“Άνθρωποι στο βαγόνι”

Share

 

Άνθρωποι στο βαγόνι

Κυριάκου Δημητρίου
Διηγήματα, εκδόσεις «Πορεία», 2016

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Δώδεκα  διηγήματα, δώδεκα πρωταγωνιστές, ανάμεσα στο πεπρωμένο και την  άρνησή του, την αμαρτία και την υποταγή, τη ζωή και τον θάνατο, και οι οποίοι, σύμφωνα με τους στίχους του ΄Αγγλου ποιητή Wystan Hugh Auden , που παρατίθεται ενδεικτικά από τον συγγραφέα στην προμετωπίδα του βιβλίου, «κατοικούνται από δυνάμεις  που υποκρίνονται ότι τις κατανοούν». Ο συγγραφέας επιλέγει σκόπιμα ήρωες (ή αντιήρωες) από διαφορετικές εποχές, άτομα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ίσως περιθωριακά, μοναχικά ως επί το πλείστον, με ιδιορρυθμίες και ιδιαιτερότητες –  χαρακτηριστικά που οξύνουν τη φαντασία, σε κείμενα που λογοτεχνικά είναι εξίσου αντισυμβατικά και αντιφορμαλιστικά όπως και οι ήρωες τους.

O Λασίφ στο διήγημα «Το πεπρωμένο», άτομο με φιλοσοφική παιδεία και πνεύμα ενάντια στον ανορθολογισμό και τη δεισιδαιμονία, καταλήγει άθυρμα ενός χρησμού από στόμα Βιεννέζας μάγισσας.  Ο Ρίτσαρντ, στο διήγημα « Ο φόβος», άνθρωπος πολυμαθής, καταντά θύμα ενός παράλογου, αναιτιολόγητου φόβου, γιατί ο φόβος  «…είναι η μυλόπετρα μιας ζοφερής δύναμης που σε συνθλίβει, φωτιά που σε καταπίνει με τις φλόγες της, κοφτερό σπαθί που κόβει την ψυχή στα δυο». ( σ.31)  Ο Ρίτσαρντ, τρομερά ευάλωτος απέναντι στη φρικτή συνειδητοποίηση της θνητότητάς του, αδυνατεί να ορθώσει την ύπαρξή του απέναντι στη ζωή και βιώνει εν τέλει, μια «επίγεια κόλαση του νου». ( σ.39) Ο Αντριάν στο «Ταξίδι στο Σομ», δεν μπορεί να ξεφύγει από τους εφιάλτες που του προκάλεσε η φρίκη του πολέμου, ακόμα και μέσα στην ειρηνική, ειδυλλιακή ομορφιά του Ντένβερ. Το Σομ με τα χαρακώματα-νεκροταφεία τον πολιορκεί, τον αφομοιώνει για να τον καταστήσει έναν από νεκρούς του. Μια σκέψη μένει να αιωρείται, μήπως ήταν ήδη «νεκρός» όταν επισκέφτηκε το καταραμένο Σομ;

Στο διήγημα « Η απώλεια» ο αμαξάς Σεβαλιέ, ύστερα από ένα περίεργο, ολονύκτιο ταξίδι μέχρι το πανδοχείο με την εμβληματική ονομασία «Η Λήθη», αρνείται να συνεχίσει την τυπολατρία της θρησκευτικής ζωής του, δύναμη εξουσιαστική, μέχρι να βιώσει την πρωτόγνωρη εμπειρία του, ενώ ο τραγικός Τόμας Γουάλας, επίδοξος συγγραφέας στο «Χειρόγραφο υπό δημοσίευση», υποκινούμενος από το πάθος να εκδώσει την αλλόκοτη ιστορία του, μέσα σ’ ένα κόσμο περιχαρακωμένο στην ευκολία του εύπεπτου και του καθιερωμένου, και (ειρωνικά) υπό την πολιορκία του εχθρού-σκόρου που κατατρώει τα χειρόγραφά του, υποβάλλει τον εαυτό του στην εξαιρετικά οδυνηρή δοκιμασία της αναζήτησης εκδότη και της απόρριψης, της δοκιμασίας και της απογοήτευσης. Μια μέρα διαρκεί η περιπέτειά του, χρόνος ωστόσο που είναι αρκετός να καταπνίξει τον Γουάλας μέσα στις μιασματικές αναθυμιάσεις της παλιάς πόλης του Λονδίνου, εκεί που μέλλεται να συναντήσει το δικό του πεπρωμένο.  

Στο διήγημα «Το τελευταίο δρομολόγιο για τη Λυών», το μοναδικό στη συλλογή με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο ήρωας, αποχαιρετώντας τον έρωτα της ζωής του, επιβιβάζεται σ’ ένα μυστηριώδες τρένο, ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές, με όλα όσα είχε αφημένα στην αγκαλιά της αγαπημένης του Κλεμεντίν, χωρίς, ουσιαστικά, τελικό προορισμό άφιξης, μονάχα αναχώρησης, μιας βασανιστικής, επαναληπτικής αναχώρησης, όντας θύμα «του παμφάγου χρόνου» (σελ.95), άναρθρος δεσμώτης σε ένα τρένο ζωής και θανάτου, από το οποίο απεγνωσμένα προσπαθεί ν’ αποβιβαστεί. Ίσως σ’ αυτό εδώ το διήγημα ο συγγραφέας, σε μια πιο προσωπική εκμυστήρευση, να αποτυπώνει την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, που ουσιαστικά ένα μόνο προορισμό έχει στη θνητότητά του, το μυστήριο του θανάτου, το αέναο αυτό ταξίδι της ανθρωπότητας διά μέσου των αιώνων. Κι όσο μακριά κι αν περιφέρεται ο άνθρωπος-ταξιδιώτης, όσο κι αν αποδεσμευτεί από «αποσκευές» που τον βαραίνουν, όσο κι αν κρατηθεί από τη δύναμη ενός σπάνιου έρωτα, ποτέ δεν μπορεί να τρέξει τόσο μακριά ώστε να ξεφύγει από τον μαρασμό της ψυχής και του σώματος.

Ο Μάρκους Μπλοχ είναι ο ήρωας στο αινιγματικό διήγημα «Ο ΄Υπνος». Ο ήρωας, μετά από μια θεομηνία κλείνεται στο σπίτι του και βυθίζεται σ’ έναν ύπνο ανονείρευτο για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ή μήπως πέφτει σε λήθαργο; Όταν ξυπνά, ηλικιωμένος πια, επισκέπτεται την πόλη του και καθένας από τους συνομιλητές του εκφέρει μία διαφορετική εκδοχή για την πολύχρονη απουσία του. Ο ίδιος παραμένει σιωπηλός, ένας απλός παρατηρητής του φαινομενικού του παρελθόντος στις πολλαπλές διηγήσεις, έτσι δεν μαθαίνουμε ποτέ την δική του εκδοχή, παραμόνο πως, ο ίδιος αισθάνεται βέβαιος πως «…μια ζωή μονάχα έζησε , κι αυτήν την έζησε σε βαθύ ύπνο». (σελ. 113)

Στο διήγημα « Ο Πίνακας» η συλλογή «΄Ανθρωποι στο βαγόνι» αλλάζει χρωματισμούς, με αφορμή τον πίνακα ενός νεαρού φοιτητή, που υποψιαζόμαστε πως σκοτώθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Ο πίνακας λες και διεκδικεί εκ μέρους του τη χαμένη ζωή, το χαμένο χρώμα του γαλάζιου, μα το κόκκινο του αίματος υπερισχύει στην αιώνια μοίρα των ανθρώπων, μια και τα χρώματα που φέρει ο καθένας στο πινέλο του «ξεχείλισαν από την άβυσσο και καταρρέουν στην άβυσσο». Όταν ο πίνακας καταλήγει στον γκαλερίστα Μερσέρ, τότε κάτι ολότελα παράδοξο συμβαίνει που δοκιμάζει τον ορθολογισμό του αναγνώστη. Ο γκαλερίστας καταβυθίζεται, χωρίς τη δυνατότητα επιστροφής, στις φωτοσκιάσεις του πίνακα. (σελ. 131)

Ο Αμεντέο, ήρωας του διηγήματος  «Η εξομολόγηση», κουβαλάει το βάρος πληθώρας αμαρτιών, «φέρει στην καμπούρα του την κατάρα της κακοδαιμονίας» ( σελ.132), καθοδηγείται από μανιώδη έκσταση αφανισμού, από την τάση της καταστροφής και της αυτοκαταστροφής, λες και θέλει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να  επιφέρει το τέλος ενός πεπερασμένου βίου, μιας θνητής μοίρας, που προφανώς δεν μπορεί να διαχειριστεί. Η εξομολόγηση του στον πάστορα δεν επιφέρει τη λύτρωση αλλά δημιουργεί περισσότερες απορίες. 

Σε μια παράλληλη πορεία εξόντωσης του ζωικού κόσμου συναντάμε και τον επιδέξιο  κυνηγό Τριστάν στο διήγημα «Το θήραμα», θήραμα μάλλον  ο ίδιος «μες σ΄αυτό το μυστηριώδες σκότος» ( σελ. 149), το σκότος της άγνοιας  που βασανίζει τον άνθρωπο για το μυστήριο που τον γεννάει, το μυστήριο που τον υποδέχεται μετά τον θάνατο.  Κι ό,τι δεν μπορεί να εξηγήσει, μέσα στην ασύλληπτη πραγματικότητα  που τον περιβάλλει, κάθε παράδοξο συμβάν, «μόνο ως θαύμα θα μπορούσε να εκληφθεί». ( σελ. 156)

Αυτοί οι  δαίμονες που ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανικήσει, τον κυνηγούνε  σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ακόμα και όταν έχει γίνει «Ο ΄Αλλος», όπως είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος του προτελευταίου διηγήματος της συλλογής, όπου ο ΄Αρθουρ Ντέιλ , παρακολουθεί πλέον ως ένας Άλλος τη ζωή  του, όταν η σοφίτα του καταλαμβάνεται ξαφνικά από μια μυστηριώδη παρουσία που μοιάζει με τον σωσία του. Ο Ντέιλ υποτάσσεται στη μοίρα του, μέσω μιας δραματικής τραγικής αλλοτρίωσης και εσωτερικής κατάρρευσης, διότι δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να επαναδιεκδικήσει τη ζωή του και την ταυτότητά του.

 

Οι πρωταγωνιστές αυτού του διηγηματικού, μυθοπλαστικού ιστού θα μπορούσαν να πλάσουν ένα μόνο πρόσωπο, μια και μοναδική μοίρα. Την αιώνια μοίρα του πεπερασμένου όντος,  που ταξιδεύει ως άθυρμα σ’ ένα βαγόνι που ονομάζει ζωή, αλλά έχει μόνο ένα προορισμό, την άβυσσο που γεννά η θνητότητα.  Γι’ αυτό και στην κοινή συνάντησή τους στο τελευταίο διήγημα, στο τελευταίο δρομολόγιο, ο Λασίφ ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης από την αρχή, με τα ίδια ακριβώς λόγια με τα οποία ξεκίνησε η συλλογή των διηγημάτων. Επαναλαμβάνει την αφήγηση του πεπρωμένου του. Μια κυκλική επαναφορά στο σκοτάδι του φόβου και του παράλογου, που αποδυναμώνονται μόνο όταν ο φόβος αυτός δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης, όταν δηλαδή ο άνθρωπος παραδοθεί στο αναπόφευκτο, το οποίο τον ακολουθούσε σαν σκιά σε όλα του τα βήματά.

«Μας κατοικούν δυνάμεις που υποκρινόμαστε πως τις κατανοούμε», πολύ δε περισσότερο υποκρινόμαστε πως μπορούμε να τους αντισταθούμε, και τη βιωματική αυτή πραγματικότητα ο Κυριάκος  Δημητρίου μας τη υπενθυμίζει  με ιστορίες που ίσως, φαινομενικά, να αντίκεινται στην «κοινή λογική», αλλά ακριβώς επειδή είναι «κοινή», δεν μπορεί να αποτελεί τεκμήριο της αλήθειας (σελ. 114). Γράφει με μια εξαιρετικής ποιότητας λογοτεχνική γλώσσα, με ελκυστική, σαγηνευτική γραφή,  με ευφάνταστα σχήματα λόγου, με περιγραφές που ανάγονται σε ποιητικές  λυρικές εξάρσεις λεκτικής ομορφιάς, με μια σκληρή και τρυφερή συνάμα ευαισθησία για τις αδιαπραγμάτευτες αλήθειες του βίου μας. «Η αιωνιότητα είναι μια σπίθα που τη σβήνει ο άνεμος. […] Ζούμε μια συνεχή αναδημιουργία του κόσμου, η ύλη μεταμορφώνεται, ο Θεός  ξαναζωγραφίζει τον πίνακα κάθε μέρα κι ύστερα αποκοιμιέται στα χρώματα, πεθαίνει και ξαναγεννιέται». ( σελ.170 ) ΄Ενα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί για τον εξαίρετο φιλοσοφικό προσανατολισμό του και τον ιδιαίτερο λογοτεχνικό του πλούτο.

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου
Συγγραφέας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *