“Σημαία”

Share

 Τα σέα και τα μέα μου…

                                                                                   Άρις  Αντάνης

(Εξαιρετικά αφιερωμένο
στον αξιότιμο Υπουργό Παιδείας,
Έρευνας και Θρησκευμάτων)

Προειδοποίηση:

Αυτό το κείμενο, μετά την πρώτη ανάγνωση… αυτοκαταστρέφεται!

Γι αυτό το λόγο, αυτό το κείμενο,  παρακαλώ μη το προσπεράσετε. Όπου κι αν το βρείτε, μη το αγνοήσετε. Πρόκειται για  ένα μυστικό. Είναι μια ιστορία. Δεν είναι πραγματική. Είναι μια φανταστική ιστορία, ένα αποκύημα της φαντασίας τού συγγραφέα. Αν και έχει γραφτεί σε πρώτο πρόσωπο, ο υποτιθέμενος ήρωας δεν είναι ο υποφαινόμενος… αντιήρωας. Γι’ αυτό και πάσα ομοιότης οφείλεται σε απλή σύμπτωση.  Όλα είναι φανταστικά. ( Όλα,  εκτός από τη… σημαία!)          

Προοίμιο

Ονομάζομαι Γεώργιος Χαλιώτης. Είμαι ένας άσημος, ασήμαντος και απλός άνθρωπος. Το όνομά μου είναι άγνωστο. Κανείς δεν επρόκειτο να το βγάλει ποτέ στην επιφάνεια. Το όνομα «Γεώργιος Χαλιώτης» θα έμενε για πάντα στην αφάνεια, αν…

Αν δεν το έβγαζα από τη λησμονιά του μόνος μου, εγώ ο ίδιος, αυτοπροσώπως. Μια προσπάθεια καταβάλλω δηλαδή. Να βγάλω το όνομά μου από την ασημαντότητα. Τώρα θα μου πεις για ποιο λόγο; Χμ! Θα σου πω. Γιατί κάθε άνθρωπος έχει μια μοναδικότητα και μια μεγάλη αξία. Και έχει και κάποια μυστικά. Όλα αυτά του ανήκουν. (Στην ουσία μόνο αυτά του ανήκουν. Όλα τα άλλα είναι με… ενοίκιο).

Αντίθετα, λοιπόν, με τη ρήση «τα­εν­οίκω­μη­εν­δήμω», εγώ θα ήθελα να καταδείξω κάποια πράγματα που ανήκουν σε μένα. Είναι δικά μου. Τα μόνα. Γι αυτό θα προσπαθήσω να με βγάλω από την αφάνεια. Με τι;  Μα με τι άλλο! Με τη… σημαία!  

Ο πρώτος αριθμός

Στην Εθνική Τράπεζα προσλήφθηκα μετά από «Πανελλήνιο Διαγωνισμό μεταξύ αριστούχων». Έτσι τον ονομάσανε. Όταν έπιασα δουλειά στο Κατάστημα του νησιού, κάτι φίλοι του συχωρεμένου τού πατέρα μου, του λέγανε ότι είχε κερδίσει  τον πρώτο αριθμό του λαχείου. Ο πατέρας μου, όχι εγώ! Μιλάμε για τρελά πράγματα, δηλαδή. Ενώ εγώ ήμουν ο αριστούχος κι εγώ είχα δώσει εξετάσεις στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό, όπου από 3000 υποψήφιους, αριστούχους από όλη την Ελλάδα θα προσλάμβαναν μόνο 72 (!) υπαλλήλους. Ενώ, λοιπόν, εγώ είχα γράψει καλά, είχα περάσει με την  αξία μου, είχα προσληφθεί,  τελικά ο πατέρας μου φάνηκε να είχε κερδίσει τον πρώτο αριθμό του  λαχείου, όπως του λέγανε στο καφενείο οι  νησιώτες φίλοι του. 

Πρώτος αριθμός του λαχείου! Μάλιστα, κύριε. Τόσο σημαντική θεωρούσαν -για τον πατέρα μου- τη δική μου πρόσληψη στην Τράπεζα και βέβαια  το γεγονός ότι, από δεκαεφτάμισι χρονών, αμέσως μόλις αποφοίτησα από το Λύκειο,  θα άρχιζα να εργάζομαι επίσημα, υπεύθυνα, όχι μόνο με πλήρες αλλά και  με ανεξέλεγκτο ωράριο, με κάτι κακούς και κομπλεξικούς  προϊστάμενους, και κάτι  περίεργους, αλλοπρόσαλλους, αναχρονιστικούς  και αυταρχικούς,  «δήθεν» διευθυντές, με όλα τα στραβά και τα ανάποδα και  με όλα τα σέα και τα μέα.

Άμιλλα και όχι ανταγωνισμός

Για τους  άλλους υπαλλήλους του Καταστήματος,  τους συναδέλφους μου,  δεν θέλω να πω και πολλά πράγματα,  γιατί είναι φιλαράκια μου  και τους αγαπάω πολύ. Αλλά… η εποχή ήταν δύσκολη και άκρως ανταγωνιστική! Ήταν ευνόητο! Το αντιλαμβανόμουν και τότε και βέβαια, κατά μείζονα λόγο, σήμερα.

Έτσι ήταν τότε  και  ήταν  πράγματι ευνόητο να εκλιπαρεί ο καθένας από τα φτωχά εκείνα – όπως κι εγώ- μετακατοχικά πλάσματα την εύνοια των ανωτέρων τους, με οποιοδήποτε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο. Δηλαδή ακόμα και σε βάρος των  άλλων συναδέλφων τους. Δεν θα αναφέρω παραδείγματα. Το μόνο που θα πω ξεκάθαρα είναι ότι  εγώ είχα διαμορφώσει στα 18 μου χρόνια, μια βιοθεωρία, ώστε εγώ, ο Γεώργιος  Χαλιώτης, δεν καταδεχόμουν και δεν ανεχόμουν να γλείψω κανένα από δαύτους τους… ανωτέρους,   «καρφώνοντας» συναδέλφους. Αυτή η φιλοσοφία μού προέκυψε από δύο αιτίες: Η μία ήταν ότι,  όπως τους είχα κρίνει,  θεωρούσα  εμφανώς τους ανωτέρους, ως νοητικά κατωτέρους μου. Αυτό το  «εμφανώς» ήταν το φρικτό και οικτρό μου λάθος, που μου γύρισε  και ‘μπούμερανγκ’. Βλέπεις δεν είχα διαβάσει ακόμα τον  Ralph Waldo Emerson  που πρέσβευε πως  είναι ευλογία  που,  κάθε άνθρωπος,  είναι σε κάτι ανώτερος από μένα. Έτσι μαθαίνω από αυτόν.

Η δεύτερη αιτία, νομίζω,  ήταν  πιο σπουδαία: Είχα μεγαλώσει με συμμετοχή μου στα Λυκόπουλα και στο Κατηχητικό,  ήμουν ‘παπαδάκι’ στην Εκκλησία, μετά εντάχθηκα στο σώμα Ναυτοπροσκόπων και στη Χριστιανική Μαθητική Ομάδα (ΧΜΟ), και υποστήριζα πάντα την τίμια και ευγενή άμιλλα σε όλους τους τομείς. Και βέβαια και στην Τράπεζα.

Δώσε βάση

Έτσι λοιπόν είχα τελειώσει το Λύκειο εκείνο τον Ιούνιο, με άριστα. Γι αυτό ως… επιβράβευση της αριστείας μου θα έπρεπε να πιάσω δουλειά τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, αφού όμως προηγουμένως, όλο τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, θα είχα «ξεσκιστεί»- συγγνώμη κιόλας- στο διάβασμα και  δεν θα σήκωνα κεφάλι από τη μελέτη, ώστε να «περάσω», τόσο  στην Τράπεζα όσο και  σε μιαν  ανώτατη σχολή.

Είχα μαζέψει δηλαδή έξι χρόνια στο δημοτικό, έξι στο Γυμνάσιο-Λύκειο και αμέσως, χωρίς ένα λεπτό ξενοιασιάς, ούτε μια βουτιά στη θάλασσα,  έπρεπε να δουλέψω για τα επόμενα 40 περίπου χρόνια, μέχρι να βγω στη σύνταξη, όταν δηλαδή θα ήμουν περίπου 60 χρόνων.

Σήμερα είμαι περίπου  60 χρονών -έτσι στρογγυλά, με το περίπου πολύ προς τα πάνω, πέντε κάτω, δέκα  πάνω, τι το θες το παραπάνω, δηλαδή. Και σήμερα, αφού έχω  «βγει» (ή έχω μπει-το ίδιο είναι-)

στη σύνταξη, παρά το ότι από το… αφήγημά μου (λήμμα του ελλειμματικού κομματικού συρμού της εποχής μας), μπορεί να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως ήταν μια μεγάλη αδικία σε βάρος ενός παιδιού, που  είχε αριστεύσει και μόλις είχε διαβεί την εφηβική του κρίση, έπρεπε σώνει και καλά όχι να επιβραβευθεί, αλλά αντίθετα να καταδικαστεί σε ισόβια δουλεία, τώρα που το ξανασκέφτομαι, σκέφτομαι ότι οι νησιώτες  που έλεγαν στον πατέρα μου ότι είχε κερδίσει τον πρώτο αριθμό του λαχείου, με τη δική μου πρόσληψη στην Τράπεζα, δεν είχαν και τόσο άδικο. Το άδικό τους τελικά έγκειται στο ότι το λαχείο το είχα κερδίσει εγώ, κι όχι ο καλός μου πατερούλης. (Λογικό! Δεν είναι;)

Προς τι το αριστεύειν

Τώρα μπαίνουμε ολοταχώς στην ουσία. Και ξεκινάμε με μιαν αλήθεια: Ότι εγώ προσωπικά δεν θεωρούσα τότε την πρόσληψή μου στην Τράπεζα ως λαχείο. Άκου λαχείο! Μεγαλύτερη ανοησία δεν υπήρχε, κατά την τότε γνώμη μου. Τι λαχείο και κουραφέξαλα! Με το λαχείο δεν χρειάζεται να δουλεύεις, ούτε να είσαι αριστούχος, ούτε να δίνεις εξετάσεις, ούτε να περιμένεις τις προαγωγές σου, αρχικά  κατ΄ αρχαιότητα, αργότερα κατ’ απόλυτον εκλογήν και τέλος … καθόλου. Γιατί άμα δεν είσαι του κόμματος ή (και) κάποιας στωικής α-σοφίας, σού’ βγαινε η ψυχή και τα σέα και τα μέα. Τα γνωρίζουμε όλα αυτά,  δεν τα γνωρίζουμε; Πώς δεν τα γνωρίζουμε! Χρόνια και ζαμάνια. Τα ίδια και τα ίδια. Ιδίως  από το 1981 και εντεύθεν, έπρεπε να έχεις υπογράψει οπωσδήποτε  και  δήλωση υποταγής.

Γι αυτό κι εγώ είμαι σήμερα εδώ.  Για να εκφράσω δημόσια ένα μεγάλο παράπονο, που δεν έχει να κάνει με το ότι χρειάστηκε να εργάζομαι από δεκαεφτάμισι χρονών παιδί, χρειάστηκε να αποφοιτήσω εργαζόμενος από δύο Πανεπιστήμια κι ένα σωρό μετεκπαιδεύσεις και σεμινάρια στα εσωτερικά και στα εξωτερικά, για να εξελιχθώ στη δουλειά μου. Και χρειάστηκε να κάνω του κόσμου την υπομονή και χρειάστηκε να μην είμαι κι εγώ ένας φοιτητής, όπως όλοι οι άλλοι φοιτητές, με μια σχετική άνεση, με τα ξενυχτάκια μου, με το ξύπνημά μου στη μία μετά μεσημβρίαν, με τις καφετέριες και τις φραπεδιές μου, με το τσιγαράκι μου και τις πλακίτσες μου, με τα … ‘σέα’  και τα… ‘μέα’ μου, με τις συναυλίες μου, τις βόλτες και τις σουλάτσες μου,  τα σινεμαδάκια και τα μπαράκια, με τις διαδηλώσεις μου και με  τα  δακρυγόνα μου. Ειδικά δε αυτά τα δακρυγόνα εγώ  τα είχα μεγάλη ανάγκη, γιατί εγώ δεν έχω κλάψει φυσιολογικά ούτε μια φορά στη ζωή μου. Αυτό δε  το κουσούρι μου, γιατί για κουσούρι πρόκειται, το διατηρώ μέχρι και σήμερα και όπου βρω ευκαιρία το εξομολογούμαι. Είναι κάτι σαν αμαρτία.

Μοναδική εξαίρεση ήταν πάντα όσες φορές έβλεπα,  τα απογεύματα της Κυριακής στον μοναδικό και παραδοσιακό, θα έλεγα, κινηματογράφο του νησιού,  εκείνες τις χιλιοπαιγμένες ασπρόμαυρες ελληνικές  ταινίες «μελό», με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τα Μάρθα Βούρτση, τον Θανάση Μυλωνά και την Άντζελα Ζήλια, τον Χρήστο Νέγκα και την Γκέλυ Μαυροπούλου,  το Θάνο Λειβαδίτη και τη Μέμα Σταθοπούλου, που ακόμα και σήμερα ενεργοποιούν τους δακρυγόνους αδένες μου και βουρκώνουν μέχρις εντροπής τα μάτια μου,  και τα σέα και τα μέα μου.

Παράπονο

Το παράπονό μου λοιπόν έγκειται στο ότι κανείς δεν κατάλαβε ποτέ  τους πραγματικούς λόγους και τη βαθιά αιτία που  επιθυμούσα  διακαώς να αριστεύσω στο Λύκειο. Κανείς ποτέ δεν υποψιάστηκε γιατί ήθελα να γίνω αριστούχος. Ούτε οι γονείς μου, ούτε τα αδέλφια μου, ούτε οι συγγενείς μου,  ούτε οι καθηγητές μου, ούτε  οι φίλοι μου. Κανείς. Και όταν λέω κανείς, εννοώ ΚΑΝΕΙΣ, με κεφαλαία γράμματα. Και αληθινά έτρεφα και διατηρούσα πάντα μιαν ελπίδα, αλλά και ένα φόβο, ότι , αν όχι όλοι,  ένας τουλάχιστον  θα το ψυλλιαζόταν. Ευελπιστούσα και ταυτόχρονα έτρεμα στην ιδέα, πως,  ακόμα και μετά από χρόνια,  κάποιος, ίσως  θα το πάρει μυρουδιά, χωρίς να χρειαστεί να το ομολογήσω εγώ, για διάφορους λόγους. Γιατί, ειλικρινά, το παραδέχομαι, ντρεπόμουν και λίγο. Ναι, ντρεπόμουν, πώς να το κάνουμε! Είμαι γενικά και συνεσταλμένο άτομο, γενικώς. Το χαρακτήρα μου αποδίδει και  το τραγούδι του Έλβις Πρίσλεϊ : Hey, big man, you’re not that big. You’re just tall, that’s all.”

Βρε, δεν το   «έπιασε» σου λέω, ούτε ο ψυχολόγος μου, που κοκορεύεται για τις φοβερές του ικανότητες να υπεισέρχεται και στις πιο εσώψυχες λεπτομέρειες της συμπεριφοράς των ανθρώπων, να εξάγει τα συμπεράσματά του και να δίνει πλήρη εξήγηση και τις δέουσες ψυχοδηγητικές συμβουλές. Και τυχαίνει να είναι και ένας από τους πιο καλούς μου φίλους. ΚΑΝΕΙΣ, σου ξαναλέω.  Μέχρι σήμερα.

Και έτσι σήμερα, δεν αντέχω άλλο και θα προβώ ο ίδιος στην εκμυστήρευση. Σήμερα, που, όπως είπα είμαι πάνω από 60- πέντε κάτω, δέκα πάνω, τι το θες το παραπάνω- θα υψώσω τη γαλανόλευκη αλήθεια της ζωής μου και θα εξομολογηθώ μια βαθιά αιτία, που την κρατάω μέσα στην ψυχή μου μια ζωή ολάκερη, ως επτασφράγιστο μυστικό. Η μισή ντροπή δική μου κι η άλλη μισή, πάλι … δική μου!

Αλλά για να αποκαλύψω τον ένα και μοναδικό λόγο που έγινα αριστούχος και να κατανοήσεις κι εσύ τη διαφορά και την παρανόηση όλων των ανθρώπων του κύκλου μου, από τότε που ήμουν παιδί μέχρι και σήμερα, πρέπει πρώτα να απαριθμήσω, αποκλείοντας, όλους τους άλλους λόγους που επιφανειακά με οδήγησαν  στο να αριστεύσω.

Οι άλλοι λόγοι (με τους αστερίσκους*)

*Αστερίσκος πρώτος.

Εγώ δεν ήθελα να καμαρώνω πως είμαι άριστος μαθητής, ούτε στο δημοτικό ούτε στο Γυμνάσιο ούτε και στο Λύκειο. Να μη σας πω ότι  το απευχόμουν να με δείχνουν οι άλλοι, ως… φυτό ή σπασίκλα ή όπως αλλιώς τους λένε σήμερα.

*Αστερίσκος δεύτερος.

Εγώ δεν ήθελα να καμαρώνουν οι γονείς μου για την καλοσύνη, τη μελετηρότητα και την εξυπνάδα του παιδιού τους. Αυτού του είδους το καμάρι, όχι μόνο δεν μου περιποιούσε τιμή, αλλά ήταν μια αντίφαση σε μια περίεργη μετριοπάθειά μου, που δεν ξέρω πώς την… κόλλησα, και το θεωρούσα ως μειονέκτημα. (Νομίζω έδωσα και κάποια περιγραφή της συνεσταλμένης έως και ενοχικής ιδιοσυγκρασίας μου, που δεν ταίριαζε στο ελάχιστο με τον σωματότυπό μου)

 *Αστερίσκος τρίτος.

Εγώ δεν αρίστευσα στο Λύκειο για να περάσω στα Πανεπιστήμια. Και μη άριστος να ήμουν, αν… «ξεσκιζόμουνα»- συγγνώμη κιόλας-  στο διάβασμα,  θα πέρναγα. (Όπερ και εγένετο).

*Αστερίσκος τέταρτος.

Εγώ δεν αρίστευσα για να δώσω εξετάσεις μεταξύ αριστούχων, να τις περάσω  και να πιάσω δουλειά στην Τράπεζα, αμέσως μετά την εφηβική μου… κρίση!  Κάθε άλλο. Εγώ ονειρευόμουν να είμαι ένας μέτριος μαθητής, άσημος και αθόρυβος, να γίνω ένας μελετηρός, αλλά άσημος, αθόρυβος και λίγο άτακτος φοιτητής -δηλαδή ένας… κανονικός φοιτητής- και να καταλήξω ένας όσο μπορούσα πιο  καλός καθηγητής φιλολογίας, ώστε  να διδάξω όσα με δίδαξαν οι δικοί μου καλοί καθηγητές κι ακόμα περισσότερα, να διδάξω παιδαγωγικά, δηλαδή να διδάξω… τη ζωή. Όμως, ούτε γι’ αυτό αρίστευσα.

*Αστερίσκος πέμπτος.

Εγώ, τέλος, δεν αγωνίστηκα να αριστεύσω, για οτιδήποτε άλλο είναι δυνατό να περνάει από το μυαλό του οποιουδήποτε.

Ο πραγματικός λόγος

 Εγώ διάβασα πολύ, ξενύχτησα, κουράστηκα, για τον ένα ­και­ μοναδικό­ λόγο που θα μου έδινε τεράστια χαρά, ένα απερίγραπτο συναίσθημα κι ένα πραγματικό καμάρι: Εγώ ήθελα να πρωτεύσω, αν θέλεις το πιστεύεις, για να… σηκώσω την Ελληνική  σημαία  στα χέρια μου, σε κάποια από τις επετείους, μία και μοναδική, έστω,  φορά. Τη σημαία του σχολείου, του δημοτικού  ή του Λυκείου, τη σημαία της Ελληνικής πατρίδας, της Ελλάδας που τόσο αγαπούσα. Τη σημαία μου. Έτσι τη θεωρούσα… Δική μου. Και την ήθελα. Πολύ.( Ρε, πώς την ήθελα!)

Όμως αυτή η ανείπωτη χαρά έμεινε… ανείπωτη. Αυτή την απέραντη ευδαιμονία δεν την ένιωσα ΠΟΤΕ! Γιατί, αν και ήμουν αριστούχος, κάποιος άλλος δαίμονας σήκωνε, κάθε φορά, τη σημαία μου. Γιατί αυτός ο άλλος ήταν καλύτερος από μένα. Ήταν ο πρώτος μαθητής! Και ήταν δίκαιο αυτό. Αυτό ήταν το μόνο δίκαιο. Γιατί τη  σημαία τη σηκώνει μόνο ο πρώτος μαθητής. Μόνο αυτός γίνεται σημαιοφόρος! Μόνο ο ΠΡΩΤΟΣ! Κι ο καλύτερος! 100% θεμιτό, και δίκαιο και αξιοκρατικό. Έτσι πρέπει να είναι. 100%! 

Όμως προσπάθησα. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν προσπάθησα. Και τη σημαία να σηκώσω και το όνειρό μου να εκπληρώσω. Προσπάθησα. Κάθε χρόνο προσπαθούσα. Επί δώδεκα συναπτά έτη. Ξενυχτούσα μελετώντας. Κι αν μερικοί με λένε «ξύπνιο», δεν είναι επειδή είμαι έξυπνος, αλλά επειδή δεν έχω κοιμηθεί. Μου λείπει ύπνος, δηλαδή!

Δυο αιτίες αγαλλίασης, και ­ πρώτα η πρώτη

Αυτά. Και τώρα που τα αποκάλυψα, μετά από δεκαετίες ολόκληρες, ξαλάφρωσα. Και αναπολώντας, σήμερα, την εποχή της νεότητάς μου, μια εποχή που έφυγε μέσα από τα χέρια μου, χωρίς πολλές από τις νεανικές ανεμελιές, αλλά κυρίως χωρίς το σήκωμα της Ελληνικής Σημαίας, σήμερα νιώθω αίφνης εκείνη την αναπάντεχη και ανείπωτη αγαλλίαση. Καλύτερη και από τη χαρά που δεν κατάφερα να νιώσω τότε. ( Ίσως).  Και νομίζω ότι αυτή η αγαλλίαση οφείλεται σε…  δύο αιτίες. Δηλαδή η ουσία είναι …δύο. Και τώρα θέλω να γνωστοποιήσω αυτές τις δύο ­ουσιαστικές αιτίες, σε όλους, αλλά πιο πολύ να τις συνειδητοποιήσω εγώ ο ίδιος. 

Την  πρώτη αιτία  θα την παραθέσω ευθύς αμέσως σε αυτή την ενότητα και  τη θεωρώ ως λιγότερο σημαντική από τη δεύτερη, αλλά ταυτόχρονα  πολύ σπουδαία. (Σκέψου δηλαδή πόσο σπουδαία θα είναι η δεύτερη!). Η πρώτη αιτία, λοιπόν,  είναι ότι μέχρι τα δεκαεφτάμισί μου χρόνια εκπαιδευόμουν πάνω σε μιαν «Αρχή», που ενώ είναι νομικά, ηθικά,  συνταγματικά καταγεγραμμένη και ισχυρή και τηρείται αυστηρά στα σχολεία, εν τούτοις  καταστρατηγείται παταγωδώς και μεγαλοπρεπώς σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας: την ­αξιοκρατία!  Γιατί, την κάθε σημαία της ζωής, πρέπει να τη σηκώνει πάντα ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ.  Αξίωμα είναι αυτό, το οποίο όμως  δεν τηρείται στην επαγγελματική μας  ζωή. Και το κρατάω ως αξίωμα αλλά και ως… βιοθεωρία, για να αιτιολογήσω -όχι δικαιολογήσω- την όποια «αποτυχία» μου στη ζωή,  στην εργασία μου, στις σχέσεις μου, στην  ευμάρεια, στη διάκριση και όπου απαιτείται  θεμιτή άμιλλα. Γιατί εγώ τα τήρησα όλα αυτά. Και, ενώ στο σχολείο ήμουν άριστος, αλλά όχι πρώτος, αργότερα, στη ζωή μου, και κυρίως στη δουλειά μου,   ήμουν ο διακεκριμένος, ήμουν ο πρώτος και ο καλύτερος.  Αλλά αυτό,  δυστυχώς,  δεν ήταν αρκετό. Χρειαζόταν απαραιτήτως  να πάρω μεταπτυχιακό κομματόσκυλου, μάστερς  αφισοκολλητή ή (και)  μπάτσελορ  «στωικού» α-σόφου! Αυτά τα… διπλώματα δεν τα ξεδίπλωσα ποτέ,  διότι δεν τα απέκτησα ποτέ και δεν τα είχα. (Παραπέμπω στη χρήση του βοηθητικού ρήματος έχω και στην έννοια που έχει πάρει σήμερα, ως νεολογισμός: Το έχω. Εγώ δεν το είχα τότε και δεν το έχω ούτε τώρα και προφανώς δεν θα το έχω ποτέ. Δεν το έχω, ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε!)

Ιδού η δεύτερη αιτία αγαλλίασης, και… τα σέα και τα μέα

Και η δεύτερη αιτία χαράς, αγαλλίασης αλλά και άλλων ευπρόσδεκτων συναισθημάτων που νιώθω σήμερα, είναι ότι, ό,τι έχω καταφέρει στη ζωή μου, που δεν είναι και λίγα τελοσπάντων, δηλαδή που δούλεψα στην Τράπεζα, σπούδασα, ένιωσα, χάρηκα, γνώρισα ανθρώπους, γύρισα τόπους, έχω αναμνήσεις, έμαθα σεβασμό, ευγνωμοσύνη, έμαθα να πιστεύω και να δυσπιστώ, έμαθα να σκέφτομαι, διατήρησα την αξιοπρέπειά μου, απόκτησα φίλους που με αγαπούν, με επισκέπτονται, με υπολήπτονται και με υπολογίζουν, παλιά στελέχη, παλιοί συνάδελφοι, παλιοί συμμαθητές, αγαπημένες φυσιογνωμίες, διαβάζουν τα γραπτά μου, διαβάζουν τα βιβλία μου, συμμετέχουν στις εκδηλώσεις μου,  και γενικά το ότι,  μέχρι στιγμής,  δεν μου λείπει τίποτα από όσα θέλω -το μυστικό είναι,  βέβαια, ότι δεν θέλω πολλά!- όλα αυτά τα οφείλω σε ένα χειροπιαστό αντικείμενο που για μένα απέβη… άπιαστο σύμβολο! Σε αυτό  το σύμβολο οφείλω ακόμα και ότι  διδάχθηκα  να πολεμάω και τις  αντιξοότητες και τις κακοτοπιές  και τις περικοπές  και τις λοβιτούρες και τις λαμογιές, και τα ψέματα, τα ατέλειωτα ψέματα, τα αμέτρητα ψέματα, τα ανερυθρίαστα πρόσωπα του κάθε  ανάξιου, του κάθε ανίκανου, του τεμπέλη, του φραπεδιάρη, του  εφιάλτη της πατρίδας, του  άχθους  αρούρης.   Και για να τελειώνω επιτέλους  αυτό τον ακατάσχετο βερμπαλισμό μου, δηλώνω τελικά, κατηγορηματικά και… ομοιοκαταληκτικά, ότι:

Όλα τα σέα και τα μέα
τα χρωστάω σε μια σημαία!…

Επιμύθιο

Ονομάζομαι Γεώργιος Χαλιώτης. Είμαι ένας άσημος και  ασήμαντος άνθρωπος κι έτσι θα παραμείνω και  στην υπόλοιπη διάρκεια της ζωής μου, που δεν ξέρω πόση θα είναι. Εκατομμύρια άνθρωποι είναι σαν κι εμένα: άσημοι και ασήμαντοι. Χαίρομαι που ανήκω σε αυτούς. Αυτούς που δεν θα έχω την μεγάλη τύχη να γνωρίσω και αυτούς που δεν θα με γνωρίσουν κι εμένα ποτέ.  Και όλες οι  αμέτρητες στιγμές  που έχουμε ζήσει θα κατασταλάξουν σε μια  τελευταία στιγμή, όπου θα εξατμιστούμε, χωρίς ποτέ να γνωριστούμε αλλά και χωρίς ποτέ  να πάψουμε να είμαστε άσημοι και ασήμαντοι. Μέχρι τότε, όπως έλεγε ο ποιητής  T.S. Eliot, θα συνεχίσουμε τις εξερευνήσεις μας, ώσπου να φτάσουμε εκεί που ξεκινήσαμε  και γνωρίσουμε τον τόπο μας, για πρώτη μας φορά.

Μέχρι τότε, εγώ προσωπικά θα δηλώνω  επισήμως και μετά πλήρους επίγνωσης των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως ότι,  όλα τα πάντα, τις χάρες και χαρές που έζησα, τις οφείλω σε μια σημαία. Μια σημαία ελληνική. Μια σημαία που δεν σήκωσα ποτέ.  Μόνο σήμερα.

Βραχονησίδα κάνω την καρδιά μου, κι απάνω της κοτσάρω το κοντάρι με τη σημαία μου. Επιτέλους! Και κανείς δεν μπορεί να την βγάλει από δω μέσα. Κανείς!..

Και φέρω κι ένα όνομα,  που, τελικά,  ποτέ του δεν  θα βγει απ’ την αφάνεια, αλλά  αυτό ποσώς με νοιάζει.  Ονομάζομαι  Γεώργιος  Χαλιώτης… Είμαι  ένας άσημος κι ασήμαντος, αλλά όχι… α-σήμαιος άνθρωπος! Έχω μια  τεράστια ελληνική σημαία  μέσα στην καρδιά μου… []

 Γεώργιος Χαλιώτης

 

Για την αντιγραφή ΑΡΙΣ. ΠΑΝ. ΑΝΤΑΝΗΣ)                            

Τρία υστερόγραφα του αντιγραφέα

ΥΓ πρώτο

 Ρε, τι κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα στην καρδούλα του! Αν και, όπως το ξεκαθάρισα από την αρχή, αυτή η ιστορία είναι  παντελώς φανταστική. Παρ’ όλα αυτά δεν παύει να είναι… εντυπωσιακή! Δεν ξέρω για σένα, αλλά για μένα  είναι σίγουρα. Εντυπωσιακή.  Και απίστευτη! Ρε, τι κουβαλάμε μέσα μας!

ΥΓ Δεύτερο

Γνωρίζω πολύ καλά  ότι  ένας συγγραφέας αποφεύγει να χρησιμοποιεί στα κείμενά  του παχιά γράμματα (bold), πλάγια γράμματα (Italic) και αποσιωπητικά (3 τελίτσες …), διότι αδυνατίζουν το λόγο του και δείχνουν ελλιπή ικανότητα στο χειρισμό της γλώσσας και στον έλεγχο της πένας του.

Επειδή εγώ χρησιμοποιώ, ίσως και υπέρ το δέον, αυτά τα στοιχεία, ζητώ συγγνώμη,  αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το μόνο που ίσως με απαλλάσσει κάπως από αυτή τη μομφή είναι το γεγονός ότι  αυτά αφορούν στους συγγραφείς. Κι εγώ  ποτέ δεν δήλωσα πως είμαι συγγραφέας. (‘Άλλο συγγραφέας κι άλλο… αντιγραφέας).

ΥΓ Τρίτο

Εξ άλλου ας  μη διαφύγει της προσοχής ουδενός η προειδοποίηση που φαίνεται στην πρώτη- πρώτη γραμμή, στην πρώτη σελίδα αυτού το κειμένου, ότι δηλαδή: Μετά την πρώτη ανάγνωση αυτό το κείμενο… αυτοκαταστρέφεται.

2 Replies to ““Σημαία””

  1. Aγαπητέ κε Χαλιώτη, καλέ μου ήρωα από λέξεις, όποιος αγαπά και τιμά την πατρίδα του όπως εσεις, ένας Ελληνικός άνθρωπος ,όπως φαίνεστε…έχει παντα στη καρδιά ,το σύμβολο της σημαίας, υψωμένο!
    Ούτε κοντάρια, ούτε παρελάσεις, ούτε φιέστες, κάνουν την τιμή μεγαλύτερη. Μη στενοχωρείστε λοιπόν, είστε ένας σημαιοφόρος “ουσίας”και όχι παρουσίας!

  2. Σήμερα επέστρεψα για λίγο στο σπίτι από την Ερέτρια, για να πάμε τα αγγλάκια πιτσιρίκια στην Ακρόπολη και στο Μουσείο. Σήμερα τους έχω εδώ και κοιμούνται και βρήκα λίγη ησυχία να ανοίξω το ίντερνετ. Σήμερα λοιπόν είδα την ανάρτηση της “Σημαίας”. Πρώτα πρέπει να ευχαριστήσω από καρδιάς τον Ιάκωβο, που επιμελήθηκε το κείμενο και το παρουσίασε τόσο όμορφα που νομίζω ότι καθώς το διάβαζα ανακάλυπτα και κάποια άλλα θετικά στοιχεία, που ήταν σε λανθάνουσα κατάσταση. Παίζει τεράστιο ρόλο η παρουσίαση ενός κειμένου. Σε ευχαριστώ πολύ, Ιάκωβε. Παρα πολύ.
    Φυσικά πρέπει να ευχαριστήσω και τη φίλη μου και ενα πνεύματι αδελφή, Κυρία Τζένη Κουφοπούλου. Δεν ξεχνώ ότι η γνωριμία μας έλαβε χώρα μέσα από τη Διασπορική και γι αυτό είμαι διπλά χαρούμενος και υπερήφανος.
    Τζένη , συμφωνώ με το σχόλιό σου, και σε ευχαριστώ πολύ. Πιστεύω να συμφωνήσει και ο Γεώργιος Χαλιώτης. Ακόμα και αν συμφωνήσει όμως δεν νομίζω ότι θα ακυρώσει την αφιέρωση της ιστορίας στον Υπουργό Παιδείας, Ερευνών και Θρησκευμάτων. Τον ξέρω καλά. Θέλει να τιμά τους ανθρώπους που έχουν αξία, ακόμα κι αν θίγει τη μετριοφροσύνη τους! Σας ευχαριστώ παρα πολύ,
    Με πολλή αγάπη και με υπόληψη
    Ο αντιγραφέας
    Άρις Αντάνης
    Χρόνια πολλά και η Παναγία να σας δίνει υγεία και εμπνοές.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *