’ απαλύνω τέτοιο δάκρυ. Το κλειδί δεν δουλεύει πια, έχουν αλλάξει την κλειδαριά. Το κλειδί είναι εγκλωβισμένο στο παρελθόν.

    Ιάκωβος

  2. Η νοσταλγία είναι λέξη μαγική. Νόστος+άλγος.
    Ο νόστος στους θεσπέσιους στίχους της Άντρια και το συμπαραστατικό άλγος στα σχόλια του Ιάκωβου. “Δεν είσαι μόνη” σου λέει, αλλά εσύ Άντρια το γνωρίζεις, γιατί το έχεις γράψει κιόλας:
    “…για όλα όσα χάσαμε κι όσα ‘κερδίσαμε’ όλα τούτα τα χρόνια…”
    Η νοσταλγία είναι η λέξη…”κλειδί”. Εμπεριέχει μια μελαγχολία, που δεν είναι και δυσάρεστο συναίσθημα. (Η θλίψη είναι). Η μελαγχολία είναι προστατευτικό κέλυφος της αγάπης, γιατί και η αγάπη είναι μελαγχολική.
    Ένα από τα 99 χάι-κου του νέου βιβλίου μου, νομίζω ότι ταιριάζει και με το υπέροχο ποίημα της Άντριας, αλλά και με το σχόλιο του Ιάκωβου:
    Δεν είν’ ο χρό-νος
    που ό-λα τα για-τρε-ύει
    μα η α-γά-πη. []
    ΥΓ Συγγνώμη για την αναφορά του βιβλίου μου. Πρόκειται για απλή αναφορά της πηγής.

    1. Ευχαριστώ τον Ιάκωβο για την συμπαράσταση του πάντα. Δύσκολο να εκφράζεται κανείς ανοιχτά για όσα κουβαλά βαθειά μέσα του για χρόνια, αλλά η ποίηση βρίσκει τον τρόπο να φέρει κοντά τις καρδιές.
      Ευχαριστώ κι εσένα Άρι για την ευαίσθητη λογοτεχνική σου προσέγγιση και το χαΐκού σου είναι πράγματι μοναδικό και πολύ πολύ κατάλληλο.

  3. Καλή μου Άντρια, θα σταθώ στη σκέψη σου..”η ποίηση βρίσκει τον τρόπο να φέρει κοντά τις καρδιές”,γιατι το ποίημα σου, μ’αφήνει άφωνη, συγκινημένη μπροστά στις μνήμες και τα ιερά βιώματα, μόνο, δυο σκέψεις σαν ευχή, ταπεινά θα συλλαβίσω…..Φύλαξε, με μια λεβάντα θύμηση, με τις αφέντρες συλλαβές, στο πέτο της καρδιάς, όλα τα χίλια όμορφα που έζησες και ζεις, κοίταζε πάντοτε μπροστά με μιάν ελπίδα σύντροφο, στο βλέμμα των δικών σου, την έκπληξη του αύριο!

  4. Θα ήθελα στους αγαπητούς/ες Κυπρίους/ες να αφιερώσω κάτι που έγραψα προσπαθώντας να το γράψω στη διάλεκτο σας. Είμαι Ροδίτισα και σας νιώθω γειτονιά μου:
    ΟΙ ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΤΖΙΟΥ
    Ζούσαμε στο Αρκάτζι ( Αργάκι) , λίγο έξω από τη Μόρφου. Το πιο όμορφο σπίτι το είχε ο πάππους μου γιατί ήταν μες στες λεμονιές. Ετρέχναμε , εβγαίναμε πάνω στα δέντρα κι εκρέμουμασταν ανάποδα ,σαν τα λεμόνια. Βλέπω τον θαρρείς με το μακρύ μουστάκι και το ψάθενο καππέλο να ποτίζει. Εκαθίζαμε στον ίσκιο κι ετάιζε μας κατσικίσιο τυρί και ψωμί . Έδειχνε μας να φτιάχνουμε στεφάνια με τους αθθούς της λεμονιάς
    – Λοαργκιάζετε , έλεε μας , πως ούλος ευτός ο κάμπος ήταν βασιλικά χτήματα, όταν την Κύπρον είχαν την οι Ενετοί. Κι εσείς σα βασιλικά να τα έχετε κοκόνες μου αυτά τα χώματα, άμα φύουμεν εμείς.
    – Που εν να πάτε πάππου; Εκανονίσετέ τα με τη μάμμη κι έχετε μας το κρυφό;
    – Μη φοάσε κορούα μου, είπε μας . Και να φύω, εδωνά θα βρίσκουμαι. Εδωνά ούλοι είμαστε ριζωμένοι.
    Σαράντα χρόνια που είμεστε ξεριζωμένοι, κάθε που κόβκω λεμόνι στο φαί, καίει με μια πληγή που δε λέει να κλείσει. Θέλω να πάω στες λεμονιές μας , να κλάψω στες ρίζες τους και να ρωτήξω τον πάππου μου:
    – Γιατί αφού μας εμεάλωσες με τους αθθούς της λεμονιάς, εγώ κουβαλώ στο στόμα μου σαράντα χρόνια της νερατζιάς τη πίκρα;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *