Πρόσφυγες και Λαθρομετανάστες

Share

 

Πρόσφυγες και Λαθρομετανάστες
Ημερολόγια απαξίωσης

 

Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Από τον ανέκδοτο Τόμο, “Μελέτες Δ’”
“Ένας Πρόλογος”

Εμείς, οι κάτοικοι του Πλανήτη, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, είμαστε γνώστες του δράματος των προσφύγων και των λαθρομεταναστών. Πρόκειται για μία οδυνηρή συγκυρία στην πορεία των αιώνων, που στην εποχή μας παρουσιάζεται σε μία νέα μορφή έξαρσης, που οφείλεται  κυρίως στα μαζικά μέσα ενημέρωσης και στην πολύτιμη επικοινωνία μέσω του ιντερνέτ που ευεργετεί τα ενδιαφερόμενα ανά την υφήλιο, πλήθη, προβάλλοντας τις απαίσιες κυριολεκτικά καταστάσεις που επικρατούν σε διάφορα σημεία της γης και που είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία κυμάτων προσφύγων ή λαθρομεταναστών.  Αν και η προσπάθεια αλλοίωσης των γεγονότων είναι εμφανής, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία της σύγκρισης και επομένως της σύνοψης συμπερασμάτων έστω και  όταν αυτά προκύπτουν ανάμεσα από τις γραμμές των απόψεων διασήμων ή μη αρθρογράφων.

            Οι περιοχές στις οποίες εκτυλίσσονται τα παρόμοια, προφανώς βρίσκονται στο μάτι εκείνων που ενεργούν εναντίον τους και όχι τυχαία. Η γεωγραφική τους θέση ή ο γεωλογικός τους πλούτος είναι συχνά αιτιατό έλξης. Ετούτο το διαχρονικό φαινόμενο έχει πάρει και στις μέρες μας τραγικές εκτάσεις και μάρτυρες αυτού του συνδρόμου είναι τα κράτη: Αφγανιστάν, Ιράκ, Πακιστάν Σριλάνκα, Αφρική…  χωρίς να παραμερίσουμε και άλλα σημεία της υφηλίου στα οποία υπάρχει πολιτικός αναβρασμός με απαράδεκτες συνέπειες.

            Οι πόλεμοι που θεωρούνται από τους δυνατούς εμπλεκόμενους ως απαραίτητο στοιχείο της ‘‘προόδου’’ και ‘‘ευημερίας’’ των λαών είναι φαινόμενο που συχνά καλύπτεται με ‘‘ωραιόμορφους’’ χαρακτηρισμούς όπως τρομοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, καταδυνάστευση, γενοκτονίες κτλ.

            Πώς μπορεί να βλέπουν τα πράγματα οι άνθρωποι οι οποίοι τα βιώνουν; είναι επίσης ένα διαχρονικό ερωτηματικό  καθώς τα αισθήματα και η τραγικότητα της πραγματικότητας της ζωής των άτυχων ανθρώπων που ως θύματα των φαινομένων που αναφέρθηκαν πληρώνουν με τη ζωή τους ή με την παράνομη προσφυγή τους σε  άλλους τόπους, οδηγούν σε ερωτηματικά που αναπάντητα τελικά προκαλούν ένα ιδιόμορφο άγχος: θα μπορούσαμε εμείς, οι σχετικά καλοβαλμένοι στη ζωή, να αντέξουμε την πορεία της αέναης γραμμής των μαρτύρων της φριχτής πραγματικότητας των πολέμων ή της πολιτικής ανευθυνότητας; Γιατί είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι ευθύνες καταλογίζονται στις δυνάμεις ή επιδράσεις της όποιας εξουσίας.  Οι χειρισμοί είναι εκείνοι οι οποίοι σπρώχνουν τα πράγματα στα αδιέξοδα… που εξαθλιώνουν τους ανθρώπους…

 

Σ.Μ., Μικρασιάτισσα πρόσφυγα του 1922, από το Αμόριο (Αναμούρ ή Αρμόριο), Γιάννινα 1974

‘‘Είσαι φθηνότερος από ζωντανό. Σε πιάνουν, σε κρατούν ‘‘όμηρο’’, σε βιάζουν, σε διασύρουν χωρίς τύψεις, κι εσύ επαναστατείς. Αποζητάς τη  λύση που δεν έρχεται, και η απορία της σε σπρώχνει σε απόγνωση ισότιμη με το τέλος της ζωής.  Διαπιστώνεις την έλλειψη ελέους και δεν σου χρειάζεται δεύτερη γνώμη, γιατί το βιώνεις.  Και δεν γνωρίζεις πια μέσα στην παγίδα σου, αν είσαι θεατής ή ηθοποιός ή ακόμα και ο υπεύθυνος, που υπέγραψε την καταδίκη του με την παρουσία του. ‘‘Μα ποιος είσαι επιτέλους κι αντιδράς;’’ Ρωτούν τα μάτια τους με περιφρόνηση. Άγνωστος ανάμεσα σ’ αγνώστους, νιώθεις ότι σε σιχαίνονται σα σεσημασμένο τρωκτικό, που περιμένουν να το ‘‘τσακώσουν’’ στη φάκα τους. Μα είσαι ήδη εκεί: ‘‘ένα τρωκτικό  στη φάκα τους!’’  Αχ, παιδί μου! Είσαι ξενιτεμένη και δε θά ‘πρεπε να μιλώ έτσι. Όμως, μακάρι να μας είχαν βγάλει σε μιαν άλλη θάλασσα… κάπου στον Ειρηνικό… έστω και στερημένοι τους δικούς μας…  όπως εσύ!’’

 

Π. Ι. Μικρασιάτης προσφυγας του 1922, από το Αμόριο (Αναμούρ ή Αρμόριο), Γιάννινα 1981

‘‘Το φαντάζεσαι; Είμαστε Ελληνο-Χριστιανοί, πρόσφυγες της Μ. Ασίας! Περάσαμε από Ιερά Εξέταση!’’  ‘‘Πού μεγάλωσες;’’  ‘‘Τι σημασία έχει τώρα πια. Παράνομοι, με ξερίζωσαν παράνομα! Ούτε κι έχει σημασία.  Μονόδρομος είναι η ζωή μου!  Στην ουσία, μια παρουσία, απούσα, είμαι, παράνομος σε νόμιμη γη, που αγνοεί μεγαλόφωνα τις ανάγκες μου γιατί της ‘‘φορτώθηκα’’.  Πρόσφυγας είμαι! Μικρασιάτης, Πόντιος, ελληνοχριστιανός, από τον Πόντο, το Αναμούρ, την Καππαδοκία, το Αϊβαλί, την Σμύρνη…  Έχει σημασία ποιος ήμουν; Τώρα τι είμαι, αυτό πες!  Έχω όνομα, αλλά δεν είσαι βέβαιος αν είναι δικό μου. Το διαβάζω στα μάτια σου και στων άλλων, όταν ρωτούν ‘‘από πού βαστά η σκούφια’’ μου, αν μπορώ να παρουσιάσω τα ‘‘πνιγμένα’’ χαρτιά μου, αυτά που έχασα πηδώντας σε καράβι για να σωθώ από την πύρινη λαίλαπα που καταβρόχθιζε τη γη μου και σκόρπιζε τη φάρα μου’’.

‘‘Απορώ πώς τα κατάφερα και δεν μού ‘κοψαν τα πόδια, να μην μπορώ να στέκομαι ενώπιόν σου, παρά να σέρνομαι σαν σκουλήκι –βάι, βάι, σκουλήκι!-  ώσπου να με λιώσουν με το σκληρό πετσί του παπουτσιού τους’’.

‘‘Νά ‘μαι  δεν πρόλαβε να με καταβροχθίσει η πύρινη γλώσσα της φωτιάς. Αυτό που βλέπεις, αυτό είμαι. Ένα σκουλήκι, ένα τρωκτικό, που φοβάσαι μήπως και ροκανίσω τη γη σου και σου στερήσω τα καλούδια της. Δεν έχω αξία, ούτε σημασία. Κι αν πεθάνω, περισσεύει κι ο σταυρός!’’

 

Αναμνήσεις Πόντιου από την Τραπεζούντα, Θεσσαλονίκη 1981

‘‘Ξέρεις πώς έφτασα μέχρι εδώ; Χωρίς νερό, χωρίς φαγί, χωρίς ψυχή, χωρίς ζωή; Έτσι τα φτιάχνει ο Θεός, να μπορώ ν’ αντέξω τόση δυστυχία, για να γνωρίσω μια άλλη χειρότερη: ετούτη εδώ, σ’ ετούτη τη γη που με  ‘δέχτηκε’ και που με σκοτώνει αργά και σίγουρα. Τι περιμένω από τον απέναντί μου, όταν ο ίδιος, ο Θεός δεν με λυπάται, αλλά με διατηρεί για να ζω ετούτο το μαρτύριο;’’

           

Αναμνήσεις Γέροντα από την Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1999

‘‘Ελληνοχριστιανοί πρόσφυγες είναι, παλιοί ΄Ιωνες, η ίδια ράτσα μ’ εκείνη που κατοίκησε για αιώνες την ελληνική χερσόνησο! Καταφθάνουν, έρχονται, ψάχνονται, κατευθύνονται σε χειμαδιά ή σε ψευτοκαλύβες πρόχειρα φτιαγμένες ή σε αντίσκηνα για να κρουσταλλιάσουν στην παγωνιά του χειμώνα, αγκαλιάζοντας τον πάγο, αντιμετωπίζοντας μία νέα γενοκτονία στην μητρόπολη! Μάρτυρες: η Τούμπα, η Καλαμαριά!’’

‘‘Πεταγμένοι στα βραχώδη ή θεόστεγνα, άκαρπα μέρη της ‘εύφορης Μακεδονίας’, για να σκάψουν με τα νύχια τους, για να φυτέψουν την ψυχή τους, για να δρέψουν τους πόνους της. Όσοι επέζησαν, ήταν από θαύμα. ‘Σκέτο θαύμα!’ Πολλοί δεν πρόλαβαν να πατήσουν τα σαρανταπέντε τους. Μα δεν ήταν καν ζωή η ζωή τους.  Τι έχασαν λοιπόν;’’

 

Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη 2001

‘‘Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες είμασταν! Γέρασα μα δεν ξέχασα.  Πώς μπορώ να ξεχάσω; Ήμουν δεν ήμουν παιδάκι εννέα χρόνων, το 1922…  Mεγάλωσα όμως απότομα, σε μια μέρα, τότε που η Σμύρνη είχε κατακαεί για να σβηστούν τ’ αχνάρια των “ξένων”, όπως είμασταν εμείς, οι Ελληνοχριστιανοί. Η Τουρκία για τους Τούρκους…

Δεν ξέρω πώς βρέθηκα πάνω σε καράβι.  Ολομόναχος αυτή τη φορά.  Την οικογένειά μου, τους συγγενείς μας,  τους είχε καταπιεί εκείνη η καταραμένη αντάρα της φλόγας και των καπνών, η μανία πού ΄χε κατακυριεύσει τα λυσσαλέα πρόσωπα των εχθρών, που αχόρταγα και υπεροπτικά βίαζαν, έπνιγαν, έσφαζαν… αδιακρίτως!’’

‘‘Δεν ξεχνάς λοιπόν ούτε την έσχατη, την παραμικρή λεπτομέρεια, γιατί τα γεγονότα χαράζονται ανεξίτηλα στο είναι σου με την πύρινη σμίλη του ανείπωτα αναπάντεχου, του αδυσώπητα απάνθρωπου αδικήματος. Τα τραγικά γεγονότα σε μαρκάρουν εφ’ όρου ζωής, παρόμοια όπως  συμβαίνει με τα ζωντανά, μόνο που σ’ αυτά, φαίνεται η ανεξίτηλη στο δέρμα τους πύρινη σφραγίδα, με τ’ αρχικά του ιδιοκτήτη τους’’.

‘‘Από το 1917 και ως το 1922… μας εκβίαζαν, μας παραβίαζαν και χορτασμό δεν είχαν. Αμετακίνητοι, ασκώντας τον κεμαλικό νόμο, ακολούθησαν μία αυθαίρετη πολιτική, και καταργώντας ταυτόχρονα συνθήκες και συμφωνίες, προέβησαν σε σκληρούς διωγμούς. Επανελήφθησαν τα παρόμοια στην Κωνσταντινούπολη το 1955 -εξαιτίας της Κύπρου που επεδίωκε την ένωσή της με την Ελλάδα-, κι ύστερα το 1964… Και το 1974, στην Κύπρο πάλι, η τουρκική ληστρική πολιτική μηχανή, εξακολούθησε να σημαδεύει τις ψυχές μας, να μας στερεί την ειρηνοποιό γαλήνη και να μας εξευτελίζει, διασύροντας τον πολιτισμό μας,  τη γλώσσα μας, τα ιερά και όσιά μας, την αξιοπρέπειά μας!’’

‘‘Όταν μετά την καταστροφή αξιώθηκα και πάτησα στα χώματα της μητρόπολης του γένους μας, μία νέα συμφορά με περίμενε: ετούτη δεν ήταν όπως την είχα ονειρευτεί. Δεν μπορεί να είναι γη προσφύγων, των όποιων προσφύγων. Γνωρίζω την ιστορία μας!  Και σαν;  Δεν διατίθετο η παραμικρή συμπόνια από την όποια κατεύθυνση: πολιτεία ή πολίτες. Η γη, που μαρτύρησε για περισσότερα από τετρακόσια χρόνια, δεν ήξερε να συμπονά τον συν-έλληνα,  δεν μπορούσε να καταλάβει το ξερίζωμά του. Ενοχλήθηκε… Πολιτικοί και συν-Έλληνες θα προτιμούσαν να καταστραφούμε στις κοιτίδες μας της Ανατόλιας, από να τους δίνουμε πονοκέφαλο με την κακομοιριά μας! Δεν διέθεταν περίσσια αποθέματα γενναιοδωρίας μέσα τους για την αντιμετώπιση του κατασπαραγμένου, κι ας ήταν αδερφός’’.

‘‘Μην και ξεριζωθείς! Είναι σα να πηδάς στο κενό. Δεν ξέρεις που θα βρεθείς, κι αν ζήσεις, πώς θ’ αντιμετωπιστείς. Μην και ξεριζωθείς, γιατί θα σε θάψει απανωτά η εξευτελιστική ανωνυμία.  Είσαι πρόσφυγας; Δεν θέλουν να σε ξέρουν. Σε υποπτεύονται για ληστή που κατέφθασες για να τους κλέψεις την μπουκιά από το στόμα. Πιάνεις για στρώμα σου τον πάγο και η γάγγραινα σε μακελεύει. Αν έχεις τύχη, χάνεις μόνο τα άκρα σου. Πεθαίνεις με ιδιάζοντα τρόπο, έτσι που δεν φαίνεται καν το έγκλημα της αδιαφορίας τους’’.

 

Ιρακινός, Αθήνα 2004

‘‘Πού να χωρέσουν τόσοι άνθρωποι πια; Αν και άλλοτε στην καλύβα ενός αγνού ανθρώπου χωρούσαν πολλοί. Τώρα… μόνο στο σπίτι του ανήθικου στοιβάζονται πολλές σκλαβωμένες ψυχές –αποτελούν ‘‘εκμεταλλεύσιμη ύλη’’!..

Φωτιά – πόλεμος – θάνατος αποτελούν το τρίπτυχο της εξόντωσης.  Όμως ο θείος Σαμ, δε θα ήθελε σε καμία περίπτωση να χαθεί ένας Αμερικανός -άλλη ουτοπία βέβαια-, καθώς από τους γηγενείς Αμερικανούς, και δη οι έχοντες ανώτερη μόρφωση… δε θα υπηρετούσαν ως μελλοθάνατοι. Κάποιοι γηγενείς χαμηλής εκπαίδευσης ίσως και οι αλλοδαποί -όλοι υπηρετούν ως μισθοφόροι-, στέλλονται σε μεγάλους αριθμούς εκεί όπου τους καλεί το ‘‘καθήκον’’,  όπως αυτό υπαγορεύεται από τον θείο Σαμ!

Τα όνειρα… αυτό φταίει! Όλοι κάνουν όνειρα.  Οι ηλικιωμένοι γιατί θέλουν την επιμήκυνση της ζωής τους, οι νέοι γιατί θέλουν και τολμούν να ζήσουν τη ζωή τους με έναν, συχνά εξοντωτικό τρόπο, και πολλοί άνθρωποι -αν όχι οι περισσότεροι- ονειρεύονται μία ευτυχία, ανύπαρκτη τελικά, καθώς δίνεται σε μικρές, ελάχιστες ή μηδενικές τελικά δόσεις. Η ειμαρμένη τα μαγειρεύει όλα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος να ελπίζει αιώνια, ότι κάποια στιγμή θα την κατακτήσει, και θα την κατευθύνει, ώστε να οδηγηθεί στην ουτοπία: το ονειρεμένο λιβάδι όπου το μάνα των προφητών καλύπτει έντεχνα σημεία εστιάσεως και το νέκταρ  των αρχαιοελληνικών θεών ρέει σε καταρράκτες, ποταμούς και ρυάκια!..’’

 

Βουλγάρα, Γιάννινα 2004

‘‘Ω, μα είναι τρομερό! Δεν υπάρχει τέλος στο δράμα του κυνηγημένου από το άδικο, την καταπίεση, τη δυστυχία. Πρόκειται για ταξίδι χωρίς επιστροφή.  Θέλεις απεγνωσμένα να σπάσεις τα δεσμά σου αλλά πατάς σε τέλμα, κολλάς εκεί που δε θέλεις και δε σε θέλουν παρά μόνο γιατί σε χρησιμοποιούν… Τι παράνοια!

Μέρα του θεού κι όμως γύρω βασιλεύει αλλόκοτο σκοτάδι, μία οδυνηρή σιωπή, που αδυσώπητη σε κλειδώνει στα άδυτά της κι εσύ την κλειδώνεις μέσα σου… Έτσι έχεις κιόλας προωθηθεί στα πρόθυρα της τρέλας.

Πριν όμως απ’ αυτόν τον ξένο κόσμο που σου έχει επιβληθεί, υπήρχε άλλος που τον διέκριναν ανθρώπινα στοιχεία… η χαρά, το γέλιο, το χάδι της στοργής, το φιλί στα κουρασμένα από τα δάκρυα μάτια, που θέλει μόνο να σου τα στεγνώσει…

Τώρα… πώς ν’ αλλάξουν όλ’ αυτά τα καταραμένα στοιχειά; Πώς να βρεθεί ένα όχημα, ένα μακρύ χαρούμενο τραίνο, που να σε απαγάγει και να σε φέρει εκεί όπου έζησες τα παιδικά σου χρόνια, στην κοιλάδα του ήλιου, τότε που τα σύννεφα ήταν ελαφριά και που ένας τρυφερός λόγος, ένα απαλό χάδι ή ένα φιλί τα διέλυαν. Τότε που ο κόσμος σου ήταν αγνός, άφοβος, γεμάτος εμπιστοσύνη!

Όμως πάει!  Δεν περιμένεις τίποτα εκεί πίσω!..

‘‘όλα με ξέχασαν και με ξέγραψαν τελικά… είναι που δεν βλεπόμασταν για χρόνια… έρχομαι… μη φεύγεις ακόμα! Μαμά μου…  περίμενέ με!’’

 

Αφρικανοί λαθρο-μετανάστες,  2004

Αφρικανοί ήταν, που δεν τα βρήκαν με το χιόνι της ‘φιλόξενης’ γης, στην οποία βρέθηκαν -παρ’ ελπίδα τελικά-, περνώντας από την εκμεταλλεύτρια γείτονα χώρα, λαθραία…

Η World Bank είχε πετύχει με τρόπους ‘θεμιτούς’, να απομυζήσει κάθε ανθρώπινο στοιχείο από τη ζωή τους.   Αφήνοντας τη δική τους γη, είχαν πληρώσει κάποιους ‘‘άθλιους’’ για να τους μεταφέρουν στη ‘‘Γη της Επαγγελίας, την Ευρώπη’’ που μόνο τέτοια δεν είναι, αφού  συχνά, ούτε τα  ανθρώπινα στοιχειώδη προσφέρει.  Έψαχναν για λύσεις όπως όλοι, όμως το τραγικό ξερίζωμα από τα πάτρια εδάφη, κόστιζε  an arm and a leg!

Πλήρωσαν ό,τι είχαν, για να βρεθούν στο Αιγαιίτικο νερό… Βρέθηκαν τελικά εκεί, όπου κατά θαυμαστό τρόπο, Έλληνες ψαράδες τους ψάρεψαν μισοπνιγμένους από το παγερό γαλάζιο χάος. Άλλους -σε διαφορετικές περιπτώσεις- τους είχε περιμαζέψει το ελληνικό λιμενικό σώμα. Ατυχώς, πολλοί απ’ αυτούς τους βαρυόμοιρους, ενέδωσαν στον πνιγμό.

Έτσι, -ω, του θαύματος!- οι όποιοι επιζώντες είχαν κατορθώσει να περάσουν στον  ελληνικό χώρο, που πέρα από την φυσική στοιχειώδη φιλοξενία, δεν μπορούσε ν’ ανοίξει τις πόρτες της Παραδείσου, στους ‘‘ελεεινούς λαθρομετανάστες’’, καθώς συχνά ήταν κλειστή, ακόμη και στους ίδιους.

 

            Αφρικανός λαθρομετανάστης, Αλεξανδρούπολη 2006

Ο Αφρικανός κοίταξε τον γιατρό του με πελώρια από τη σαστιμάρα και τον πόνο, μάτια.  Κρεμόταν κυριολεκτικά από τα χείλια του: ‘‘Θα ζήσεις, και θα μπορέσεις ν’ αντιμετωπίσεις τη ζωή, έστω και μ’ ένα πόδι! Λυπάμαι, που δεν μπορέσαμε να το σώσουμε. Τα κρυοπαγήματα είχαν εξελιχθεί σε γάγγραινα…’’ Ο κουρασμένος γιατρός, σιωπά.  Είχε δει πολλά τα τελευταία δέκα χρόνια της καριέρας του. Παλικάρια διαφόρων εθνικοτήτων, μαραζωμένα σαν αρρωστιάρικα γεροντάκια, ταπεινωμένα χωρίς την γνώση άλλης γλώσσας και σπάνια με κάποια ελάχιστα, σπασμένα αγγλικά, είχαν περάσει από τα μέρη εκείνα, δίπλα σε γυναίκες και παιδάκια με παρόμοια μοίρα. Τα βάραινε και η υποψία των υπευθύνων στη χώρα καταφυγής: ‘‘ήταν μήπως τρομοκράτες;’’  Αν και κατά κόρον η απάντηση ήταν αρνητική, έστεκε ανοιχτή εκείνη η σπάνια έστω πιθανότητα.

Ο Αφρικανός του φίλησε τα χέρια.  Είχε παλέψει με τον χάρο για εβδομάδες σ’ εκείνο το νοσοκομείο. Συνηθισμένη η ιστορία του. Είχε αφήσει τον τόπο του γιατί δεν είχε πατέρα. Ως πρωτότοκος, όφειλε να βοηθήσει μάνα και μικρότερα αδέρφια.  Για να φτάσει στην Ελλάδα, είχε διανύσει με άλλους, μία μεγάλη απόσταση, από την Ουάν, μέσω του Ιράν και μέσω Τουρκίας. Τούρκοι ήταν οι δήθεν ευεργέτες οδηγοί τους και Τούρκοι αστυνομικοί, εκείνοι που τους κυνηγούσαν σαν ανιχνευτές – σκυλιά, τότε που κρύβονταν σε χαλάσματα σε ακατοίκητες περιοχές των πολιτειών τους.

Περίμεναν με μαρτυρική υπομονή την επόμενη κίνηση, γράφοντας στίχους στους μουχλιασμένους, κατεστραμμένους τοίχους, πανάκεια της ψυχής στην απουσία ζεστασιάς και τροφής.

Κάποτε, είχαν βγει στη θάλασσα. Δεν άντεχαν όμως άλλο την κακουχία και ζήτησαν από τους ‘‘ευεργέτες’’ τους  να τους ξεμπαρκάρουν στη στεριά. Εκείνοι τους έβγαλαν  στην τουρκική Θράκη! Είχε πιάσει για καλά ο χειμώνας και είχε πέσει χιόνι.  Δεν άργησε να παγώσει η γη και μαζί της και τα πόδια τους. Είχαν περπατήσει ‘‘είκοσι ημέρες’’, θεονήστικοι, μόνο με ελάχιστα ‘παγωμένα’ χόρτα που ανακάλυπταν εδώ κι εκεί, όπου είχε λιώσει το χιόνι, και μ’ ότι νερό έβρισκαν, ώσπου έφτασαν στην Κομοτηνή. Έπαθαν σοβαρά κρυοπαγήματα. Κάποιοι από τους συντρόφους τους, τους είχαν αφήσει χρόνους. Είχαν απαυδήσει τη μιζέρια και την ταλαιπωρία και μ’ ευχαρίστηση είχαν αποδημήσει στην άλλη ζωή.  Αυτός ανήκε στους ‘‘τυχερούς’’.  Είχε καταλήξει στην ελληνική επικράτεια, όπου τον μάζεψαν και τον μετέφεραν στην Αλεξανδρούπολη.

Τα μάτια του είχαν δακρύσει επανειλημμένα, όχι τόσο από τον πόνο του χαμένου ποδιού, όσο από την μνήμη της μητέρας του τότε που τον παρακαλούσε να μην τους αφήσει.   Μα κι εκεί ήταν ‘ξένος’, εφόσον δεν είχε δουλειά, χρήματα, αξιοπρέπεια, ένα κομμάτι από την πλούσια και σπουδαία γη τους. Τα πλούτη της γης τους προορίζονταν για την εκμετάλλευσή τους από τους λευκούς, με τις ευλογίες των κυβερνήσεών τους, που έπαιρναν χωρίς ντροπή το μερίδιό τους: το αίμα των αδερφών τους.   Όλα υπάρχουν άφθονα στην Αφρική, αλλά οι δικαιούχοι δεν έχουν τίποτα! Ποιος ηγέτης θα μπορούσε άραγε ν’ αλλάξει  τη μοίρα τους;

 

Ουκρανή ‘μετανάστρια’,  Θεσσαλονίκη 2006

‘‘Έφυγα, γιατί πίστεψα πως μου δινόταν ευκαιρία ζωής. Ζητούσαν γυναίκες για δουλειά. Άφησα την πατρίδα μου και ήρθα  εδώ, για να κλειστώ σ’ ένα σπίτι τελικά… το ‘‘Σπίτι του Τρόμου’’! Ήθελα να δραπετεύσω, όμως πού μπορούσα να πάω; Να πάω πίσω εκεί, από όπου έφυγα; Ήταν αδύνατον! Να πάω κάπου αλλού; Μα πού; Η γλώσσα μου μ’ εμπόδιζε, και τα λίγα αγγλικά  μου, μόλις που βοηθούσαν. Αν τολμούσα να φύγω και  με κυνηγούσαν εκείνοι που μ’ είχαν φέρει, αν κι όταν μ’ έβρισκαν, θα μου επέβαλαν ‘‘ποινές αρμόδιες για μία αχάριστη’’ σαν κι εμένα. Ήμουν κτήμα τους, τα χέρια μου τους ανήκαν, το σώμα μου τους ανήκε, και χωρίς τη συγκατάθεσή μου.

Μια τέτοια κατάσταση σε κάνει να χάνεις τον ειρμό της ζωής. Δεν ξέρεις ποια είσαι, τι είσαι, αν είσαι ζωντανή ή πεθαμένη, αν και δεν κάνει διαφορά τελικά. Δεν ξέρεις τι μέρα, τι μήνας, τι χρόνος είναι…  Ζεις  γιατί αναπνέεις, όχι γιατί είσαι ζωντανή ψυχή.  Δεν ανησυχώ πια. Θα  μπορούσαν και να με καθαρίσουν όταν δεν θα με χρειάζονται πια. Απλά, για να μην υπάρχουν υπολείμματα των ενοχών τους.  Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχω στα χαρτιά του ελληνικού προξενείου.  Μια ανύπαρκτη παρουσία είμαι, όπως όλες οι όμοιές μου από το παλιό ανατολικό μπλοκ.  Τα νόμιμα διαβατήριά μας τα κρατούν εξ αρχής οι ‘‘ευεργέτες’’ μας…

Η ιστορία μου είχε αρχίσει κάπως έτσι: είχα πάει στο γραφείο εύρεσης εργασίας διαβάζοντας μία αγγελία. Είχαν γραφείο… οι ‘φιόγκοι’, ήταν καλοστημένο το κόλπο.  Τους είχα  δώσει το διαβατήριό μου –μέγα λάθος!-, είχα πληρώσει τα ναύλα μου και κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία είχα φύγει από το σπίτι μου, με την υπόσχεση στη μάνα μου, να επιστρέψω μόλις κάνω λίγα χρήματα. Όταν πήγα στον τόπο της συνάντησής μας, ένιωσα πως είχαν αλλάξει πολλά. Πρώτα το ύφος τους:  είχε γίνει ψυχρό,  σκληρό. Όμως εγώ είχα αρνηθεί να το πιστέψω. Νόμιζα ότι υπερέβαλα.  Πώς αλλάζει ο άνθρωπος, και μόνο άνθρωπος δεν είναι τελικά! Τον τυφλώνει το συμφέρον σε βαθμό να μη διστάζει να σκοτώνει μια κι έξω ή με αργό τρόπο, που έχει πολλές μορφές. Οι ‘‘φιόγκοι’’ είχαν πει ότι προσωρινά θα επιβιβαζόμουν στο Βαν που είχαν αράξει στο δρόμο.  Ήταν άφοβοι, αδίστακτοι κι αυτό έπειθε. Ποιος θα πίστευε ότι όλα  όσα συνέβαιναν στο φως της μέρας, ήταν παράνομα; Οικειοθελώς μπήκα στο βαν. Πού μπήκα όμως; Με το που πάτησα πόδι στο σκοτεινό όχημα,  στριμώχτηκα με άλλες ‘‘τυχερές’’. Έμαθα, στη σιωπηλή συζήτησή μας, ότι όπως εγώ, έτσι και οι ‘‘άλλες’’ ήταν από την πρώην σοβιετική επικράτεια. Δεν διακρίναμε η μία  την άλλη, παρά μόνο τα μάτια μας, που έλαμπαν σαν κάρβουνα. Τα έκαιγε η ελπίδα της υπόσχεσης των ‘‘πρακτόρων’’, οι οποίοι -αποδείχτηκε στην πορεία- μας είχαν απαγάγει με τις ευχές μας…  και επί πληρωμή!

Ύστερα από ώρες ταξιδιού στο σκοτεινό βαν, φτάσαμε κάπου. Άγνωστο πού. Όταν επιτέλους βγήκαμε από το βαν -είχε νυχτώσει-, οδηγηθήκαμε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Με πέταξαν στη μια γωνιά του βρώμικου δωματίου, όμοια και τις άλλες.  Είμασταν εφτά, τυχερός αριθμός, λένε στην Ελλάδα… Ύστερα, μας πήγαν αλλού.  Μου έδωσαν ένα μικρό δωμάτιο, όπου με βίασαν, με χτύπησαν και με εκμεταλλεύτηκαν απανωτά… Δεν είχα ιδέα πού βρισκόμουν!

Με τον καιρό, έμαθα όσα όφειλα να γνωρίζω, από τους άντρες που με επισκέπτονταν και από κουβέντες με τις συναδέλφισσες. Κάτι λίγα ‘μέσες-άκρες’, όπως λένε. Καταλαβαίνουμε κάπως η μια τη γλώσσα της άλλης, ακόμη κι αν είμαστε από διαφορετική χώρα.  Μας έσωσε η αλλοτινή κοινή εκπαίδευση.  Δεν ξέρουμε καλά την ελληνική. Μιλάμε λίγα αγγλικά και ελάχιστα  ελληνικά.  Μας επιτρέπουν να βγαίνουμε λίγο.  Δεν τολμούμε να κάνουμε κάτι που θα θέλαμε. Τυφλές σε λαβύρινθο, αγοράζουμε κάτι αναγκαία.  Είμαστε ακόμα χρήσιμες!

Μου αρέσει το άλμα στο χάος, ο ίλιγγος! Ανέβηκα στη στέγη της πολυκατοικίας. There is a solution to each one problem,  αλήθεια!’’

 

ΓεωργιανήΘεσσαλονίκηΑθήνα 2006

‘‘Έχασα τα πάντα. Είμαι ολομόναχη, ‘‘εκμεταλλεύσιμη ύλη’’ όπως με αποκάλεσε ένας έμπορας. Πού να πάω; Πού να κρυφτώ;  Όμως το αποφάσισα τελικά. Τώρα λοιπόν που τό ‘σκασα, είναι σούρουπο και περπατάω.  Κλαίω μέσα μου… τα μάτια μου στέρεψαν από χρόνια. Να πάρω το τραίνο… Ναι… σκέφτομαι να πάρω το τραίνο. Ονειρεύομαι να πάω πίσω στη βορεινή χώρα μου…  ‘‘πάππα… έρχομαι!’’

Στο δελτίο ειδήσεων ραδιόφωνο απήγγειλαν:  ‘Άγνωστη νέα, βρέθηκε νεκρή στις γραμμές τραίνου, στην περιοχή…  Αθηνών…’’

 

Νοσοκόμα, Σύδνεϋ 2007

‘‘Η ζωή ετούτη δεν είναι πάντα φτιαχτή για τη γυναίκα. Και για τον άντρα κάποτε, μην νομίζεις! Τα αδικήματα που διαπράχθηκαν και εξακολουθούν να διαπράττονται δεν εξαιρούν το ένα από τα δύο φύλα, ίσως όμως είναι περισσότερο γυναικείο πρόβλημα, λόγω μυϊκής αδυναμίας. Ωστόσο και οι άντρες γνώρισαν το άδικο από το αντρικό και από το γυναικείο χέρι… αν και στην τελευταία περίπτωση λιγότερο συχνά ίσως’’.

 

Παλαιστίνιος, Αθήνα, 2007

‘‘Δεν ήθελα να είμαι ούτε πρόσφυγας, μήτε λαθρομετανάστης… ‘‘πώς είναι να είναι κάποιος ξένος;’’ Σκεφτόμουν. Τώρα όμως ξέρω, κι ακόμα, πως όσοι οι ξένοι, άλλες τόσες και οι ιστορίες. Δεν ήθελα να βρίσκομαι σ’ αυτή τη θέση και θα ήθελα όλους τους ξένους πίσω, στον τόπο τους.  Αν δεν έχεις ζήσει σαν πρόσφυγας ή σαν λαθρομετανάστης, δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει να είσαι το ένα ή το άλλο, έτσι δε θα μπορούσες καν να δώσεις το νόημα της ζωής του πρόσφυγα ή του λαθρομετανάστη…’’

 

‘‘Πέτα πέτα χρυσόφτερη σκέψη

Στης Σιών ρημαγμένα τεμένη…

Ω, πατρίδα, ωραία μεγάλη…

-Ποιος είσαι;

-Τι σε νοιάζει εσένα;

-Τραγουδάς την άρια του Βέρντι ‘‘Ναμπούκο’’…

-Κάπου την άκουσα και μου άρεσε…’’

 

Αφγανός λαθρομετανάστης, Σύδνεϋ 2008

‘‘Μπορώ να έρθω σε επαφή με κάποιον που να μπορεί να με βοηθήσει να δραπετεύσω από τη χώρα;’’ Ρώτησε ο M.H., Αφγανός, τον  Glend…,  τον Αυστραλό…

…………………………………………………………………………………………………………..

Ο Αφγανός M. H., είχε καταφύγει στους Αντίποδες, για να αποφύγει τη σύλληψη στην πατρίδα του, από τους εχθρούς του. Αλλά και στην Αυστραλία, συνελήφθη για να οδηγηθεί στο Νουρού, σύμφωνα με το πρόγραμμα ‘‘Pacific Solutions’’,  του τότε πρωθυπουργού, κ. Ηοward.

Ατυχώς, το αίτημα του M. H., για ασυλία στην Αυστραλία, απορρίφθηκε. Αναγκάστηκε έτσι να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, όπου ύστερα από περιπέτειες μεταξύ της χώρας του και του Ιράκ, συνελήφθη από οπαδούς του Mujahidden War, τους Taliban. Ενώπιον των κατοίκων της περιοχής του και συγγενών του, αφού πρώτα τον έριξαν σε πηγάδι, ύστερα του πέταξαν χειροβομβίδα, με αποτέλεσμα ν’ αποκεφαλιστεί!

Η έκκληση ‘‘να μην συμβαίνουν αυτού του είδους τα κρίματα…’’ ήρθε εκ των υστέρων, όταν ο Αυστραλός Glend… που τον Ιανουάριο 2008,  βρισκόταν στην Καμπούλ για το γύρισμα  του ντοκιμαντέρ ‘‘A Well–Founded Fear’’, πληροφορήθηκε για το εξοντωτικό κυνήγι του M. H. από τους  Taliban.

 

Ένας επίλογος στο ατέλειωτο θέμα…

Η προσφυγή είναι θέμα ζωής και θανάτου. Ο προσφεύγων νόμιμα ή μη, ξεκινά ως θύμα μιας κατάστασης που συχνά δευτερώνεται με την απόρριψη από μία δεύτερη. Ο άνθρωπος κλείνει τα μάτια του στον συνάνθρωπο όταν γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν συνέπειες για τις ενέργειές του.  Όχι! δεν σχετίζεται η απόφασή του με  το χρώμα ή το θρήσκευμα του πρόσφυγα. Απλά δεν ενδιαφέρει διότι είναι τελικά an object of no importance… ‘‘just a refugee’’! Ανώφελα τα δάκρυα, oύτε και που υπάρχουν και οι υποθετικοί λυγμοί όσο κι αν το παλεύουν, κολλάνε στο λαρύγγι!

Τέλος

 

11 Replies to “Πρόσφυγες και Λαθρομετανάστες”

  1. Καταπληκτικό το κείμενό σου, Πιπίνα, και βέβαια συγκλονιστική και η παράθεση αποσπασμάτων από περιγραφές και λόγια ανθρώπων της γης, που έχουν ζήσει οδυνηρές καταστάσεις. Δυστυχώς ελάχιστοι συγκινούνται. Ο καθένας κοιτάει τον εαυτούλη του και βέβαια μπορεί να έχει και τα δίκια του. Οι πιο πολλοί Έλληνες που ζουν και διαπρέπουν εκτός Ελλάδος, ξεκίνησαν διότι δεν άντεξαν την αναξιοκρατία, την κομματικοποίηση, τη συμπεριφορά και βέβαια τις δυσμενείς συγκυρίες και οικονομικές επιπτώσεις που επικρατούσαν κατά καιρούς. Ελάχιστοι έφυγαν για να γνωρίσουν… καινούργια μέρη. Οι περισσότεροι αναζήτησαν καλύτερη ζωή κι άλλοι δεν ανέχτηκαν την υποτίμηση των αξιών τους. Κάποιοι βέβαια που ήθελαν να φύγουν δεν το τόλμησαν λόγω των εδώ υποχρεώσεων. Για να μη μετατρέψουμε και σε ‘μελό’ το όλο ζήτημα, εγώ πχ μετατέθηκα στο Λονδίνο, όπου άλλοι βάζουν μέσο για να το καταφέρουν, κι εγώ έβαλα μέσο για να μη πάω, γιατί α) Δεν ήθελε να φύγει από Ελλάδα η… Αγγλίδα σύζυγός μου Μάριλυν, και β) δεν ήθελα να αφήσω μόνη της τη μάννα μου, που στενοχωρήθηκε παρα πολύ. Κι ευτυχώς γιατί μετά από λίγο πέθανε και αν είχα φύγει θα νόμιζα ότι εγώ ήμουν η αιτία.
    Δυστυχώς εδώ πάσχουμε από ένα ανόητο ατομισμό. Παλιά δεν είμαστε έτσι. Ο ένας βοήθαγε τον άλλον. Έχουμε παρασυρθεί από την καλοπέραση και τον εύκολο πλουτισμό, και από την αδυναμία παρακολούθησης της εξέλιξης της τεχνολογίας που αυξάνεται κατά γεωμετρική πρόοδο 1,2,4,8,16,32 κλπ) ενώ τα μυαλά μας μόνο κατά αριθμητική (1,2,3,4,5,6,7) Μας ξέφυγαν όλα και κυρίως το ήθος. Σε αυτά μας οδήγησε ο φαύλος κύκλος που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί για να επηρεάζουν την ψήφο μας, υποτιμώντας ανηλεώς τη νοημοσύνη μας. Τα γραπτά σου σίγουρα βοηθάνε. Εξ άλλου εκτός από την πένα μας δεν έχουμε κι εμείς άλλο όπλο.
    Με την εκτίμησή μου
    Άρις

  2. Σε συνέχεια του πιο πάνω σχολίου μου θα στείλω στον Ιάκωβο ένα τραγούδι, που είναι συναφές με το θέμα, κι αν το κρίνει σκόπιμο ίσως το βάλει σε κάποια γωνιά του κειμένου σου. Τους στίχους έχει γράψει ο έγκριτος Δημοσιογράφος κ. Βασίλειος Π. Κουτουζής και εγώ έχω κάνει τη μελοποίηση. Τίτλος: “Χασάν”. Είναι χαρακτηριστικό το νόημα του ποιήματος, που εμπεριέχει πρώτα από όλα αλήθεια και μετά ένα μείγμα συναισθημάτων, που αρχίζουν από οίκτο, νοιάξιμο, αλλά εμπεριέχουν και λίγο σαρκασμό, στα όρια και του αυτοσαρκασμού του παρατηρητή, ο οποίος αυτό βρήκε να κάνει ποίημα, ενώ η πατρίδα μας τραβάει τα πάνδεινα. Φτάνει δε και έως τα όρια κάποιας ειρωνείας, προς τον κόσμο που έχει ξεχάσει το δικό του παρελθόν και ίσως βρίσκει αστείο το ότι δεν του έφταναν του Χασάν τα προβλήματά του, ερωτεύτηκε και από πάνω! Νομίζω ότι ταιριάζει με το κείμενό σου αλλά και με όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη.
    Άρις

    1. Σε ευχαριστώ για το σχόλιό σου Άρη. Θεωρώ ότι είναι άριστη η ιδέα σου για τον μελοποιημένο εκ μέρους σου “Χασάν” , και την τοποθέτηςή του σε κάποια ” γωνιά του κειμένου μου” , όπως λες.

      1. To μελοποιημένο ποίημα του Βασίλη Κουτουζή έχει ήδη μπει στη σελίδα και προσθέτει πάρα πολλά στην εμφάνιση και στο μήνυμα του άρθρου. Ευχαριστούμε την Πιπίνα, τον Άρι και τον Βασίλη για τις δημιουργίες που ομορφαίνουν τις σελίδες της Διασπορικής Στοάς.

  3. ΕΓΩ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΗΝ ΠΙΠΙΝΑ ΠΟΥ ΑΝΕΠΤΥΞΕ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΣΟΒΑΡΟ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΕΒΑΛΕ ΣΕ ΣΩΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΕΣ ΤΑΣΕΙΣ. ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΙΠΙΝΑ ΠΟΥ ΔΕΧΤΗΚΕΣ ΝΑ… “ΧΩΘΟΥΜΕ” ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΟΥ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ. ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΙΡΝΩ ΟΛΗ ΕΠΑΝΩ ΜΟΥ. Ο ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΙΔΕΑ ΟΤΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΘΑ ΣΥΝΟΔΕΨΕΙ ΚΑΠΩΣ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ. ΟΦΕΙΛΩ ΝΑ ΤΟ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΩ. ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΕΜΠΕΡΙΕΙΧΑΝ ΤΗΝ ΜΕΛΩΔΙΑ ΑΠΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ. ΟΠΩΣ ΤΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ. Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΔΕΝ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙ ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ. ΑΝ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΧ “ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙΣ ΣΤΕΓΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΡΟΣΦΥΓΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ;” ΘΑ ΜΕ ΒΑΛΕΙΣ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΛΗΜΜΑ. ΜΕ ΚΑΘΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΣΟΥ ΛΕΩ: “ΔΕΝ ΞΕΡΩ”. ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ, ΕΓΩ ΠΟΥ ΤΟ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΑ ΠΗΡΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΛΕΓΑΝ: “ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΣΑΝ ΝΟΙΑΖΕΣΑΙ; ΓΙΑΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΝΟΙΑΣΤΕΙΣ;” ΤΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΟΥΣΑ; ΟΤΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΛΟΣ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΣ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ, ΑΝ ΨΑΞΕΙΣ, ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΑΚΛΥΖΟΥΝ (ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΣΜΟ). ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒΟ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΤΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΝΟΤΑ ΣΤΟ ΚΑΙΡΙΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ.
    ΚΑΘΩΣ ΑΝΑΤΡΕΧΩ ΠΑΛΙ ΣΕ ΟΛΗ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΦΟΡΑ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΝΑΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΟΠΛΟ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΟ. ΠΑΛΙ ΚΑΛΑ ΝΑ ΛΕΜΕ. ΕΓΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΠΙΠΙΝΑΣ. ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΩ ΑΠΟΛΥΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ.
    ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

  4. Αγαπητέ μου Άρη, υπογραμμίζω το σκεπτικό σου που είναι αποδεικτικό του ανθρωπισμού σου, της φιλοπατρίας σου και της γενναιοδωρίας σου. Συμμερίζομαι τα στοιχεία ετούτα, που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν και όλους τους συμπατριώτες μας, δίπλα στην διατηρητέα δυστυχώς απολυτικότητα απόψεων και πίστεων, που χαρακτηρίζει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς. Η γνώση της ιστορίας μας και η εξελικτική ροή της Ελλάδας στους αιώνες, είναι φυσική αναγκαιότητα, ιδιαίτερα σε ετούτη την περίοδο της φιλαυτίας των πολιτικών της. Η θέση του Έλληνα είναι αιχμηρή και επομένως οδυνηρή και το χειρότερο είναι ότι επικρατεί μία σύγχιση και κυρίως μεταξύ των νέων οι οποίοι δεν χαρακτηρίζονται για την προσγείωσή τους -και αυτό είναι φυσικό λόγω της αισιοδοξίας τους, της νιότης- στην τραγική πραγματικότητα των ελληνικών πραγμάτων. Τι θα φέρει η 2οή Σεπτεμβρίου; Είναι ένα ερώτημα που θα έπρεπε να “σφάζει”. Πού βαδίζει η χώρα και ποιο είναι το μέλλον της; Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες μας αποτελούν αιώνια είδος εναύσματος ανησυχίας. Οι άνθρωποι ξεριζώνονται από τον πόλεμο και από τις κακουχίες, οι Έλληνες μεταναστεύουν για οικονομικούς και άλλους λόγους (άλλοτε και πολιτικούς)… Ας μη ξεχνούμε τη μαζική προσφυγιά του ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων της Ανατόλιας, την δυστυχία των Σεπτεμβριανών του ’55 και τη συμφορά της Κύπρου μας το 1974. Εμείς, περισσότερο ίσως από άλλους Ευρωπαίους, δεχτήκαμε και δεχόμαστε απανωτά τα χαστούκια κυρίως της Τουρκίας, αλλά και των πολιτισμένων φίλων μας και συμμάχων μας δυστυχώς, γιατί έτσι το υπαγορεύει η κοινωνική ζούγκλα στη οποία ζούμε. Πρέπει να είμαστε ικανοί και δυνατοί. Δεν ξέρω τι να πω πέρα από εκείνα που έχω γράψει αμέτρητες φορές:

    “Τη δύναμη… τη δύναμη
    φύλαγε,
    και μη γυμνώνες
    το παρθένο σου κορμί
    στα βέβηλά τους μάτια!
    ……………………..
    Γιατί η αγάπη μου
    να γίνει ματαιότητα
    αρνείται.
    Γιατί με γαλούχισαν
    να λατρεύω τα φαντάσματα,
    και αραμένη η αγάπη
    όλο γεννάει κι όλο θάβει!
    Οι δυνατοί βαστούν τη συνταγή
    για τις απαντήσεις -λύσεις
    ζηλόφθονα!”

    Είμαστε Έλληνες και έχουμε βαθιές τις ρίζες. Ας κρατήσουμε τον ανθρωπισμό μας και ας αφήσουμε την ιστορία να δικαιώσει τις πίστεις μας!

  5. Αγαπητέ Ιάκωβε, αισθάνομαι ιδιαίτερα ευγνώμων για την επικοινωνία που μας επιτρέπεται μέσω της Διασπορικής Στοάς. Ο Άρης πέρα από το γεγονός ότι είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος, έχει την ιδιαιτερότητα της επιμονής και υπομονής κατάθεσης των σκέψεών του, αλλά κυρίως το χάρισμα της αυτοανάλυσης. Το σοβαρό θέμα της φιλοξενίας αγνώστου μεν, πρόσφυγα δε, που ο Άρις εγείρει, είναι πολύ ανθρώπινο. Το άγνωστο -όπως είναι το πλέον φυσικό-, εγείρει το συναίσθημα της υποψίας και την περαιτέρω ενστινκτώδη αυτοσυντήρηση. Και εγώ αν το σκεφτόμουν όπως ο Άρις, θα ένιωθα παρόμοια διλήμματα. Γιατί γνωρίζουμε ότι -έστω και λίγοι- πρόσφυγες ή οι οικονομικοί μετανάστες έχουν προκαλέσει προβλήματα, έχουν διαπράξει αδικαιολόγητα εγκλήματα και έχουν βιάσει γυναίκες. Επομένως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που προκαλεί ετούτα τα διλήμματα, είναι δικαιολογημένο. Αυτό που είναι σωστό και εφικτό, είναι η φιλοξενία των προσφύγων ή των illegal migrants, από το όποιο κράτος, σε κατάλληλους χώρους, και η παραμονής τους εκεί μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα δραστηριοποιηθούν, εντός της κοινωνίας του κράτους, από το οποίο έχουν γίνει αποδεκτοί. Όλα ετούτα είναι εύκολα να συζητούνται σε ένα site όπως ετούτο, ή να διατυπώνονται εντός ενός κειμένου, όμως τα δύσκολα είναι πάρα πολλά, αρχίζοντας από την οικονομική άνεση και σταθερότητα του κράτους φιλοξενίας, και συνεχίζοντας με δαπανηρούς οργανισμούς, αρωγούς εγκατάστασης και προσαρμογής, τη διδασκαλία της γλώσσας (όταν δεν είναι η ομιλούμενη), την φροντίδα της εύρεσης εργασίας για τους ενήλικους, την παιδεία για όλους και διαίτερα για τους πολύ νέους και για τα παιδιά.
    Όλα ετούτα και πολλά άλλα, έχουν συζητηθεί και έχουν γραφτεί κατ επανάληψη. Επομένως είναι απόλυτα γνωστά σε όλους. Δεν είναι όλες οι χώρες ενισχυμένες δομικά για τέτοιες περιπέτειες. Προφανώς η Ελλάδα δεν είναι, αντίθετα με την Γερμανία και λιγότερο, άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Αυστραλία μπορεί αλλά και ετούτη προβάλλει διαρκώς εμπόδια. Το κυριότερο και αποτελισματικότερο μέτρο όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι να σταματήσουν οι δολοφονικοί πόλεμοι και τα απάνθρωπα πολεμικά παιχνίδια εκείνων, που θεωρούν τους ανθρώπους μυρμήγκια, και την κουλτούρα τους υποδεέστερη της δικής τους, που όλοι μόνοκαλά γνωρίζουμε!

  6. No comment…
    Τι θα μπορούσε άραγε να προσθέσει κανείς σε αυτά που γράφει η Πιπίνα; Μάλλον τίποτα. Ίσως μόνο κάποιο εντυπωσιακότατο ρεπορτάζ που διάβασα σήμερα στο BBC:
    Η κόρη του αρχιτέκτονα των Ναζί Albert Speer (που καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλακή) έχει στην ιδιοκτησία της ένα τετραώροφο οίκημα, σε ένα μεγάλο κτήμα. Εκεί φιλοξενεί πρόσφυγες και έχει φτειάξει ακόμα και νηπιαγωγείο και παιδική χαρά για τα παιδάκια τους. Και το κυριότερο από όλα είναι πώς η ίδια λέει ότι δεν τους φιλοξενεί, αλλά ζούνε όλοι μαζί σαν μια οικογένεια!
    AA

  7. Kαλή μου Πιπίνα, με τις ευαίσθητες χορδές σου!
    Είναι υπέροχο το κείμενό σου, με ανάγλυφες τις τραγικές διαστάσεις, της ροής δυστυχίας, που λέγεται “μετανάστευση”. Μπορεί λιγο-πολύ, ή με κάποιους τρόπους, ή εν δυνάμει, όλοι να είμαστε μετανάστες….γιατί ποιός μπορεί να ορίσει το αύριο για τον καθένα!
    Ο προβληματισμός του Άρι, μ’έχει κάψει πολλές φορές, νιώθωντας ενοχές, πως δεν κάνω τίποτα,και πιο πολύ από τότε που έφυγαν και τα δυό μου παιδιά, στο εξωτερικό,κι ας είναι με τις καλύτερες συνθήκες.
    Το να σε “αναγκάζουν”να φεύγεις απο την πατρίδα, είναι ,σαν να σε αποκόβουν βίαια απ’τα σπλάχνα της μάνας!
    Το λιγότερο , που μπορώ να κάνω, είναι να νιώθω έγνοια κι αγάπη γι’αυτούς τους συνανθρώπους μας, να τους βλέπω σαν Ανθρώπους, κυρίως,
    και….κάπου-κάπου γλυστρά απο μέσα μου η ποίηση σαν χάδι στις παρειές των παιδιών τους.

    Βλέποντας πριν κάποια χρόνια ένα μικρό μαθητη απ το Αφγανιστάν να μιλά…μου βγήκαν με πόνο ψυχής οι παρακάτω στίχοι….
    “Νουρ σημαίνει Φως”
    Δεν ήρθα εδώ για διακοπές…

    Ματια με ορίζοντα το φως
    γέλιο κρυμμένο στα βαθιά
    της μνήμης μονοπάτια,
    μικρά κι αθώα βήματα
    βουλιάζουν στην καρδιά!
    Χιλιόμετρα χωμάτινης σιωπής
    στο βλέμμα του γραμμένα!
    “Νουρ”… σημαίνει Φως
    στις μακρυνές αλύτρωτες Πατρίδες!!!
    Ευχαριστώ τον Ιάκωβο που μας δεξιώνεται ,” στην σάλα της Διασπορικής”, κι όλους εσας καλοί μου φίλοι, που ανεβάζετε το επίπεδο της πνευματικής μας συνεισφοράς!

  8. Τζένη μου καλημέρα από το φωτεινό ανοιξιάτικο Σύδνεϋ. Δάκρυσα διαβάζοντας το σχόλιό σου και τους στίχους σου. Είμαι κάτοικος της μακρινής Αυστραλίας όχι της ελληνικής πόλης στην οποία γεννήθηκα. Παρά τα χρόνια που πέρασαν ο οικειοθελής έστω, χωρισμός, από την γονική εστία και την ευρύτερη ελληνική, παραμένουν θέματα ασυμβίβαστα με το συναίσθημα. Γράφω στην ελληνική -ελάχιστα στην αγγλική- και αυτό από μόνο του είναι μία τρανή ένδειξη της ανοιχτής πληγής της ρήξης του ομφάλιου λώρου με την “μάνα”: τη φυσική και εκείνη της βαθιάς συνείδησης του ανήκειν, την πατρίδα. Την αγγλική τη είχα διδαχθεί στην Ελλάδα. Όταν γνώρισα τον σύζυγό μου (ζούσε στο Σύδνεϋ) αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Η αμοιβαία έλξη ήταν αποτελεσματική ως προς τούτο. Η άφιξη των παιδιών μας με ανάλωσε σε μεγάλο βαθμό. Αργότερα επανήλθα σε εκείνο που μου ήταν φυσικό: συνέχιση των σπουδών μου (μεταπτυχιακές κυρίως) και συγγραφή με ένα διαφορετικό πάθος: εκείνο της συνειδητοποίησης του ανήκειν. Τζένη μου, ίσως οι άνθρωποι που προσφεύγουν σε άλλη γη, είναι πολλοί περισσότεροι από ότι υπολογίζεται στις αναφορές ή στις στατιστικές. Γιατί και οι νόμιμοι οικονομικοί μετανάστες δεν παύουν να είναι ξένοι σε άλλη γη. Ο σπαραγμός είναι ήρεμος, και δεν εγκλείει την δραματικότητα του εξαναγκασμού προς την προσφυγή. Ο “Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος” είναι εδώ! Δεν έχει σημασία πώς διεξάγεται. Όλες οι ήπειροι βρίσκονται σε αναβρασμό. Οι πολεμικές μηχανές παράγουν θανατηφόρα προϊόντα και εμείς που είμαστε μακριά από τις πολεμικές ζώνες, νομίζουμε ότι οι πρόσφυγες έρχονται για να μας στερήσουν από όλα όσα είχαμε ως τώρα! Το μόνο που τους καίει είναι η ασφάλεια της ζωής τους και προπάντων των παιδιών τους. Ο Πόλεμος πρέπει να σταματήσει. Η χώρα που στηρίζεται στην πώληση των θανατηφόρων όπλων της, πρέπει να βρει άλλους τρόπους για την εξασφάλιση του πλούτου, και όχι εκμεταλλευόμενη τον πλούτο των άλλων με ανείπωτες ή γελοίες προφάσεις, δολοφονώντας τους και καταστρέφοντας τον πολιτισμό τους… Τι δυστυχία θεέ μου! Δεν υπάρχει άλλη λύση: οι πόλεμοι πρέπει να σταματήσουν!

    Ευχαριστώ τον Ιάκωβο για την φιλοξενία του… Μας επιτρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας….

  9. Συμφωνώ απόλυτα, Πιπίνα μου, κι ενώνω τη φωνή μου με τη δική σου…”οι πόλεμοι πρέπει να σταματήσουν”!
    Σε ποιον χρωστάει, άραγε αυτό το δώρο της ζωής που του δόθηκε, για να το πληρώνει τόσο ακριβά, ο άνθρωπος!
    Μάλλον τα τραγικά του λάθη εξαργυρώνει…
    γιατί μόνον “ανθρώπων έργα” είναι όλα τούτα, που συμβαίνουν!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *