Το Άσπρο Σπίτι

Share

 Ελένη Παπαφιλίππου

Το άσπρο σπίτι «εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων». Έτσι μήνυσε η Τασία στον αδερφό της τον Θανάση όταν του πρωτόγραψε για την αγορά του σπιτιού.

Ο Θανάσης είχε φύγει απ’ τα δεκάξι του για τη Νέα Υόρκη κι ενώ για δέκα χρόνια έστελνε κάθε μήνα χρήματα στις αδερφάδες του, μετά ούτε γράμμα ούτε γραφή. Οι δυο μεγαλύτερες είχαν καλοπαντρευτεί και τον είχαν ξεγράψει κι έμεινε η Τασία να μαζεύει τα δολάρια, αλλά μετά είπαμε, σταμάτησαν κι αυτά.

Η Τασία όμως δεν έλεγε να τον ξεχάσει. Ας μην απαντούσε πια στα γράμματά της, εκείνη συνέχιζε να του στέλνει τα νέα της κι εκείνα της γειτονιάς. Οι αδερφάδες της μέχρι να παντρευτούν και να φύγουν απ’ το δωμάτιο που έμεναν την είχαν «Τουρκίας νύφη», να τους πλένει και να τους σιδερώνει μέχρι να τυλίξουν η μία έναν υδραυλικό και η άλλη έναν μικροεργολάβο.  Ο Θανάσης ήταν ο μόνος άνθρωπος που της είχε χαρίσει ένα πατρικό χάδι όταν έγδερνε τα τρυφερά της γόνατα στην αυλή. Ο μόνος που την είχε παίξει και της διηγούνταν παραμύθια για πρίγκιπες και μακρινά βασίλεια.

Στα δέκα της, μόνη κι εγκαταλελειμμένη πια, μεσολάβησε μια γειτόνισσα για να πάει υπηρέτρια σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Μαθημένη στη λάτρα και να σκύβει το κεφάλι, η Τασία έγινε γρήγορα η αγαπημένη όλων κι όταν η οικογένεια μετακόμισε στη Νάξο, βρέθηκε μια άλλη να την πάρει αμέσως.

Τα βράδια, όσο κουρασμένη κι αν ήταν καθόταν κι έγραφε στον Θανάση. Με όσα γράμματα είχε προλάβει να μάθει στο σχολειό, του περιέγραφε τη ζωή στο καινούριο της σπίτι. Καλά της φέρονταν, δεν είχε παράπονο. Μόνο να, υπήρχαν ώρες που λύγιζε απ’ τη μοναξιά και του ζητούσε να την πάρει κι εκείνη στη Νέα Υόρκη να χαζέψει τα πελώρια κτίρια και τις παράξενα ντυμένες γυναίκες. Ο Θανάσης όμως τίποτα.

Με τον καιρό η «μαγιά» απ’ τα χρήματα που είχε στείλει κάποτε ο Θανάσης αυγάτισε. Προκομμένη η Τασία δεν έκανε έξοδα περιττά και με τα χρόνια, έφτασε να έχει ένα καλό κομπόδεμα που το έκρυβε επιμελώς σε μια τρύπα στο στρώμα της. Της παρουσιάστηκε κι ένας γαμπρός. Ηλεκτρολόγος της ΔΕΗ που σκαρφαλωμένος σε μια ξύλινη κολώνα την είδε μια φορά ν’ απλώνει τα ρούχα των αφεντικών στην αυλή. Την επομένη την περίμενε στη γωνία καθώς εκείνη έτρεχε στη μοδίστρα να πάρει το καινούργιο φόρεμα της κυράς της. Πιάσανε την κουβέντα και η καρδιά της Τασίας άρχισε να χτυπάει άστατα. Ήταν γλυκομίλητος ο Λέανδρος. «Μπαμπακένιο» τον έλεγε όποτε τον σκεφτόταν τα βράδια στο κρεβάτι της. Τρυφερός σ’ όλες του τις περιπτύξεις.

Διψασμένη για χάδι, η Τασία ενέδωσε κι όταν εκείνος της είπε πως ο πατέρας του ήταν βαριά άρρωστος και χρειαζόταν χρήματα για τα χρέη του, η Τασία αμέσως του πρόσφερε το κομπόδεμά της. Άλλωστε ο Θανάσης δε φαινόταν πουθενά. Αλλά ούτε κι ο Λέανδρος ξαναφάνηκε. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε κι εκείνον όπως όλους όσους αγαπούσε.

Από τότε η Τασία δεν ξανακοίταξε ούτε ξανασκέφτηκε άντρα. Δούλευε ολημερίς κι ολονυχτίς κι όποτε έλειπαν τ’ αφεντικά, έτρεχε κρυφά και σ’ άλλα σπίτια να κάνει την πλύστρα να ξαναφτιάξει το κομπόδεμα που είχε χάσει.

Εκεί, στα σαράντα της ξαναθυμήθηκε τον αδερφό της. Μια γειτόνισσα απ’ το χωριό της είπε πως ο γιος της είχε δει τον Θανάση στην Νέα Υόρκη. Ήταν λέει κατεστραμμένος οικονομικά και ζούσε σ’ ένα κατάλυμα για άστεγους. Ο γιος της γειτόνισσας έστειλε τη διεύθυνση στη μάνα του και τώρα εκείνη την έδινε στην Τασία.

Κι άρχισαν ξανά τα γράμματα και μαζί τα παρακαλετά να γυρίσει ο Θανάσης στην Ελλάδα. Ο Θανάσης απάντησε μόνο μια φορά για να της πει να τον ξεγράψει.

Η Τασία όμως δεν το έβαζε κάτω. Πήρε μια μέρα το κομπόδεμά της, κατέβηκε στην Πάτρα και πήγε σ’ έναν γνωστό της μεσίτη απ’ αυτούς που πουλούσαν σπίτια και διαμερίσματα. Σε μια βδομάδα βρέθηκε και το σπίτι.

Με μικρή σοβατισμένη πρόσοψη αλλά με βάθος και δυνατότητα να χτιστεί η ταράτσα, είχε μια αυλή με δυο λεμονιές και μπόλικες τριανταφυλλιές. Κι απέναντι απ’ το δρόμο η θάλασσα. Αμέσως έγραψε στον Θανάση. «Το άσπρο σπίτι εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων. Τι λες, Θανάση μου; Να το πάρω να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας όταν γυρίσεις;» Ο Θανάσης και πάλι δεν απάντησε, η Τασία όμως το αγόρασε το άσπρο σπίτι. Ας τον φώτιζε ο Θεός κάποτε να βρει το δρόμο του.

Περάσανε τα χρόνια κι έφτασε η στιγμή που τ’ αρθριτικά της Τασίας δεν της επέτρεπαν πια να δουλεύει άλλο ως υπηρέτρια κι έτσι μετακόμισε στο άσπρο σπίτι. Η γειτονιά ήταν πρόσχαρη, την αγαπούσε. Έστελναν τα παιδιά τους να της κάνουν τα θελήματα και να της κόψουν το χορτάρι. Στις γιορτές δεν την αφήναν ποτέ μόνη κι όταν άρχισε να φθείρεται ακόμη πιο πολύ το σώμα και το μυαλό να νερώνει, βάλαν όλοι απ’ το υστέρημά τους και της πήραν μια γυναίκα να την φροντίζει. 

Μια μέρα, την ώρα που μια γειτόνισσα είχε πεταχτεί να σαρώσει την αυλή, εμφανίστηκε ένας νεαρός άντρας στο πορτόνι. Δίπλα του ήταν μια επίσης νεαρή γυναίκα που κρατούσε ένα μωρό.

–   Σας παρακαλώ, είπε με σπαστά ελληνικά. Ψάχνω την κυρία Τασία…

Η γειτόνισσα του άνοιξε αμέσως.

–   Ποιος είσαι; Τι τη θες; ρώτησε.

–   Είναι γιαγιά μου…

Η γειτόνισσα που γνώριζε καλά από απατεώνες που εμφανίζονταν απ’ το πουθενά για να εκμεταλλευτούν ηλικιωμένες γυναίκες, τον κοίταξε καχύποπτα.

–   Δεν είχε παιδιά η κυρά Τασία, τον αποστόμωσε.

–   Το ξέρω, συνέχισε εκείνος. Είμαι εγγονός του αδερφού της. Να, κοιτάξτε.

Κι έβγαλε το διαβατήριό του να της δείξει το ίδιο επώνυμο με κείνο της Τασίας.

–   Θανάση σε λένε..; ρώτησε εμβρόντητη η γειτόνισσα που ήξερε όλη την ιστορία για τον χαμένο αδερφό στην Αμερική.

Η γειτόνισσα τους έβαλε να καθίσουν στο τραπέζι της αυλής κι έτρεξε να ψήσει καφέδες. Όταν επέστρεψε, κάθισε κι εκείνη και τους αποκάλυψε πως η Τασία είχε αποδημήσει εις Κύριον πριν από μόλις μια βδομάδα.

Ο νεαρός Θανάσης πολύ στενοχωρήθηκε. Με τη σειρά του της διηγήθηκε την ιστορία του παππού του. Πως από ντροπή δεν είχε γράψει στην αδερφή του, πως είχε όντως καταστραφεί οικονομικά και πως λίγο καιρό αφότου ορθοπόδησε ξανά, έπαθε εγκεφαλικό κι έχασε τη λαλιά του. Λίγο πριν πεθάνει κι εκείνος, κάλεσε τον εγγονό του και του έδειξε όλα τα γράμματα που είχε λάβει απ’ την αδερφή του. Ήταν ο μόνος απ’ τα παιδιά κι εγγόνια του που ενδιαφερόταν για την καταγωγή του. Εκείνος τα διάβασε και υποσχέθηκε πως θα πάει στην Ελλάδα να βρει την αδερφή του την Τασία. Διεύθυνση όμως δεν είχε. Κι όταν έψαξε να βρει τις δυο μεγαλύτερες αδερφές του παππού του, έμαθε πως είχαν πεθάνει άτεκνες κι έτσι δεν είχε καμία άλλη πληροφορία για την Τασία.

–   Και πως βρέθηκες εδώ; τον ρώτησε η γειτόνισσα.

Ο νεαρός έβγαλε ένα κιτρινισμένο γράμμα και της έδειξε το τέλος της πρώτης παραγράφου. «Το άσπρο σπίτι εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων»

–   Ένα μήνα τώρα τριγυρνάω και ψάχνω να βρω το σπίτι, είπε εκείνος και κοίταξε γύρω του χαμογελώντας με πικρία. Κρίμα που το βρήκα χωρίς εκείνη…

  Η γειτόνισσα βούρκωσε.

–   Να ‘ξερες τι χαρά θα ’κανε αν ήξερε πως την έψαχνες, παλικάρι μου! Σηκώτε τώρα να πάμε στο νεκροταφείο ν’ ανάψεις ένα κεράκι!

Ο εγγονός γύρισε στην Αμερική αλλά από τότε κάθε καλοκαίρι άρχισε να έρχεται οικογενειακώς για διακοπές στα «περίχωρα των Πατρέων». Είχε κάνει ενέργειες να κληρονομήσει το σπίτι κι έχτισε κι έναν όροφο από πάνω που ήταν κι εκείνος ασβεστωμένος όπως το ισόγειο. Πάλεψε αρκετά με τις θείες και τον πατέρα του στην Αμερική αλλά τελικά συμφώνησαν όλοι πως τα κόκαλα του παππού Θανάση έπρεπε να μεταφερθούν στην Ελλάδα.

Τον θάψανε πλάι στην Τασία κι έτσι σμίξανε στον θάνατο τα δυο αδέρφια. Κι όχι μόνο σμίξανε αλλά κι αν κάποιος σταθεί πλάι στους τάφους τους βλέπει μέχρι και σήμερα το άσπρο σπίτι που «εστέκετο εις τα περίχωρα των Πατρέων».

Ελένη Παπαφιλίππου
© 2017
Από την έκδοση
“Σαν το Μεγαλέξανδρο – 7 διηγήματα για μετανάστες”
Please Login or Register to see the link.

 

 

2 Replies to “Το Άσπρο Σπίτι”

  1. Αλήθεια συγκινητικό,
    έρχεται από άλλες εποχές κι άλλες συνήθειες,
    πολύ αγαπητικές!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *