Στην απελευθέρωση της Κατερίνης

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης
Αφιερωμένο στα 100 χρόνια
από την απελευθέρωση της Κατερίνης

Μες στα βαθιά χαράματα στις δεκαέξ’ τ’ Οκτώβρη,
ξάφνου ο Δίας ξύπνησε κι αλαφιασμένα τρέχει
στου Ολύμπου τις βουνοκορφές, στα θεϊκά λιμέρια.
Σειέται από ρίζα ο Όλυμπος και ζώνεται μ’ αντάρα.
Τ’ αγριοπούλια σκιάζονται και τα θεριά λουφάζουν.
Τρέμουν οι πέτρες του βουνού και τα φαράγγια χάσκουν
στα πόδια του βαρύγδουπου θεού που παραδέρνει,
να βγει γοργά ψηλόκορφα, να στήσει καραούλι,
να δει σαν πια λεβεντουριά τον ξύπνησ’ απ’ τον ύπνο.

Continue reading “Στην απελευθέρωση της Κατερίνης”

Πύδνα – Κίτρος

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Τον Όλυμπο έχεις σκέπη σου, προστάτη τα Πιέρια
και σε κρατά ο Θερμαϊκός μες στα υγρά του χέρια.
Έχεις τις ρίζες σου βαθιά μέσα στην Ιστορία
κι είσαι απ’ τ’ αρχαιότερα πάνω στην Πιερία.
Ο Ποσειδώνας σ’ όριζε κι ο Δίας σ’ οδηγούσε,
ο Φίλιππος σε άνδρωνε κι ο κόσμος σε ποθούσε
Εδώ οι Μούσες έρχονταν στα δάση σου να παίξουν,
στη γαλανή σου θάλασσα τα πόδια τους να βρέξουν.
Εδώ του Ορφέα ακούστηκε η θεϊκή η λύρα
και του Περσέα γράφτηκε εδώ η μαύρη μοίρα.
Στους κάμπους σου ο Αλέξανδρος γυμνάζονταν στα βέλη
κι εδώ εδιδασκότανε απ’ τον Αριστοτέλη.

Continue reading “Πύδνα – Κίτρος”

Το Γκρίζο Κασκόλ – XIII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XIII

Ο στρατιώτης με το γκλοπ μας πλησίασε. Όλοι μαζί πλησιάσαμε τον ξεσκούφωτο λοχαγό. Εκείνος, χωρίς να μας δώσει καμιά απολύτως σημασία και, χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του απ’ το θέαμα της υποδοχής που τόσο επίμονα παρακολουθούσε, μας έκανε νόημα με το χέρι του να προχωρήσουμε πιο πέρα. Συμμορφωθήκαμε με το κέλευσμά του και προχωρήσαμε στο διπλανό αντίσκηνο. Κι εδώ μας περίμενε άλλος λοχαγός, πιο βλοσηρός και πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Καθόταν σαν κέρβερος στην καρέκλα του. Το τραπέζι του μπροστά του ήταν γεμάτο χαρτιά και φακέλους.

Μόλις πλησιάσαμε κοντά του, έδωσε ένα απότομο παράγγελμα ‘’προσοχή’’, που μας ξάφνιασε και μας άφησε όλους ‘’κόκαλο’’. Οι πόνοι κατασούβλισαν τα σακατεμένα κορμιά μας. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα το Λημνιό συνάδελφό μας. Ο λοχαγός, καθισμένος στην καρέκλα του, κοίταξε από πάνω ως κάτω το Στρατή, που στεκόταν ανάμεσα στους πρώτους. Μετά, κοίταξε και μας τους άλλους έναν-ένα. Ξαναγύρισε το βλέμμα του και το κάρφωσε επίμονα πάνω στο Στρατή. Χωρίς καν να σηκωθεί απ’ τη θέση του, φώναξε ‘’ημιανάπαυση’’ κι απευθύνθηκε με χυδαιότητα στο Στρατή.

– Δε βλέπεις μπροστά σου, ρε βλάκα; Όταν περπατάς, πού χαζεύεις ρε; . . . και πρόσθεσε μερικές χυδαίες βρισιές που θύμιζαν καταγώγια. Δεν μπόρεσες να κάνεις ούτε δυο βήματα στα αγιασμένα ετούτα χώματα του νησιού μας και τσακίστηκες στα βράχια;

Εκείνη την ώρα περνούσε έξω απ’ το αντίσκηνο ένας στρατιώτης παλιότερος στο νησί. Ο λοχαγός τον είδε και με την αυστηρή φωνή του τον φώναξε δυνατά.

– Ρεβύθης.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – XIII”

Το Γκρίζο Κασκόλ – XII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XII

Το βουητό της πολυκοσμίας με μιας είχε σβηστεί πάνω σ’ ολόκληρη την απλοχωριά του καταστρώματος. Η θλιβερή πραγματικότητα είχε βουβάνει τα πάντα. Όλοι ήμασταν πελαγωμένοι. Χαμένοι στις αχανείς σκέψεις μας.

Το καράβι σφύριξε δαιμονισμένα δυο φορές κι ο ήχος της σειρήνας του ξανάφερε και πάλι όλους και τους χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες, κρύους και παγωμένους, στο κατάστρωμα. Συνήλθαμε απ’ τις ζοφερές σκέψεις μας, μόλις ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας τρύπησε βιαστικός και οξύς σαν κοφτερό βέλος τα τύμπανά μας. Ξανανιώσαμε και πάλι τον κρύο αέρα της θάλασσας στα πρόσωπά μας και τρίψαμε με γρηγοράδα τα χέρια μας για να ζεσταθούν. Φαίνεται, πως, με το διαπεραστικό κέντρισμα της μανιασμένης σειρήνας, πήραμε όλοι άλλο, διαφορετικό κουράγιο.

Το μεγάφωνο ξανακούστηκε προστακτικό και βλοσηρότατο. Αυτό δεν έβλεπε τίποτα. Δεν ένιωθε το δράμα κανενός. Δεν είχε καρδιά και δεν συγκινούνταν με τίποτα.

‘’Τα πράγματά σας και προχωρείτε προς τας εξόδους δι’ αποβίβασιν’’.

Όλη η ξεθωριασμένη φανταροθάλασσα σάλεψε μονομιάς, σάμπως να βγήκε απ’ το μεγάφωνο κάποια αδιαίσθητη ισχυρή πνοή απότομου άνεμου και ανατάραξε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη όλο το μουδιασμένο χακί τέλμα του καταστρώματος.

– Πάμε παιδιά και κουράγιο, είπε ο Θανάσης ο δεκανέας.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – XII”

Το Γκρίζο Κασκόλ – XI

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος XI

Έχουν περάσει 22 χρόνια περίπου από τότε που βρεθήκαμε ξαφνικά μεσοπέλαγα μέσα στ’ αμπάρι του ΧΙΟΣ, διηγείται ο Κώστας σε μια ομάδα εξόριστων στη Γυάρο, που έφτασαν στο νησί πριν λίγες μέρες, σταλμένοι εδώ απ΄τη χούντα της 21ης  Απριλίου.

Όλοι τους θύματα της καινούριας λαίλαπας, που ξαφνικά σάρωσε και πάλι τούτον τον τόπο, ξαναζούν τη μαρτυρική ζωή της εξορίας. Αρπάχτηκαν όλοι, χωρίς κανένα λόγο απ’ τα σπίτια τους, απ’ τις οικογένειές τους κι απ’ τις δουλειές τους και κλείστηκαν εδώ σε τούτο το ξερονήσι, χωρίς κανένα οίκτο, χωρίς καμιά δίκη, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά, χωρίς καμιά ελπίδα απελευθέρωσης.

Καθισμένοι μέσα στο υγρό αντίσκηνο οι παλιοί αγωνιστές της λευτεριάς και της ειρήνης ακούν σιωπηλοί τον Κώστα, που η φωνή του γεμίζει με πόνο και παράπονο την κρύα ατμόσφαιρα, που δέρνεται ασταμάτητα απ’ τους μονότονους βόγκους των κυμάτων, που περιζώνουν ψυχρά κι αδιάφορα το νησί. Ξαναθυμούνται το χθες που το ζουν και σήμερα. Τότε ήταν νέοι. Παιδιά είκοσι χρόνων. Χωρίς φροντίδες και έγνοιες. Χωρίς βάσανα και στενοχώριες. Τώρα είναι μεσήλικες και φαμελίτες. Με σκέψεις και υποχρεώσεις. Τα μαλλιά τους γκρίζα. Τα πρόσωπά τους τραχιά. Οι σκέψεις τους βαριές. Και τα βλέμματά τους θολωμένα. Οι καρδιές όλων, όμως, ζεστές και οι ελπίδες δικαίωσης αμείωτες.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – XI”

Το Γκρίζο Κασκόλ – X

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος X

Λοιπόν, σας έλεγα, άρχισε ο Κώστας, πως περιμέναμε όρθιοι πάνω στα τζέημς. Κάποτε δόθηκε η διαταγή και ξεκίνησε το πρώτο αυτοκίνητο. Ακολούθησαν τα άλλα. Η μεγάλη φάλαγγα άφησε πίσω το διοικητήριο. Βγήκε απ’ την περιοχή του Κέντρου και μπήκε στο δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Τα κτίρια του Διοικητηρίου μίκραιναν σιγά-σιγά πίσω μας. Πριν πάρουμε την πρώτη στροφή δεξιά, βλέπω στο βάθος, μέσα στο επικλινές ανοιχτό πεδίο ασκήσεων που χρησιμοποιούσαν καθημερινά οι λόχοι για τα γυμνάσιά τους, ένα στρατιώτη με δυο στρογγυλά σιδερένια μπετόνια βενζίνης στα χέρια, να έρχεται απ’ την κατεύθυνση του Εφοδιασμού Καυσίμων που ήταν χαμηλά στην πλαγιά και να προχωρεί κατά μήκος του δρόμου. Ερχόταν ίσια προς τη φάλαγγα των αυτοκινήτων. Το μέρος εκείνο απείχε αρκετά απ’ τα γύρω κτίρια του Κέντρου κι ήταν έξω απ’ τις περιοχές των λόχων, γι’ αυτό και μού ‘κανε εντύπωση η παρουσία στρατιώτη και μάλιστα με δυο μεγάλα μπετόνια βενζίνης στα χέρια του σε τόσο απομακρυσμένο σημείο και τέτοια ώρα. Άρχισα να τον προσέχω καλύτερα, μια και δεν είχα και τίποτ’ άλλο πιο ενδιαφέρον να κάνω. Άλλωστε, παρατηρώντας τον, απασχολούσα και το μυαλό μου αλλού και μετρίαζα κάπως τη θλίψη μου. Απ’ το περπάτημά του και το γενικό σουλούπι του, μου φάνηκε σα γνωστός. Αλλά η μεγάλη απόσταση που μας χώριζε δε μ’ άφηνε  ακόμη να συμπεράνω τίποτα με σιγουριά. Εκείνος, με τα μπετόνια στα χέρια και το κεφάλι κατεβασμένο, προχωρούσε διαρκώς στην κουραστική ανηφοριά. Κρατούσε το κεφάλι του συνέχεια σκυφτό, λες και τό ‘κανε επίτηδες ή λες κι είχε αφοσιωθεί πραγματικά στο ρυθμό του βήματός του. Έκανε λίγα βήματα ακόμη στη σκιά του πρώτου δέντρου που συνάντησε πάνω σε μια ελαφριά στροφή του δρόμου, άφησε κάτω τα μπετόνια και κάθισε στο ένα απ’ αυτά για να ξεκουραστεί. Έβγαλε το χιτώνιό του και τό ‘ριξε στο κεφάλι του, σκεπάζοντας το σβέρκο και τους ώμους του, σα νά ‘ταν Φαραώ της Αιγύπτου ή κάποιος τιτλούχος του. Το καμουφλάζ αυτό τον έκανε πιο πολύ αγνώριστο. Η απόσταση, όμως, που μας χώριζε λιγόστευε γρήγορα, γιατί η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωρούσε με κάποια ταχύτητα.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – X”

Το Γκρίζο Κασκόλ – IX

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IX

Ο Κώστας, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στην κρύα ράχη του άρματος, σταμάτησε να μιλά. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η λύπη του φαινόταν έντονη στο πρόσωπό του. Κοίταξε ερωτηματικά τους συναδέλφους του, κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα και ρώτησε.

Γιατί όμως;

Ξανακλείστηκε και πάλι στις σκέψεις του, σα να έψαχνε την απάντηση στο ερώτημά του και συνέχισε σε λίγο, κουνώντας με δύναμη το χέρι του, σα να ήθελε να υπογραμμίσει τα λόγια του.

– Αυτό το γιατί με βασάνιζε τότε, αυτό με βασανίζει και τώρα ακόμη.

– Αυτό το γιατί θα βασανίζει για καιρό, για χρόνια ίσως πολλούς ανθρώπους, είπε πικραμένα ο Θανάσης.

– Κάποτε, αυτό το γιατί θα ερευνηθεί πάρα πολύ, πρόσθεσε ο Αργύρης και η έρευνά του θα ανοίξει πολλούς οφθαλμούς και θα φωτίσει πολλά μάτια. Τέτοια ‘’γιατί’’ ξυπνούν τον άνθρωπο και αλλάζουν τον κόσμο και σε τέτοια ‘’γιατί’’ επάνω πατώντας η ανθρωπότητα κάνει γοργά και μεγάλα βήματα μπροστά.

– Αυτό το ‘’γιατί’’ σκεφτόμουνα κι εγώ κι είχε θολώσει το μυαλό μου. Τόσο πολύ είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου, που δεν πήρα είδηση πότε δόθηκε και σε μας το παράγγελμα ‘’βάδην’’, συνέχισε ο Κώστας. Με παρέσυραν στο ξεκίνημά τους οι άλλοι συνάδελφοι κι έτσι συνήλθα και ξεκίνησα κι εγώ. Την ώρα που περνούσε η διμοιρία μας μπροστά απ’ την πόρτα του Διοικητηρίου κι έστριβε δεξιά για να βγει στο δρόμο, ξεπρόβαλε στα σκαλοπάτια, μέσα απ’ το βάθος του κτιρίου, ο Ηλίας Μαρώνης. Ο λοχίας της Στρατολογίας. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν τυχαία. Στο πρόσωπό του φάνηκε μεγάλη ταραχή. Ίσως αντίκριζε κάτι που ποτέ δεν το περίμενε. Δεν είχε ετοιμάσει, βλέπεις, αυτός τα στρατολογικά φυλλάδια του 4ου λόχου. Έμεινε στη θέση του ακίνητος σαν κεραυνόπληκτος και με κοίταζε σαστισμένος. Τον κοίταξα κι εγώ και του χαμογέλασα. Προσπάθησε κι αυτός να χαμογελάσει. Έσφιξε στο στήθος του τα χαρτιά που κρατούσε στο ένα χέρι και κούνησε ελαφρά, κάπως δειλά και με προφύλαξη, το άλλο. Με χαιρετούσε. Οι γρήγορες, όμως, ματιές του δεξιά κι αριστερά έδειχναν πως δεν ήθελε να γίνει αντιληπτός απ’ τους γύρω του και διαίτερα απ’ τους ανωτέρους του, για το τι έκανε εκείνη τη στιγμή. Τον χαιρέτησα κι εγώ σηκώνοντας ψηλά το χέρι μου και κουνώντας το χαρακτηριστικά μερικές φορές. Η λύπη και η απορία ήταν έντονες στο πρόσωπό του. Κάτι ψέλλισε. Δεν κατάλαβα τι ήθελε να μου πει. Η πορεία της διμοιρίας με παρέσυρε και γύρισα το κεφάλι μου μπροστά. Δεν τον ξαναείδα.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – IX”

Το Γκρίζο Κασκόλ – VIII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VIII

Πρώτος ο Κώστας προσπάθησε να διακόψει την καταθλιπτική σιωπή. Το θύμισμα του λοχαγού του απ’ το Γιώργο, του έδινε την ευκαιρία να πάρει άλλη όψη η κουβέντα τους.

– Πραγματικά, είπε ο Κώστας ξαναπαίρνοντας ύστερα από τόση ώρα το λόγο. Τι κενόδοξος και ρηχός άνθρωπος εκείνος ο λοχαγός! Όταν πήγα να παραδώσω τον οπλισμό μου, τον βρήκα στο βάθος της αποθήκης να γυαλίζει τα αστέρια της χλαίνης του.

– Ωστε τα παραδώσατε και σεις όλα σας τα είδη; Ρώτησε στενοχωρημένα ο Γιώργος και κοίταξε τον Κώστα και το Στρατή στα μάτια.

– Όλα, απάντησε κοφτά ο Στρατής.

– Δεν πέρασαν πολλές μέρες, ύστερα απ’ τη συνάντησή μου με το Μανούση του Α2, συνέχισε ο Κώστας, ενώ όλοι οι συνάδελφοί του έστρεφαν έντονη την προσοχή τους προς το μέρος του κι ένα βράδυ μας ειδοποίησαν να παραδώσουμε τον οπλισμό μας κι όλα τα ατομικά μας είδη εκτός απ’ τα ρούχα μας. Έκανα κι εγώ όπως μας είπαν. Ότι έκανε κι ο Στρατής και οι άλλοι συνάδελφοί μας που βρίσκονται εδώ μέσα. Βάλαμε όλα τα είδη μας σε μια κουβέρτα και τα πήγαμε στην αποθήκη. Την ώρα της παράδοσης, οι Εφοδιασμοί μας έπαιρναν, πέρα απ’ τα είδη που έπρεπε να παραδώσουμε, υποχρεωτικά και ό,τι άλλο καινούριο και καλό τύχαινε να έχουμε. Όπως, χιτώνια, παντελόνια, χλαίνες, πουκάμισα κλπ. Και μας τα άλλαζαν με άλλα παλιά και φθαρμένα, με τη δικαιολογία πως θα μας δώσουν καινούρια στις νέες μονάδες που θα πάμε. Οι αυθαιρεσίες των αποθηκάριων και των διαχειριστών και ο τρόπος συμπεριφοράς τους ήταν άλλο πράγμα. Πόσο χάνει καμιά φορά ο άνθρωπος την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά του για μικροπράγματα!

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – VIII”

Το Γκρίζο Κασκόλ – VII

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VII

Αλήθεια, τι έγινε με το λοχαγό σας Κώστα; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αργύρης. Σου σκορπίσαμε πολύ το θέμα. Για πες μας, σε ξανακάλεσε στο γραφείο του, ύστερα απ’ όσα συνέβησαν με την ιστορία του Ρούπελ;

Μπράβο λοχία που το θυμήθηκες, είπε ο Γιώργος. Εμείς, κουβέντα στην κουβέντα παραξεφύγαμε απ’ το δρόμο μας. Με το να θέλουμε να πούμε ο καθένας τα δικά του, απομακρυνθήκαμε πολύ. Χάσαμε τελείως τα ίχνη.

Μα, εγώ σας είπα πως παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τη συζήτησή σας και δεν θέλω να χάσω τη συνέχεια. Το είδατε και σεις πώς ξανοίχτηκε το πράγμα και το όνειρο του Στρατή έμεινε στη μέση.

Αμ, όνειρο ήταν κι αυτό που είδες μωρέ Λημνιέ; είπε ο Θανάσης κι έσπρωξε ελαφρά το Στρατή στον ώμο.

– Πραγματικά, φώναξε σαν αγουροξυπνημένος ο Στρατής. Τι έγινε με το όνειρό μου Κώστα; Για λέγε μας. Πρέπει να μας εξηγήσεις.

– Ναι, ναι, ξαναείπαν μ’ ενδιαφέρον όλοι μαζί. Για λέγε μας, πώς καθάρισες με το λοχαγό σου;

– Λοιπόν παιδιά, συνέχισε ο Κώστας, ξαναπαίρνοντας το λόγο. Ύστερα από κείνη τη λογομαχία για το Ρούπελ, δε με ξανακάλεσε ο λοχαγός στο γραφείο του. Την άλλη μέρα, όμως, μου είπαν να παραδώσω το τόμιγκαν και σε δυο μέρες με κάλεσαν στο Διοικητήριο. Στα γραφεία του Α2. Όλοι ξέρετε τι είναι το Α2.  Το Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού, πρόσθεσε επεξηγηματικά, μήπως ο Στρατής δεν το θυμόταν. Με ένα σφραγισμένο σημείωμα του επιλοχία στο χέρι πέρασα την πύλη του λόχου και τις σκοπιές της περιοχής των κεντρικών γραφείων και μπήκα στο κτίριο του Διοικητηρίου. Ανέβηκα στο δεύτερο πάτωμα. Παντού επικρατούσε ησυχία. Εδώ κι εκεί στους διαδρόμους, μπροστά σε διάφορες κλειστές πόρτες, περίμεναν μικροομάδες στρατιωτών. Όλοι στέκονταν σιωπηλοί και τρομοκρατημένοι. Στα πρόσωπά τους διακρίνονταν η μεγάλη ανησυχία και η αγωνία τους. Στο βλέμμα τους διάβαζε εύκολα κανείς το μεγάλο ερώτημα που τους βασάνιζε όλους: Τι να μας θέλουν εδώ άραγε;

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – VII”

Το Γκρίζο Κασκόλ – VI

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος VI

Οι δυο φίλοι, καθισμένοι πάνω στα κρύα σίδερα του αλυσοδεμένου άρματος στις χοντρές ράγες του αμπαριού, συνέχιζαν χαμηλόφωνα τη συζήτησή τους, ενώ οι άλλοι δυο συνάδελφοί τους, πεσμένοι μπρούμυτα δίπλα τους, κοιμόταν αμέριμνοι για την ώρα.

Το ΧΙΟΣ συνέχιζε το ταξίδι του. Αραιά και πού, κανένα φουσκωμένο κύμα, ξεχασμένο απομεινάρι της φοβερής χθεσινοβραδινής τρικυμίας, χτυπούσε απέξω τα πλευρά του. Οι επιβάτες του, όμως, ύστερα απ’ το ολονύχτιο πανδαιμόνιο που πέρασαν, δεν έδιναν πια και μεγάλη σημασία σε μικροπράγματα. Τέτοια μικροτραντάγματα τώρα δεν τα υπολόγιζαν. Τα άφηναν να περνούν απαρατήρητα. Γι’ αυτό κι όλοι οι στρατιώτες, ξαπλωμένοι εδώ κι εκεί, ησύχαζαν σα ναρκωμένοι.

Παντού ησυχία. Μόνο ο ρυθμικός κρότος των μηχανών επικρατούσε μέσα στο κήτος, που κι αυτός είχε μεταβληθεί από ώρα σε γλυκό νανούρισμα.

Ξαφνικά, ο διαπεραστικός κρότος μιας καραβάνας, που ξέφυγε από κάποιο σακίδιο του επάνω παταριού κι έπεφτε σα δαιμονισμένη κατρακυλώντας πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια μιας διπλανής στενής σκάλας, ξύπνησε το Στρατή και το Γιώργο, που κοιμόταν πάνω στις ερπύστριες αμέριμνοι ως τώρα.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – VI”

Το Γκρίζο Κασκόλ – V

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος V

Κι αυτά θυμόταν τώρα ο Κώστας, ξαπλωμένος και άυπνος, πάνω στις κρύες ερπύστριες, μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα του αμπαριού του ΧΙΟΣ.

Οι σκέψεις του αυτές τον ζάλιζαν, τον βασάνιζαν, τον τυραννούσαν.

Ο ρυθμικός κρότος των δεκανικιών του Γιάννη φτάνει οξύς και διαπεραστικός στα αφτιά του. Αντιβουίζει μέσα στα σιδερένια τοιχώματα του απέραντου αμπαριού και του τρυπά τα τύμπανα. Παράξενες σκιές χορεύουν γύρω του. Το όραμα του Δημήτρη, που με δεμένα πισθάγκωνα τα χέρια ζητωκραυγάζει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα . . . Οι φωνές των μελλοθάνατων, που αγέροχοι, γεμάτοι θάρρος κι αυταπάρνηση ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο . . . Ο κρότος των πολυβόλων . . . ο ρόγχος των κουφαριών που σπαράζουν στο χώμα καταματωμένα. . . το γυρτό σώμα του πατέρα του, που με δυσκολία κρατιέται πάνω στα παραμορφωμένα απ’ τα κρυοπαγήματα πόδια του . . . Η στεγνή, βασανισμένη όψη της χαροκαμένης μάνας του, που προβάλλει βουβή και θλιμμένη μέσα στο μαύρο πλαίσιο της κατάμαυρης μαντίλας της . . . Ο ξάδερφός του ο Αντώνης και μια σειρά παλικαριών . . . Μια ατέλειωση σειρά παλικαριών, που οι μορφές τους, αναστημένες σαν τα λουλούδια της άνοιξης, από κάθε γωνιά της ελληνικής γης, περνούσαν τώρα από μπροστά του, στρατιά ολόκληρη, σα λαμπερή ομίχλη μέσα στη θολή ατμόσφαιρα του αμπαριού, τραγουδώντας ένα αλλοιώτικο παράξενο δικό τους τραγούδι.

‘’Δε μετανιώσαμε ποτέ για τη θυσία
κι ούτε γογγίζουμε για τους αγώνες τους σκληρούς.
Μπρος στην πατρίδα η ζωή δεν έχει αξία
και οι ψυχές μας πια φωτίζουν τους λαούς.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – V”

Το Γκρίζο Κασκόλ – IV

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος IV

‘’Δυο άντρες’’! Και τότε στο λόχο και πριν λίγο στην τρικυμία και τώρα στην κοιλιά του αμπαριού αντηχούν στ’ αφτιά του με την ίδια ένταση εκείνα τα λόγια του πατέρα του.

Είχε γίνει, λοιπόν, κι αυτός άντρας!

Πόσο παράξενα αλλά και πόσο ωραία βγήκαν απ’ τα χείλη του πατέρα του οι δυο εκείνες λέξεις!

Έτσι τού ‘ρθε τότε που τις άκουσε, να γυρίσει πίσω και να ξαναφιλήσει το γερο-πατέρα του κι άλλη μια φορά, που, έτσι επίσημα τώρα πια, τον παραδέχονταν για άντρα. Δεν τό ‘κανε, όμως, γιατί δεν ήθελε να προσθέσει κι άλλη συγκίνηση στην τόση που κατείχε και βασάνιζε όλους εκείνη τη στιγμή. Προτίμησε να συγκρατηθεί και να φανείς ‘’άντρας’’.

Διπλά συγκινημένος πήρε με τ’ αριστερό του χέρι το σάκο του απ’ τα χέρια του Χρηστάκη και, κουνώντας το δεξιό του, άφησε γεια σε όλους.

Τους αγκάλιασε όλους με το βλέμμα του και, χωρίς να πει λέξη, γύρισε προς τον κατήφορο και συνέχισε το δρόμο για τη δημοσιά πλάι στον αδερφό του.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – IV”

Το Γκρίζο Κασκόλ – III

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος III

Τα μικρά φιλιστρίνια, που ήταν αραδιασμένα στη σειρά και στις δυο πλευρές του αμπαριού, πάνω-πάνω ψηλά κοντά στο ταβάνι, ξεχώριζαν τώρα μέσα στο μισοσκόταδο και θολά ξεπρόβαλαν από ψηλά σαν παράξενα μάτια κάποιου απόκοσμου στοιχειού. Άλλοτε λαμπύριζαν κι άλλοτε έσβηναν με μιας, καθώς το πλοίο ανασηκώνονταν στον ορίζοντα ή χάνονταν απότομα στα βάθη των κυμάτων. Άλλοτε πάλι, φάνταζαν σαν τεράστιες βεντούζες κάποιου θαλασσινού τέρατος, που είχε τυλίξει με τα τεράστια πλοκάμια του το αρματαγωγό και πότε τό ‘σφιγγε, προσπαθώντας να το λιώσει μέσα στη φριχτή αγκαλιά του και πότε χαλάρωνε το σφίξιμο και χάνονταν τα ίχνη των πλοκαμιών από πάνω του.

– Φαίνεται πως ξημέρωσε έξω, είπε ο Στρατής, διακόπτοντας με τη διαπεραστική φωνή του το μονότονο βουητό που επικρατούσε μέσα κι έξω απ’ το πλοίο. Για δέστε πώς φέγγουν τα φιλιστρίνια!

– Πραγματικά, απάντησε μονολεκτικά και με ακεφιά ο Θανάσης.

Κι ύστερα από σιωπή δευτερολέπτων ρώτησε απότομα, σα να μην απευθύνονταν σε κανένα.

– Τι ώρα να είναι άραγε;

– Πού να δεις ρολόι εδώ μέσα, έκανε ο Στρατής και προσπάθησε να δει το ρολόι που φορούσε στο χέρι του. Αν βλέπω καλά, είναι εννιά και δέκα, είπε με χαρά, υψώνοντας χαρακτηριστικά τον τόνο της φωνής του και το αριστερό του χέρι με το ρολόι.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – III”

Το Γκρίζο Κασκόλ – II

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος II

Γαντζωμένοι στα εσωτερικά πλευρά του κήτους, στα πλαϊνά πατάρια και στις σιδερόσκαλες του αμπαριού ή σκαρφαλωμένοι στις χοντρές αλυσίδες των τανκς ή πάνω στα φτερά και στις καρότσες των φορτηγών αυτοκινήτων με τους πολυψήφιους αριθμούς και τα χτυπητά κεφαλαία διακριτικά Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός), που, αλυσοδεμένα εδώ κι εκεί, στέκονταν βουβά και βαρύγδουπα στο απέραντο πάτωμα του αρματαγωγού, οι φαντάροι κοίταζαν με άχρωμο βλέμμα το αρμυρό νερό, που όλο και ανέβαινε ψηλότερα μέσα στο αμπάρι, παρ’ ότι όλες οι πόμπες του καραβιού δούλευαν ασταμάτητα και πάσχιζαν να κρατήσουν τη στάθμη του όσο γινόταν χαμηλότερα. Ο θόρυβος αυτός των αντλιών και τα τριξίματα των γάντζων, που προσπαθούσαν, σε κάθε ανεβοκατέβασμα του πλοίου, να συγκρατήσουν τα τανκς και τα αυτοκίνητα σταθερά στις θέσεις τους, σκορπούσαν περισσότερη τρομάρα μέσα στο καράβι κι έκαναν πιο αισθητή και πιο χειροπιαστή τη μανία των κυμάτων, επιβεβαιώνοντας και έμπρακτα τη δεινή θέση του αρματαγωγού.

Πολλοί φαντάροι κρατούσαν σφιχτά στην αγκαλιά τους ή είχαν περασμένο στο λαιμό τους το τριμμένο χακί σακίδιό τους, το μόνο πράγμα που τους επέτρεψε να πάρουν μαζί τους στο ταξίδι τους αυτό ο Στρατός. Εκτός φυσικά απ’ τα ξεβαμμένα χακί χιτώνια και τα φθαρμένα παντελόνια, που τους έδωσαν οι ‘’εφοδιασμοί’’ των λόχων τους την τελευταία στιγμή, πριν φύγουν απ’ τις μονάδες τους για το λιμάνι.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – II”

Το Γκρίζο Κασκόλ – I

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Το Γκρίζο Κασκόλ – Μέρος I

Εκκωφαντιντικός αντήχησε ο κρότος της χοντρής καδένας της άγκυρας, που, σα δαιμονισμένη, ξετυλίγονταν τώρα απ’ τα πελώρια σιδερένια καρούλια, τα στημένα, όγκοι ολόκληροι, πάνω στο στενό και μυτερό κατάστρωμα της πλώρης

Η θεόρατη άγκυρα, με το πάτημα ενός μοχλού πάνω απ’ την καμπίνα της γέφυρας, είχε αφεθεί ελεύθερη και τώρα έπεφτε ακάθεκτη στο νερό. Έσκιζε με ορμή τη γκριζοπράσινη επιφάνεια της καλμαρισμένης κάπως τώρα θάλασσας και τραβούσε ολοταχώς για το βυθό, παρασύροντας πίσω της μ’ αστραπιαία γρηγοράδα, τους χοντρούς σιδερένιους χαλκάδες της σκουριασμένης απ’ τον καιρό και την αρμύρα αλυσίδας της.

Οι κρίκοι της βαριάς καδένας, δεμένοι αδιάσπαστα ο ένας με τον άλλο, πλατάγιζαν στο βιαστικό δρόμο τους και, καθώς ξετυλίγονταν απ’ τη μεγάλη πομπίνα, έκαναν το χοντρό άξονά της να βογκά και τα τεράστια καφετιά απ’ τη σκουριά γρανάζια της να τρίζουν παράξενα μέσα στο ήσυχο απομεσήμερο της κρύας εκείνης μέρας του Νοέμβρη.

Continue reading “Το Γκρίζο Κασκόλ – I”

Στους ήρωες του Πολυτεχνείου

Share
Αλέκος Αγγελίδης
Ξένε,
Αν θες να δεις τη Λεβεντιά, τη Δόξα να γνωρίσεις,
σύρε στη χώρα των Θεών, μαζί της να μιλήσεις.
Ρώτα τους κάμπους, τα βουνά, τις ράχες, τα λαγκάδια.
Ρώτα τις πόλεις, τα χωριά, τους βράχους, τα λιθάρια,
για να σου πουν για αντρειά, για λεβεντιά, για θάρρος.
Να δεις πώς μένει άσβεστος της λευτεριάς ο φάρος.
Κι αν θες να δεις πώς ραίνουνε τους ήρωες με κρίνα,
κατέβα στην τρισδόξαστη, στην ξακουστή Αθήνα.
Μ’ αν θες να νιώσεις στην καρδιά αιθέριο μεγαλείο,
πήγαινε τούτη τη βραδιά μπρος στο Πολυτεχνείο.
Εκεί θα δεις τη Λευτεριά, ολόλαμπρη κι αιθέρια,
να στεφανώνει αθάνατους με τ’ άγια της τα χέρια.

Η Μαύρη Επέτειος

Share

H ΜΑΥΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ. Σαν σήμερα πριν… χρόνια
“Αλέξανδρος εισήχθη εις Νοσοκομείον’’

Απόσπασμα απ’ το βιβλίο ‘’Κύπρος
Ημερολόγιο Λεηλασιών και Αγώνων
Από την Αρχαιότητα μέχρι την Εισβολή’’

Του Αλέκου Αγγελίδη

Στις 8 και 35΄ το πρωί της Δευτέρας, 15 Ιουλίου 1974, ο ταγματάρχης Γεράσιμος Ματάσης, υπασπιστής του στρατηγού Μπονάνου, αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, παίρνει συνθηματικό σήμα απ’ την Κύπρο: ‘’Αλέξανδρος εισήχθη εις Νοσοκομείον’’, Continue reading “Η Μαύρη Επέτειος”

Αναλογισμοί

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

 

Μες στις πτυχές του σκοταδιού,
στις σκέψεις ορφανού παιδιού
και άνεργου εργάτη,
τρέχουν οι αναλογισμοί
και ψηλαφίζουν της ζωής
το φως και το σκοτάδι.

Από παντού φτάνουν λυγμοί,
τρέλες και παραλογισμοί,
μοίρες, γραμμένα, στοχασμοί,
φοβέρες, καλογερισμοί . . .
Φουρτουνιασμένοι εγωισμοί
λυγούν το βάδισμά μου.

Continue reading “Αναλογισμοί”

Στο φίλο που περιμένω

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Πως θά ‘ρθει να με δει μού ‘πε ένας φίλος
εδώ στη μακρινή την ξενιτιά
κι αστέρωσε ο ουρανός με μιας ο οργίλος
και σκόρπισε του ωκεανού την καταχνιά.

Συθέμελα σπαρτάρισε η ψυχή μου
κι είδε τον Όλυμπο, τα Τρίκαλα, τα Γιάννενα κοντά.
Η ελπίδα μου φτερούγισε μαζί με την ευχή μου
κι ακράτητες τώρα διαβαίνουν θάλασσες, κάμπους και βουνά.

Continue reading “Στο φίλο που περιμένω”

Η σκέψη μου

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Η σκέψη μου, αερικό,
στο σπίτι μου το πατρικό,
πού ‘μεινε άδειο και βουβό
εκεί ξαναγυρνάει.

Το βλέπει άψυχο, σβηστό,
αμίλητο και σκοτεινό
κι αφήνει πόνου στεναγμό
καθώς το σεργιανάει.

Continue reading “Η σκέψη μου”

Στην Αδελφότητα

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Όταν μας πρωτομάζεψες τριγύρω σου μια μέρα
και τις καρδιές μας ζέστανες κάτω απ’ τα φτερά σου,
όλοι μας σ’ αγαπήσαμε, σα νά ‘σουνα Μητέρα
και συ μας σφιχταγκάλιασες σα νά ‘μασταν παιδιά σου.

Continue reading “Στην Αδελφότητα”

Στην Απελευθέρωση της Κατερίνης

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Μες στα βαθιά χαράματα στις δεκαέξ’ τ’ Οκτώβρη,
ξάφνου ο Δίας ξύπνησε κι αλαφιασμένα τρέχει
στου Ολύμπου τις βουνοκορφές, στα θεϊκά λιμέρια.
Σειέται από ρίζα ο Όλυμπος και ζώνεται μ’ αντάρα.
Τ’ αγριοπούλια σκιάζονται και τα θεριά λουφάζουν.
Τρέμουν οι πέτρες του βουνού και τα φαράγγια χάσκουν
στα πόδια του βαρύγδουπου θεού που παραδέρνει,
να βγει γοργά ψηλόκορφα, να στήσει καραούλι,
να δει σαν πια λεβεντουριά τον ξύπνησ’ απ’ τον ύπνο.

Continue reading “Στην Απελευθέρωση της Κατερίνης”

Στη Μοίρα

Share

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

Γυρνώ σε τόπους μακρινούς,
κάτω από ξένους ουρανούς.
Χώρες εγνώρισα πολλές
και πλούσιες και θαλερές,
μα έχουν αλλιώτικες χαρές
και γλώσσα έχουν άλλη.

Continue reading “Στη Μοίρα”

Η Κάρτα

Share

Αλέκος Αγγελίδης

Την τελευταία κάρτα σου σήμερα βρήκα μάνα,
αυτήν που μας στερνόστειλες προτού κλείσεις τα μάτια.
Τη φάτνη έχει του Χριστού και μια χρυσή καμπάνα
κι από ψηλά είν’ ανοιχτά τα θεϊκά παλάτια.

Στο πίσω μέρος έγραφες λόγια απ’ την ψυχή σου
και στα παιδιά, στα εγγόνια σου, έδινες την ευχή σου.
«Αγαπημένα μου παιδιά, σας στέλνω τις ευχές μου.
Σας εύχομαι χρόνια πολλά και μες στις προσευχές μου,

Continue reading “Η Κάρτα”