Σιμούν

Share

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί, υπουργός ασφαλείας της κυβέρνησης ΕΞΑΝΟΜ (Εξ Ανατολών Ορμώμενοι Μουσουλμάνοι) στεκόταν από ώρα τώρα μπροστά στα παράθυρα του γραφείου του συνοφρυωμένος. Με παγωμένο βλέμμα παρακολουθούσε το πλήθος που γέμιζε ασφυκτικά τους δρόμους γύρω από το υπουργείο του κι όλο μεγάλωνε και φούσκωνε, σαν ποτάμι έτοιμο να ξεχειλίσει. Πιο πολύ κι από τον τεράστιο όγκο τους τον ενοχλούσαν οι γαλανόλευκες σημαίες με τον μεγάλο σταυρό σε όλο το μήκος και το πλάτος τους. Τις κράδαιναν σαν ρομφαίες που αμφισβητούσαν τα ιερά και τα όσια της μουσουλμανικής πίστης την οποία είχε δουλέψει σκληρά να επιβάλει σ’ αυτή τη χώρα. Τον εξόργιζε και η χρονική στιγμή της διαδήλωσης. Το ημερολόγιο έδειχνε 11 Ιουνίου 2065 και διένυαν την κχιντ-­αλ-­σαρκχιρ τη μικρή γιορτή τρεις μέρες πριν τη λήξη του ραμαζανιού.

Γύρισε κάποια στιγμή και ξέσπασε πάνω στον αρχηγό των «Μονάδων Αναστολής Ταραχών» που στεκόταν λίγο πιο πίσω του.

«Πώς το επέτρεψες αυτό;», του φώναξε οργισμένος. Ο αστυνομικός δεν φαινόταν να ανησυχεί. Τον καθησύχασε. «Δεν μπορούν να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους, εξοχότατε», του είπε με σιγουριά.«Το τέλος τους είναι προδιαγεγραμμένο».

Κατά βάθος το ίδιο ακριβώς πίστευε κι ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί, αλλά δεν ήθελε οι άπιστοι να του μολύνουν το ραμαζάνι. «Διαλύστε τους με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος. Μη λυπηθείτε κανένα και τίποτα», διέταξε.

Ο αρχηγός των Μ.Α.Τ. γύρισε να φύγει για να εκτελέσει τη εντολή του υπουργού του, αλλά εκείνος τον σταμάτησε πάλι. «Πού βρέθηκαν όλες αυτές οι σημαίες με τους σταυρούς;» τον ρώτησε απορημένος.

«Τόσοι πολλοί χριστιανοί έχουν απομείνει σ’ αυτόν το τόπο;».

Ο αστυνομικός τον καθησύχασε πάλι. «Δεν είναι αυτό που φαίνεται, εξοχότατε. Ο σταυρός έχει γίνει απλά το σύμβολο της αντίδρασής τους. Κάτω από το σχήμα του έχουν συμπαραταχθεί, οι λιγοστοί χριστιανοί και κάθε είδους άπιστοι. Από ανάγκη το κάνουν. Από αντιπολιτευτικό μένος. Πες τε το όπως θέλετε. Χωρίς την ευλογία του Προφήτη μας, όμως, χωρίς την πίστη στον μοναδικό Θεό μας, το μέλλον τους είναι, απλά, ζοφερό».

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί του έκανε νόημα να φύγει και κοίταξε πάλι έξω. Για λίγο περιέφερε το βλέμμα του πάνω στο μανιασμένο πλήθος κι ύστερα το έστρεψε προς τον γαλάζιο αττικό ουρανό και το πανάρχαιο στολίδι της πόλης των Αθηνών, την Ακρόπολή της. Στεκόταν ατιμέλητη στον μεγάλο βράχο πάνω από την Πλάκα. Η εμφάνισή της, όμως, δεν τον ξεγελούσε. Ακόμα και χωρίς τα φτιασίδια της αντιπροσώπευε τη φιλοσοφική πλάνη μέσα στην οποία είχαν ζήσει επί αιώνες οι λαοί της Δύσης, Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί. Στα άμεσα σχέδια του ήταν να απαλλάξει τον κόσμο από την ύπαρξή της. Στη θέση της θα έχτιζε ένα τζαμί, όσο πιο μεγαλοπρεπές γινόταν, για να της κλέψει την κίβδηλη δόξα της.

Τον υπουργό έβγαλε από τις σκέψεις του ο γραμματέας του.

«Ο δημοσιογράφος από το αμερικάνικο κανάλι είναι εδώ», του είπε.
Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί έκανε ένα μορφασμό ενόχλησης. Δεν είχε καμιά όρεξη να τον ανακρίνει ένας Αμερικάνος. Τον είχε δεχτεί μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν να προβάλει τις θέσεις του μέσα από τηλεοπτικό του δίκτυο.

«Ας περάσει», είπε δύσθυμος.

Ένας μεσήλικας με κοντοκομμένο μαλλί μπήκε στο υπουργικό γραφείο μαζί με τους εικονολήπτες του. Υπό φυσιολογικές συνθήκες στη θέση του έπρεπε να είναι η Έλεν Μάθισον, η διακεκριμένη δημοσιογράφος του τηλεοπτικού δικτύου τους, αλλά ο υπουργός της ΕΞΑΝΟΜ είχε αρνηθεί να δώσει συνέντευξη σε μια γυναίκα.

«Τόμας Μίλερ», συστήθηκε ο δημοσιογράφος. Φαινόταν κάπως αγχωμένος, εκτός κι αν η βαριά του ανάσα οφειλόταν στο τρέξιμο που έκανε με το συνεργείο του να τραβήξουν πλάνα από την εντυπωσιακή πορεία στο κέντρο των Αθηνών.

«Πάρτε λίγο τσάι», είπε ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί προσπαθώντας να φανεί φιλόξενος.
Ο Μίλερ ρούφηξε δυο γουλιές από το μαύρο ζουμί που του σέρβιραν και, ξεπερνώντας με ταχύτητα τα τυπικά, έθιξε πρώτα το θέμα που τον ενδιέφερε περισσότερο. Σε μια φρικώδη επίδειξη ισλαμικής δικαιοσύνης, δυο συμπατριώτες του Αμερικανοί είχαν καταδικαστεί σε δημόσια μαστίγωση στην κεντρικότερη πλατεία των Αθηνών.

Ο Μίλλερ έγινε αμέσως επιθετικός. «Τι είδους βαρβαρότητες είναι αυτές;» τον ρώτησε με θάρρος που εξέπληξε και τον ίδιο. «Πώς θα δικαιολογήσετε στον κόσμο την αθλιότητα που θα συμβεί στην πόλη-­‐ λίκνο της δημοκρατίας και του πολιτισμού;»

Ήξερε πως ματαιοπονούσε. Οι προσπάθειες της αμερικάνικης πρεσβείας να τους γλυτώσει είχαν ήδη πέσει στο κενό, αλλά αυτός δεν μπορούσε να σωπάσει.
Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί τον κοιτούσε απορημένος. Ήταν φανερό πως έβρισκε περιττές τέτοιες ερωτήσεις. Ο Αμερικάνος όφειλε από σεβασμό στη δουλειά του να γνωρίζει μερικές βασικές αρχές του ισλαμισμού.

«Το επιβάλλει η Σαρία, κύριε Μίλλερ», του είπε απλά. Ο Αμερικανός προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε.

«Σαρία;» επανέλαβε σμίγοντας τα φρύδια του.

«Νόμιζα πως ήσασταν πληροφορημένος», συνέχισε έκπληκτος ο υπουργός.

«Κάτι έχω διαβάσει, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο στο νου μου», δικαιολογήθηκε ο δημοσιογράφος.

«Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να σας ξεναγήσω στο δρόμο της. Οδηγεί όλους εμάς τους πιστούς στην πηγή, όπου θα γευτούμε τη χαρά του παραδείσου», είπε αυτάρεσκα ο υπουργός.

Ο Αμερικανός μειδίασε. «Τη χαρά του παραδείσου!» επανέλαβε με ένα ίχνος ειρωνίας. Είχε ακούσει για διάφορους δρόμους που οδηγούσαν σε παραδείσους. Δεν εμπιστευόταν κανένα τους, όμως. Όλοι τους κατέληγαν σε κάποια κόλαση πάνω στη γη. Έτσι κι αλλιώς ο θρησκευτικός φανατισμός δεν ήταν του γούστου του. Δεν του ενέπνεε καμιά εμπιστοσύνη. «Τόσο σπουδαία πράγματα, λοιπόν, καταφέρνει η Σαρία!» πρόσθεσε με προσποιητή σοβαρότητα.

Ο υπουργός έδεσε τα χέρια του στο στήθος και κοίταξε ψηλά προς τον ουρανό με θρησκευτική ανάταση. «Η Σαρία δεν είναι απλά σημαντική, κύριε Μίλλερ. Είναι το δίκαιο που καθορίζει τον ισλαμικό τρόπο ζωής», είπε με αργές καθαρές λέξεις. «Είναι ο θρησκευτικός κώδικας της διαβίωσής μας, η πυξίδα της πίστης μας».

Ο δημοσιογράφος κούνησε το κεφάλι του, διατηρώντας ένα ελαφρύ χαμόγελο δυσπιστίας. Ήθελε να κάνει κάποιες ερωτήσεις, αλλά ο υπουργός σήκωσε το χέρι του και τον σταμάτησε. Δεν είχε τελειώσει ακόμα. Μιλώντας με την ίδια θρησευτική έπαρση, ξεκαθάρισε στον συνομιλητή του πως όλοι ανεξαιρέτως οι μουσουλμάνοι είχαν για νόμο τους τη Σαρία.

«Αυτή καθοδηγεί το κάθε τους βήμα», τόνισε επιγραμματικά. «Είτε το ομολογούν είτε όχι, είτε εφαρμόζουν πιστά τις αρχές της είτε όχι».

«Υπερβολές», αντέδρασε αυθόρμητα ο Μίλλερ.

«Ξέρετε κανέναν που να τηρεί πιστά τις εντολές του Θεού του;»
Ο υπουργός έδειξε εμφατικά τον εαυτό του. «Εμείς, οι μωαμεθανοί», είπε με σιγουριά. «Άλλωστε αυτή είναι η διαφορά μας! Εμείς είμαστε οι πιστοί κι εσείς οι άπιστοι. Αποστολή μας είναι να κάνουμε κι εσάς να υποταχτείτε στο θέλημα του Πρφήτη μας. Σας βεβαιώνω τίποτα δεν έχει αξία πέρα απ’ αυτό».

«Και οι νόμοι του κράτους; Το σύνταγμα της χώρας;» επέμεινε ο δημοσιογράφος.
Ο Χαλαουί χαμογέλασε συγκαταβατικά. Ήταν φανερό πως ο ξένος προσποιόταν άγνοια για να τον κάνει να παραδεχτεί μιαν αλήθεια που θα ηχούσε προκλητική στ’ αυτιά των τηλεθεατών του. Εκείνος, όμως, δεν είχε κανένα πρόβλημα να ομολογήσει την πίστη του. «Η Σαρία τα καταργεί όλα αυτά, κύριέ μου», του είπε με παρρησία. «Αυτή είναι ο ν ό μ ο ς. Όλα πρέπει να λειτουργούν μέσα στο δικό της πνεύμα.. Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, άλλωστε! Περιέχει τις εντολές του Κορανίου που υπαγορεύτηκαν στον Προφήτη μας απ’ ευθείας από τον ίδιο τον Αλλάχ».

Ο δημοσιογράφος σούφρωσε τα χείλη του συλλογισμένος. «Όλα σε ένα, λοιπόν», σχολίασε.
«Τι δεν καταλαβαίνετε, κύριε Μίλερ;» ρώτησε εκείνος ενοχλημένος από την ειρωνία. «Μόνο οι νόμοι του Θεού έχουν τη σοφία να μας οδηγήσουν στη λύτρωση και τον παράδεισο».

Ο δημοσιογράφος σκεφτόταν πως σ’ ένα βαθμό ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί είχε δίκιο. Δε συναντούσες ανάμεσα στους χριστιανούς -­‐τους περισσότερους τουλάχιστον-­‐ την πίστη και την πειθαρχία που είχαν οι μωαμεθανοί στον Θεό τους. Σ΄αυτή τη διαφορά πάθους και πίστης οφειλόταν μάλλον και το γεγονός πως η Σαρία ήταν από καιρό τώρα το μεγάλο πρόβλημα του δυτικού πολιτισμού. Σε κάθε χώρα οι οπαδοί της συνωμοτούσαν σιωπηλά ή ενεργά για να ανατρέψουν το σύνταγμά της και να επιβάλλουν τον λόγο του Προφήτη τους.

«Αν γνωρίσετε κι εσείς τους νόμους του Αλλάχ, θα ευλογηθείτε», είπε με προσηλυτική διάθεση ο υπουργός. «Είναι γραμμένοι στο Κοράνι και εκφράζονται μέσα από τις εντολές της Σαρία και τα Χαντίθ».

Τα Χαντίθ μέσες-­‐ άκρες τα γνώριζε ο Μίλερ, αλλά ήθελε να ακούσει από επίσημα χείλη ποιο ήταν το περιεχόμενό τους και ποια η αποστολή τους.

«Χαντίθ;» επανέλαβε δήθεν απορημένος.

Αυτή τη φορά ο υπουργός δε φάνηκε να εκπλήσσεται με την άγνοια του Αμερικάνου. Ακόμα και εγγράμματοι μωαμεθανοί είχαν ουσιώδεις διαφορές στην ερμηνεία τους. «Χαντίθ είναι η ισλαμική παράδοση», του εξήγησε ευλαβικά. «Μεταφέρει από στόμα σε στόμα τις σκέψεις και τις πράξεις του Προφήτη μας. Τα Χαντίθ αποτελούν σήμερα βασικό θεμέλιο του Ισλάμ. Μαζί με το Κοράνι μάς καθοδηγούν στην ένωσή μας με τον Θεό, τον μόνο λόγος της ύπαρξής μας και τον τελικό μας προορισμό. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι είναι περιττοί οι ανθρώπινοι νόμοι σας».
Ήταν χείμαρος. Δεν άφηνε καμιά αμφιβολία στον συνομιλητή του για τις προθέσεις τις δικές του και του κόμματός του.
«Κερδίσατε τις τελευταίες εκλογές με μεγάλη πλειοψηφία. Μετά απ’ αυτό; Σκοπεύετε να εγκαθιδύσετε ΚΑΙ στην Ελλάδα θεοκρατικό πολίτευμα, όπως συμβαίνει σε όμορες χώρες;» ρώτησε ο Μίλλερ.

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί άνοιξε τα χέρια του σαν να μην υπήρχε λόγος να μιλήσουν για το προφανές.

«Το κάνουμε ήδη», είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

«Και μετά την Ελλάδα, τι; Πιστεύετε πως και η υπόλοιπη Ευρώπη θα έχει τελικά την ίδια τύχη; Ποιες είναι οι προβλέψεις σας;» προχώρησε ο Μίλερ στην επόμενη ερώτησή του.

Ο Χαλαουί σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. Σχέδια δεν υπήρχαν, ούτε συγκεκριμένοι στόχοι. Τελικός σκοπός υπήρχε μονάχα. Η εξάπλωση τού Ισλάμ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αυτό εξήγησε και στον Αμερικάνο. «Η Σαρία είναι ξεκάθαρη σ’ αυτό το ζήτημα», του είπε. «Επιβάλλει στους πιστούς τού Προφήτη να διαδώσουν την πίστη τους με κάθε μέσο. Και όπως καταλαβαίνετε, τίποτα δεν πετυχαίνεις χωρίς τζιχάντ (αγώνα). Συχνά είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ακόμα και βία για να αλωθούν οι κοινωνίες των απίστων».

Στην επιθετική διάθεση του υπουργού, ο Μίλλερ αντιπαράθεσε ένα φιλειρηνικό μήνυμα. «Αντίθετα με τον δικό σας Θεό, που σας ζητάει να εξοντώσετε τους απίστους, ο δ ι κ ό ς μας θέτει σαν πρϋπόθεση την αγάπη για να μας δεχτεί στον παράδεισό Του. Ακόμα και τους εχθρούς μας μας ζητάει να αγαπάμε», είπε, πιστεύοντας πως η σύγκριση ήταν συντριπτική εις βάρος της μωαμεθανικής πίστης.

Ο Χαλαουί γέλασε ειρωνικά. «Για θεός, πολύ αφελής μου ακούγεται! Και πολύ κακά ενημερωμένος. Να αγαπάς τον εχθρό σου! Τι σόι εχθρός είναι αυτός τότε;»

Ήταν ολοφάνερο πως η διαφορά στις θεϊκές εντολές δεν επηρέαζε καθόλου το σκεπτικό του υπουργού της ΕΞΑΝΟΜ.

«Να περιμένουμε, επομένως, κλιμάκωση του αγώνα σας μέχρι να αλωθεί ολόκληρη η Ευρώπη;» ρώτησε ο Μίλλερ.

Ο υπουργός κούνησε αόριστα το κεφάλι του και δήλωσε πως ήταν κατά της βίας. «Μπορεί η Τζιχάντ να είναι διαρκής υποχρέωση του πιστού μουσουλμάνου, αλλά εγώ θεωρώ περιττές πια τις αιματοχυσίες. Τα καταφέρνουμε καλύτερα με άλλο τρόπο», εξήγησε.

«Όπως;» ρώτησε ο Μίλερ ελπίζοντας σε κάποιο δημοσιογραφικό λαβράκι.

«Μπορούμε να πετύχουμε τον σκοπό μας ακολουθώντας την εντολή που έδωσε ο θεός των Εβραίων: αυξάνεστε και πληθύνεστε. Είναι απλό. Κάντε τον λογαριασμό σας: Πόσα παιδιά γεννάει μια μουσουλμανική οικογένεια και πόσα εσείς, οι χριστιανοί και οι άθεοι, όλοι οι άπιστοι μαζί;»
Ο Τόμας Μίλερ είχε ελπίσει σε κάτι εντυπωσιακότερο. Αυτόν τον γενεαλογικό κατακλυσμό τον γνώριζε. Ήταν ένα ποτάμι που διαρκώς ξεχείλιζε και απειλούσε να σκεπάσει με την ιλύ του τις αξίες που για χρόνια έκτιζαν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες.

«Αποστρέφεστε τη βία, αλλά παρ’ όλα αυτά η Σαρία εφαρμόζεται με πολύ αυστηρότητα στην Ελλάδα!» επέμεινε ο Μίλερ.

Ο υπουργός αρνήθηκε με μια χαρακτηριστική χειρονομία την κατηγορία. «Όπως θα έχετε διαπιστώσει δεν υποχρεώνουμε τις γυναίκες να φοράνε μπούρκα και να κρύβουν το πρόσωπό τους ούτε τις κρατάμε κλεισμένες στο σπίτι, όπως γίνεται σε άλλες μουσουλμανικές χώρες.

«Και η μαντήλα; Κι εκείνα τα μακριά φορέματα που καμιά φορά σέρνονται στο χώμα; Δεν έχω δει γυναίκα σας να φοράει ξώπλατο, ας πούμε, ή ένα κοντό φουστανάκι που θα της έδινε χάρη!»
Ο υπουργός του έριξε μια δολοφονική ματιά. «Ελάτε τώρα!» φώναξε αγαναχτισμένος. «Μου θυμίζετε τους Λιλιπούτειους στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, που σκοτώνονταν μεταξύ τους, για το αν έπρεπε ο κόσμος να φοράει ψηλοτάκουνα παπούτσια ή χαμηλοτάκουνα! Μελετήστε τις παλιές φωτογραφίες! Θα δείτε πως οι Ελληνίδες χωριάτισσες φορούσαν κι εκείνες μαντήλα σε παλαιότερες εποχές!»

«Η οποία δεν συμβόλιζε κανένα θρησκευτικό φανατισμό, όμως!» τον αντέκρουσε ο Μίλλερ. «Ήταν επιλογή τους! Δεν τις υποχρέωνε η θρησκεία τους. Γι’ αυτό και τις έβγαλαν στο τέλος!»
Ο υπουργός ξέσπασε απότομα τότε.

«Η ξετσιπωσιά που επικρατούσε με τις χριστιανικές κυβερνήσεις, δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο», είπε. «Τη μαντήλα τους οι γυναίκες τη φοράνε για λόγους κοσμιότητας».

Η αντιπαράθεση γινόταν ανούσια και ο Μίλλερ δεν ήθελε να πέσει σε μια τέτοια παγίδα. Προτίμησε να γυρίσει το θέμα εκεί που τον ενδιέφερε. «Μπορεί η μαντήλα να θυμίζει πράγματι τις παραξενιές των Λιλιπούτειων, αλλά και η μαστίγωση των Αμερικανών μάς παραπέμπει στις παλιές βάρβαρες εποχές, τις οποίες η Ευρώπη έχει ξεχάσει χρόνια τώρα» παρατήρησε.

Η αναφορά στις «βάρβαρες εποχές» ενόχλησε περισσότερο τον υπουργό της ΕΞΑΝΟΜ. Αυτή τη φορά, όμως, συγκρατήθηκε. Επιστράτευσε ήπιους τόνους. Ίσως γιατί βαθιά μέσα του να πίστευε πως ο Μίλλερ είχε δίκιο. «Οι παραδόσεις μας έχουν τις ρίζες τους βαθιά πίσω στον χρόνο και σκοπεύουμε να τις διατηρήσουμε», αρκέστηκε να πει.

«Παραδόσεις!», αντέδρασε ο Μίλλερ. «Τη βαρβαρότητα την αποκαλείται παράδοση;»
Αυτή τη φορά ο υπουργός δεν συγκρατήθηκε. Μόρφασε με δυσφορία κι άφησε ελεύθερο τον θυμό του.

«Βαρβαρότητα!» είπε με αποτροπιασμό.

«Αποκαλείτε βαρβαρότητα την τροχοπέδη της φαυλότητας! Γιατί δεν βλέπετε ότι διευκολύνουμε τους πιστούς να παραμένουν ενάρετοι. Γιατί δεν καταλαβαίνετε πως χρησιμοποιούμε κάτι που εύκολα κατανοούν οι άνθρωποι: τον φόβο της τιμωρίας τους, τόσο σ’ αυτή τη ζωή, όσο και στην άλλη με την απώλεια του παραδείσου. Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, έχουμε αποτελέσματα. Κι αυτό είναι που έχει τελικά σημασία!»

Ο Αμερικάνος τα είχε χαμένα. Ήταν βέβαιος πια πως δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τον θρησκευτικό φανατισμό τού υπουργού. Το δημοσιογραφικό του καθήκον, όμως, του επέβαλε να παραμείνει στις αιχμηρές ερωτήσεις.

«Αυτό είναι το μήνυμά σας προς τους τηλεθεατές μας, λοιπόν; Ο θρίαμβος του καταναγκασμού; Η λύτρωση μέσα από τον φόβο; Μια ζωή κάτω από την απειλή της απώλειας του παραδείσου;» τον ρώτησε.

«Λάθος, λάθος, λάθος», επανέλαβε τρεις φορές ο υπουργός. «Δεν υπάρχει φόβος! Δεν έχει κανείς να φοβάται σ’ έναν κόσμο όπου θα κυριαρχεί ο σεβασμός στον Λόγο του Προφήτη μας και τις ηθικές αξίες τις οποίες υπαγορεύει. Όποιος, βέβαια, παρεκκλίνει θα… πρέπει να συνετισθεί».
Ο Μίλλερ επέμεινε στις δικές του αξίες.

«Δεν νομίζετε πως πρέπει να είστε πιο επιεικείς με τους ανθρώπους;» ρώτησε, αν και δεν έλπιζε πως θα κατάφερνε να βρει κάποιο ευαίσθητο σημείο στον συναισθηματικό κόσμο του υπουργού.

«Γίνετε πιο σαφής», είπε ο υπουργός.

«Τι έκαναν, αίφνης, οι δυο Αμερικανοί για να μαστιγωθούν ή εκείνοι οι δυο άντρες που έχουν καταδικασθεί σε αποκεφαλισμό και η γυναίκα που πρόκειται να λιθοβολήσετε;»
Η απάντηση κατέπληξε τον Μίλλερ. «Μπορούμε να συζητήσουμε την απαλλαγή των δικών σας, αν μου υποσχεθείτε πως θα προβάλλετε την εκτέλεση των αλλων ποινών από το τηλεοπτικό σας δίκτυο. Να δει ο κόσμος με ποιο τρόπο πρέπει να τιμωρούνται οι μοιχοί, οι ομοφυλόφιλοι, οι μεθύστακες, οι κλέφτες και όλοι οι φαύλοι».

Ο Τόμας Μίλλερ αιφνιδιάστηκε. Ένας λιθοβολισμός ζωντανός στην τηλεόραση! Τα νούμερα τηλεθέασης πέρασαν από το μυαλό του, αλλά αυτά τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν. Απόμεινε να κοιτάζει τον υπουργό με μάτια διεσταλμένα από την έκπληξη.

«Το απαγορεύουν οι δημοκρατικές σας αρχές;» ρώτησε τότε εκείνος, βλέποντάς τον αποσβολωμένο.

«Και όχι μόνο», μπόρεσε να απαντήσει ο Μίλλερ.

«Εμάς, όμως, μας το επιβάλλει η θρησκεία μας. Οφείλουμε να είμαστε τιμωροί», είπε με στόμφο ο υπουργός. «Μοιχαλίδες, ομοφυλόφυλοι και άλλα τέτοια διεφθαρμένα άτομα αξίζει να χάνουν το κεφάλι τους και να λιθοβολούνται!»

Ο αμερικανός δημοσιογράφος ένιωθε ανήμπορος πια. Η «δυτικού τύπου» λογική του δεν είχε καμιά τύχη απέναντι σε κείνη του Αχμέντ Ιντί Χαλαουί. Κανένα επιχείρημα δεν θα μπορούσε να εξαλείψει από το μυαλό του υπουργού της ΕΞΑΝΟΜ τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Κούνησε για λίγο το κεφάλι του συλλογισμένος.

«Χάος, εξοχότατε. Αυτό μας χωρίζει: το πολιτισμικό χάος», είπε στο τέλος.

Ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί δεν δίστασε να συμφωνήσει.

«Νομίζω πως μας χωρίζει κάτι πιο πολύ απ’ αυτό!» είπε. «Θα ήσασταν πιο ακριβής αν λέγατε πως πρόκειται για σύγκρουση ζωής και θανάτου. Η θρησκευτική μας πίστη ενάντια στη δημοκρατία σας και όποια άλλα δικαιώματα έχει εκείνη εφεύρει. Νομίζετε πως θα αντέξετε την πίεση; Νομίζετε πως οι κοινωνίες σας με τους περίπλοκους νόμους και τα παράξενα δικαιώματα, με τα ανήθικα άτομα τα οποία συχνά οχυρώνονται πίσω απ’ αυτά, θα τα βγάλει πέρα με τον πειθαρχημένο στρατό των πιστών μας;»

Ο Μίλλερ ένιωθε να κλυδωνίζεται. Είχε την αίσθηση πως σκαμπανέβαζε στο βουβό κύμα μιας ύπουλης φουσκοθαλασσιάς. Όσοι ασχολούνταν με τα δημογραφικά στοιχεία στις ευρωπαϊκές χώρες, το ίδιο μήνυμα του είχαν περάσει: οι μωαμεθανοί δεν συγκρατούνταν πια.
«Για να μιλήσουμε ειλικρινά, οι σκέψεις σας με τρομάζουν», είπε στον υπουργό. «Μου μοιάζουν με ματιές προς το μεσαιωνικό παρελθόν της ανθρωπότητας. Τότε που το καινούριο αντιμετωπιζόταν σαν έργο διαβόλου από τη χριστιανική εκκλησία».
«Τον δικό μας τον δρόμο τον έχει χαράξει ο Αλλάχ!», είπε βαθυστόχαστα ο Αχμέντ Ιντί Χαλαουί. «Κι αυτός ξέρει πού μας οδηγεί!» πρόσθεσε αμέσως μετά. «Όπως σας εξήγησα, το πρόβλημα των απίστων ήταν πάντα οι ανθρώπινοι νόμοι τους. Γι’ αυτό, οφείλω να σας επαναλάβω, ότι καθήκον κάθε μωαμεθανού είναι να νουθετεί τους απίστους. Να τους οδηγεί στην αλήθεια, με κάθε τρόπο».

Ο υπουργός της ΕΞΑΝΟΜ δεν μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος. Η αναμέτρηση ανάμεσα στους πιστούς και τους απίστους σοβούσε. Ο βουβός πόλεμος για τη ζωή και τον θάνατο των ιδεών βρισκόταν σε εξέλιξη. Ακάθεκτο το Ισλάμ συνέχιζε την εξάπλωσή του. Ο Μίλλερ ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε ότι δεν είχε κάνει τίποτα, ποτέ του, για να αναχαιτίσει αυτή την προέλαση. Ούτε ήξερε κανέναν στην Αμερική που να είχε ασχοληθεί στα σοβαρά με αυτή την απειλή.

Ξαφνικά έχασε τη διάθεσή του να κάνει άλλες ερωτήσεις. Ζήτησε από τους συνεργάτες του να σταματήσουν τη λήψη, ευχαρίστησε τον υπουργό για τη συνομιλία τους και σηκώθηκε να φύγει. Τον είχε πιάσει μια ξαφνική βιασύνη να μεταφέρει τους φόβους του στους τηλεθεατές του.

§

Έξω από το υπουργείο η σύγκρουση διαδηλωτών και αστυνομίας είχε φτάσει στα άκρα. Οι αντι-­‐ ισλαμιστές-­‐ νεαροί και νεαρές οι περισσότεροι-­‐ αναμετριούνταν με τα γκλομπς των αστυνομικών και τις αντλίες νερού με τις οποίες οι άνδρες των ΜΑΤ προσπαθούσαν να τους αναχαιτίσουν.

Έξω στον δρόμο ο Μίλλερ βέθηκε μέσα στη δίνη της διαδήλωσης. Μαζί με το συνεργείο του αποτραβήχτηκε στην άκρη ενός πεζοδρομίου και για κάμποση ώρα παρακολούθησε την άνιση μάχη ανάμεσα στους νεαρούς και την αστυνομία. Του φάνηκε πως έβλεπε μια εικόνα από το μέλλον. Η αναμέτρηση μουσουλμάνων αστυνομικών με νεαρούς που κράδαιναν τα χριστιανικά σύμβολά τους, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια μικρογραφία της σύγκρουσης, στην οποία είχε αναφερθεί νωρίτερα ο υπουργός. Κι απ’ ότι φαινόταν η έκβασή της δικαίωνε τις προβλέψεις του ότι οι πιστοί του Προφήτη θα κυριαρχούσαν μια μέρα σε όλο τον κόσμο. Οι διαδηλωτές υποχωρούσαν άτακτα στα γύρω στενά, χωρίς ανάσα από τα καπνογόνα, μουσκεμένοι ως το κόκκαλο από τις ομοβροντίες νερού των αντλιών.

Ο Μίλλερ ένιωσε τα μάτια του να τσούζουν, αλλά στάθηκε στη θέση του να παρακολουθήσει, τον απεγνωσμένο αγώνα των διαδηλωτών. Όσοι παρέμεναν και συνέχιζαν να αναμετριούνται με τον νόμο, συνήθως κατέληγαν ξυλοδαρμένοι σε μια σειρά από «κλούβες». Ήταν παρκαρισμένες κατά μήκος του δρόμου κι όλο γέμιζαν με νεαρά παιδά, που ακόμα κρατούσαν στα χέρια τους γαλανόλευκες σημαίες με ένα μεγάλο σταυρό στη μέση τους. Οι αστυνομικοί τις ντανιάριζαν στο πεζοδρρόμιο σαν λάφυρα του αγώνα τους κατά των απίστων. Ύστερα τις έκαιγαν. Αυτός ο σταυρός δεν έπρεπε να υπάρχει ακόμα στην ελληνική σημαία.

Με κατακόκκινα μάτια από τα δακρυγόνα, ο Μίλλερ και οι άνθρωποι του συνεργείου του προχώρησαν τοίχο-­‐ τοίχο μέχρι το σημείο όπου είχαν παρκάρει. Ήταν ένα υπόγειο γκαράζ κοντά στο υπουργείο. Όταν μπήκαν στον ανελκυστήρα για να κατέβουν στο 3ο υπόγειο, την τελευταία στιγμή όρμησε μέσα στην καμπίνα μια αναμαλλιασμένη νεαρή βρεγμένη ως το κόκκαλο.

«Συγγνώμη», είπε ξεψυχισμένη. Μίλησε στα αγγλικά γιατί κατάλαβε πως είχε να κάνει με ξένους.
Δεν χωρούσε αμφιβολία πως ήταν κάποια από τους διαδηλωτές. Ο Μίλλερ ξαφνιάστηκε στην αρχή. Μετά είδε την παρουσία της, σαν κραυγή βοήθειας από την πλευρά των ηττημένων. Προσφέρθηκε να την κρύψει στο ξενοδοχείο του. Η κοπέλα του έδειξε τα βρεμένα της ρούχα.

«Εκεί θα με πιάσουν σίγουρα και το καλύτερο που μπορεί να μου συμβεί είναι να φάω καμιά σαρανταριά βουρδουλιές», είπε. «Αν θέλετε πράγματι να με βοηθήσετε, πηγαίνετέ με το αμάξι σας κάπου, για να κρυφτώ».

Η νεαρή ονομαζόταν Ιωάννα Λιαδέλη, ήταν Μυτιληνιά και, όπως δήλωσε, κομμουνίστρια πάππου προς πάππου. Με τις δικές της οδηγίες πήγαν κάπου κοντά στον λόφο της Πνύκας. Στη διαδρομή τούς εξήγησε πως εκεί οι αντι-­‐ισλαμιστές συγκεντρώνονταν σε μια σπηλιά που την είχαν βαθύνει κι έμοιαζε με κατακόμβη των πρώτων χριστιανικών χρόνων.

Αυτό άναψε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ο Μίλλερ.

«Υπάρχουν κι άλλες τέτοιες;» ρώτησε.

Η Ιωάννα είπε πως πράγματι υπήρχαν κι άλλες κατακόμβες σκορπισμένες στην πόλη. Εκεί μαζεύονταν χριστιανοί, άθεοι, αναρχικοί, κομμουνιστές, κάθε κυνηγημένος από τον ισλαμικό νόμο, νοσταλγοί όλοι μιας δημοκρατίας που άφησαν να χαθεί μέσα από τα χέρια τους, σαν μωρές παρθένες. Όπως τους εξήγησε η Ιωάννα, αυτό το ετερόκλιτο πλήθος -­‐εξ ανάγκης συμφιλιωμένο-­‐ έβρισκε στις κατακόμβες χώρο για να εκφραστεί ελεύθερα. Οι χριστιανοί δόξαζαν τον Ύψιστο, οι άθεοι κι οι κομμουνιστές τούς οίκτιραν για τις πνευματικές τους αυταπάτες και οι αναρχικοί έψαχναν τρόπους να δυναμιτίσουν τα θεμέλια της καινούριας εξουσίας. Κατά την άποψη της κοπέλας, κοινό συναίσθημα σε όλους τους ήταν η ανάγκη ενός λυτρωτή θεού που θα τους έσωζε από τη Σαρία. Τον αναζητούσαν ακόμα και οι άθεοι κι ας μην το ομολογούσαν.

Εκείνο το μεσημέρι είχαν καταφύγει πολλοί διαδηλωτές στην κατακόμβη της Πνύκας. Κυνηγημένοι όπως ήταν δεν έλαβαν οι περισσότεροι τα απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης. Το αποτέλεσμα ήταν οδυνηρό. Οι μωαμεθανοί αστυνομικοί τους εντόπισαν εύκολα κι οι άπιστοι πιάστηκαν στη φάκα, σαν ποντίκια. Τους έβγαλαν σιδηροδέσμιους από τα σωθικά της γης και τους στοίβαξαν σε καμιόνια.

Ο Μίλλερ έγινε μάρτυρας αυτής της τραγωδίας. Είχε αφήσει την κοπέλα στην κατακόμβη μόλις δυο λεπτά πριν γίνει η έφοδος της αστυνομίας. Μέσα στον καθρέφτη του αυτοκινήτου του πρόλαβε να δει τις Μονάδες Αντιμετώπισης Ταραχών να φτάνουν με τις κλούβες τους και να ορμούν πάνω στους παρανόμους.

Έβρισε μέσα από τα δόντια του και πάρκαρε κάπου για να παρακολουθήσει τα γεγονότα. Η νεαρή Ιωάννα ήταν από τους πρώτους διαδηλωτές που συνελήφθησαν. Μόλις που είχε προλάβει να περάσει την είσοδο της κατακόμβης. Την είδε να την σέρνουν σε μια κλούβα. Έμοιαζε με ναυαγό που είχε ξεβράσει στην ακτή το κύμα της πιο πικρής απογοήτευσης.

Το δημοσιογραφικό του καθήκον τον ανάγκαζε να την ακολουθήσει, όσο θα του το επέτρεπαν τα εμπόδια των ισλαμικών νόμων. Δεν ήταν, όμως, μονάχα οι επαγγελματικοί λόγοι που τον ωθούσαν προς την περιπέτεια. Ήταν και η ανησυχία που ένιωθε βαθιά μέσα του. Στη σημερινή Αθήνα είχε την εντύπωση πως ζούσε την αναστροφή ολόκληρου του κόσμου προς τα πίσω, προς το σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει την πολιτιστική του πορεία. Και ο σιμούν, ο άνεμος της ερήμου, γινόταν όλο και πιο δυνατός και σκέπαζε τις ευρωπαϊκές χώρες με την άμμο του φανατισμού του.

Τηλεφώνησε στην πρεσβεία του κι έμαθε πως στις περιπτώσεις αντι-­‐ισλαμικών ταραχών ακολουθείτο μια αυτόφωρη διαδικασία, ένα μονομελές δικαστήριο το οποίο επέβαλε, με συνοπτικές διαδικασίες, ποινές που ποίκιλαν από μαστιγώσεις και ακρωτηριασμούς μέχρι και θάνατο ακόμα.
Στο δικαστήριο ο Μίλλερ έφτασε ακριβώς την ώρα που η Λιαδέλη σηκωνόταν, ανάμεσα στο πλήθος των συλληφθέντων για να απολογηθεί. Μπροστά στον Καδή έμοιαζε να έχει αποδεχτεί τη μοίρα της. Η διαδήλωση είχε χαρακτηριστεί από την κυβέρνηση ως ασέβεια προς την ισλαμική πίστη και η συμμετοχή της σ’ αυτή εθεωρείτο εγκληματική ενέργεια. Αυτό σήμαινε πως μπορούσε να χάσει ακόμα και κεφάλι της από το σπαθί κάποιου δήμιου.

Δήλωσε τα στοιχεία της στον γραμματέα του δικαστηρίου: όνομα, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, διεύθυνση κατοικίας. Ζούσε στην Αθήνα, αλλά για κάποιο λόγο που ούτε κι η ίδια δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή, δήλωσε για κατοικία της τη Μυτιλήνη απ’ όπου καταγόταν η ίδια και όλη της η οικογένεια. Μπροστά στον θάνατο ένιωσε μάλλον την ανάγκη να ενωθεί ξανά με τις ρίζες της, να βουτηχτεί στο παρελθόν των γονιών και των παππούδων της, να γυρίσει στο μικρό ψαροχώρι όπου ξόδεψαν τα σκληρά και ευτυχισμένα τους χρόνια. Ο νους της πέταξε και σ’ εκείνο το ερειπωμένο ξωκλήσι, την Παναγιά τη Γοργόνα του μακρινού ξάδελφού της, του Στρατή Μυριβήλη.

«Σκαμνιά Λέσβου» είπε με ένα κύμα αγαλλίασης στην καρδιά της.

Ο Καδής σήκωσε απότομα το κεφάλι του από τα χαρτιά του τότε. Μπροστά του είδε μια νεαρή, που η μουσουλμανική ματιά του τη χαρακτήρισε άσεμνη. Ξέσκεπη, χωρίς μαντήλα, μ’ ένα κοντό φόρεμα ως τη μέση των μηρών της –παρά την πρόσφατη απαγόρευση ‐ ύφος πεισμωμένης γάτας και βλέμμα από το οποίο ανάβλυζε η αναίδεια των απίστων. Τίποτα απ’ όλα αυτά, όμως, δεν του έκανε εντύπωση.

«Από πού είπες ότι είσαι;» ρώτησε, σμίγοντας ελαφρά τα φρύδια του.

«Σκαμνιά Λέσβου», επανέλαβε η Λιαδέλη.

Ο Καδής άφησε κάτω την πένα του και βύθισε τα δάχτυλά του μέσα στη μακριά του γενιάδα. Για κάμποση ώρα τα μύριζε και έπαιξε μαζί τους σκεφτικός. Τι ήταν αυτό πάλι που του συνέβαινε; Γιατί έπρεπε να του τύχει εκεινού τη στιγμή που ήταν υποχρεωμένος να απονείμει δικαιοσύνη;

Έκλεισε τα μάτια του και παρέτεινε τη σιωπή του. Στην αίθουσα οι μωαμεθανοί του ακροατηρίου βουβάθηκαν κι εκείνοι βλέποντας τον Καδή συνοφρυωμένο και δισταχτικό να επιβάλει μια ποινή στην άπιστη. Στην έδρα του εκείνος προσπαθούσε να σκεφτεί σε ποια Χαντίθ έπρεπε να ανατρέξει για να βρει κάτι που να δικαιολογεί την παρανομία, την οποία τον πρόσταζε η καρδιά του να διαπράξει.

«Σκαμνιά, Λέσβου;» ρώτησε ξανά σε μια στιγμή την κατηγορούμενη. Η ερώτηση έγινε πιο πολύ για να κερδίσει χρόνο, πριν εκδώσει την αλλόκοτη απόφασή του. Έλπιζε πως ο Προφήτης θα κατανοούσε μέσα στο μεγαλείο της σοφίας του το πρόβλημά του. Θα καταλάβαινε πως αυτό το ψαροχώρι της Λέσβου ήταν ιερό για την οικογένειά του. Ήταν το λίκνο της ζωής τους, η Μέκκα της νεότερης ιστορίας τους, ο τόπος όπου έφτασαν πρόσφυγες οι πρόγονοί του, η ακτή στην οποία ο προππάπος του Αμπτουλάχ Χαλίμ Αφρά, μωρό παιδί ακόμα, ξεβράστηκε από την τρικυμισμένη θάλασσα στη λυτρωτική αγκαλιά ενός ψαρά. Δεν υπήρξε ούτε ένας από τους απογόνους του Αφρά, που να μην πάει να προσκυνήσει στα Σκαμνιά, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του.

Ο Καδής βγήκε τελικά από τη ρέμβη του και γύρισε προς την κατηγορούμενη: «Δεσποινίς Λιαδέλη, είσαι προφανώς μια κοπέλα παρασυρμένη από ανθρώπους που σε έχουν ορμηνέψει με λάθος τρόπο. Είμαι βέβαιος ότι ο Προφήτης μας θα σου δείξει τον ορθό δρόμο. Εγώ τουλάχιστον θα σου δείξω ένα δείγμα της ευσπλαχνίας του. Θα σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσεις τα λάθη σου». Έτεινε μετά το χέρι του προς την έξοδο της αίθουσας. «Είσαι ελεύθερη να πας στο σπίτι σου», της είπε. «Μακάρι ο Αλλάχ να σε φωτίσει να προσκυνήσεις σύντομα το μεγαλείο του».

Δεν υπήρχε κανείς στην αίθουσα που να μην πίστεψε στα θαύματα εκείνη την ώρα! Το ίδιο και η Ιωάννα, αν και στο πίσω μέρος του μυαλού της υπήρχε μια θολή ανάμνηση. Όχι πως την ενδιέφεραν οι γεροντικές αναμνήσεις του πατέρα της, αλλά, τυχαία, τον είχε ακούσει να λέει κάποιες ιστορίες σχετικά με τη ζωή του παππού της στα νιάτα του. Οι γιοι του γέρο-­‐ Λιαδέλη είχαν τσακωθεί πάνω από το φέρετρό του για κάποιο μετάλλιο. Ο πατέρας της ήθελε να το θάψουν μαζί του, αλλά οι θείοι της επέμεναν να το πετάξουν στα σκουπίδια.

Ο Μίλλερ δεν μπόρεσε να καταλάβει τι ειπώθηκε μέσα στο δικαστήριο, αλλά ήταν σίγουρος ότι κάτι εξαιρετικά περίεργο, άξιο μελέτης, είχε συμβεί όταν είδε τη νεαρή Ιωάννα να φεύγει. Την πρόλαβε στην αυλή του μεγάρου.

«Είναι υπέροχο που είσαι ελεύθερη πάλι», της είπε ελπίζοντας να εκμαιεύσει καμιά πληροφορία.
«Ελεύθερη!» είπε εκείνη μισοειρωνικά. «Μέχρι πότε;» αναρωτήθηκε μετά. «Ζω με το φόβο της μπούρκας, κύριε Μίλλερ. Δεν ξέρω πότε θα μου τη φορέσουν!»

Οι φόβοι της ήταν βάσιμοι. Σε πολλές μουσουλμανικές χώρες η μπούρκα αποτελούσε τη γυναικεία ενδυμασία στους εξωτερικούς χώρους. Ο Μίλλερ, όμως, ενδιαφερόταν για άλλα πράγματα εκείνη την ώρα: ήθελε μιαν εξήγηση για την ανεξήγητη ελευθερία της.

«Παρ’ όλα αυτά ο Καδής φάνηκε επιεικής μαζί σας!» της είπε.

Η Ιωάννα κατάλαβε το δημοσιογραφικό του ενδιαφέρον και αποφάσισε να του δείξει την ευγνωμοσύνη της για τη βοήθεια που της είχε προσφέρει. «Μονάχα ο πατέρας μου μπορεί να μας δώσει επαρκείς εξηγήσεις γι’ αυτό το θαύμα», του είπε και τον κάλεσε στο σπίτι της.

§

Οι ηλικιωμένοι γονείς της γύρισαν από την κόλαση όταν την είδαν. Η συμμετοχή σε μια αντι-­‐ισλαμική διαδήλωση εγκυμονούσε τον ύψιστο κίνδυνο. Ο ισλαμικός νόμος ήταν φρέσκος ακόμα στη χώρα κι εφαρμοζόταν χωρίς έλεος. Κανείς δεν ξέφευγε από τη Σαρία.

«Ο κύριος Μίλλερ, Αμερικανός δημοσιογράφος» σύστησε τον ξένο η Ιωάννα.

Με την κόρη του σε μαύρο χάλι, ο πατέρας-­‐Λιαδέλης ένιωθε την καρδιά του να χοροπηδάει σαν αφηνιασμένο άλογο. Η μουσουλμανική πίστη, όμως, δεν είχε ακόμα αλλοιώσει την ελληνική φιλοξενία. Τρέμοντας από την αγωνία του, καλοδέχτηκε τον ξένο. Υπό άλλες συνθήκες, η Ιωάννα θα πήγαινε στο δωμάτιό της, μ’ ένα απλό «όλα καλά», που θα έλεγε για να καθησυχάσει τους γονείς της. Για χάρη του Μίλλερ αναγκάστηκε να τους αφηγηθεί ένα μικρό μέρος από την περιπέτειά της. Εκείνο με τον αινιγματικό Καδή, που την άφησε ελεύθερη όταν άκουσε πως καταγόταν από τα Σκαμνιά της Λέσβου.

«Εσύ, κάτι πρέπει να ξέρεις», είπε στον πατέρα της. Ο Λιαδέλης βούλιαξε σε μια καρέκλα, συνοφρυωμένος. Η αντίδραση τού Καδή δεν τον παραξένεψε και πολύ. Το πρόσωπό του συννέφιασε από τις πικρές αναμνήσεις. «Στις θάλασσές μας είχαν πράγματι συμβεί τραγικά γεγονότα εκείνο το καλοκαίρι του 2015», παραδέχτηκε.

Ο Μίλλερ κοίταξε με αγωνία την Ιωάννα κι εκείνη του ψιθύρισε τα λόγια του πατέρα της.

«Είχαν συμβεί γεγονότα που δεν ξεχνιούνται», συνέχισε ο Λιαδέλης συλλογισμένος. «Σε πολλούς άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στη μνήμη τους. Κι ο Καδής μάλλον ένας απ’ αυτούς τους πολλούς θα είναι».

Το ενδιαφέρον του Μίλλερ εκτινάχτηκε ξαφνικά στα ουράνια. Τον είχε συνεπάρει η προοπτική κάποιων αποκλειστικών αποκαλύψεων από μια εποχή, που πολλοί πίστευαν πως το ισλαμικό κύμα είχε αρχίσει να εκπορθεί τις πύλες της Ευρώπης.

«Εσείς τι θυμάστε από κείνα τα γεγονότα;» ρώτησε με τη βοήθεια της Ιωάννας.

Ο Λιαδέλης φάνηκε πρόθυμος να μιλήσει για τις αναμνήσεις του. Αλλά όπως ισχυρίστηκε δεν είχε και πολλές. «Ήμουνα μικρός ακόμα», είπε προϊδεάζοντάς τον ξένο του για τα λίγα που είχε να του προσφέρει.

«Θυμάμαι καλά, όμως, τις ψαρόβαρκες που μάζευαν τους πρόσφυγες από τη θάλασσα, άλλους ζωντανούς κι άλλους πνιγμένους».

Ξαφνικά δυο δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. Κανείς στο δωμάτιο δεν κατάλαβε αν ήταν δάκρυα μεταμέλειας για όσα οι πατεράδες του είχαν κάνει ή συμπόνιας για τους φυγάδες που είχαν περάσει τόση δυστυχία.

Η Ιωάννα του ζήτησε να σωπάσει, αν δεν μπορούσε να συνεχίσει. «Δεν πρόκειται οι αναμνήσεις να διορθώσουν κάτι από τη σημερινή μας κατάσταση», του είπε.

Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε πράγματι βαρύνει πολύ, αλλά ο Λιαδέλης δεν είχε διάθεση να σταματήσει. Οι θαμπές αναμνήσεις του γέμισαν το μυαλό του και ζωντάνεψαν πάλι τις τύψεις που τον έτρωγαν τα τελευταία χρόνια.

«Το ’15 ήταν; Το ’16; Δε θυμάμαι καλά», είπε στην κόρη του νοσταλγικά. «Ήταν η εποχή που ο παππούς σου και οι συγχωριανοί του φρόντιζαν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες σαν δικούς τους ανθρώπους. Τους έδιναν από το υστέρημά τους. Έβγαζαν το φαί από το στόμα τους και τους το πρόσφεραν. Ο παππούς σου είχε πάρει τότε ένα μετάλλιο από κάποιο μεγάλο οργανισμό γι’ αυτές του τις πράξεις…»

«Που να μην έσωνε και να μην έφτανε να το πάρει», ακούστηκε τότε η φωνή της Μαριγούλας, της συζύγου του. Όπως έμαθε αργότερα ο Μίλλερ, ήταν βαθύτατα θρήσκα γυναίκα κι η επικράτηση του ισλαμισμού, της είχε στερήσει ό,τι σεβόταν και ό,τι αγαπούσε. Οι μουσουλμάνοι είχαν απαγορεύσει τη θεία λειτουργία στις εκκλησίες και τα θρησκευτικά στα σχολεία.

«Μη διακόπτεις τον πατέρα», την αποπήρε η κόρη της. Αυτή δεν ήταν θρήσκα, ούτε είχε ασχοληθεί ποτέ της με τις λεπτομέρειες εκείνης της εποχής που ο μουσουλμανικός σπόρος είχε αρχίσει να μπαίνει στον κοινωνικό ιστό της πατρίδας της. Τη νεανική της ορμή την είχε διαθέσει στον αγώνα της, για να μη φορέσει μαντήλα και να υπερασπίσει τα γυναικεία της δικαιώματα που κινδύνευε να τα χάσει σε μια μουσουλμανική κοινωνία.

Ο Μίλλερ ανυπομονούσε κι αυτός να μάθει.

«Τι ήταν εκείνο το μετάλλιο;» την παρακάλεσε να ρωτήσει.
Ο Λιαδέλης, όμως, συνέχισε να λέει τα δικά του σαν να μην άκουσε την ερώτηση. «Θυμάμαι πως τον πατέρα μου δεν τον χωρούσε το σπίτι εκείνο τον καιρό», είπε. «Ιδιαίτερα όταν η θάλασσα έδειχνε το αφιλόξενο πρόσωπό της. Πνίγεται κόσμος εκεί έξω, έλεγε στη μάνα μου όταν του θύμιζε πως είχε και οικογένεια να νοιαστεί. Εκείνος είχε δοθεί ολόψυχα στους απελπισμένους που είχαν ριχτεί στη θάλασσα με τα λίγα υπάρχοντά τους, με τους γέρους τους και τα μωρά τους, άλλα στην αγκαλιά κι άλλα στις κοιλιές των γυναικών τους, για να σωθούν στη σκιά μιας φιλόξενης γης. Ήμασταν κι εμείς κάποτε πρόσφυγες βλέπετε», κατέληξε με ένα βαθύ αναστεναγμό.

«Για το μετάλλιο δεν μας είπατε», επέμεινε ο Μίλλερ.

Ο Λιαδέλης έκανε μια γκριμάτσα δισταγμού, αλλά στο τέλος το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε σ’ ένα παλιό έπιπλο που είχαν στο καθιστικό τους. Εκεί στάθηκε για λίγο.
«Λοιπόν;» τον παρότρυνε η Ιωάννα. Είχε φουντώσει και η δική της περιέργεια τώρα. Ο πατέρας της άνοιξε ένα συρτάρι, που τσίριξε θλιβερά. «Το μετάλλιο δεν το έχουμε πια. Το πετάξαμε», είπε κοιτώντας τον ξένο τους. «Έχω κρατήσει, όμως, κάμποσες από τις εφημερίδες της εποχής». Τις ακούμπησε στα χέρια της κόρης του.

«Εκεί μέσα γράφει πολλά για τότε. Γράφει και για τον παππού σου. Εγώ δεν έχω τη δύναμη να τις ξανακοιτάξω!» της είπε.

Η Ιωάννα Λιαδέλη έλυσε προσεκτικά τον σπάγκο με τον οποίο ήταν τυλιγμένες και πήρε στα χέρια της το πρώτο φύλλο. Κάτω από το άπληστο βλέμμα του Μίλλερ άρχισε να διαβάζει και να μεταφράζει. Ο κεντρικός τίτλος της εφημερίδας ήταν συγκινητικός:

«ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ» έγραφε. Για κάμποση ώρα η Ιωάννα διάβαζε γεγονότα που αναφέρονταν στην αυταπάρνηση των νησιωτών. Περιέγραφε τον αγώνα τους, την προσπάθειά τους να περιμαζέψουν και να περιθάλψουν αυτούς που άπλωναν το χέρι τους για βοήθεια. Για το πού θα τους οδηγούσε η φιλανθρωπική τους καρδιά, ούτε λέξη δε γραφόταν. Κανείς δεν υποπτευόταν, κανείς δεν φανταζόταν. Τα φύλλα έγραφαν για τα φιλόξενα συναισθήματα των φτωχών ψαράδων μονάχα και το σάστισμά τους αργότερα μπροστά στα αμέτρητα πλήθη που κατέφθαναν στο νησί με κάθε μέσο. Μια ασταμάτητη πλημμυρίδα, δίχως άμπωτη.

«Χιλιάδες έρχονταν, χιλιάδες αγκαλιάζαμε», είπε ο Λιαδέλης σκυμμένος πάνω από τον ώμο της κόρης του.

«Ο πατέρας μου έλεγε: δεν μετράω πόσους σώζω, αλλά κλαίω για κείνους που πεθαίνουν στα χέρια μου».

«Κι Ευρωπαίοι;» ρώτησε ο Μίλλερ συγκινημένος.

Ο Λιαδέλης σήκωσε τους ώμους του. «Έφτιαχναν φράχτες. Μπορεί να ήταν και σοφότεροι, αλλά δεν νομίζω πως θα γλυτώσει κανένας τους. Το ποτάμι δεν σταματιέται! Τους πνίγει κιόλας!».
Πριν ταξιδέψει ως την Ελλάδα, ο Μίλλερ είχε διαβάσει κάπου για τα γεγονότα εκείνης της εποχής κι είχε μια θολή εικόνα. «Αν είμαι καλά πληροφορημένος, αυτό ήταν το πρώτο κύμα μουσουλμάνων» είπε.

«Ήταν», επιβεβαίωσε ο Λιαδέλης. «Τους ακολούθησαν πολλοί ακόμα. Ήρθε στιγμή που δεν ξέραμε τι να τους κάνουμε, πού να τους βάλουμε, δεν…»

«Ήταν όλοι τους τόσο τυφλοί; Τόσο αφελείς;», τον διέκοψε αγαναχτισμένη η κόρη του. «Τόσο δύσκολο ήταν να κάνουν στοιχειώδεις αριθμητικές πράξεις; Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι διακόσες χιλιάδες άνθρωποι σε μια γενιά θα έχουν ξεπεράσει το εκατομμύριο και η δεύτερη γενιά τους θα έπαιρνε την εξουσία; Δεν έβλεπαν τα πλήθη των παιδιών που έσερναν μαζί τους; Δεν έβλεπαν πόσα γεννάνε; Πέντε, έξι, επτά φορές πιο πολλά από εμάς;»

«Μετά Χριστόν γίνονται όλοι προφήτες», παρατήρησε ο πατέρας Λιαδέλης. «Ακόμα κι αν τα είχαν λογαριάσει, κανείς δεν γνώριζε την αληθινή δύναμη της ισλαμικής πίστης. Ούτε κανείς φανταζόταν τι έφερναν αυτοί οι άνθρωποι μαζί τους, εκτός από τη δυστυχία τους. Πίστευαν πως κάποτε θα έφευγαν ή θα αφομοιώνονταν από την ελληνική κοινωνία».

Η Ιωάννα γύρισε και τον κοίταξε απορημένη. «Οι μωαμεθανοί!» είπε σουφρώνοντας το πρόσωπό της.

«Οι μωαμεθανοί, να απορροφηθούν από μια χριστιανική κοινωνία! Μα τι λες, ρε πατέρα! Αυτοί δε λογαριάζουν τίποτα πέρα από τον Προφήτη τους. Βλέπουν σταυρό και φρικάρουν!»
Με μια κίνηση του κεφαλιού του ο Μίλλερ έδειξε πως συμφωνούσε με την Ιωάννα. Με αιχμή τις θρησκευτικές τους αρχές οι μουσουλμάνοι κατακτούσαν σιωπηλά την Ευρώπη. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς βία, σαν υπνωτικό που έμπαινε στο αίμα και σε νάρκωνε!
Η Ιωάννα είχε ανάψει. Έγινε πάλι το κορίτσι που είχε βγει στους δρόμους για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα, που κινδύνευε να χάσει. Ο Μεσαίωνας δεν ήταν μακριά. Τον έβλεπε να ζυγώνει καλυμμένος από τη μουσουλμανική μαντήλα. Τα έβαλε με τον πατέρα της ξαφνικά, σαν να ήταν εκείνος υπεύθυνος για το γκρίζο χρώμα που έπαιρνε η ζωή της. «Εμείς οι γυναίκες θα την πληρώσουμε πάλι. Εσείς οι άντρες θα φτιάξετε τα χαρέμια σας και θα το παίζετε αφεντάδες!»
Μαζί με την κόρη της άρχισε να φωνάζει κι η Μαριγούλα, η γυναίκα του. «Μια μέρα θα δώσουμε λόγο στον Θεό μας γι’ αυτά που αφήσαμε να γίνουν στον τόπο μας» του είπε βουρκωμένη.
Ο Λιαδέλης δεν νοιαζόταν τόσο για τον Θεό του όσο για την αλήθεια. Ήταν πικρή, αλλά έπρεπε να την πει. Όσο κι αν τους στεναχωρούσε. «Μακάρι να μιλούσε κι ο δικός μας Θεός στις καρδιές μας όπως μιλάει ο Προφήτης τους στις δικές τους», είπε.

Η Ιωάννα τον έδειξε στους άλλους, σαν να τον λυπόταν. «Κοιτάχτε τον! Έτοιμος ν’ αλλαξοπιστήσει είναι!» φώναξε.

Ο Λιαδέλης κατέβασε ένοχα το κεφάλι του. Αν και οι τύψεις του για την κοινωνία που κληροδότησε στο παιδί του ήταν αβάσταχτες, δεν μπορούσε και να μην παραδεχτεί την αλήθεια. Η μουσουλμάνοι είχαν πίστη που ράγιζε πέτρα.

«Ξύπνα πατέρα!» φώναξε εκνευρισμένη. «Τζιχάντ το λένε! Είναι η υποχρέωση κάθε μουσουλμάνου. Πίσω από τους μορφασμούς του πόνου τους, τα χαμόγελα της ευγνωμοσύνης τους, την καλοσυνάτη ηρεμία τους, αυτός ακριβώς είναι ο στόχος που κρύβουν».

«Το πεπρωμένο…», είπε ο Λιαδέλης, κουνώντας μοιρολατρικά το κεφάλι του. «Δυστυχώς δεν μπορείς να το ελέγξεις. Ήταν γραμμένο να γίνει».

Η Ιωάννα σηκώθηκε και πέταξε τις εφημερίδες στο πάτωμα.

«Ε σ ύ το δημιούργησες το πεπρωμένο. Μαζί με τους πατεράδες σου», φώναξε φουρκισμένη. Κι επάνω σας βάλατε την ταμπέλα νικημένος ραγιάς, για να το στολίσετε. Όμως, εγώ δεν μπορώ να συγχωρήσω ούτε την αφέλεια, ούτε την άγνοιά σας. Αυτό το κρίμα δεν συγχωριέται με τίποτα!».
Τα είπε όλα με φούρια, αλλά μόλις συνήλθε μετάνιωσε και σωριάστηκε στην καρέκλα της.

Ο Λιαδέλης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα που ανάβλυσαν άφθονα από τα μάτια του. Έκλαιγε για τα προδομένα ιδανικά του πατέρα του, για τη δική του κατάντια, για τον Θεό που έχανε η γυναίκα του, για τον κόσμο της πένθιμης μπούρκας στον οποίο παρέδιδε τη μικρή του κόρη.

Ο Μίλλερ δεν χρειαζόταν μετάφραση για να καταλάβει όσα γίνονταν. Ο πόνος, η μετάνοια, η συγγνώμη ήταν συναισθήματα που δεν ήθελαν ερμηνεία. Σε μια στιγμή είδε τη γυναίκα τού Λιαδέλη, τη Μαριγούλα να γονατίζει μπροστά τους, σαν ικέτης.

«Μη χάνετε το κουράγιο σας» τους είπε βουρκωμένη. «Εμείς έχουμε την αγάπη για όπλο. Αγαπάτε τον πλησίον σας, αγαπάτε τον εχθρό σας, αγαπάτε όλο τον κόσμο. Ακόμα και τους μουσουλμάνους. Μονάχα έτσι θα βρούμε τον δρόμο για τη σωτηρία σας»

Η Ιωάννα νευρίασε κι άλλο μ’ αυτή την πλημμυρίδα αγάπης της μάνας της. Δεν της άρεσε να κλαψουρίζουν και να εκλιπαρούν βοήθεια από ένα αόρατο παντοδύναμο πλάσμα. Η δική της θεωρία έλεγε πως η βία μονάχα με τη βία μπορούσε να αντιμετωπισθεί. Έτσι είχε σκοπό να πολεμήσει το ισλάμ.

Γύρισε να της τα ψάλλει, αλλά δεν πρόλαβε ούτε το στόμα της ν’ ανοίξει. Ο καθημερινός της εφιάλτης, αυτός που έβαζε τα νεύρα της σε δοκιμασία πρωί, μεσημέρι, απόγευμα και βράδυ, τη διέκοψε. Η φωνή του μουεζίνη, κρυστάλλινη, βροντερή, επιβλητική κάλυψε το κήρυγμα αγάπης της Μαριγούλας. Από τον μιναρέ τού γειτονικού τζαμιού καλούσε τους Αθηναίους σε προσευχή, υπενθυμίζοντάς τους πως μοναδικός θεός ήταν ο Αλλάχ και Προφήτης του ο Μωάμεθ.

Σωτήρης Μπουλντούμης
Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα μας
www.feneosnovels.gr

2 Replies to “Σιμούν”

  1. Τα συγχαρητήριά μου κ. Μπουλντούμη! Οπωσδήποτε η νουβέλα σας, χτυπά τον κώδωνα ενός ληθαργικού κινδύνου για την “πτωχευμένη” Ελλάδα, όχι απλά οικονομικά, αλλά και πολιτισμικά… φαίνεται να ολισθαίνει υπό το παρόν πολιτικό καθεστώς της. Μία χώρα χωρίς σύνορα τώρα πια υποκύπτει στους κανόνες που με αυταρχισμό επιβάλλονται από ένα σαθρό πολιτικό σύστημα! Η πληθυσμιακή οντότητα της Ελλάδας βρίσκεται προ καταστρεπτικών συνεπειών, αν δεν βρεθούν σοβαρές λύσεις και πρώτα απ’ όλα η κοινωνική, πολιτική, οικονομική εξυγείανση του τόπου, και πριν να είναι αργά! Πέρα από το παςίγνωςτο έργο τουΌργουελ, Animal Farm… είναι βεβαιο πως και πολλοί άλλοι έχουν στηριχθεί στο παρόν για να προδιαγράψουν το μέλλον, μεσιανίζοντας και κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου… κάποτε στο αέναο μέλλον. Όπως εσείς παρόμοια και εγώ εγραψα ενα μεγάλο μυθιστόρημα με τον τίτλο “Περιμένοντας τους Αγώνες”… Η υπόθεςή του εκτυλλίςςεται το 2070… Η δική μας αγωνία ας γίνει μία φωνή που ηχεί όχι εν τη ερήμω! Γράφω στη μικρή πλακέτα μου apple… Δεν μου επιτρέπει εύκολα τις όποιες διορθώσεις… Συγχωρείστε μου τις όποιες ατασθαλίες… Καληνύχτα σας από το Σύδνεϋ…

    1. Μακάρι, αγαπητή μου κυρία, όλοι οι Έλληνες εδώ στην Ελλάδα να έβλεπαν με τη δική σας ματιά τη μουσουλμανική απειλή. Δε με ενησυχεί ο μετανάστης, αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός που φέρνει μαζί του. Εύχομαι το μέλλον να μην είναι έτσι όπως το φοβόμαστε. Τους θερμούς μου χαιρετισμούς σε σας προσωπικά και στους συμπατριώτες της Αυστραλίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *