Resources
The Write Approach…
by Liat Kirby-Nagar
In order to view these articles you need to have an account on Diasporic. If you wish to acquire a free access account please write to -
Yiannis Ritsos
Translation Manolis Aligizakis
In this place the light is beyond hope. This heartless month
doesn’t allow us not to be two. You are not enough.
The monotonous clank, the streetcars turning the corner
the marble-masons cutting stones in high noon.
Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele
marble flowers marble ribbons
the bust of a banker
the face of a child shadowed by the wing of an angel.
Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Απόσπασμα από την
ανέκδοτη Συλλογή
Κριτικές Μελέτες
Σύντομη εισαγωγή
Η Τετάρτη Διάσταση σχεδιάστηκε από τον Γιάννη Ρίτσο για να συμπεριλάβει τα μακρά ποιήματα τα οποία έγραψε μετά από το 1956 και ως και το 1972. Ανάμεσα σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα: Η Σονάτα υπό το Σεληνόφως[1] (1956), Φιλοκτήτης[2] (1965), Ορέστης[3] (1966), Αίας[4] (1969), Χρυσόθεμις[5] (1970), Ελένη[6] (1970) και Η επιστροφή της Ιφιγένειας[7] (1972). Ανάμεσά σε ετούτα τα αριστουργήματα διακρίνεται η Σονάτα υπό το Σεληνόφως, καθώς σε ετούτο, δε χρησιμοποιείται επεκτατικά ένας συγκεκριμένος μύθος, όπως συμβαίνει στα άλλα ποιήματα[8] της αυτής συλλογής του. Υπό το πρίσμα αυτό, το συγκεκριμένο ποίημα επιδέχεται διάφορες ερμηνείες[9].
Χαρακτηριστικά των ποιημάτων της συλλογής, Τέταρτη Διάσταση
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ποιημάτων της Τέταρτης Διάστασης είναι η αξιοποίηση αρχέτυπων αρχαιοελληνικών μύθων και των ηρώων τους, με τρόπο ώστε ετούτα τα ποιήματα να παρουσιάζουν τρισδιάστατο χαρακτήρα, δηλαδή: τον αυτοβιογραφικό, το μυθικό και τον ιστορικό. Μέσα από τον πολύσημο χαρακτήρα τους, ο ποιητής εκφράζει την αγωνία, την πικρία, το πάθος του για τη ζωή, τον φόβο του Θανάτου και την αποδοχή του, την αγανάκτηση, το θυμό, την απογοήτευση, την ευθύνη έναντι του εαυτού του και τους άλλους, τον απολογισμό των πράξεων στο παρελθόν, την ελευθερία, την υποκρισία, τον έρωτα, την ομορφιά, την ευτυχία, το γήρας, την μοναξιά, την ματαιότητα, στοιχεία που επίσης συμβάλλουν στο γενικό τίτλο της συλλογής: Τέταρτη Διάσταση. Η πολύτροπη διαδικασία και η τεχνική των διαφορετικών επιπέδων στα οποία κινούνται οι ήρωες και των καταστάσεων όπου αυτοί ενεργοποιούνται, αποτελούν στοιχεία που ευφυώς υιοθετούμενα από τον Ρίτσο, καθιστούν το περιεχόμενο της συλλογής του, διαχρονικό.
Πιπίνα Δ. Ιωσηφίδου-Elles
Απόσπασμα από
την ανέκδοτη Συλλογή,
Κριτικές Μελέτες
Γενικά
Πρόκειται για ένα ακόμα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου που εκδόθηκε μόνο του, και είναι το όγδοο στη σειρά, μυθολογικό ποίημα, στη συλλογή ποιημάτων του: Τέταρτη Διάσταση. Η ‘ωραία’ Ελένη, ‘το μήλο της έριδος’ ανάμεσα στον Μενέλαο και στον Πάρη αρχικά και στη συνέχεια η αιτία για τον Τρωικό Πόλεμο, έχει απασχολήσει αριθμό λογοτεχνών ή διανοουμένων, παντού, εκεί όπου η αρχαιοελληνική ιστορία, η ελληνική μυθολογία και τα ελληνικά κλασσικά έπη, ενδιαφέρουν. Από τους Έλληνες λογοτέχνες – διανοούμενους, ο Νίκος Καζαντζάκης, στην τραγωδία του: Βούδας[2], αναφέρει την Ελένη ως σύμβολο παρόρμησης για το άνοιγμα του Νου, των Ελληνίδων και των Ελλήνων εν γένει, ενώ στην τραγωδία του Οδυσσέας[3], την παρουσιάζει με διαφορετικά πρόσωπα και ικανότητες.
Ο Ρίτσος είναι στα εξήντα του όταν ασχολείται με το μύθο της Ελένης. Κατέχεται από την κατάθλιψη των ανθρώπων που έχουν περάσει στην τρίτη ηλικία. Η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει διέξοδο στο ανίατο πρόβλημα της ηλικίας, ούτε και στη φθορά της, που έρποντας κυριολεκτικά, επιβάλλεται στο ανθρώπινο σώμα με το πέρασμα του χρόνου, δεν βοηθά τον διανοούμενο-ποιητή. Επηρεάζεται προσωπικά, περαιτέρω μάλιστα και η πνευματική του δημιουργικότητα, καθότι ως μοιραίο φαινόμενο συνδέεται με το σκεπτικό του και διογκώνει την αγωνία του και τον βασανίζει.
Ιωάννης Παναγάκος
(2009)
Μελίχρυσο σγουρό φαρί,
Πάνω στ’ ασπρόμαυρο σκαρί,
Τον παίκτη περιμένει!
Ν’ ανέβουνε στον ουρανό,
Σε μονοπάτι ωκεανό,
Στου νου την οικουμένη.
Μ’ ένα γαλάζιο συνειρμό,
Συνδυασμού τρελό ρυθμό,
Στα ύψη φτερουγίζουν·
Κι’ όσο ανεβαίνουν πιο ψηλά,
Κι η σκέψη τους ανθοβολά,
Τα μάτια τους σπιθίζουν!
N.N. Trakakis
The sky and its thousand stars
stare back in sadness
as do I
in the pre-dawn hours
resigning the world
without sleep
that better it might be regained
Continue reading
Ο Μετρητής του Χρόνου.
Μετά από δεκάωρη εργασία σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, αρχίζει ο αγώνας του γυρισμού στο σπίτι.
Τα πόδια σου πρησμένα από την ορθοστασία πασχίζουν να σηκώσουν τα βαριά παπούτσια σου, που μοιάζουν σα φέρετρα να κολλάνε σε κάθε σκαλοπάτι του μετρό, σαν αυτό να ήταν το μνήμα τους, να χωθούν να ζήσουν στην αιωνιότητα. Τα σκαλοπάτια βρώμικα μαύρα γεμάτα μασημένες και ποδοπατημένες τσίκλες τα κατεβαίνεις με την ψυχή στο στόμα. Ο κόσμος πολύς, σε συνεπαίρνουν, σε σπρώχνουν προς την πόρτα του τραίνου. Ούτε κατάλαβες πως μπήκες μέσα, σώματα γύρω σου συμπαγή, δεν φοβάσαι μη χάσεις την ισορροπία σου, έχεις γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι ανθρώπινης μάζας. Χέρια σηκωμένα κρατημένα από χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές που κρέμονται από γυμνά μπράτσα, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά ιδρωμένα, χοντρά, αδύνατα, γέρικα νεαρά.
Πρόσωπα πολύχρωμα, μαύρα άσπρα, κίτρινα, σοκολατί, μαλλιά σαν τα χρώματα της ίριδος, σκουλαρίκια να κρέμονται από κάθε τρύπα. Αναπνοές που βρωμούν, βλέμματα αγριεμένα, μούτρα αξύριστα, γένια μπερδεμένα, μουστάκια κινέζικα, σώματα σε κτυπούν, σε πατούν, σε σπρώχνουν, πατάς κι εσύ σπρώχνεις όσο μπορείς. Το τραίνο σταμάτησε. Ανοίγει η πόρτα βρίσκεσαι έξω. Δοκιμάζεις ν’ αναπνεύσεις ελεύθερα να καταλάβεις πόση ώρα ήσουν στον κήπο της Εδέμ κοιτάς το ρολόι του σταθμού τον μετρητή του χρόνου και βγάζεις μια φωνή, πω! πω! Άργησα. Φτάνεις σπίτι.
Κουρασμένος κάθεσαι στον καναπέ, λασκάρεις τη ζώνη σου, αναπνές βαθιά, έτσι καθιστός τα μάτια σου κλείνουν, αρχίζουν τα όνειρα, τρομάζεις, ξυπνάς, δεν ξέρεις πόσο καιρός πέρασε, ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα, κοιτάς για αποδείξεις, το ρολόι δίπλα, σου χαμογελά κάνοντας τα μπλε φωτάκια του να αναβοσβήνουν. Σηκώνεσαι, τρίβεις τα μάτια σου. Το χουφτιάζεις, το σφίγγεις, το πετάς κάτω, το ποδοπατάς, καπνός βγαίνει από τα μπλε μάτια του σα να ήτανε η τελευταία του αναπνοή, άχρωμες πια οι τρύπες στο μέρος των ματιών του. Το θυσίασες στο όνομα της ελευθερίας του σκλαβωμένου εαυτού σου. Σταμάτησες τον μετρητή του χρόνου, ελεύθερος άνοιξες τα μπράτσα σου και αγκάλιασες τον χρόνο σου, τον έσφιξες πάνω σου κι άρχισες να κλαις, γιατί κατάλαβες ότι ήσουν δεμένος με αυτόν, το συνεχιστή των βημάτων σου, της σκιάς σου…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Νέα Υόρκη
*********************************************************************
Lawrence Darrell
The earthquake struck Armenia quickly
And spread its devastation swiftly;
From its innards the earth rumbled
Then its outer surface crumbled
And everything standing on it tumbled.
Shocked and stunned, the Armenians ran,
Fearful and tearful and shattered,
As the ground sputtered and shuddered-
The horror and terror in their voices
Echoing nature’s destructive noises.
Άρις Αντάνης
Κι αναθυμάμαι τότε που με βρήκες
καθισμένο στα ριζά ενός πεύκου,
με την πλάτη ακουμπισμένη στον κορμό,
εκεί πάνω στο Ναό του Ποσειδώνα.
«Τι κάνεις εδώ πάνω μοναχός;» με ρώτησες.
«Αυτό το πεύκο μου μιλάει» σου απάντησα.
«Και τι μπορεί να λέει σε σένα ένα πεύκο;»
«Αυτό αφορά μόνο εμένα και το πεύκο.»
Φως Ανάστασης Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου
Αμέτρητα άνθη πασχαλιάς πανηγυρίζουν,
στέλνοντας άρωμα γλυκό της ευφορίας
σ’ όλων τα πρόσωπα που αδρά τα ζωγραφίζουν
Φως και Σταυρός που διάλυσαν τα πάθη της κακίας. Continue reading
Εκδόσεις Μανδραγόρας
Η Ελένη Φωτιάδου- Αρτεμίου είναι μια ποιήτρια. Αυτό είναι γνωστό. Οι στίχοι που έχω διαβάσει, κατά καιρούς, είναι εξαιρετικοί. Το ύφος της, οι λέξεις, τα μηνύματα, τα καλολογικά στοιχεία, η γλώσσα, οι ελιγμοί της γλώσσας, οι ατάκες, δίνουν μια ζωντάνια και μια ελκυστικότητα στην ποίησή της. Και αρέσει.
Όλα αυτά όμως ενυπάρχουν και στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Αφύπνιση 800 mg”, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.
Δηλαδή ο πεζός της λόγος έχει και μια ποιητικότητα, που τη νιώθει ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση. Μια μορφή ελεύθερου στίχου είναι εμφανής, σε πολλά σημεία κάθε κειμένου. Αυτό προσδίδει ένα επί πλέον ενδιαφέρον προνόμιο, να λες δηλαδή μια ιστορία και η αφήγησή σου να έχει και ρυθμό στις λέξεις, στις φράσεις, στις ενότητες.
Ιωάννης Παναγάκος
(2007)
Μια διαδρομή στην έρημο, χωρίς νερό, η ζωή μου·
Απλός στρατιώτης, πινελιά στου χρόνου το σκαρί.
Κοπάδια ολάκερα, βαθειά χαράγματα η ψυχή μου·
Και σμήνη μένουνε, θαρρείς, τ’ αυλάκια στο κορμί.
Απλός στρατιώτης, μια ζωή, στο κέντρο της σκακιέρας·
Το όγδοο το θαύμα της, τη μακρινή γραμμή,
Ένα φινάλε ζηλευτό, μιας κερδισμένης μέρας,
Να φτάσει κάποτε γι’ αυτόν, με πίστη καρτερεί.
Άρις Αντάνης
Δεν το άντεχε πια αυτό το ρεζιλίκι.
Κρατούσε το κάθε παιδί από εφτά-οχτώ στο χέρι κι αυτός τίποτα. Κάθε φορά το ίδιο γινότανε. Κι αυτός τίποτα. Ακολουθούσε μόνο. Τελευταίος πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι, μέχρι που φώναζαν οι άλλοι «άντε γεια, αύριο πάλι» και διαλάγανε.
Κι εκείνος έπαιρνε μόνος του σιγά-σιγά το δρόμο για το σπίτι του, στρέφοντας κάπου-κάπου το κεφάλι, για να τους δει να απομακρύνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Τρεχάλα, όσοι έφευγαν μόνοι τους και περπατώντας δυο-δυο, τρεις-τρεις, με φωνές, γέλια κι αστεία, όσων γειτόνευαν τα σπίτια. Κάνα-δυό μάλιστα που έμεναν προς τη δική του γειτονιά, έκοβαν από άλλο μονοπάτι. Πάει στοίχημα ότι όλοι μιλάνε γι αυτόν. Αλλά όχι βέβαια με κολακευτικά λόγια. Τον ειρωνεύονται. Γελάνε σε βάρος του. Ποιος ξέρει τι λένε. Γι αυτό τους ακούει που γελάνε, όταν φεύγουνε. Κάθε μέρα.
Swirling emotions, once a sea
of distinct black and white
feelings -
flow together into a gray,
misty sunset
One teardrop at a time
Continue reading
Παύλος Πολυχρονάκης
Την πρώτη μέρα του μηνός που έπεται του Μαρτίου,
πήγανε οι υπόχρεοι χρηματικού φορτίου
στο ΔΟΥ – ΝΟΥ – ΤΟΥ, στις τράπεζες, σ΄ όλη τη Γερμανία,
στην Άγγελα και στην Λαγκάρντ, γεμάτοι αγωνία
να τους παρακαλέσουνε τα χρέη να κουρέψουν
ή να τα παρατείνουνε να μην τους καταστρέψουν.
Continue reading
Χρήστος Ν. Φίφης
Οι γυμνασιακές σπουδές τη δεκαετία του 1950 σ’ ένα επαρχιακό γυμνάσιο είχαν συχνά περιορισμένους ορίζοντες. Στο γυμνάσιο του Θέρμου, πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα, περιορίζονταν για την πλειοψηφία των μαθητών, στην παπαγαλία μιας αυτολεξεί μετάφρασης των αρχαίων κειμένων, την προβλεπτικότητα και ρηχότητα των εκθέσεων ιδεών, χωρίς καν μια κριτική συζήτηση των κυρίαρχων ιδεών, τη θεωρητική ποδοσφαιρολογία, καμιά βόλτα νωρίς το βραδάκι, πότε πότε χαρτιά στα κρυφά για το φόβο εφόδου των καθηγητών. Continue reading
Κάθε που ξημέρωνε, οι οικείοι της γινόταν θεατές του ίδιου τελετουργικού: την έβλεπαν με σερνάμενες τις παντόφλες και το κορμί της προτεταμένο, σα φουσκωμένο πανί που το ’σπρωχνε ο άνεμος, να κινείται βιαστικά προς το μπαλκόνι της. Τραβούσε με ορμή την κουρτίνα και κρεμούσε, θαρρείς, το σώμα της με μια επικίνδυνη ταλάντωση στα κάγκελα. Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έμενε καρφωμένη για λίγα λεπτά στο κενό κι αφού ρουφούσε όσο οξυγόνο χωρούσαν τα κουρασμένα της πνευμόνια, τραβούσε ξανά την κουρτίνα κι έμπαινε αδιαμαρτύρητα στο διαμέρισμα για τα καθημερινά της «διακονήματα»: σκούπισμα, σιδέρωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο…
Τα εκατόν δεκαεπτά τετραγωνικά, που της ανήκαν εξ ημισείας με τον άνδρα της, έγιναν το δικό της βασίλειο από τότε που χάθηκε εκείνος. Αποτραβηγμένη στο μικρόκοσμό της και αποστρεφόμενη κάθε κοινωνική συναναστροφή του τύπου: καφές ίσον κουτσομπολιό, έκλεινε την πόρτα της σε παρόμοιες εκτονώσεις και προτιμούσε το δικό της κόσμο με τα βιβλία, τα λουλούδια και το μεγάλωμα των παιδιών της. Όταν της έφυγαν κι εκείνα, η ψυχαγωγία της έγινε το μπαλκόνι της!