Βουβή Σύγκρουση

Share

Η Βουβή Σύγκρουση δύο Τιτάνων της Ελληνικής Λογοτεχνίας: του Νίκου Καζαντζάκη και του  Άγγελου Σικελιανού

Δρ Πιπίνα Έλλη (Dr Pipina D. Elles )

Την πρώην σύμπνοια ανάμεσα στους δύο ποιητές, την παραμερίζει μία βουβή σύγκρουση, η οποία έρποντας ανάμεσά τους, ωθεί στην απομάκρυνση του ενός από τον άλλον. Ο Καζαντζάκης διανύει μία περίοδο κατά την οποία, καθώς δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του, και κυρίως σε σχέση με τις προσδοκίες του πατέρα του[1] για το άτομό του, καταλήγει σε υπερβολικό άγχος και θέλει να πεθάνει[2]. Το άγχος του συνδέεται επίσης με την απομάκρυνσή του από τον Σικελιανό, στην οποία πιθανόν να συνέβαλε και η κοινή απογοήτευσή  τους, εξαιτίας της άγονης αναζήτησής τους για κοινόβιο. Επιπλέον το γεγονός ότι ο Σικελιανός έχει την οικονομική άνεση να συγκεντρωθεί με επιτυχία αρχικά στην ποίησή του και αργότερα στην Ιδέα της Αναγέννησης των Δελφικών Εορτών, είναι αρνητικό στοιχείο στην σχέση του με τον ετούτον. Ο Καζαντζάκης θεωρεί όλες ετούτες τις προσπάθειες του Σικελιανού αρνητικές για την ποίησή του, και ακόμη περισσότερο γιατί ο ίδιος παλεύει για την εξασφάλιση οικονομικών πόρων απαραιτήτων στην πνευματική του δημιουργικότητα.

Παρά το γεγονός ότι και οι δύο διανοούμενοι έχουν αποδεχτεί πως ο καθείς τους ακολουθεί το πεπρωμένο του[3], ο χωρισμός τους βαραίνει. Την περίοδο που ακολουθεί τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Καζαντζάκης διέρχεται μία σοβαρή κρίση.  Έχει απομακρυνθεί από τον Σικελιανό, η αυτοσυγκέντρωσή του τον απομονώνει, και στον νου του εκκολάπτεται η κοσμοθεωρία του, όπως την παρουσιάζει αργότερα στην Ασκητική[4]. Θέλοντας μάλιστα να επισφραγίσει το χάσμα που διευρύνει ανάμεσά τους, η κοσμοθεωρία του, γράφει στον Σικελιανό ότι οι δρόμοι τους “χωρίστηκαν”. Στην Γαλάτεια[5] κηρύσσει μέσω επιστολής ότι απομακρύνθηκε από “πολλούς φίλους”, και αναφέρεται στην επιστολή του στον Σικελιανό. Καταθέτει ότι έχει παρακολουθήσει τα ενδιαφέροντα και την δράση του Λευκαδίτη ποιητή και έχει πειστεί, ότι αυτός παρεκκλίνει της αποστολής του ως ποιητή, ακολουθώντας δρόμο διάφορο των ικανοτήτων του ή του προορισμού του. Οι παρατηρήσεις του αποκαλύπτουν ότι ενοχλείται από την πορεία του Σικελιανού. Βέβαιος για την δική του εσωτερική δύναμη, εξηγεί στον Σικελιανό, για την αμετάκλητη απόφασή του να τον αφήσει στην πορεία του: “…νιώθω πως ο Θεός μου βαδίζει ολοένα στην ερημιά και θέλει να περάσει τον τελευταίο άθλο: την ελπίδα…”, του γράφει. Ο Σικελιανός ανταπαντάει καυστικά, πίσω από τη φαινομενική του “μειλιχιότητα”:

“Ελπίζω πως θα μόχεις συγχωρήσει, αν που και πότε σκέφτηκα να Σου θυμήσω την αγάπη μου, και τούτο γιατί ξέρω πως στηρίζεται βαθιά μου σε μια αιώνια βάση, σαν ο σάπφειρος σκληρή, πολύτιμη και λεία”.

Συνεχίζει: “Αλλ’ αν, όπως λες, ο Θεός σου έχει βυθίσει και βυθίζεται στην ερημία, για να ξεπεράσει και τον ύστερο άθλο, την ελπίδα, στην ψηλότερη διαπόρθμευση, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν θα ξαφνιστείς πιστεύω αν μέ ‘βρεις, σαν από καιρό φτασμένο, ν’ αγρυπνώ, να καρτερώ και ν’ αγναντεύω.”[6].

Μολονότι καθείς τους χαράζει τη δική του πνευματική τροχιά, αλληλογραφούν εκ νέου[7]. Η δύναμη της νεανικής τους φιλίας, παρά την κατά διαστήματα, αναχαίτησή της, επιμένει να τους φέρνει κοντά.  Η Ελένη[8] πληροφορεί ότι το 1924, μάταια  ο Καζαντζάκης -μόνος ή με τον Σικελιανό-, είχε χτυπήσει πόρτες[9] για την εύρεση ησυχαστηρίου για τον εαυτό του και τους ομόπνους φίλους. Οι δύο άνδρες επιδιώκουν τον “Ησυχασμό”, πνευματική μέθοδο για ηθική τελείωση, αυτό που αποκαλείται “Ησυχαστική πρακτική των μοναχών του Αγίου Όρους”, πληροφορεί ο Πρεβελάκης[10]. Επιδιώκουν την “νήψιν”[11], να πετύχουν ώστε τα σώματά τους να αποβούν “ναοί του Αγίου Πνεύματος”[12]. Όμως ο διακαής πόθος τους δεν υλοποιείται τελικά και ο Καζαντζάκης εκμυστηρεύεται στον Πρεβελάκη[13] “τη μεγάλη του πίκρα”, όταν συλλογίζεται τον Σικελιανό και την επιθυμία τους, του τότε. 

Ο Σικελιανός, όπως τότε, που είχε πρωτογνωρίσει τον Καζαντζάκη, του  είχε αφιερώσει ποίημά του, τα παρόμοια πράττει και στο συμβολικό χωρισμό τους[14]. Ο Πρεβελάκης γνωστοποιεί την πληροφόρησή του από  τον Σικελιανό[15], σχετικά με ετούτο το ποίημα, το 1939[16]. Ο Καζαντζάκης στέλνει στον Λευκαδίτη ποιητή την Ασκητική[17]

Από τις επιστολές του Σικελιανού προς τον Καζαντζάκη[18], διαπιστώνεται το αμετακίνητο της κοσμοθεωρίας του πρώτου. Ο Λευκαδίτης [19] βαδίζει πάντα την “ίδια οδό”, της αγάπης προς τα οικεία, τα πάτρια και ταυτόχρονα ανθρώπινα, όπως άλλοτε είχε κάνει ο Δ. Σολωμός[20]. Ο δε  Καζαντζάκης, στο διάστημα της παραμονής του στο Ηράκλειο, σχεδιάζει “παράνομη πολιτική δράση”[21] χωρίς επιτυχία. Στις 29/7/1924, σε επιστολή του προς τον Σικελιανό, σταλμένη από το Ηράκλειο[22], ο Καζαντζάκης υπογραμμίζει την πνευματική του κατεύθυνση και τους στόχους του.  Εκμυστηρεύεται τον τρόπο της ζωής του στην μοναχικότητα, δίχως φίλους, την ελευθερία του και τα συναισθήματά του προς τους άλλους και κάνει την απάνθρωπη ευχή  για τον εαυτό του: “Ο Θεός να δώσει σε όλη μου τη ζωή να βαστάξει η ερημία τούτη κ’ η σιωπή”. Παρ’ όλες τις αντιθέσεις και τα παράδοξα της επικοινωνίας τους, οι δύο άνδρες εξακολουθούν να μιλούνε σε υψηλό πνευματικό επίπεδο, χωρίς ωστόσο να αποφεύγεται κάποτε και ο ανάμεσά τους, αιχμηρός τόνος[23]

Από το θέρος του 1924[24], και για τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια, οι δύο ποιητές δεν επικοινωνούν. Ο Καζαντζάκης εξακολουθεί να ψέγει τον Σικελιανό για την κατά την άποψή του “επιπόλαιη ζωή του”[25], και ο Σικελιανός κάνει κάτι ανάλογο επικοινωνώντας με την κοινή φίλη τους, Έλλη Λαμπρίδη[26]. Η άποψη του Καζαντζάκη,  για τον ενθουσιασμό του Πρεβελάκη έναντι του Σικελιανού, ως “νεανικής πλάνης”, αποκαλύπτει στοιχεία αντιζηλίας αφενός για την επιτυχία του Σικελιανού στις Δελφικές Εορτές και αφετέρου για την προσέλκυση του Πρεβελάκη προς τον Σικελιανό. Εξακολουθεί λοιπόν να επιμένει στην άποψή του, ότι ο Σικελιανός σαν ποιητής πήγαινε χαμένος[27]. Αργότερα, το 1940, σε τυχαία συνάντηση της Ελένης Σαμίου και του ζεύγους Σικελιανού, ο Λευκαδίτης ποιητής, εκφράζει την επιθυμία του να συναντήσει τον Καζαντζάκη[28], καθώς ωθείται από την ανάγκη επικοινωνίας με τον αγαπημένο σύντροφο των νεανικών του χρόνων. Δεν ανταμώνουν, για να συναντηθούν τελικά, στο σπίτι του κοινού τους φίλου, Πρεβελάκη[29]. Το χρονολόγιο ως εκείνη την στιγμή, αποκαλύπτει πόσο δύσκολο ήταν  για τους δύο άντρες, να αποκοπούν εντελώς ο ένας από τον άλλον.  Στην περίοδο που ακολουθεί την επανασύνδεσή τους, ο Καζαντζάκης γράφει το μυθιστόρημα Καπετάν Μιχάλης[30] και το δράμα Κούρος, τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως όχι μόνο στη σχέση του Καζαντζάκη με την ιστορική τύχη της Κρήτης, αλλά και  “στην ανάλυση της προσωπικής του σύγκρουσης  σε ασυνείδητο επίπεδο με τον πατέρα του και με τον Σικελιανό”. Στον Κούρο, “ο λυτρωτής αρχέφηβος”, είναι αυτός ο Σικελιανός, όπως παρουσιάζεται στον ποίημά του, ο Αλαφροΐσκιωτος.

Άσχετα όμως προς όλα, όσα κατά καιρούς, δήλωνε ο Καζαντζάκης, για τις διαφορετικές προσπάθειες έκφρασης του Σικελιανού, εξακολουθεί να πιστεύει στο ποιητικό του ταλέντο και το δείχνει με διάφορες ενέργειες, όπως την αφιέρωση της  Τερτσίνας  “του Άγγελου Σικελιανού[31], την πρώτη από όλες.  Και όταν εξέδωσε την Οδύσσεια, έστειλε το αντίτυπο ‘Θ’ στον Σικελιανό[32] με την αφιέρωση: “Του μεγάλου αδερφού Άγγελου Σικελιανού,  πάντα, Ν. Καζαντζάκης, Πάσχα 1939”.

Όταν ύστερα από τις δεύτερες Δελφικές Εορτές η Ελληνική Κυβέρνηση αποφασίζει να αναθέσει την οργάνωσή τους, σε σώμα εκλεγμένο από την Βουλή των Ελλήνων[33], ο Σικελιανός σταματά τα Δελφικά κηρύγματα (1936) και συγκεντρώνεται στην ποιητική δημιουργία[34]. Διανύει μία περίοδο οικονομικής και ψυχικής δυσχέρειας και αποζητά τον φίλο της νεότητάς του, Καζαντζάκη[35]. Ο Πρεβελάκης, αποβαίνει θετικός συνδετικός κρίκος των σχέσεων των δύο ποιητών[36]. Το 1938, περίοδο του χωρισμού των δύο, η Έλλη Λαμπρίδη[37], κοινή φίλη, δηλώνει από το ραδιόφωνο ότι ο Καζαντζάκης και ο Σικελιανός, είναι “οι  δυο σήμερα μεγάλες πραγματικότητες της Ελλάδας!” και φέρνει τους δύο και την σχέση τους στο προσκήνιο της ελληνικής επικαιρότητας. 

Το 1940,  όταν ήταν γεγονός πλέον ο πόλεμος στην Ελλάδα και οι μεν δεξιοί κατηγορούν τον Καζαντζάκη ως πληρωμένο κομμουνιστή από την Μόσχα, oι δε αριστεροί ως πράκτορα του Intelligence Service, ο Σικελιανός του συμπαρίσταται, στέλνοντας με την Ελένη Σαμίου καλλιγραφημένο ποίημά του και το μήνυμα αν θέλει να πάνε στην Ήπειρο[38].  Ο Πόλεμος τους ξαναφέρνει κοντά[39].

Οι δύο ποιητές ανταλλάσσουν επιστολές οι  οποίες διακρίνονται για την αγάπη, την κατανόηση, την λεπτότητα και την ευαισθησία[40]. Αν ο Σωκράτης μιλούσε με τη γλώσσα της σωφροσύνης και η Σαπφώ με την γλώσσα της αγάπης – έρωτα, ανάμεσα στους ομόπνοους συντρόφους τους, οι ποιητές μας  συνδύασαν και τα δύο[41]. Αποτέλεσμα αυτής της σημαίνουσας αλληλογραφίας, υπήρξε η άφιξη του Σικελιανού και της Άννας στην Αίγινα[42]. Η  Ελένη Καζαντζάκη αφηγείται στο έργο της Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος, την κοινή διαβίωσή τους στο νησί και συγκρίνει τους δύο άντρες[43].

Πέρα όμως από τις κοινές εμπειρίες στο παρελθόν, τους δύο άντρες τους ενώνουν  και κοινές αποτυχίες, οι οποίες σχετίζονται με τα πολιτικά της εποχής. Με την αποχώρηση των Ναζί, οι δύο ποιητές μαζί και ο Βλαχογιάννης και ο Παρθένης, κηρύσσονται μέλη της Ακαδημίας, με διάταγμα της νέας, υπό τον Γ. Παπανδρέου, Κυβέρνησης, όταν  ετούτος καταφθάνει στην Αθήνα ως Κυβερνήτης, στα μέσα Οκτωβρίου 1944. Τελικά όμως απορρίπτονται[44]. Ο Καζαντζάκης δε διστάζει να προβαίνει στο μεταξύ, σε νέες ενέργειες ηγεσίας, όπως το 1945 ως Πρόεδρος της “Σοσιαλιστικής Εργατικής Ένωσης”, ή το 1946 όταν ιδρύει την “Διεθνή του Πνεύματος”  Ένωση[45], παρόμοια όπως είχε κάνει στο Ηράκλειο το 1924, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε βαθιά μέσα του μεταξύ πολλών άλλων επιθυμιών του, και ετούτη η τάση.

Με την υπόθεση του βραβείου Νομπέλ[46] τα πράγματα ανάμεσα στους δύο ποιητές είναι και πάλι γκρίζα[47].  Αργότερα και ενώ βρίσκεται στο Λονδίνο[48], παραπονείται για τον Σικελιανό”, σε σχέση με το βραβείο Νομπέλ, καθώς ο ίδιος είχε βαθιά μέσα του την ανάγκη της αποδοχής του από τους Έλληνες και την Ευρώπη, με την εγωκεντρική ίσως επίγνωση, ότι είχε προσφέρει τεράστιο πνευματικό έργο σε διεθνές επίπεδο. Όπως επεξηγεί ο Γιάννης Μαγκλής[49], το αδίκημα εναντίον του, οφειλόταν στην αρνητική μεσολάβηση υψηλών προσώπων από τον Ελλαδικό χώρο. Η επιθυμία του για την αναγνώριση και την επιβράβευση των πνευματικών του αγώνων, σχετιζόταν άλλωστε και με την οικονομική του κατάσταση, καθώς πάντα χρειαζόταν οικονομικούς πόρους για την διαβίωσή του, την συγγραφή, την έκδοση των βιβλίων του και για τα ταξίδια του.

Τελικά όμως τα σχετικά με τις φιλοδοξίες ή τις απογοητεύσεις των δύο ποιητών, αποδεικνύονται κάποια στιγμή μάταια. Ο Σικελιανός που υποφέρει από την καρδιά του από το 1946[50], πλήγεται από εγκεφαλικό επεισόδιο το 1950 και την 19η Ιουνίου 1951, αποβιώνει[51]. Ο Καζαντζάκης που βρίσκεται στην Αντίπολη”[52] πληρώνοντας φόρο τιμής στη μνήμη του αποθανόντος φίλου, του αφιερώνει την μετάφρασή του, της Θείας Κωμωδίας. Στην αφιέρωσή του γράφει: “il miglior fabro del parlar materno[53]. Το κεφάλαιο της μακροχρόνιας σχέσης των δύο ανδρών, που έμελλε να σημαδέψει τον βίο τους και να επηρεάσει τις σχέσεις τους με τους γύρω και αυτήν την Πολιτεία, κλείνει μάλλον τραγικά.

 

*Το αμέσως παραπάνω κείμενο,
παρουσιάστηκε στο Forum,
του Flinders University, 2003·
δεν δημοσιεύτηκε.

 

______________________

[1] Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, ο. π.,  σσ. 79-84, έτος: 1922.

[2] “Ήθελα να ξαπλώσω χάμου και να κλείσω τα μάτια”, Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, ο. π., σ. 86. Ο Richard Appignenesi λέει ότι το ‘Being’ δεν είναι κάτι που απλά συμβαίνει, αλλά δώρο που μπορεί να διαγραφεί, Richard Appignenesi  and Oscar Zarate, Introducing Existencialism, Icon Books U.K., Totem Books USA, p. 74.

[3] Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π.,  σσ. 170-171.

[4]Ο Πρεβελάκης χαρακτηρίζει τον Καζαντζάκη αυτής της περιόδου “Νεόφυτο”, ως προς την κοσμοθεωρία του, και τα οράματα του Σικελιανού, ως “καθαρή χείμαιρα”.  Π. Πρεβελάκης, Ο Καζαντζάκης, Επιμνημόσυνος Λόγος, Τετράδια Ευθύνης 3, Αθήνα σ. 16-17 Κυριάκος Μητσοτάκης, Ο Καζαντζάκης μιλεί για Θεό, Αθήνα 1972 (Περίληψη της Ασκητικής από τον Καζαντζάκη, σσ. 71-86). Για την εξέλιξη και για τα αποτελέσματα της προσπάθειάς του σχετικά με την περίφημη Ασκητική εξηγεί στη Γαλάτεια, Επιστολές προς Γαλάτεια, 9 Αυγούστου 1922, σ. 63.

[5] Ο Καζαντζάκης στις 4 Δεκεμβρίου 1922, στέλνει επιστολή στον Σικελιανό με πρόθεση ίσως να πάψει την τυπική έστω επικοινωνία μαζί του. “έγραψα στο Σικελιανό πως οι δρόμοι μας πια αλλάξανε”, γράφει και επιπλέον, ψέγει τον τρόπο ζωής, που διάγει ο Σικελιανός : “Σαν ψεύτικη, σαν ασύγχρονη μου φαίνεται η ζωή του” Επιστολές προς Γαλάτεια, επιστ. 60, σ. 176.

[6] “Ελπίζω πως θα μόχεις συγχωρήσει, αν που και πότε σκέφτηκα να Σου θυμήσω την αγάπη μου, και τούτο γιατί ξέρω πως στηρίζεται βαθιά μου σε μια αιώνια βάση, σαν ο σάπφειρος σκληρή, πολύτιμη και λεία”. Συνεχίζοντας “Αλλ’ αν, όπως λες, ο Θεός σου έχει βυθίσει και βυθίζεται στην ερημία, για να ξεπεράσει και τον ύστερο άθλο, την ελπίδα, στην ψηλότερη διαπόρθμευση, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν θα ξαφνιστείς πιστεύω αν μέ ‘βρεις, σαν από καιρό φτασμένο, ν’ αγρυπνώ, να καρτερώ και ν’ αγναντεύω.” Ο Σικελιανός από τους Δελφούς στον Καζαντζάκη, στις 9 Δεκεμβρίου 1922.

[7] Στις 10 Ιουνίου 1924, ο Σικελιανός γράφει στον Καζαντζάκη και του ζητάει να εξομολογηθεί στα ερωτήματά του. Ο Καζαντζάκης του απαντά στις 29/7/1924 από το εξωτερικό,  Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης  ο Ασυμβίβαστος, ο. π.,  σσ. 129-132-133.

[8] Ε. Καζαντζάκη, αυτόθι,  σ. 24.

[9] Να αποκτήσουν ένα δικό τους χώρο, ένα αλειτούργητο μοναστηράκι, για να χρησιμοποιηθεί ως κοινόβιο: “Θα δουλεύουμε ολημερίς, το βράδυ θα κουβεντιάζουμε. Τι θάμα… Η ζωή έτσι θα πάρει μιαν άλλη αξία…” γράφει. Στον Πρεβελάκη (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη,  γρ.17, Αίγινα, 1/8/1927, ο. π., σ. 32), γράφει επίσης για τα ανησυχητικά νέα σχετικά με το μοναστήρι, από επιστολή της Λαμπρινίδη. Το θέμα απασχολεί τον Καζαντζάκη τόσο σοβαρά, που παρακαλά το νεαρό φίλο του να φροντίσει να εξετάσει και να μάθει σχετικά με τη μονή του Άι-Γιάννη, επικοινωνώντας με τους: Ελευθερουδάκη και Παπαναστασίου.

[10] Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός,χΤρία κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος, Μορφωτικό ίδρυμα, Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984, σ. 101.

[11] Από το ρήμα: νήφω=γρηγορώ, σωφρονώ.  “Νήψις εστιν έμμεσος λογισμού νήψις, και στάσις αυτού εν πύλη καρδίας” (αντίθετο της “νήψεως” είναι το μεθύσι.

[12] “…ότι το σώμα υμών, ναός του εν υμίν πνεύματος εστιν”, I, Corinthians 6, 19 (p.491): The Interlinear NASB-NIV, Parallel New Testament, in Greek and English, Interlinear Translation by Alfred Marshall, Zondervan Publishing House, 1993.

[13] Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη  στον Πρεβελάκη,  στις 12/9/1929, γρ. 93, ο. π., σ. 162: Αναρωτιέται αν υπάρχει ελπίδα  για τον ποιητή και όχι τον Ιδεολόγο των Δελφικών Εορτών, που επρόκειτο να γίνουν και πάλι το 1930 (υποσ. 9, σ. 163).  Στο γρ. 125, αναφωνεί ότι είναι μεγάλη δυστυχία να χαθεί ένας ποιητής σαν τον Σικελιανό, αφού θεωρεί ότι εκείνος σταμάτησε να ασχολείται σοβαρά με την ποίηση και επιδίδεται στην εγκαθίδρυση των Δελφικών εορτών. Φαίνεται ωστόσο ότι δε σταματά το ενδιαφέρον του για τις δραστηριότητες του Σικελιανού αφού εξακολουθεί να μεμψιμοιρεί τον Σικελιανό, και τον αποκαλεί “Ορφικό Ματσούκα” έχοντας πρώτα διαβάσει στο Ελεύθερο Βήμα, το άρθρο του: “Ο Δελφικός πυρήν φορεύς της παγκοσμίου πνευματικής θελήσεως” (γρ. 131 προς τον Πρεβελάκη (17/71931, σ. 254, υπ. 9).

[14] Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 173.

[15] Μετά από το θάνατό του ο Πρεβελάκης το παράδωσε στην Άννα Σικελιανού, η οποία το έδωσε στο περιοδικό Ν. Εστία,  Χριστούγεννα 1952,  σσ. 48-49. Το ίδιο ποίημα περιέχεται και στον Λυρικό Βίο, τόμ. ΣΤ’,  σ. 123, στα Άπαντα του  Α. Σικελιανού, ο.π.

[16]Έξι χρόνια ύστερα από το θάνατο του Σικελιανού το 1951, ο Καζαντζάκης γράφει στον Πρεβελάκη για τον χωρισμό τους, ότι ήταν αποτέλεσμα της απουσίας του στο εξωτερικό. Ο Σικελιανός προσπάθησε να κρατήσει τη σχέση του με τον Καζαντζάκη, ώστε να υπάρξει στο μέλλον μια συνάντηση ανάμεσά τους. Από το Βερολίνο στις 19 Φεβρουαρίου 1924, του γράφει: “Αυτό ξέρω μόνο·  πως η ίδια η δύναμή μας, η ίδια μας η συνείδηση κι ουσία κορυφωμένη στο βαθμό που τηνέ νιώθω δεν μπορεί παρά και πάλι να μας σμίξει θεούς και παντοδύναμους”. Του δίνει τη διεύθυνσή του: “American Express, Berlin” δείχνοντας έτσι ότι περίμενε την απάντησή του (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π.,  σσ. 173-174).

[17] Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αναγέννηση, Αθήνα τόμος Α’, φυλλ. 11 και 12, σσ. 599-631 Ιούλιο-Αύγουστο 1927 (Π.Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ο. π., σ. 19).

[18] Τέλη Μαρτίου 1923 (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο.  π.,  Παράρτημα: επιστολές 2 και 3), και ξαναγράφει αργότερα, στις 22 Ιουνίου και τον Ιούλιο του 1924.

[19] Του ξαναγράφει στις 10/6/1924, γεγονός που δηλώνει ότι ο Καζαντζάκης του είχε απαντήσει: “Το γνωρίζεις πως ποτέ δεν Σου το ζήτησα, πως πάντα έχω σταθεί σιωπηλός μπρος στη σιωπή Σου, αλλά τώρα είναι καιρός και Σ’ το ζητώ.  Δεν θα διστάσεις ν’ αναγκάσεις τον εαυτό Σου σ’ ένα πλέριο ξομολόγημα που η τέλεια, η υπεράνθρωπη σε Σε προσήλωσή μου δικαιούται να γυρέψει, για την πρώτη και την ύστερη -αν χρειάζεται- φορά” (Ε. Καζαντζάκη, Ν.Κ. Ο Ασυμβίβαστος, ο. π., σσ. 129-132, και Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., Παράρτημα αρ.1, σσ. 213-217).

[20]Ο Σικελιανός θεωρεί την ποίηση του Σολωμού: “κήρυγμα εθνικό… αλλά και πλατύτατα ανθρώπινο μαζί”, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1952, σ. 84.

[21] Αφικνείται στο Ηράκλειο στις 5/7/1924.  Π. Πρεβελάκης,  Τετρακόσια  Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ο. π., σ. 14, και σ. 158, όπου ο Πρεβελάκης παρεμβάλλει στην υποσ. 3 τρία τεκμήρια: την επιστ. 92, την υποσ. από ένα τετράδιο-ημερολόγιο του Καζαντζάκη και την “Απολογία” (γρ. 120), για τη θέση του Καζαντζάκη, έναντι του κομουνισμού.

[22] “να μετατρέψω όσο περισσότερα σκοτεινά συστατικά μου μπορώ και προφτάσω σε πνέμα.  Έτσι μονάχα η ζωή μου κι η προσωπικότητά μου θ’ αποχτήσουν κάποια αξία ασήμαντη μά όση μπορούσα για το Σύνολο”, Ε. Καζαντζάκη, Ν. Κ. ο Ασυμβίβαστος, σσ. 132-133.

[23] Ο Σικελιανός γράφει στον Καζαντζάκη από τους Δελφούς (1/12/1924) παραπονούμενος για τις δηλώσεις του σε κοινούς γνωστούς, για τον τρόπο της ζωής που εξέλεξε: “Το ξένο χέρι ‘γγίζοντας τους κλώνους της ασάλευτης αγάπης μου για Σένα μ’ έκανε να νιώσω, από τη ρίζα στην κορφή της όλη την αθάνατη μοσχοβολιά της” (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 184).

[24] Το 1924, σημειώνεται η έναρξη της γραφής της Οδύσσειας του Ν. Καζαντζάκη.

[25] Στις επιστολές του στον Πρεβελάκη. Ο Πρεβελάκης αναφέρει την παρώτρυνση του Καζαντζάκη προς τον ίδιο, να παρακολουθήσει τις Δελφικές Εορτές, προφανώς για να πληροφορηθεί για την έκβαση αυτών. Ο Πρεβελάκης είχε γράψει δύο άρθρα σχετικά με τις Δελφικές Εορτές στην εφημερίδα “Νέα Ημέρα”, θεωρώντας την προσπάθεια του Α. Σικελιανού ως αξιόλογο “πνευματικό κατόρθωμα αντάξιο γενναίας ψυχής”.  Στις Δελφικές Εορτές έγινε η γνωριμία των δύο, Σικελιανού και Πρεβελάκη. Ο Σικελιανός αντελήφθη ότι το ενδιαφέρον του Πρεβελάκη ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του δημοσιογράφου-ανταποκριτή στην εφημερίδα Νέα Ημέρα. Ανταποκρίθηκε στο ενδιαφέρον του Πρεβελάκη για μια στενότερη πνευματική γνωριμία. Επιστρέφοντας στο σπίτι του στην Αθήνα βρήκε επιστολή του Σικελιανού να τον περιμένει: “σαν θα σε ξαναϊδώ, κοιτώντάς Σε μες στην καρδιά πια, θα Σου πω πώς απ’ την ατσαλένια βάση θα ριχτεί το Μέγα Δόρυ  περ’ απ’ τ’ άστρα!” (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 186).  Ο Πρεβελάκης θεωρεί την άποψη του Καζαντζάκη, για τον ενθουσιασμό του έναντι του Σικελιανού ως “νεανικής πλάνης”, πανομοιότυπη εκείνης της άποψής του σε γράμμα από το Gottesgab της Τσεχοσλοβακίας, στις 12 /9/1929:  ότι δηλαδή ο Σικελιανός σαν ποιητής, πήγαινε χαμένος (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, ο. π.)

[26] 16 Ιανουαρίου 1927.

[27] Με την εντύπωση αυτή για τον Λευκαδίτη ποιητή, βαθιά χαραγμένη μέσα του, ο Καζαντζάκης δυσανασχετεί όταν πληροφορείται για την επανάληψη των Δελφικών Εορτών το 1930.  Η επίκριση του Κώστα Ελευθερουδάκη στο περιοδικό Πειθαρχία με το ψευδώνυμο: Κώστας Χωρικός, στις 8/12/1929, απαντήθηκε από τον Σικελιανό στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα στις 25/12/1929 με τον τίτλο: Οι επικριταί του Δελφικού Έργου, Α. Σικελιανός, Πεζός Λόγος Β’ 447-450 και επίσης: Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, ο. π., γρ. 99 (σ. 174), γρ. 100 (υποσ. 5, σ.178).  Η απάντηση του Σικελιανού θεωρήθηκε από τον Καζαντζάκη: “άμυαλη ολότελα”. Διακρίνεται κάποια αντίσταση εκ μέρους του Καζαντζάκη να αποδεχτεί την επιτυχία του Σικελιανού, όχι μόνον ως ποιητή αλλά και σαν παράγοντα πολιτιστικών δραστηριοτήτων.  Από την Αίγινα, 29/3/1931, σε επιστολή προς τον Πρεβελάκη (Π. Πρεβελάκης,  αυτόθι, γρ. 125, σ. 242) γράφει: “Τι δυστυχία! Και να λογάσαι πως ένας μεγάλος ποιητής χάθηκε  γιατί δεν είχε κουκούτσι μυαλό!”  και επίσης από το Gottesgab  17/7/1931 (Π. Πρεβελάκης, αυτόθι, γρ. 131, σ. 254) γράφει ξανά στον Πρεβελάκη: “Ο ξεπεσμός του Σικελιανού, φριχτός.  Ποτέ δεν περίμενα τόση αθλιότητα.  Μου φαίνεται πως καμιά πια σωτηρία.  Ορφικός Ματσούκας”. Ο Καζαντζάκης, λέει ο Πρεβελάκης (υποσ. 9, σ. 255), είχε ξαφνιαστεί από το άρθρο του Σικελιανού: “Ο Δελφικός πυρήν φορεύς της παγκοσμίου πνευματικής θελήσεως” (ομιλία στο στρατό της Θράκης με την  ευκαιρία των Πυθικών Αγώνων στην Κομοτηνή  (Εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 21-23 /6/ 1931).

[28] Ρωτά αν θα ήθελε να έρθει μαζί του στην  Ήπειρο.  Ο Καζαντζάκης είναι θετικός.  Ο Σικελιανός έρχεται να τον βρει στην Αίγινα.  Κάτι τον βαστά και δεν χτυπά να μπει στο σπίτι του κ. Αυτό το ομολογεί ο Βάσανος ο γείτονας αμαξάς που τον έφερε ως την πόρτα τους (Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης,  ο Ασυμβίβαστος, ο. π.,  σ. 467).

[29] Επιστολή του Καζαντζάκη προς τον Πρεβελάκη (Τετρακόσια Γράμματα, γρ. 282, 25/2/1942, σσ. 504-505, υπ.1).

[30] Β. Καραλής, Κοινωνική ψυχοδυναμική στον Καπετάν Μιχάλη του Ν. Καζαντζάκη, περιοδ.  Διαβάζω, αρ. 377, Σεπτέμβριος 1997, σ. 87.

[31] Ν. Καζαντζάκης, Τερτσίνες, Αθήνα 1960, σ. 11: “Καρδιά, αρμυρή του ανθρώπου βρυσομάνα  / που απ’ τη βουβή του Θεού πηδάς τρομάρα / το φως ερωτεμένη, ασκώσου Μάνα/ του τραγουδιού, και ρίξε ευκή κατάρα / και σκόρπισε τους σκοτεινούς δαιμόνους!”

[32] Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, γρ. 255 υποσ. 1, σ. 476. Ο Σικελιανός ομολόγησε στον Πρεβελάκη ότι το τεράστιο έπος του Ν. Καζαντζάκη δεν του άρεσε (Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., κεφ. Το χρονικό μιας φιλίας, ο. π., σ. 188).

[33] Ο Πρεβελάκης πληροφορεί σχετικά, για τη θέση του ποιητή έναντι των νέων καταστάσεων σχετικών με τις Δελφικές Εορτές (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π.,  σ. 184). Ο Σικελιανός δεν πτοείται για τη συνέχιση του έργου του που διαπνέεται από την εθνική του Συνείδηση.  Μία άλλη ιδέα του είναι εκείνη της Ίδρυσης του Δελφικού Πανεπιστημίου  (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 189, και στο Παράρτημα 4, στο ίδιο βιβλίο).

[34]Ο Σικελιανός που ολισθαίνει οικονομικώς, γράφει στην Εύα ότι θα δεχτεί τη βοήθειά της για την έκδοση των Απάντων του, με ευγνωμοσύνη. Σε επιστολή του προς τον Πρεβελάκη από την Πύλο της Μεσσηνίας (31/8/1937), φαίνεται ξαφνικά ότι ακολουθεί τα βήματα του Καζαντζάκη καθώς λέει ότι έχει ανάγκη από απομόνωση και συγκέντρωση.  Από την Εκάλη (11/1/1938), γράφει ότι πρέπει να συγκεντρωθεί στο να προγραμματίσει τον καιρό που του απομένει: “λίγος ή πολύς -είναι πάρα ποτέ επιτακτική βαθιά μου” (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 191). Είναι η περίοδος της δημιουργίας ποιητικών έργων όπως: Η Ιερά Οδός, Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι  (1935), τα: Στο έρμο χωράφι εκεί στης Σαλαμίνας, Φθινόπωρο (1936-1937), Carmen Occultum, Στην κορφή του Νισύρου, Λίλιθ.

[35] Από τον κοινό τους φίλο Πρεβελάκη ζητάει να του  διαβιβάσει την αγάπη του αν του γράψει: “…πέστε του την πάντα ολόαγνη κι αναλλοίωτή μου αγάπη”, (Σαλαμίνα 12 Δεκεμβρίου 1934, Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π.,  σ. 192).

[36] Αυτό αποδεικνύεται και από άλλα παραδείγματα όπως το ακόλουθο: ο Καζαντζάκης είχε μεταφράσει την τραγωδία Σεμέλη της Γερμανίδας Inge Westphahl που βρισκόταν στην Αθήνα.  Ο Πρεβελάκης ζήτησε από την ποιήτρια να πλησιάσει τον Σικελιανό και να του ζητήσει να διαβάσει τη μετάφραση στη στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Καλών Τεχνών  του Υπουργείου Παιδείας. Το γεγονός έλαβεν χώραν την 24/3/1938, εν απουσία  του Καζαντζάκη, που βρισκόταν στην Αίγινα.  Ο Σικελιανός μίλησε θερμά για τον απόντα μεταφραστή (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 193).

[37] Καθώς ο Καζαντζάκης γράφει στην Ελένη από την Αίγινα (χειμώνα του 1938, Τετάρτη, Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος, σσ. 427-428). Ο Καζαντζάκης δηλώνει πως μ’ όλο που ικανοποιείται από αυτή την εκτίμηση δεν πείθεται ότι έχει επιτύχει στη ζωή του.

[38] Η απάντηση προς τον Σικελιανό από την Αίγινα στις 27 Δεκεμβρίου 1940 (Ε. Καζαντζάκη, Ν. Κ. ο Ασυμβίβαστος, ο. π., σ. 467), έφτασε μεν θετική, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε, πληροφορεί ο Πρεβελάκης (Π. Πρεβελάκης,  Α. Σικελιανός, σ. 194., και Ε. Καζαντζάκη, Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος, ο. π., σσ. 476-477). Ο Καζαντζάκης γράφει από την Αίγινα 24/12/1941: “Να δώσει ο “Θεός”  το 1942  μας νά ‘ναι γιομάτο πράξη και τα δυο αλόγατα, το άσπρο και το σιδερί, να πολεμήσουν πλάϊ-πλάϊ…” Ευχαριστήριες επιστ. και στους: Πρεβελάκη και Σικελιανό από τον Καζαντζάκη  την ίδια ημερομηνία: 25/2/1942 (Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης  ο  Ασυμβίβαστος, ο. π., σ. 478).

[39] Ο Σικελιανός έρχεται μεν στην Αίγινα να βρει τον Καζαντζάκη, δεν επικοινωνεί όμως μαζί  του ίσως από ενδοιασμό. Όταν  ο Καζαντζάκης έρχεται για να τον συναντήσει στην Αθήνα, ο Σικελιανός απουσιάζει (Ε. Καζαντζάκη, Ν. Κ. ο Ασυμβίβαστος, σ. 467). Αργότερα γράφει ξανά στον Πρεβελάκη για τη σχέση τους (Αντίπολη, 4 Μαΐου 1957): “Ξανασμίξαμε και περάσαμε μαζί το καλοκαίρι του 1941”, (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ο. π., σ. 726, γρ. 439, υποσ. 15). Ο Πρεβελάκης αποβαίνει ο μεσάζων της συνάντησής τους, όταν προσκαλεί τον Καζαντζάκη στην Αθήνα, ως φιλοξενούμενό του, τον Ιανουάριο του 1942. Στις 18 Φεβρουαρίου στην κοινή τους γενέθλια ημέρα, ο Καζαντζάκης κατορθώνει και έρχεται από την Αίγινα προσκαλεσμένος του Πρεβελάκη, στην κατοικία του: Μονής Αστερίου 8. “Ο Παντελής Πρεβελάκης του είχε ετοιμάσει μια θαυμαστή έκπληξη: τη συνάντησή του με τον Άγγελο Σικελιανό. Το επόμενο πρωί της άφιξης του Καζαντζάκη, περνά για να επισκεφτεί τον Πρεβελάκη, ο Σικελιανός. Οι δύο παλιοί φίλοι ενώ δεν έχουν καλά-καλά εναγκαλιστεί, κάνουν σχέδια για συμβίωση. “Λίγο βάλσαμο χύθηκε στην ψυχή του Κρητικού, την πληγωμένη από τις διάφορες συκοφαντίες” (Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης ο  Ασυμβίβαστος,  σσ. 477-478).

[40] Πολλές επιστολές του Σικελιανού προς τον Καζαντζάκη, βρίσκονται στο αρχείο Μερλιέ, όπως το ακόλουθο, γραμμένο στην Αθήνα τον Μάρτιο 1942: “Νίκο μου! Η απαντοχή μου όλο το χειμώνα, η πραγματική μορφή για την οποία όλες μου οι δοκιμασίες θα παίρναν νόημα, ήταν (κ’ είναι) ο ερχομός μου με την άνοιξη σιμά Σου κ’ η ύψιστη λυτρωτική χαρά της δημιουργίας που προετοίμαζα […] Άγγελος” (050Μ-051Μ).  Η επιστολή χαρακτηρίζεται από την μνήμη της επανόδου μετά από τη νεκρική για τη γη χειμερινή περίοδο, της θεάς της καρποφορίας ή αργότερα του Διονύσου, την εποχή της αναγέννησης τη ζωής, την Άνοιξη. Ο Καζαντζάκης σε επιστολή από την Αίγινα, εκφράζει την ανυπομονησία του για τον ερχομό του Σικελιανού (12 Απριλίου 1942): “Αγαπημένε  μεγάλε μου Αδελφέ! Δε λέγεται η γλύκα κ’ η χαρά που μας αφήκε η παρουσία Σου· όλο το έρημο τούτο ακρογιάλι πήρε άλλη ουσία. Μετρώ τις στιγμές που μας χωρίζουν  από το οριστικό ερχομό σου.” (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 198).

[41] Ο Σικελιανός που απαντά (12 Απριλίου 1942) διακατέχεται από το ανάλογο πνεύμα. Στις 25/5/1942, ο Σικελιανός και η Άννα βρίσκονται στην Αίγινα. Παραμένουν ως το τέλος  Οκτωβρίου. Έρχονται στην Αθήνα μόνο για να προμηθευτούν τρόφιμα. “Ο Τάκης Καλμούχος είχε προσφέρει το σπίτι του”, πληροφορεί η Ε.Κ. (Ε. Καζαντζάκη, Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος, σ. 478, και Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ο. π., γρ. 282, σσ. 504-505 υποσ. αρ.1, όπου ο Πρεβελάκης γράφει: “Οι μέρες κείνες στάθηκαν, αλήθεια, ευτυχισμένες. Το σπουδαιότερο γεγονός υπήρξε η συνάντηση του Καζαντζάκη με τον Σικελιανό στο σπίτι μου, ύστερα από είκοσι κάπου χρόνια που είχανε να ιδωθούν.”)

[42] Από την Αίγινα (1η Ιουνίου 1942), ο Σικελιανός μοιράζεται τη χαρά του με τον Πρεβελάκη που βρίσκεται στην Αθήνα (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 199). Τον επόμενο χρόνο, ο Σικελιανός αφιερώνει στην Άννα δύο από τα έργα του: Ο Δαίδαλος στην Κρήτη και Το Μέγιστο Μάθημα ((Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., κεφ. Το χρονικό μιας φιλίας, ο. π., σ. 188).

τα οποία έγραψε στην Αίγινα κατά τη διαμονή τους 14/5/1942-τέλη Οκτωβρίου), επίσης αναφορά της Άννας Σικελιανού στο κείμενο της Κατερίνας Λαμπρινού, Στιγμές Ν. Καζαντζάκη, o. π., σ. 55.

[43] ”Σικελιανός-Καζαντζάκης! Τόσο διαφορετικοί φαινομενικά, και τόσο όμοια η φωτιά που έκαιγε. Δίψα για το Απόλυτο και συνάμα παιδιάστικη ψυχή, καλοσύνη, γέλιο, καλαμπούρι, σιχασιά για χοντρόλογα, που είχαν τότε τόσο μεγάλη πέραση στην Αθήνα” (Ε. Καζαντζάκη, N.K. o Ασυμβίβαστος, ο.π., σ. 479). Από Αίγινα 28/10/1942 (Ε. Καζαντζάκη, αυτόθι, σ. 483) ο Καζαντζάκης γράφει “Το ό,τι έζησες εδώ έδωκε νέα ουσία στο έρημο ακρογιάλι μου…”  Επίσης από την Αίγινα σε επιστολή του στον Σικελιανό  (1/10/1943) σχετικά με την απαγγελία του στην κηδεία του Παλαμά, και ότι εξακολουθεί να νοσταλγεί τις μέρες που πέρασαν στο νησί (Ε. Καζαντζάκη, αυτόθι,  ο. π., σ. 492).

[44] Το διάταγμα αποκτά ισχύν αφού δημοσιευτεί στην Κυβερνητική Εφημερίδα. Ο Πρόεδρος ακολουθεί κανονική διαδικασία εκλογής για τις δύο θέσεις λογοτεχνίας που προκηρύσσονται, αλλά οι δύο ποιητές υποβάλλοντες υποψηφιότητα απορρίπτονται (15 Ιουνίου 1945, σ. 501, Ε. Καζαντζάκη, αυτόθι). Αργότερα όταν η  Κυβέρνηση Σοφούλη προτείνει στον Καζαντζάκη υπουργείο χωρίς χαρτοφυλάκιο, με αποστολή την υποστήριξη της Ελλάδας στον κύκλο των διανοουμένων στην Αμερική, στην Αγγλία και στο Μεξικό, ετούτος διαλέγει ως συνεργάτη του τον Σικελιανό. Για το εύλογο της υπόθεσης ο Καζαντζάκης νυμφεύεται την Ελένη Σαμίου, στις 11/11/1945.  Κουμπάροι τους είναι: Ο Άγγελος και η Άννα Σικελιανού Η Ε. Καζαντζάκη μιλά σχετικά στο: Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος (σσ. 508-509). Οι περιστάσεις δεν βοηθούν τους δύο φίλους, αφού το ταξίδι ματαιώνεται τελικά και ο Καζαντζάκης παραιτείται από το αξίωμά του, στις 26 Ιανουαρίου 1946. Οι δύο ποιητές είχαν συκοφαντηθεί από τον ακροδεξιό ημερήσιο τύπο, επειδή είχαν μοιράσει ενυπόγραφες διακηρύξεις υπέρ γενικής Αμνηστείας (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 202 και Ε. Καζαντζάκη, N.K. ο Ασυμβίβαστος, ο.π., σσ. 515-516).  Για πρώτη φορά οι δυο φίλοι μοιράζονται τις συνέπειες στο επίπεδο των πολιτικών φρονημάτων.

[45] Ε. Καζαντζάκη, αυτόθι,  σσ. 521-524 και επίσης στα Τετρακόσια  Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη,  ο. π., σσ. 545-547 (υποσ. 13, σ. 547),  όπου ο Πρεβελάκης εξηγεί ότι ετούτη ήταν ανάλογη της Association internationale des ecrivains pour la defense de la culture”, που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1935, συμμετεχόντων των: Andre Malraux, Louis Aragon, Andre Chamson κλπ.  Η ιδέα μάλιστα τονίζει ότι πάει ακόμη πιο πίσω, στα 1920, όπου οι  Romain Rollad, George Duhamel, Henri Barbusse είχαν συγκαλέσει το πρώτο συνέδριο της Internationale Intellectuelle.

[46] Στις αρχές του 1946, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών προτείνει στη Σουηδική Ακαδημία για το βραβείο Νομπέλ, τον Α. Σικελιανό, ενώ στις 27 Μαΐου του ιδίου έτους, προτείνουν ως υποψήφιους για το βραβείο τους: Α. Σικελιανό και Ν. Καζαντζάκη.  Δυστυχώς το βραβείο δεν το απέκτησαν ποτέ, οι δυο τους.  Αυτή η δεύτερη φορά θεωρήθηκε άνομη, γιατί δήθεν ο Καζαντζάκης ήθελε να πάρει το βραβείο, με τρόπο αθέμιτο.  Οι Ευρωπαίοι το 1946 βράβευσαν τον Herman Hesse, το 1947 τον Andre Gid, το 1948 τον T.S Eliot, και το 1949 τον William Faulkner.

[47] Ο Καζαντζάκης είχε καλές πιθανότητες να βραβευτεί, καθώς κάποια από τα έργα του είχαν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες και ήταν γνωστός εκτός Ελλάδας. Ιωάννης Καλιτσουνάκης (της Ακαδημίας Αθηνών), Το βραβείο Νομπέλ και αι υποψηφιότητες Παλαμά και Καζαντζάκη, Νέα Εστία, τεύχος 779, 1959 (σσ. 64-68).

[48] Ο Καζαντζάκης ελπίζει να μοιραστεί με το Σικελιανό το βραβείο στο οποίο ήταν υποψήφιος από το Μάιο του 1946. Στις 27 Μαΐου 1946 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών της οποίας προήδρευε ο Καζαντζάκης, είχε υποβάλει τους δύο λογοτέχνες από κοινού ως υποψήφιους. “Του μιλήσατε Σείς; Του μίλησε ο Κακριδής; Είναι μια κρίσημη στιγμή της ζωής του, λαμπρή ευκαιρία να δείξει το noblesse της ψυχής του” (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια  Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, γρ. 310  στις 18/7/1946, σσ. 544-547, υποσ. 5 σ. 546).

[49] Κ. Λαμπρινού, Στιγμές Καζαντζάκη, Γιάννης Μαγκλής, ο .π., σσ.  43-45.

[50] Σχετικά με τα προβλήματα της υγείας του Σικελιανού και όπως παραπονιέται στην Εύα δια της αλληλογραφίας του (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σσ. 204-205).

[51] Το 1950 πλήγεται από εγκεφαλικό επεισόδιο που του προκαλεί παράλυση της αριστερής πλευράς του, και την 19η Ιουνίου 1951, αποβιώνει. Ο Πρεβελάκης περιγράφει στο βιβλίο του τη μεταφορά του νεκρού του Λευκαδίτη ποιητή στο σπίτι του, και τη συντροφιά του ως την ώρα της κηδείας του στο Μητροπολιτικό ναό χωρίς επικήδειοιυς, κατά τη σύσταση του αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος. Ύστερα από το θάνατο του Σικελιανού το 1951, ο Καζαντζάκης υπήρξε ο μόνος υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ από την Ελληνική πλευρά. Η Βασίλισσα μάλιστα Φρειδερίκη με υπόδειξη της Πριγκίπισσας  Μαρίας Βοναπάρτη, είχε υποστηρίξει την υποψηφιότητα του Καζαντζάκη με γράμμα της στον βασιλιά της Σουηδίας  (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, ο. π.,  σ. 699, υπ. 1, και Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο. π., σ. 204. Επίσης: Ε. Καζαντζάκη, Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος, ο. π., σσ. 516- 518). Ο Γ. Μαγκλής όμως υποστηρίζει ότι η Βασίλισσα Φρειδείκη είχε μεσολαβήσει παρακαλώντας τον βασιλιά της Σουηδίας ώστε να μην πάρει το Νόμπελ ο Ν. Καζαντζάκης (Κ. Λαμπρινού, Στιγμές Ν. Καζαντζάκη,  Γιάμννης Μαγκλής, ο. π., σσ. 44-45).

[52] Σε επιστολή στις 5/7/1951 προς τον Πρεβελάκη εκφράζει τα συναισθήματά του για το θάνατο του “φίλου του του ποιητή”: “Ποτέ ο Άγγελος (Σικελιανός) δεν ήταν τόσο κοντά μου, τόσο μέσα μου όσο  όλες ετούτες τις μέρες.  Για μερικούς ανθρώπους ο θάνατος είναι απαράδεχτος, ποτέ δεν έβαλα στο νου μου πως μπορούσε να πεθάνει, κι ότι ένιωσα στο φοβερό χτύπημα ήταν αγανάχτηση και κατάπληξη.  Δεν μπορώ ν’ ανεχτώ να ζουν τόσοι τιποτένιοι και να χάνεται μια τέτοια “εντελέχεια”‘ ποτέ δε συχάθηκα τόσο τη Μοίρα κι αυτούς που πιστεύουν σε “Θεό”‘ ποτέ δεν αγρίεψα με τόση εωσφορική σιγουράδα’ όταν συλλογίζουμαι τωρα την Ελλάδα και τους ανθρώπους που την κατοικούν και τους πιθήκους που εξευτελίζουν το Πνέμα, καπνίζει η κεφαλή μου. Μού ‘ρχεται ν’ ανοίξω τη μαύρη πόρτα και να φύγω.  Απάνω στην κοπριά του κόσμου ετούτου κάθεται ο νους μου σαν τον Ιώβ, και φωνάζει: Είναι άδικο, άδικο, δεν το δέχουμαι! ”  Και πιο κάτω: “…παρακολουθώ τι γίνεται μέσα στο χώμα σ’ ένα τάφο της Αθήνας’ παρακολουθώ με φρίκη, ώρα με την ώρα,τα ην αποσύνθεση’ και δε μιλώ, μα το αγαπημένο λείψανο το κρατώ, σαν Pieta, στ’ απλωμένα μπράτσα μου και κοιμούμαι και ξυπνώ και περπατώ και δεν το αφήνω.” Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη, στον Πρεβελάκη, ο. π. σσ. 636-637. Ε. Καζαντζάκη, Ν.Κ. ο Ασυμβίβαστος σσ. 585-586. Ν.Κ., Αναφορά στον Γκρέκο, ο. π., σ. 233).  Από τη Φλωρεντία επιστ. του στον Πρεβελάκη (5 Αυγούστου 1951), ότι θα γράψει για τον Σικελιανό. “γυρίσαμε πολλήν Ελλάδα μαζί, αγωνιστήκαμε μαζί, ολότελα διαφορετικά κι από αντίθετους δρόμους, κι ίσως θά ‘ναι χρήσιμο να μάθουν κ’ οι μελλούμενοι Έλληνες -όχι ετούτοι- την ένταση και τη φλόγα που μας έχει σμίξει και μας κρατούσε ενωμένους σαράντα χρόνια[…] “ (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα, ο. π, γράμ. 371, σ. 639). Στις 22 Οκτωβρίου έχοντας ιδεί τη φωτογραφία της νεκρικής μάσκας του Σικελιανού, που είχε κάνει σε γύψο ο Θανάσης Απάρτης, και του την είχε στείλει ο Πρεβελάκης, γράφει για την επιθυμία του να αποκτήσει μία. “Όταν θα γυρίσω στην Ελλάδα, θ’ αγοράσω μια μάσκα [από  γύψο] να μην την αποχωριστώ πια ποτέ μου” (Π. Πρεβελάκης, αυτόθι, σσ.  641-642).

[53] Στην οριστική έκδοση της Θείας κωμωδίας, του 1954. Ερμηνεύεται (μετάφρ: Π. Δ. Έλλη): “Στον κάλλιστο σφυριλάτη της μητρικής γλώσσας” (Π. Πρεβελάκης, Α. Σικελιανός, ο.π., σ. 209). Ο Καζαντζάκης στην Ασκητική το 1922, διατυπώνει κάτι ανάλογο. Οι σωτήρες του Θεού ή Salvatores Dei, είναι οι μεγάλοι, οι κάλλιστοι άντρες όπως ο Καζαντζάκης τους παρουσιάζει στις Τερτσίνες του και που δεν κάνουν τίποτε άλλο από του να υπηρετούν την δημιουργική ζωτικότητα την οποίαν εγκλείουν σα δημιουργικοί πνευματικοί άνθρωποι.

 

 

 

 

 

 

 

2 Replies to “Βουβή Σύγκρουση”

  1. Υπέροχο κείμενο,Πιπίνα μου, για τους δύο μεγάλους άντρες, που και μέσα απ’τις αδυναμίες τους, πάλι αποδεικνύουν την μεγαλοσύνη τους!
    Σ’ευχαριστούμε….

  2. Εξαιρετικό κείμενο αγαπητή μου Πιπίνα. Μόλις το διάβασα, με μεγάλη προσοχή. Συμφωνώ με την Τζένη. Μας λείπουν τέτοια κείμενα, με τόσα ντοκουμέντα. Αυτές οι δημοσιεύσεις είναι σπουδαίες και χρήσιμες και κοσμούν τους χώρους όπου δημοσιεύονται με την μελέτη των στοιχείων και την αρτιότητα του λόγου και της παρουσίασης.
    Με τιμή
    Άρις Αντάνης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *