Ο δρόμος δίπλα στο ποτάμι

Share

Αυτό που δεν θα  μπορούσε να επιβιώσει με τίποτα σε εκείνο το άγριο παρθένο περιβάλλον είναι ο φόβος.

Ο τρομακτικός ανυπόμονος ποταμός που ο βρυχηθμός του ακουγόταν από χιλιόμετρα μακριά στην πραγματικότητα το παιδί μιας γαλήνιας πεντακάθαρης λίμνης, βγαίνοντας από την μήτρα της μια τοξότη  γέφυρα, αποκτούσε κατευθείαν εκείνη την ορμή του νεογέννητου που μόνο η ζωή ξέρει να χαρίζει στους αγαπημένους της.

Το μεγάλο ταξίδι ισάξιο με αυτού ενός ανθρώπου μόλις είχε ξεκινήσει, και οι ομοιότητες πολλές.

Λίγο μετά την γέννα του οι  πολλές διαφόρων μεγεθών διάσπαρτες πέτρες, τις οποίες περικύκλωνε με το πάθος της πρώτης επαφής το έκαναν να ακούγεται σαν ένα γάργαρο γέλιο το οποίο λίγο πιο κάτω στην συνάντησή του με τις άγριες βατσινιές της όχθης του μετατρεπόταν σε ψιθυριστό κλάμα.

Στο σημείο που συναντούσε το σπίτι μου, χτισμένο ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο που συνόδευε το ταξίδι του πιστός συνοδοιπόρος από την γέννησή του  μετατρέπονταν σε ένα τρελαμένο έφηβο που σάρωνε στο διάβα του οποιοδήποτε εμπόδιο. Και αν για κάποιο λόγο  δεν μπορούσε να το παρασύρει πηδούσε με απίστευτη ταχύτητα και ορμή από πάνω του κάνοντας θόρυβο κολασμένο. Συνήθως ο μεγαλύτερος αντίπαλός του  σε αυτή τη μάχη ήταν ο ογκώδης κορμός κάποιου πεσμένου δέντρου που έζωνε τις δύο όχθες του αυτή του δρόμου και την απέναντι που γειτόνευε με το πιο άγριο δάσος που έχει δει ποτέ ανθρώπινο μάτι.

Ρυάκια που ξέφευγαν από την μάννα λίμνη είχαν ζώσει με τα πλοκάμια τους όλη την περιοχή του δάσους το οποίο όρθωνε τα γιγάντια δέντρα του απέναντι στο άνεμο σε μια επίδειξη θάρρους και περηφάνιας. Τα θύματα αυτής της μάχης τα πιο γέρικα και άρρωστα καθώς και οι γενναίοι ακρίτες στην περιφέρειά του που δέχονταν πρώτοι το μένος του αιώνιου εχθρού τους, κείτονταν φαρδιά πλατιά με τους κορμούς τα κλαδιά και τις άγριες βατσινιές περιτυλιγμένες γύρω τους σχηματίζοντας απροσπέλαστα εμπόδια για οποιονδήποτε είχε το θάρρος να διαβεί τα σύνορά του. Φυσικά αυτό δεν ίσχυε για τους μόνιμους κατοίκους του  νερόκοτες, φίδια, νερόφιδα, νυχτερίδες, αγριόπαπιες, βατράχους, κάστορες, κουκουβάγιες, ψάρια, καραβίδες, αηδόνια και πολλά άλλα, που το καθένα από αυτά απολάμβανε την ζεστή και πλουσιοπάροχη φιλοξενία του.

Το σπίτι μου! Σχεδόν ένα με τον δρόμο και αμέσως μετά η κοίτη του αγριμιού. Οι αισθήσεις μου ένα με τις αισθήσεις του. Η ανυπομονησία της νιότης του ένα με τη δικιά μου. Η αφή του την ώρα που  όλα τα μόριά του χάιδευαν την κοίτη του με όλα τα περιεχόμενα της καθώς και τις όχθες του με τις γαντζωμένες πάνω τους  ρίζες, ένα με τη δικιά μου όταν στα επιλεγμένα μου σημεία έπεφτα στην αγκαλιά του. Ο ήχος του παντοτινό σημείο αναφοράς είτε κοιμόμουνα είτε καθόμουν είτε πάλευα μαζί του. Η εικόνα του ίδια με αυτή της ζωής μου. Η μυρωδιά του κυρίως αυτή του χειμώνα όταν οι θύσανοι της μανίας του γίνονταν ένα με την ομίχλη, δροσιά σε κάθε μου μόριο.

Έτσι λοιπόν αγριμάκι και εγώ μόνιμος κάτοικος του, ακολουθούσα καθημερινά το ταξίδι της ζωής του που μετά το σπίτι μου και αφού συναντούσε τον λόφο που στην κορυφή του δέσποζε ο παλιός πύργος μιας κακάσχημης γριάς,  μάγισσας νομίζω, έκανε μια μεγάλη στροφή και αμέσως μετά χανόταν με όλη του την ορμή σε μια απόκοσμη τρύπα Η πτώση του πάνω στα φτερά του μύλου που ήταν χτισμένος ακριβώς κάτω του έκανε την γη να τρέμει και τον θόρυβο εξωπραγματικό. Στο σημείο αυτό τέλειωνε και ο δρόμος που τον συνόδευε από την γέννηση του καθώς επίσης και τα δικά μου σύνορα. Από εκεί και πέρα μεταμορφωνόταν σε κάτι άλλο που δεν ήθελα να ανακαλύψω προφανώς γιατί θεωρούσα ότι κάπου εκεί ήταν και το τέλος της ζωής του.

Δύο φορές απειλήθηκε η ζωή μου σε αυτή μου τη σχέση. Η πρώτη στην όχθη της μάνας του της λίμνης, όταν παίζοντας με το αυτοσχέδιο βαρκάκι μου βρέθηκα στα βαθιά της ήμερα νερά. Κοντά όμως στη μήτρα της εκεί που σχηματίζονταν σιγά-σιγά η ροή του αγέννητου ακόμα παιδιού της . Τελευταία στιγμή με την άκρη του δακτύλου μου πιάστηκα από μια μικρή πέτρα με ρίζες τυλιγμένη και έτσι απέφυγα να αναγεννηθώ μαζί του. Η δεύτερη όταν με το καμάκι μου στο χέρι πάνω σε ένα πεσμένο κορμό, μέσα στο δάσος πια σημαδεύοντας μια μεγάλη πέστροφα στον μεγαλύτερο παραπόταμο του, έχασα την ισορροπία μου και βρέθηκα να παρασύρομαι προς τον καταρράκτη που καραδοκούσε λίγο πιο κάτω ζωσμένος με πεσμένα σα μαχαίρια μεγάλα κλαδιά. Ο φίλος που με συνόδευε σε αυτή μου την εξόρμηση λίγο πριν χαθώ άπλωσε το καμάκι του σανίδα σωτηρίας της τελευταίας στιγμής.

Και κάποια στιγμή έφυγα από το πατρικό μου, το σπίτι στο δρόμο του ποταμού και όσο οι ορίζοντές μου άνοιγαν γνωρίζοντας τον υπόλοιπο κόσμο τόσο ο κόσμος του ποταμού συρρικνωνόταν και περνούσε σε μια άλλη πραγματικότητα αυτή που συνηθίζουμε να την ονομάζουμε «κοινή».  Η πόλη άπλωσε τον αστικό της ιστό μεταμορφώνοντας  τους γέρικους γεμάτους λειχήνες  κορμούς σε πέτρινα καλοχτισμένα γεφυράκια, τις άγριες βατσινιές σε απαλό γρασίδι και το δάσος με μόνο μια μικρή εξαίρεση ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου να θυμίζει κάτι από τα παλιά του μεγαλεία σε «χώρους αναψυχής».

Η μάννα λίμνη που στα παιδικά μάτια έμοιαζε τεράστια μεταμορφώθηκε σε μια γούρνα χάνοντας πολύ από το νερό της και ο ποταμός αυτό το θηρίο έγινε ένα καχεκτικό ρυάκι δίπλα στον πλακόστρωτο περιποιημένο δρόμο που γέμισε από ακαλαίσθητες πολυκατοικίες και θορυβώδη καταστήματα.

Οι περισσότεροι παλιοί  κάτοικοί του εξαφανίστηκαν η εκπολιτίστηκαν. Οι νερόκοτες  μεταμορφώθηκαν σε παπάκια, οι αγριόχηνες σε κύκνους και τα  φίδια, νερόφιδα, νυχτερίδες, αγριόπαπιες, βάτραχοι, κάστορες, κουκουβάγιες, ψάρια και καραβίδες αν υπάρχουν, υπάρχουν σαν σπάνια δείγματα άγριας φύσης.

Μόνο ένα ζευγάρι αηδόνια παραμένει πιστό σκορπίζοντας στον αέρα τους ήχους ενός λαμπρού παρελθόντος και εγώ που ζω την περιπετειώδη ζωή μου βουτηγμένος σε μια πραγματικότητα γεμάτη από τις αισθήσεις  που μου εμφύσησε ο φίλος μου ο ποταμός όταν ήμαστε και οι δύο παιδιά και η οποία ελάχιστα έχει να κάνει με αυτή που συνήθως ονομάζουμε «κοινή».

Φώτης Γαλανόπουλος

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *