Second Advent of Zeus – Δεύτερη παρουσία του Δία

Share

Manolis Aligizakis

[tabgroup]

[tab title=”Second Advent of Zeus”]

D

The merciful Hestia built my dwelling

echo of a gallop
sang in faraway lands
sound of a comma
I heard
the exclamation
of a woman’s nipple
an exhausted tree stopped
its rustle and I existed
in vague limbo

homophonic crickets spoke of duty
foggy installment of guilt

I carried into this world from
the serenity of the blessed souls
an unbroken link
to my ancestors beauty Continue reading “Second Advent of Zeus – Δεύτερη παρουσία του Δία”

Limping Man

Share

[tabgroup]
[tab title=”English”]
Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

Continue reading “Limping Man”

ΦΥΛΛΟΡΡΟΕΣ-Κριτική/NOSTOS and ALGOS-Review

Share

[tabgroup]

[tab title=”Ελληνικά”]

nostos-and-algos-cover_300
ΦΥΛΛΟΡΟΕΣ,
Μανώλης Αλυγιζάκης,
ποίηση, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ 2013

“Επίγνωση” είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;

Επίγνωση για το ότι όπως λέει ο στίχος του ποιήματος «για πάντα τίποτε δεν μένει»;
Αφιερωμένη στους γονείς του η συλλογή. Που έζησαν τα γηρατειά τους στο χωριό. Και το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο όχι βέβαια συμπτωματικά, «Ζευγάρι Γερόντων». Κρασί, ελιές, φέτα, σαλάτα κάτω από μία κληματαριά, μονόλογος μοναξιάς, επίλογος ζωής. Αγωνία για τον γιό που ζει στα ξένα αλλά και καρτερία και διαστολή της καθημερινότητας και των απλών στιγμών ευτυχίας, ξέχασες να κόψεις την σαλάτα.

Ποιο είναι το αλφαβητάρι του ποιητή; Κυρίαρχη θέση έχει το Τ της τρυφερότητας. Αν δεν ανοίγει κάποιος τον εαυτό του στην αγάπη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η βραδυφλεγής ανατρεπτική δύναμη που κάνει ένα σπίρτο να μετατρέπεται σε φιτίλι ή ένα νυχτολούλουδο σε καλειδοσκόπιο του σύμπαντος είναι η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό το βιβλίο. Ο έρωτας και ταυτόχρονα όμως ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Ο αδυσώπητος νόμος που διέπει την ζωή των θνητών.
Δακρύζω λέει ο ποιητής στο ποίημά του Νυχτολούλουδο που γοργά η νύχτα πέρασε.

Η φιλοσοφία του αιώνιου γίγνεσθαι του Ηράκλειτου. Η κίνηση που εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Αυτός είναι ο κορμός του δέντρου των Φυλλοροών του Μανώλη Αλυγιζάκη.

Για τον ποιητή ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, ένα τριαντάφυλλο, μία συστάδα με πεύκα ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ήβη μίας γυναίκας, ένα κοπάδι από σπουργίτια, ένα σεντόνι τυλιγμένο σε αγαπημένο σώμα, οι καθημερινές μικρές τελετουργίες, το βούρτσισμα των μαλλιών, το πλύσιμο του προσώπου των αγαπημένων μας αποτελούν ένα ιερό μυστήριο στο οποίο μυείται με προθυμία και ταπεινότητα.

Φοβάται όμως μήπως η έννοια του μυστηρίου καταπατηθεί από τους ιερόσυλους, από τους ανθρώπους που με τσιμέντο κονιορτοποιούν το συναίσθημα και την ευαισθησία, από τις ιερόδουλες και τους νταβατζήδες που καπηλεύονται την ιδεολογία και ανάλγητοι ισοπεδώνουν τα πάντα.
Για τον ποιητή όλα χάνονται, κυλούν μέσα από τα δάχτυλά του, γίνονται άμμος, ρευστή ύλη που διαλύεται, όλα εκτός από ένα χαμόγελο, ένα μικρό τώρα που αχνίζει, που δεν διαιρείται, δεν αναλύεται, είναι η στιγμή που κοχλάζει.

Η μοίρα είναι προδιαγραμμένη, κλείνουμε ραντεβού με το θάνατο κάθε στιγμή, προδίδουμε τον εαυτό μας και τον άλλο, γεμάτοι πλεονεξία ποθούμε πράγματα που ανήκουν σε άλλο, κινούμαστε ανάμεσα σε άμπωτη και παλίρροια, σε ρεύματα που μας πηγαίνουν μπροστά και πίσω, παλεύουμε κάθε στιγμή την αίσθηση της ματαιότητας και του κενού.

«δεν μπορεί» λέει ο ποιητής στο ποίημά του Ρεύματα.
Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κι άλλη μια φορά.
Σίγουρα πρέπει
να υπάρχει.
Οπωσδήποτε πρέπει.

Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή αυτή η συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη, το θαύμα που περνάει και χάνεται, η σιωπηλή αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης, θολή κωπηλασία με μία βάρκα μέσα στην ομίχλη.

Ο ποιητής καλοπιάνει τον θάνατο, προφέρει το όνομά του, προσπαθεί να τον ξορκίσει, ουσιαστικά όμως αποδέχεται πια πολύ συνειδητά τον όρο του συμβολαίου της ζωής που στην ρήτρα του υπάρχει η λέξη θάνατος.

Στα ποιήματα “Πυργίσκος”, “Ήρωες” και “Ανατολή” ο ποιητής σαρκάζει για την εξουσία που στέλνει νέα παιδιά να πολεμήσουν ως πρόβατα επί σφαγή, για τους στρατηγούς, τους επίσκοπους, τις σημαίες και την καπηλεία του πολέμου.

Στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της συλλογής (Φακός, Λαχτάρα, Κλαδιά και Επιμονή) προς το τέλος του ποιήματος εμφανίζεται ο στίχος και λες με μία παύλα δίπλα του ή κι είπες με μία παύλα δίπλα του, διαβάζω τους στίχους που ακολουθούν λοιπόν μετά την παύλα και στα τέσσερα αυτά ποιήματα.

Φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά/του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.
Τι καλά να κολυμπούσαμε στο κρύφιο περιγιάλι μας.

Πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή/για να πετώ ψηλά στα σύννεφα
Και ο τελευταίοι στίχοι του τελευταίου ποιήματος της συλλογής
Ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα
και νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο τέλος από αυτό.

~Χλόη Κουτσουμπέλη,
ΕΝΕΚΕΝ, Νο 33 Θεσσαλονίκη,
Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

[/tab]

[tab title=”English”]

NOSTOS and ALGOS,
poetry by Manolis Aligizakis,
EKSTASIS EDITIONS, 2013

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.
The poet selects this poem as the first one but one wonders: awareness for what? Is it because this poetry collection is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?

The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact place with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.

What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter T from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurk behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.

I too grieve,
that night has passed by so fast
the poet says in Night Flower:

Heracleitos’ philosophy of the ever changing world, the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews this is the backbone of the book Nostos and Algos.

For the poet the microcosm and the macrocosm are but a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.

Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.
For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.

Fate is predetermined. Our date with Death occurs every day. We betray ourselves and others, we yearn for things that belong to others, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feeling of this futile life and the void.

Then, there must be
another time
there must be
it must
the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection is this book by Manolis. The miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.
In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops, the flags and the business of war.

In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:
Again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver.

~Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33,
Salonica, Greece, Fall-Winter 2014

[/tab]

[/tabgroup]

Το Πουλί με τις Αλήθειες/The Bird that spoke the Truth

Share

Tasos Livaditis_cover_Apr3.indd
ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι
φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν
και τώρα μόνον οι αράχμες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η
νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η
μοναξιά
μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ το παιδί που υπήρ-
ξαμε μ’ εκείνο τον τεράστιο λαιμοδέτη
Continue reading “Το Πουλί με τις Αλήθειες/The Bird that spoke the Truth”

Dimitris LIantinis’ “HOUR OF THE STARS”

Share

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ

Ὁδηγητής τῶν ἑφτά βοδιῶν
πού λειβαδεύουν στό βιλαέτι τῆς ἔγνοιας σου
ἀθροίζεις τόν ἕωλο αἰῶνα.
Ἔχτισες τά σύνορα τοῦ ἀγῶνα σου
μέ τέσσερες σταγόνες παγωμένου ἱδρῶτα
σέ σχῆμα λάβαρου σταυροφόρων.
Ὦ Ἀλκάλουροψ,
πλοηγέ τοῦ γέλιου τῶν παιδιῶν
καί ἀλφαβητάρι τῶν γερόντων.
Στέκεις ἀνάμεσα στή γκρίζα ἡλικία τῶν βράχων
καί τραγουδεῖς στή φλογέρα σου
τό μόχτο τοῦ θάνατου
τοῦ ἰσχυροῦ καί ἀθάνατου.

ARCTURUS

Guide of the seven bulls
that graze in the kingdom of your concern
you measure the stagnate century.
You’ve built the borders of your struggle
with four drops of frozen sweat
in the shape of the crusaders banner.
Oh, Alkalurops
navigator of the children’s laughter
and alphabet of the elders.
You stand amid the gray age of rocks
and with your flute you sing about
the labor of death
of both the powerful and the immortal.

~Δημήτρη Λιαντίνη, “Οι Ώρες των Άστρων”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis, “Hour of the Stars”/Translated by Manolis Aligizakis

Final Agreement

Share

[tabgroup]

[tab title=”English”]

 Translated by Manolis Aligizakis

When rain struck the window with one of its fingers
the window opened inward. Deep inside
an unknown person, a sound – your voice?
Your voice distrusted your ear. The next day
the sun went down the fields, like a descent of farmers
with scythes and pitchforks. You too went out to the street
yelling not knowing about what you were yelling,
Continue reading “Final Agreement”

Eleni

Share

Yiannis Ritsos original
translated by Manolis Aligizakis 

[tabgroup]
[tab title=”English”]
Sometimes past midnight the rhythmic hooves of horses
are heard from down the road of a delayed carriage as if
returning
from a mourning matinee of some rundown neighborhood
theater
with its plaster fallen off the ceiling, with the peeling walls
with a huge discolored red curtain drawn
that has shrunk from so many washings and in the gap
it leaves under it
Continue reading “Eleni”

Escape

Share

[tabgroup]
[tab title=”English”]

Translation Manolis Aligizakis

   He sat on the stool by the front yard, his hands so clumsy, they had
already overtaken us “someday they will demolish the house”, he says
to me, and they’ll discover it”
and every so often at the far end of the room someone wrapped around
him a bed-sheet, it was the time he escaped, until the bed-sheet fell
empty on the floor and we had a friend forever,
in the stations, the immigrants were lined and waited hiding inside
their overcoats the voyage like a dog on its death bed
Continue reading “Escape”