Τα όρια μιας τέχνης ταπεινής

Share
Χωρίς αμφιβολία, όταν η ποιητική γραφή χρησιμοποιείται για να αποδώσει σε πρόζα τοπία και ανθρώπους, το αποτέλεσμα, για ν’ αποβεί σπουδαίο, απαιτεί μεγάλο τεχνίτη. Ο ποιητής Γιώργος Βέης, δεινός χειριστής της μεταφορικής, αφαιρετικής γλώσσας και παλαίμαχος του είδους, συνεχίζει να εκδίδει μοναδικά βιβλία ποίησης, ενώ από το 1999, συμπληρώνει το έργο του με ταξιδιωτικά κείμενα -μαρτυρίες από την πολυετή διπλωματική του πορεία ανά τον κόσμο. Από το Ασία-Ασία, Κέδρος 1999 και 2000, (Κρατικό Βραβείο 2000 ), εκδίδει φέτος το Παντού(μαρτυρίες – μεταβάσεις) από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ένα βιβλίο απαράμιλλου συγγραφικού ήθους.

         Ο Γιώργος Βέης, είναι εισηγητής της ψυχικής τοπογραφίας στην ποίησή μας, όπως αυτή ψηφιδοποιείται αχνά στη συλλογή Γεωγραφία κινδύνων, Ύψιλον 1994, και κορυφώνεται στο Βλέπω, Ύψιλον 2013. Το ανθρώπινο και μη τοπίο, αποβαίνει κάτοπτρο της ψυχής που αναγκάζει τη γλωσσική έκφραση να αποδώσει την εντύπωση. Για τον Βέη, τα πάντα μπορούν να γίνουν ποίηση, αρκεί αυτή η γενναιοδωρία εικόνας και ψυχικής ανάτασης να μπορούν να αποδοθούν με σμιλεμένη γλώσσα. Και η τέχνη αυτή δεν μπορεί να έχει μιμητές. Είναι μοναδική και η πορεία της επιλεκτικά μοναχική.
         Στο Παντού, ο Βέης επιχειρεί να καταγράψει εντυπώσεις  από τόπους και αυτή η ψυχική γεωγραφία τον καθιστά ικανό να νοσταλγεί και να αγναντεύει την πατρίδα του από μακριά, όχι ως νόστιμον γαίαν, αλλά όπως είναι. Συνεπαρμένοι απ’ την αφήγηση, στεκόμαστε στα πιο ουσιώδη της μαγείας της:
Σινγκαπούρη:  Πόλη του λέοντος. Η βεντάλια των επιθυμιών, καθαίρει τον νου με αναφορές στον Τάκη Παπατσώνη, στις Ελεγείες του Ντουίνο, του Ρίλκε, στον Σελίν, στις Αόρατες πόλεις του  Καλβίνο. Νησί  οδυσσεϊκό, πολυμήχανο, νησί- κράτος. Κάτι από το Μανχάταν. Στην αναδρομική έκθεση ελαιογραφιών του Γε Τσι Ουέι, το λάδι θέλει απλώς να γράψει, αντί να ζωγραφίσει. Ο αρχιτέκτων Τάι Κεν Σουν, σεβόμενος το τοπίο, χρησιμοποιεί την αρμονική συνύπαρξη των πέντε C, ήτοι «κουράγιο, περιέργεια, σαφήνεια, συμπόνια και δημιουργικότητα». Εθνικό Μουσείο:  το θέμα «Πομπηία», θυμίζει τη φράση του Μπόρχες: «η πραγματικότητα είναι πάντα αναχρονιστική».  Εκθεσιακός χώρος Αρτ Στέιτζ: ο ποιητής εντυπωσιάζεται από τον «Ευαγγελισμό» του Ινδονήσιου ζωγράφου Ρόναλντ Μάνουλαγκ  με τον Χίτλερ να κρατά ένα αντίτυπο του Αγώνος του παρουσία ενός αναγεννησιακού Αγγέλου. Εκθηλυσμένος έγκυος ο Χίτλερ στον πίνακα «Περιμένοντας να γεννήσει», ενώ σε έναν άλλο, «Ο Φίρερ με το παιδί», ο αριθμός στον βραχίονα του παιδιού ανακαλεί μνήμες από τους έγκλειστους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεκαεπτά  εικαστικοί καλλιτέχνες της Ιαπωνίας, με τον σημειοκρατικό υπέρτιτλο «Transcool Tokyo», μαζί με τη σειρά «Data matrix» του Ριόζι Ικέντα και τα εφιαλτικά σκίτσα του Τακάσι Μουρακάμι και της σχεδιάστριας Σάλι Γκαμπόρι. Η φράση από το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη, Σαν μυθιστόρημα, φαντάζει επίκαιρη: «Για να βρεις την πατρίδα σου, πρέπει να ταξιδέψεις σε άλλους τόπους…». Τέσσερα συνεχή Χριστούγεννα στο Πεκίνο και η απόλυτη αφομοίωση της δυτικής μουσικής. Αισθησιακή έλξη στο «Σπίτι της μπίρας». Κλασική λογοτεχνία της Κίνας:  η συλλογή των «Παράξενων ιστοριών του Λιάο Τζάι» της δυναστείας των Τσινγκ: μινιμαλιστική έκφραση. Σήμερα ανθούν τα «hint fixion», «μικρο-μυθιστόρηματα» των 140 λέξεων το πολύ. Ο καθηγητής Χο Χουατσί Τσονγκίνγκ τα θεωρεί αυθεντικά προϊόντα της εποχής των παμφάγων ταχυφαγείων. «Σαν»: θα πει ομπρέλα.  Λέξη που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στην προφορά για να μη νοθευτεί το νόημα: «Săn». Αυτά υπαγορεύει η Λι Μαν (Το όνειρο του δάσους, το όνομά της στα ελληνικά), η φίλη του ποιητή.  Τόκιο, Δεκέμβριος 2005:  Ο μελαγχολικός κατέχεται κυρίως από το αίσθημα του υπέροχου. Σινομάσι: «Κοιλάδα των Χιλίων Ημερών» ή αλλιώς «Κοιλάδα του θανάτου». Τα ελεύθερα πνεύματα των νεκρών. Η λέξη «σούμο» προέρχεται από τη λέξη σουμάι που σημαίνει ρύζι. Ο γαλήνιος παλαιστής του σούμο, Γικοζούμα  Ασασόριου: ένας κρεάτινος πύργος. Γοητεύει η αληθινή ιστορία της Τσο Τσο Σαν, της Μαντάμ Μπατερφλάι. «Ξύξε έναν Γιαπωνέζο, ακόμη και των πιο προοδευτικών ιδεών, και θα ξεπροβάλει ένας σαμουράι». Τα πανδοχεία των νεκρών γίνονται περιστασιακό κατάλυμα για τα ζευγαράκια. Το ειδικό πανδοχείο του κυρίου Χιζαγιόσι Τεραμούρα. Χωράει έως και δεκαοκτώ εκδημήσαντες, προς 157 δολάρια ημερησίως. Οι αρχαίοι Έλληνες έμπαιναν στον Άδη, οπισθοβατώντας, με τη πλάτη στο έρεβος. «Για ν’ αποφύγουμε τη κακοτυχία, όταν τα ιδεογράμματα του ονόματός μας δεν συμβαδίζουν με την ημερομηνία του ονόματός μας, πρέπει να αλλάξουμε το όνομα», λέει στον ποιητή, η Κορεάτισσα φίλη του, η Σου, προτείνοντάς του να παρευρεθεί στην τελετή της απόκτησης νέου της ονόματος από σαμάνο ιερέα. Το όνομα δρα ως επιχείρηση ακόμα και για διαφημιστικά προϊόντα, ως προσκλητήριο συζύγου, ως προοίμιο ερώτων. Ντουμπάι: οικοδομικός όγκος περιφρουρημένος από την παντοδυναμία της κινητικής τηλεφωνίας και της ηλεκτρονικής συνομιλίας που προσφέρουν οι OR Codes. Μάιος – Δεκέμβριος 1991: Ντουάλα του Καμερούν, Ville morte, είχε μετατραπεί σε Ερινύα των καταχραστών της εξουσίας. Η σπαρακτική εικόνα ενός ημίτυφλου παιδιού από το παράσιτο onchocerca volvulus, κατά την περιοδεία του Γ. Βέη και του φίλου Πολ με αυτοκίνητο στην πόλη. Άθλιες εικόνες του δρόμου με νεκρά ζώα και τολμηρούς αρουραίους. Το δείπνο που παραθέτει στον ποιητή ο επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας: οχιά  στο φούρνο, σαν να τρως χέλι. Μνήμες του Νίκου Καχτίτση που έζησε εδώ. Νεαρά κορίτσια προσφέρονται για ηδονή. «Αν πάρεις πάνω από μία, σου κάνουν έκπτωση», προτείνει ο φίλος Πολ. Πύργος της Σάμου: πατρίδα του πατέρα του ποιητή. Μυθικές οι διαστάσεις του ταξιδιού της παιδικής ηλικίας με τα πλοία «Κολοκοτρώνη» ή «Κανάρη» από Πειραιά. Το πυργιώτικο τοπίο, ως τερπνή αναδρομή εμφανίζεται στις χώρες της διπλωματικής υπηρεσίας. Με το ποίημα «Κέρκης» γραμμένο και αφιερωμένο το 2011 στην Ιάβα στη μνήμη του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη, κλείνει η μαγεία του βιβλίου.
Έως πού μπορεί να φτάσει η ταπεινή αυτή τέχνη της ψυχικής καταγραφής του Γ. Βέη; Η ποίηση την οποία υπηρετεί άριστα είναι η αιτία για τη δημιουργία τέτοιων μοναδικών βιβλίων. Ο Βέης δεν ανανεώνει το είδος, ξεπερνάει ακόμα και τους γνωστούς συγγραφείς που προηγήθηκαν με μοντέρνο τρόπο. Η διάνθισή του Παντού με κείμενα Ελλήνων και Ξένων, ίσως να καταγράφονται από στήθους. Τα ταξιδιωτικά βιβλία του Γ. Βέη αποτελούν κι αυτά κορύφωση της τέχνης του, που συμπληρώνουν την ποίησή του. Και οι εικονιζόμενοι χώροι της διπλωματικής περιοδείας του ανά τον κόσμο είναι ποιητικό θαύμα, που ξαναζωντανεύει στα μάτια μας μετά το πέρας της ανάγνωσης. 
Γεράσιμος Δενδρινός
Περιοδικό “Οροπέδιο” -τεύχος Ιανουαρίου 2016
pant180

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

2 Replies to “Τα όρια μιας τέχνης ταπεινής”

  1. Μας είναι πολύ γνωστός ο Γιώργος Βέης για το συγγραφικό του έργο. Εν τούτοις το κείμενο του κ. Γεράσιμου Δενδρινού, με την ευκαιρία του νέου εκδοτικού επιτεύγματος του Γ. Βέη “Παντού”, δίνει μιαν άλλη χροιά της ποιότητας του συγγραφέα, πολύ αληθινή και πολύ χρήσιμη σε όσους ασχολούνται με τη λογοτεχνία. Είναι μεγάλη τύχη για κάθε δημιουργό να απολαύει σχολίων με τέτοια καλογραμμένα κείμενα, όπως του κ. Δενδρινού. Όπως είναι τύχη και για μας, τα μέλη της Διασπορικής, να τα διαβάζουμε. Και είναι και περηφάνεια που ο Γιώργος Βέης έχει αναρτήσει έργα του στη Διασπορική.
    Με υπόληψη
    Άρις Αντάνης
    Μέλος Diasporic Literature Spot

  2. ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΑΠΛΗ) ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

    «Μέσα από τα φύλλα της πορτοκαλιάς
    περνά η μέρα, καθαρίζει τα φτερά της
    ασημένια λόγια αιωρούνται: μεσημέρι.
    Με το δεξί χέρι δείχνεις τη θάλασσα,
    μια απουσία ύλης, αύριο θα την πεις
    αναχώρηση. Φυσάει,
    τʼ αυτιά μου γέμισαν χώμα, φίλτρο αλήθειας.»ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
    Ευχαριστούμε τον Γερ. Δενδρινό , που μας θύμισε το ποιητικό σύμπαν του Γιωρ. Βέη, τη φιλάνθρωπη , “ψυχική τοπογραφία” την ποιητική των ταπεινών υπάρξεων που μορφοποιούνται με τις λέξεις του, μοναδικά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *