United States

Share

Literature by residents from the United States of America

Το σβηστό Λυχνάρι

Share

antique-lamp2Η φλόγα του λύχνου τρεμόσβηνε κάνοντας με το τρεμούλιασμα της, τις σκιές του ταβανιού πάνω στις χοντροκομμένες κυπαρισσένιες τάβλες γεμάτες ρόζους, αυτού του φτωχικού ουρανού του σπιτιού μου να κινούνται, τα ποτάμια να ρέουν, τα πουλιά να πετούν, τις νεράιδες να με εγγίζουν με τη μαγική ράβδο τους για να μου χαρίσουν τις χάριτες της ζωής, τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα, το πρόσωπο του Θεού να χαμογελά.

Ο αέρας σφύριζε περνώντας από τις χαραμάδες, η βροχή μαστίγωνε τα κεραμίδια, έτσι αγκαλιασμένοι και οι δυο αέρας και βροχή, στροβιλιζόταν κάνοντας ένα σιγανό ψιθυριστό σα φτερούγισμα Αγγέλων που είχαν κατέβει απ τον γαλάζιο ουρανό. Ξάφνου το φως του λύχνου έσβησε, σκοτάδι απόλυτο, αισθάνθηκα το χέρι του θεού να με σκεπάζει, έχωσα το κεφάλι μου κάτω απ τα σκεπάσματα και αποκοιμήθηκα στον δικό μου κόσμο, γεμάτο παιδικά αθώα χρώματα, αυτά που μου χάριζε το φως του λύχνου.

Τώρα κοιτώ το σβηστό λυχνάρι, είναι αυτό το ίδιο που μου κράταγε συντροφιά τις παιδικές αθώες νύχτες, αναλογίζομαι τις εποχές που πέρασαν και νιώθω ένας μικροσκοπικός διαβάτης σε μια πολύχρωμη παγκόσμια τροχιά, σα να είναι το φως της λάμπας αυτής όπου σπέρνει την ελπίδα, στο ατέρμονο πέπλο της νύχτας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Posted in Greek, Δοκίμιο, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Το Κλειδί

Share

Κρεμόσουν από μια κλειδαριά σκουριασμένο, σε λυπήθηκα, τέτοια αφοσίωση!

Φτωχό μου κλειδί σου έχουν φύγει και τα δόντια, δεν ανοίγεις ούτε κλείνεις παραδείσους. Θυμάσαι τα όνειρα που κάναμε μαζί όταν σ’ έκρυβα κάτω απ’ το κεραμίδι για να μη σε χάσω, τώρα κρέμεσαι σαν πεθαμένο απ’ της πόρτας μου την κλειδαριά, αυτή που κάποτε άνοιγες ανυπομονώντας να μου προσφέρεις τη θαλπωρή της αγάπης της ευτυχίας. Σκούριασες να με περιμένεις, η κλειδαριά γέμισε αράχνες, σάπισε η πόρτα, έφυγε και η θαλπωρή, πέταξε η αγάπη, τα όνειρα σβήστηκαν, γέμισες σκουριασμένες ρυτίδες κι εσύ επιμένεις εκεί πιστό να εξακολουθείς να με περιμένεις; Μα δεν ξέρεις ότι στην τελευταία μας κατοικία δε βάζουν κλειδί; Δεν σε χρειάζομαι πια, έλα μην κλαις έτσι είναι ο χρόνος είναι ο κυρίαρχος των πάντων, αυτός σε σκούριασε, κι εσένα κι εμένα. Πέταξε ο χρόνος, έφυγαν τα χρόνια, ήρθαν κι αυτοί οι ‘μάστορες’, αυτοί που κατάλαβαν την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής, φτιάξανε θρησκείες μας τις σερβίρανε, διαλέγεις και παίρνεις σύμφωνα με το ότι σου αρέσει, με ότι εσύ προτιμάς την τάδε ή τη δείνα έτσι για να ικανοποιήσεις ένα εσωτερικό σου κόσμο ο οποίος ψάχνει για αιωνιότητα, αμφιβάλει και φοβάται.

Διαβάζεις τα βιβλία της κάθε μιας θρησκείας, τις υποσχέσεις τους, ακούς τα κηρύγματα των προφητών τους, οι περισσότεροι σου υπόσχονται μια θέση σε ένα μελλοντικό φανταστικό υπερπέραν, το παράδοξο είναι ότι ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν αυτόν τον κόσμο κανένας δεν πήγε και γύρισε. Αισθάνεσαι τον χρόνο που τρέχει, ψηλαφίζεις τη φθορά του. Όμως γεννιέσαι ελεύθερος. Όταν γεννιέσαι άλλοι αποφασίζουν για σένα. Μετά πάει έχασες την ελευθερία σου. Μπαίνεις σε ένα λούκι που άλλοι έσκαψαν, η παράδοση και η τιμή της σκέψεις, σε κρατούν δεμένο, πληρώνεις για να μπορείς να εξασκείς το ότι πιστεύεις, αυτό που σου έμαθαν, είναι για να ζήσουν αυτοί που διδάσκουν τις θρησκείες, όχι δεν είναι χαρισμένες από μια ουράνιο δύναμη αλλά man made, είναι business. Έλα κατάλαβέ το, μην κλαις αγαπημένο μου κλειδί, υπάρχει η αρχή και το τέλος, όλοι προσπαθούμε να μην φτάσει το τέλος ο κάθε ένας μας χωριστά, έλα όμως που η φθορά του χρόνου δεν συγχωρεί, η μητέρα γη ανυπομονεί. Υπάρχει και η ερώτηση, τότε γιατί γεννηθήκαμε ποιος ο σκοπός μας; Μα και γιατί εφόσον όταν ωριμάσουμε πιο σοφοί γεμάτοι πείρα, να φεύγουμε; Όταν γεννιέται το ανθρώπινο γένος είναι σαν να γεννιέται για πρώτη φορά; Σα να μην ξέρει τίποτα, αθώο;

Ξέρεις αγαπημένο μου κλειδί σκέφτομαι και με έχει νικήσει η σκέψη, η μητέρα γη κάνει ανακύκλωση των προϊόντων της σε συμφωνία με το χρόνο που μας φθείρει, ο οποίος είναι κι αυτός συνέταιρος της, την διατάζει… Εμείς, εσύ κι εγώ είμαστε προϊόντα της μητέρας γης. Έτσι είναι φτωχό μου κλειδί δεν υπάρχει πια η κλειδαριά σου, μόνο η θύμηση της. Αυτή που μας φύλαγε τη νύχτα απ’ τους κλέφτες, τα κοράκια, τ’ άγρια τα ζώα και απ’ τους άλλους ανθρώπους. Σκούριασες και συ που μας κλείδωνες στη σιγουριά μες το μαύρο το σκοτάδι, αυτό πού -άπλωνε η νύχτα μαζί με τα στοιχειά της, καλικάντζαρους και άλλα. Έχε γεια!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Posted in Greek, Δοκίμιο, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Ο Μετρητής του χρόνου

Share

Ο Μετρητής του Χρόνου.

Μετά από δεκάωρη εργασία σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, αρχίζει ο αγώνας του γυρισμού στο σπίτι.
Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι του μετρό, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα. Τα σκαλοπάτια βρώμικα μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας. Χέρια σηκωμένα κρατημένα από χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα νεαρά.
Πρόσωπα πολύχρωμα, μαύρα άσπρα, κίτρινα, σοκολατί, μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρωμούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα, σώματα σε κτυπούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα να καταλάβεις πόση ώρα ήσουν στον κήπο της Εδέμ κοιτάς το ρολόι του σταθμού τον μετρητή του χρόνου και βγάζεις μια φωνή, πω! πω! Άργησα. Φτάνεις σπίτι.

Κουρασμένος κάθεσαι στον καναπέ, λασκάρεις τη ζώνη σου, αναπνές βαθιά, έτσι καθιστός τα μάτια σου κλείνουν, αρχίζουν τα όνειρα, τρομάζεις, ξυπνάς, δεν ξέρεις πόσο καιρός πέρασε, ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα, κοιτάς για αποδείξεις, το ρολόι δίπλα, σου χαμογελά κάνοντας τα μπλε φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Σηκώνεσαι, τρίβεις τα μάτια σου. Το χουφτιάζεις, το σφίγγεις, το πετάς κάτω, το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του σα να ήτανε η τελευταία του αναπνοή, άχρωμες πια οι τρύπες στο μέρος των ματιών του. Το θυσίασες στο όνομα της ελευθερίας του σκλαβωμένου εαυτού σου. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου και αγκάλιασες τον χρόνο σου, τον έσφιξες πάνω σου κι άρχισες να κλαις, γιατί κατάλαβες ότι ήσουν δεμένος με αυτόν, το συνεχιστή των βημάτων σου, της σκιάς σου…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη

*********************************************************************

Posted in Greek, Δοκίμιο, United States | Tagged , | Leave a comment

Emotions

Share

Swirling emotions, once a sea
of distinct black and white
feelings -
flow together into a gray,
misty sunset

One teardrop at a time
Continue reading

Posted in English, Literature, Poetry, Romantic Poetry, United States | Tagged , , , , | 1 Comment

The Flame

Share

Olympic Torch, the flame of Greece,
Of Hope, of Creativity,
Do light the path that leads to Peace
To Love, and to Eternity.

You watched the great Olympians
With grace and sinewy eloquence
Defeat their fellow citizens;
Crowned heads did mark their excellence.

Continue reading

Posted in English, Literature, Poetry, United States | Leave a comment

Nature’s Caress

Share

Nature Photo

Remember when the cardinal sings,
On a branch with its crimson wings -
It merrily chirps its happy tune,
All day long when Lilies bloom.

Remember that the sun, so high
Brings peace and love within its light.
It shines its steady glow of love,
Even though clouds do form above.

Continue reading

Posted in English, Literature, Poetry, United States | Tagged | 5 Comments

Διασπορική Ετερογλωσσία

Share

Διασπορική Ετερογλωσσία–Socce(α)rιστική Συνεύρεση

                                                “[S]occer is a sport-spectacle that has come to carry
a mythological power analogous  to ritual and theater in archaic societies.”
Stathis Gourgouris

Γιώργος Αναγνώστου

Ι.

Τα διεθνικά media πλέον οι κοινοί μας τόποι.

Τέσσερις τα χαράματα εδώ
έντεκα το πρωί εκεί
ξημερώθηκα να μοιραστούμε το ντοκιμαντέρ
«Οι Πύργοι Μας»
που τόσο λαχταρούσες.

Σαν στο καναπεδάκι πάλι μαζί
τώρα είμασταν και δεν είμασταν.

Continue reading

Posted in Greek, Λογοτεχνία, Ποίηση, United States | Tagged , , | 1 Comment

Παιδιά, Ψίχουλα Κάτω απ’ το τραπέζι

Share

Ένα κομματάκι καλαμποκίσια μπομπότα, είχε και σταφίδες, την κοίταξα με χαρά άπλωσα το χέρι μου, κάτι μου είπε ιταλικά, δεν καταλάβαινα, ξανά την κοίταξα, είχε δυο χείλη βαμμένα σε χρώμα από βύσσινο. Κοίταξα πιο εκεί ένας ψηλός μαυροφορεμένος καθολικός ιερέας με καπέλο μαύρο στρογγυλό πλαισιωμένο με μια κίτρινη κορδέλα μου χαμογέλασε. Βρισκόμουν στην Ελλάδα ξένοι έκαναν κουμάντο αυτοί που είχαν φέρει και την πείνα, Ιταλοί κατακτητές..

Continue reading

Posted in Greek, Δοκίμιο, Λογοτεχνία, United States | Tagged | Leave a comment

When was it?

guido
Share

Sofia Kontogeorge Kostos

When was it?
that Germans and Turks
of Central Powers-
pulled from their uniforms,

ORDERS FROM HEADQUARTERS:

“Start from the East; sweep to the Black Sea;
continue through to Cappadocia; later-
swing towards the Ionian West.
There’s a shortage of bullets,
take as long as it takes- be thorough!

Continue reading

Posted in English, Epic Poetry, Human Rights, Literature, Poetry, United States | Tagged , , , , | 1 Comment

Πολιτογράφηση, Μετανάστης

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Είχε νυχτώσει, ξάπλωσαν, η μάνα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, ο πατέρας ροχάλιζε, τα δυο αγόρια πήγαν στο δωμάτιό τους, κοίταζαν απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητα που περνούσαν σε αυτό τον δρόμο της Νέας Υόρκης κι έπλαθαν όνειρα απόδρασης από την φυλακή του πατέρα τους, παρομοίαζαν τους εαυτούς τους σαν δυο πουλιά κλεισμένα στο κλουβί.

Continue reading

Posted in Greek, Δοκίμιο, Λογοτεχνία, United States | Tagged | Leave a comment

Το Αγκάθι

Share

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σαν  φτάσαμε στο Πόρτο,
ήρθε ο ατζέντες βιαστικός,
γράμματα από την πατρίδα
φώναξε ο γραμματικός.

Continue reading

Posted in Greek, Λογοτεχνία, Ποίηση, United States | Leave a comment

Το Δάκρυ

Share

Ένα δάκρυ κύλησε, έπεσε χάμω,  ανοίχτηκε σα σε στυπόχαρτο, λέρωσε τη μνήμη, τότε αυτή ξαναζωντάνεψε.

Αν  προλάβαινε η μάνα της Αγγελικής να πήγαινε στο Αργοστόλι με τα πόδια μια απόσταση 35 χιλιομέτρων να φέρει το φάρμακο ίσως να γλύτωνε, ήταν μόλις 7 χρονών κοριτσάκι, δεν πρόλαβε όμως. Στο χωριό είχε πέσει μια επιδημία δυσεντερίας, μετά έφυγε ο συμμαθητής μου ο Νίκος, μετά μας ήρθε ο άνθρακας, μετά η ευλογιά, η Ιλαρά,  ο κοκίτης, ο τύφος, ο τριχοφάγος, η ραχίτιδα όλα αυτά στα μικρά παιδιά. Στους μεγάλους βασίλευε το χτικιό και ο φόβος να μην αγγίξουμε τίποτα, να μην κολλήσουμε. Continue reading

Posted in Greek, Διήγημα, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Η Λαμπρή, το Πάσχα, η Κοινωνία

Share

Η μάνα  μας είχε μάθει, τη μεγάλη εβδομάδα θα πηγαίναμε στην εκκλησία, την μεγάλη Πέμπτη θα ακούγαμε τα 12 ευαγγέλια,   από νωρίς μαζεύαμε κληματόβεργες, ολόκληρα δεμάτια, τα στήναμε σαν πυραμίδα,  στην κορυφή βάζαμε το ομοίωμα του Ιούδα, τη νύχτα βάζαμε φωτιά «καίγαμε τον Ιούδα» έξω από την εκκλησία. Την μεγάλη Παρασκευή  η περιφορά  του Επιταφίου, τα κορίτσια έψαλλαν  Η ζωή εν τάφω…,   ‘Ω γλυκύ μου έαρ…’ Continue reading

Posted in Greek, Διήγημα, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Αααχ!!! Μισή ώρα ανάσα.

Share

Εργαζόμουν σε εστιατόριο ακριβώς απέναντι από το Presbyterian Hospital in New York,  10:30 με 11 πρωινή ήταν η δική μου,  μισή  ελεύθερη ώρα, ώρα για φαγητό,  μπορούσα να κάνω το σώμα μου ότι ήθελα, συνήθως έβγαινα έξω να πάρω καθαρό αέρα ή ας πούμε να μου φύγει από πάνω μου αυτό το αίσθημα της καταπιεστικής σκλαβιάς. Άλλοι άνθρωποι δεν το καταλάβαιναν  ή τους άρεσε, εμένα με πέθαινε,  γυρνώντας στο σπίτι, η  κούραση μου αφαιρούσε κάθε πρωτοβουλία, γινόμουν ένα κινούμενο πτώμα,   αλλά υποχρεωτικά έσκυβα το κεφάλι στο δεκάωρο εργασίας  έπρεπε να βγει ο επιούσιος. Continue reading

Posted in Greek, Διήγημα, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Η Επίσκεψη

Share

της Βάνας Κοντομέρκου

Η βροχή είχε σταματήσει. Περπατούσε σκυφτή, ακούγοντας τα λούκια να στάζουν πάνω στα πεζοδρόμια.Τα βήματά της, την οδηγούσαν μόνα τους στο μικρό διόροφο σπιτάκι, στο Μεταξουργείο.

Πόσο τ’αγαπούσε αυτό το σπιτάκι..΄Ενας Θεός μόνο ήξερε..Η ζωή της ολόκληρη, ήταν γεμάτη απ’αυτό. Από χρώματα, λουλούδια και μυρουδιές που έβγαιναν μέσα από τα παλιά του κουφώματα και σανίδια και είχαν ποτίσει το είναι της. Οι αναμνήσεις, ένας πολύτιμος θησαυρός που είχε κλείσει ερμητικά μέσα της ενάντια στην φθορά του χρόνου.

Continue reading

Posted in Greek, Διήγημα, Λογοτεχνία, United States | 1 Comment

Ανταλλαγή

Share

Η ανάσα της φάλαινας
ακουγόταν σαν τη
βουτιά της πλώρης
σε φουσκοθαλασσιά.

*

Τα χελιδονόψαρα πετούσαν
στην κουβέρτα ξεψυχούσαν
Τα δελφίνια τούμπες κάναν
Απ την πλώρη μας περνούσαν.

* Continue reading

Posted in Λογοτεχνία, Ποίηση, United States | Leave a comment

Σελήνη

Share

Πελώριος δίσκος, χάλκινος, απόψε η σελήνη.
Αφήνει τη σφραγίδα της στην παγωμένη νύχτα.
Μνήμες ξυπνά. Ανήσυχη η καρδιά, πώς δραπετεύει!

Κρυφές οι σκιες, ανήλιαγες.
Διάττοντες του χρόνου…
κι ως ανεβαίνει μαγικά,
κρύβεται μεσ’ τα πεύκα
σαν διαγράφουν σιωπηλά
τ’ ανέμου τις ανάσες…

Ν’ άδραζα τον χρυσάργυρο, να τον ‘φτιαχνα ασπίδα,
να προστατεύσω την μικρή, εφηβική αχτίδα,
που σφράγισε την νύχτα μου
και ξύπνησα γυναίκα…

Σελήνη του βόρειου πόλου

(C) Γιώτα Στρατή, ΝΥ

Copyright secured by Digiprove © 2010

Posted in Greek, Λογοτεχνία, Ποίηση, United States | Tagged | 3 Comments

Απόμαχος Ναυτικός

Share

Κάθε δάκρυ του γέρου που πέφτει,
ένα μπλε τριαντάφυλλο ανοίγει,
κάθε του ροδοπέταλο ένας καθρέφτης,
π’ αντανακλά μια ναυτική ιστορία.

Σκύβει ο γέρος  να μαζέψει δάκρυα
με αρώματα της νιότης ποτισμένα,
φουρτούνες, αγάπες, αναμνήσεις,
σε ροδοπέταλα τυλιγμένα. Continue reading

Posted in Λογοτεχνία, Ποίηση, United States | Tagged | Leave a comment

Ο Νοσταλγός, γιος της Γης

Share

Ο  άνθρωπος όταν έρχεται στον κόσμο δεν έχει  επιλογή, γεννιέται γυμνός, με ένα μόνο φύλο, ανήκει  σε μια φυλή, σε μια εποχή που ο ίδιος δεν διάλεξε.  Απ’  την στιγμή που γεννήθηκε το σώμα  αρχίζει  να  φθείρετε, ο νους παρθένος, άγουρος, σα σφουγγάρι απορροφά   ότι  είναι γύρω του, ότι τον δίδασκαν, ακόμα του έδωσαν ένα όνομα, τον βάφτισαν σε μια  θρησκεία, αυτή που  ήθελαν, δεν τον ρώτησαν.

Αναμένει  κάτι καινούργιο, σα μια ελπίδα στο αύριο, αυτό που ποτέ δεν έρχεται, πάντοτε είναι σήμερα,  η φθορά του χρόνου  τσάκισε το σώμα, χάθηκαν οι φίλοι  αυτοί που μόνο  εντυπωσιαζόταν από το σφρίγος του σώματος. Παρέμεινε ο νους μοναδικός σύντροφός του, έτσι όπως  τον πρωτογνώρισε ‘γυμνό’.

Continue reading

Posted in Greek, Δοκίμιο, Λογοτεχνία, United States | 4 Comments

Ένα Χριστουγεννιάτικο δώρο

Share

Είχε σουρουπώσει όταν καθώς περπατούσα συνάντησα μπροστά μου την πομπή με τα ομοιώματα  της Παναγίας, με Ιωσήφ που είχε σταματήσει στη μέση του δρόμου. Οι    προσκυνητές είχαν απιθώσει  την πλατφόρμα στη μέση του δρόμου για να βάλουν την κορώνα στο άγαλμα της Παναγίας που είχε πέσει καθώς άγγιξε σε κάποιο σύρμα, ήταν μόνο γυναικόπαιδα. Κάποια κυρία μαζί με παιδάκι με είδε σαν από μηχανή σωτηρία.

Κύριε, μου λέει μας δίνεται ένα χεράκι να ανεβάσουμε στους ώμους μας την πλατφόρμα; Είναι βαριά. Continue reading

Posted in Greek, Διήγημα, Λογοτεχνία, United States | Leave a comment

Ο ξένος

Share

Η ανάσα του έβγαζε αχνό,
η δική της έβγαζε απορία.

Ξένε τι ζητάς
στης νύχτας την  παγωνιά;

Είμαι μονάχος, ναυτικός,
ζητώ τη νύχτα, τη στεριανή,
μπορείς να μου τη δώσεις;

Continue reading

Posted in Ποίηση, United States | 1 Comment

…Or, what was worse? ©

scars
Share

A remarkable thing about the bodies that we saw was that nearly all of them were
naked. I have been informed that the people were forced to take off their clothes
before they were killed, as the Mohammedans consider the clothes taken from a
dead body to be defiled.

—Leslie A. Davis, American Consul General

When we see those still photographs
captioned “deportations”
—showing long lines of
Christian women: Armenian, Assyrian,
Greek; full with babies, carrying infants,
children by their sides—but where are their men?
We see them walking through barren land
on their way to their deaths—
they don’t know, they’ve not been told.

Continue reading

Posted in English, Literature, Poetry, United States | 1 Comment