“Τα μουσκεμένα φύλλα της Εγνατίας”

Share

«Μια τόσο όμορφη ιστορία»
από τον Φ. Γερμανό

«Τώρα τι γράφετε;»
«Μια ιστορία» είπα. «Κάτι για τον Ίωνα Δραγούμη».
«Α», είπε η κυρία Βούλα.

Δεν έδειξε να την τραβάει ιδιαίτερα το θέμα. Ούτε κι εμένα θα με τραβούσε πριν από λίγα χρόνια, στη δεκαετία του ’70. Το όνομα του Δραγούμη, όπως μου ‘χει μείνει απ’ το σχολείο, ήταν δεμένο με βαρετά βιβλία και βαρετές αναλύσεις. Έπρεπε να γνωρίσω τον αληθινό Ίωνα, μέσα απ’ το στόμα του γέρο-αδελφού του και μέσα από κιτρινισμένα φύλλα ημερολογίου, για να τον αγαπήσω.

Έπρεπε να μάθω για τα πάθη και για την αγνότητά του, για τον κρυφό έρωτά του, με την παντρεμένη Πηνελόπη Δέλτα του 1905 και το άδικο αίμα που είχε βάψει τη Βασιλίσσης Σοφίας, εκείνο το απομεσήμερο του 1920. Έπρεπε ακόμα να μάθω και πολλά άλλα που τα είχα βρει μόνος μου. Όλα αυτά δεν τα ήξερε βέβαια η κυρία Βούλα. Ούτε κι εγώ τα ήξερα ώσπου να τ’ ανακαλύψω. Αυτό που θυμάμαι, είναι πως μου ‘γινε συνήθεια κάθε φορά που έμπαινα στο μπακάλικο για να αγοράσω τις κονσέρβες της ημέρας, να της λέω σκόρπια κομμάτια απ’ την «Εκτέλεση». Καμιά φορά ολόκληρες σελίδες που είχα γράψει την προηγούμενη νύχτα.

Θυμάμαι τα μάτια της, τα ζεστά θεσσαλονικιά μάτια, πώς ρουφούσαν τις εικόνες εκείνες. Ήταν ένα καλό μήνυμα ότι το βιβλίο θα διαβαζόταν. Την είχε αγγίξει κι εκείνη ο έρωτας του Ίωνα για τη Δέλτα – μια ιστορία που είχε μείνει θαμμένη στο χώμα για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια.
«Γιατί την έκρυψαν;» με είχε ρωτήσει με απορία η κυρία Βούλα – όταν είχε φτάσει η κουβέντα στους απόγονους. «Έναν τόσο μεγάλο έρωτα, μια τόσο όμορφη ιστορία».

Κι ύστερα με αγωνία:
«Δεν ήταν;» με ρώτησε.
«Ήταν ίσως η πιο όμορφη ώρα στη ζωή και των δύο» είπα.

Το βιβλίο βγήκε μερικούς μήνες αργότερα στα 1985. Ήρθα στη Θεσσαλονίκη να το παρουσιάσω και μετά πέρασα απ’ την οδό Πλάτωνος να δω τη φίλη μου. Ήταν πάλι φθινόπωρο και πάλι τα μουσκεμένα φύλλα μύριζαν όπως τότε, όπως εκείνα τ’ απογεύματα κι εκείνα τα βράδια.
«Πώς πάει το βιβλίο;» ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησε.

Το ‘χε διαβάσει βέβαια – ίσως κάμποσες φορές. Κι ήταν ακόμα μαγεμένη με αυτόν τον μοναχικό καβαλλάρη της πολιτικής που κατρακυλώντας, μέσα σε είκοσι χρόνια, απ’ το ένα ερωτικό κρεβάτι στο άλλο, είχε βρεθεί σ’ ένα χωματόδρομο, εκείνο το απομεσήμερο του 1920, με το κορμί γεμάτο ματωμένες τρύπες.

«Τι ιστορία!» είπε η κυρία Βούλα (Βγήκε απ’ το μπακάλικο και κοίταξε προς τα πάνω – η μπαλκονόπορτα του σπιτιού όπου είχε γραφτεί το βιβλίο ήταν μισάνοιχτη): «Και τη γράψατε όλη εδώ στην οδό Πλάτωνος, στο σπίτι αυτό;»

«Την ξαναδούλεψα στην Αθήνα» είπα. «Αλλά το βιβλίο ναι, σίγουρα γράφτηκε εδώ. Και χωρίς να το ξέρεις, βοήθησες κι εσύ με τον τρόπο σου».

Δεν της εξήγησα πώς το ‘χε πετύχει αυτό, γιατί δεν ήξερα να το πω με λόγια, αν και αυτή είναι η δουλειά ενός συγγραφέα. Ωστόσο, βαθιά μέσα μου πίστευα πως η κυρία Βούλα είχε βοηθήσει στο γράψιμο της «Εκτέλεσης», όσο είχαν βοηθήσει και τα σπουργίτια της οδού Πλάτωνος.
Όσο και τα φύλλα της Εγνατίας…

Πέρασαν πάλι δύο – τρία χρόνια. Το βιβλίο έγινε τηλεοπτική σειρά, όρμησε μέσα σε χιλιάδες σπίτια, έγινε λαϊκό θέαμα. Κι ο ήρωάς του, ο Ίων Δραγούμης ξεκόλλησε απ’ τα ψυγρά συγγράμματα και τις βαρετές μελέτες, κι έγινε κι αυτός λαϊκός ήρωας. Έγινε ακόμα κι εξώφυλλο σε τηλεοπτικά περιοδικά. Αν τον ήξερα καλά και νομίζω πια πως τον ήξερα, θα πρέπει να του άρεσε αυτή η αναπάντεχη εξέλιξη: Για εξήντα χρόνια τον είχαν παραχωμένο βαθιά μέσα στη γη -αυτόν και τα πάθη του. Τώρα ήταν πάλι ένας ζωντανός άνθρωπος, που χαμογελούσε απ’ τα περίπτερα στους περαστικούς. Μερικά κορίτσια στέκονταν και τον κοίταζαν. «Τι ωραίος άντρας» λέγανε.

Ναι, θα του άρεσε του Ίωνα αυτή η τροπή των πραγμάτων.

Πέρυσι που βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη πέρασα βέβαια απ’ το μαγαζί της κυρίας Βούλας. Όταν με είδε το πρόσωπό της φωτίστηκε μ’ εκείνο το ζεστό χαμόγελο, που ήταν πάντα κάτι σαν προσωπική της ιδιοκτησία.

«Σας περίμενα» είπε. «Ελάτε, ελάτε».

Με άρπαξε απ’ το χέρι, διασχίσαμε την οδό Πλάτωνος και βρεθήκαμε στην πλατεία. Ήταν μεσημέρι -τα σπουργίτια έλειπαν αυτή τη φορά. Η κυρία Βούλα στάθηκε μπροστά σε μια προτομή. Στάθηκα κι εγώ πλάι της.

«Κοιτάχτε» μου είπε. «Εδώ τον έβαλαν».

Ύστερα μου έδειξε με το δάχτυλό της, είκοσι μέτρα πιο πέρα, το σπίτι της οδού Πλάτωνος.
«Ακριβώς απέναντι» είπε.

Ήταν ένα άγαλμα του Ίωνα, που είχε ξεφυτρώσει αναπάντεχα, στη γνώριμη πλατεία που τα βρεγμένα φύλλα της μου έφερναν κάθε βράδυ, απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, όσο καιρό έγραφα το βιβλίο.

«Ποιος έβαλε εδώ το άγαλμα;» ρώτησα.

«Δεν ξέρω» είπε η κυρία Βούλα. «Μπορεί ο Δήμος, μπορεί κάποια Ένωση Μακεδονομάχων. Κι εγώ ξαφνικά το είδα. Δεν είναι περίεργο όμως; Τον στήσανε ακριβώς απέναντί μας!»

Χαμογέλασε αναψοκοκκινισμένη, σαν κοριτσάκι που του είχανε χαρίσει ένα ξαφνικό δώρο.
«Τον Ίωνά μας».

Ήτανε ένα από εκείνα τα παράξενα παιγνίδια που σκαρώνει ο Θεός, όταν θέλει να σου δείξει ότι δεν είναι πάντα αυστηρός κι απόμακρος, όπως τον θέλουν τα ιερά βιβλία. Πότε – πότε χαμογελάει πονηρά: Είχε φυτέψει το άγαλμα του Δραγούμη, ακριβώς απέναντι απ’ το μπακάλικο της κυρίας Βούλας κι απέναντι απ’ το σπίτι, όπου έσκαβα όλες εκείνες τις υγρές νύχτες του 1984, πολεμώντας να ξεθάψω τον ζωντανό Ίωνα, μέσα από εξήντα αιώνες μοναξιάς.

«Έρχομαι κάθε μέρα και τον προσέχω» είπε η κυρία Βούλα. «Άμα τυχαίνει καμιά φορά να λερώσει ένα σπουργίτι το πρόσωπό του, βουτάω ένα μπαμπάκι στο οινόπνευμα και τον καθαρίζω». (Η κυρία Βούλα κοκκίνησε πάλι): «έτσι γίνεται πάλι όμορφος».

Και, τότε κατάλαβα τι σήμαινε εκείνο το χαμόγελο του Θεού: Έτσι έπρεπε να τελειώσει ο αιώνας αυτός για έναν άντρα σαν τον Ίωνα Δραγούμη. Όλοι οι εχθροί του είχαν πεθάνει από χρόνια – το ίδιο κι οι γυναίκες που τον είχαν αγαπήσει.

Εκείνος όμως συνέχιζε να μένει όρθιος στην πλατεία της οδού Πλάτωνος και γευόταν ηδονικά, με μισόκλειστα μάτια, την αφή ενός γυναικείου χεριού που του χάιδευε απαλά κάθε μέρα το πρόσωπο.
Απαλά. Σχεδόν ερωτικά…

απόσπασμα από το διήγημα «ΤΑ ΜΟΥΣΚΕΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΕΓΝΑΤΙΑΣ»
από το βιβλίο «Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ»
Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ

Βρήκα το παραπάνω απόσπασμα απο το διήγημα
“Τα μουσκεμένα φύλλα της Εγνατίας”
που αναφέρεται στον Ιωνα Δραγούμη,
και είπα να το μοιραστώ μαζί σας.
Ευχαριστώ πολύ
Τζένη Κουφοπούλου

3 Replies to ““Τα μουσκεμένα φύλλα της Εγνατίας””

  1. Τζένη Καλημέρα από το ΣΎΔΝΕΥ. Το έχω το συγκεκριμένο βιβλίο και την γνωρίζω ετούτη την ιστορία… Έκανες καλά που την ανέσυρες και τη επιφανειοποίησες και πάλι. Πιστεύω ότι ο φίλος μας από εκεί ψηλά, χαίρεται ιδιαίτερα για ετούτα τα μνημόσυνα!

  2. Εγώ πάντως έμαθα και το λόγο τώρα γιατί η Πηνελόπη Δ φορούσε συνεχώς μαύρα… Ήταν αφόρητα ερωτευμένη με τον Δραγούμη και επειδή εκείνος δεν της έδινε την σημασία που περίμενε τα έβαψε μαύρα για πάντα…
    Ιστορίες που βγαίνουν από το παρελθόν για να μας διδάξουν το μέλλον…
    Ευχαριστώ τη Τζένη που έστειλε το απόσπασμα και την Πιπίνα που έκανε την αρχή για να μάθουμε τόσα πολλά.
    Ιάκωβος

    1. Είναι σημαντική η οποιαδήποτε σχετική πληροφορία (με το όποιο θέμα τελικά)… Ο επόμενος μελετητής θα προσηλωθεί και αυτός σε ότι πιστεύει ότι τον εκφράζει… και ετούτο μπορεί να είναι η συν6αισθηματική ζωή του Ίωνα Δραγούμη… Θεωρώ ότι υπάρχει επαρκές υλικό για τον όποιο ενδιαφερόμενο. Η προσωπική συνεισφορά ενός μελετητή στηρίζεται όχι απλά στις πληροφορίες που τον αφορούν, αλλά στην επέκταση των προσωπικών συλλογισμών του, την κριτική του ματιά, την ψυχική του δύναμη και ορμή! Όταν γράφουμε ο νους και η ψυχή βρίσκονται σε άμεση συνεργασία. Είναι σημαντικη η συμβολή της αυτοκριτικής και της συνείδησης…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *